Thursday, February 4, 2010

Ο Χόμπσμπομ για τον κόσμο μετά το 1914 /
Hobsbawm: The world after 1914



«Πώς συγκρίνεται ο κόσμος της δεκαετίας του '90 με τον κόσμο του 1914; Υπήρχαν πέντε ή έξι δισεκατομμύρια ανθρώπων, πληθυσμός τριπλάσιος σε σύγκριση με αυτόν που υπήρχε στο ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, κι αυτό παρά το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια του Σύντομου Εικοστού Αιώνα σκοτώθηκαν περισσότερες ανθρώπινες υπάρξεις, ή αφέθηκαν να πεθάνουν από ανθρώπινες αποφάσεις, όσο ποτέ άλλοτε στην ιστορία. Ένας πρόσφατος υπολογισμός των «μεγαθανάτων» του αιώνα δίνει τον αριθμό 187 εκατομμύρια (Brzezinski, 1993), ο οποίος ισοδυναμεί με πάνω από το ένα δέκατο του παγκόσμιου πληθυσμού το 1900. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήταν ψηλότεροι και βαρύτεροι από τους γονείς τους, τρέφονταν καλύτερα και ζούσαν περισσότερα χρόνια, πράγμα που δύσκολα γίνεται πιστευτό αν πάρουμε υπόψη μας τις καταστροφές στις δεκαετίες του '80 και του '90 στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική και την πρώην ΕΣΣΔ. Ο κόσμος, με την ικανότητά του να παράγει αγαθά και υπηρεσίες σε ατελεύτητη ποικιλία, ήταν ασύγκριτα πλουσιότερος από ποτέ άλλοτε. Διαφορετικά δε θα μπορούσε να συντηρήσει έναν παγκόσμιο πληθυσμό αρκετές φορές μεγαλύτερο από ποτέ άλλοτε στην παγκόσμια ιστορία. Μέχρι τη δεκαετία του '80, οι περισσότεροι άνθρωποι ζούσαν καλύτερα από τους γονείς τους, ενώ στις προηγμένες οικονομίες ζούσαν καλύτερα απ' όσο θα περίμεναν ποτέ να ζήσουν ή ακόμα να φανταστούν ότι θα ήταν δυνατό να ζήσουν. Για ορισμένες δεκαετίες στα μέσα του αιώνα, σαν να φάνηκε ότι είχαν εξευρεθεί τρόποι για τη διανομή ενός τουλάχιστον ορισμένου μέρους από αυτόν τον τεράστιο πλούτο και με κάποιο βαθμό δικαιοσύνης στους εργαζόμενους των πλουσιότερων χωρών, αλλά προς τα τέλη του αιώνα η ανισότητα ξαναπήρε πάλι το πάνω χέρι. Έκανε επίσης την εμφάνιση της μαζικά στις πρώην «σοσιαλιστικές» χώρες, όπου προηγουμένως βασίλευε μια κάποια ισότητα φτώχειας. Από εκπαιδευτική άποψη, η ανθρωπότητα ήταν σε πολύ καλύτερο επίπεδο σε σχέση με το 1914. Πράγματι, πιθανότατα για πρώτη φορά στην ιστορία, οι περισσότεροι άνθρωποι θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως εγγράμματοι, τουλάχιστον όπως εμφαίνονται στις επίσημες στατιστικές, μολονότι η σημασία αυτού του επιτεύγματος ήταν πολύ λιγότερο σαφής προς τα τέλη του αιώνα σε σύγκριση με το 1914, δεδομένου του τεράστιου και πιθανότατα αυξανόμενου χάσματος μεταξύ του ελαχίστου επιπέδου που επισήμως γίνεται αποδεκτό ως εγγραμματοσύνη από τη μια μεριά, επίπεδο όμως που συχνά μεταπίπτει στην κατηγορία της «λειτουργικής αγραμματοσύνης» και της βαθμίδας ικανότητας ανάγνωσης και γραφής που ακόμα αναμένεται σε επίπεδα ελίτ απ' την άλλη.

Στον κόσμο κυριαρχούσε η επαναστατική και διαρκώς εξελισσόμενη τεχνολογία, βασισμένη στους θριάμβους της φυσικής επιστήμης, θριάμβους που θα μπορούσαν να προβλεφθούν το 1914, αλλά τότε ελάχιστα είχαν αρχίσει να προωθούνται. Η πιο δραματική ίσως πρακτική συνέπειά τους ήταν η επανάσταση στις μεταφορές και τις επικοινωνίες που ουσιαστικά εκμηδένισε χρόνο και απόσταση. Ήταν ένας κόσμος που μπορούσε να μεταδώσει περισσότερες πληροφορίες και ψυχαγωγία σε σύγκριση με αυτές που ήταν διαθέσιμες στους αυτοκράτορες το 1914, κάθε μέρα, κάθε ώρα, σε κάθε νοικοκυριό. Με το άγγιγμα λίγων κουμπιών, η τεχνολογία επέτρεψε στους ανθρώπους να συνομιλούν «διασχίζοντας» ωκεανούς και ηπείρους, και για πιο πρακτικούς σκοπούς κατάργησε τα πολιτισμικά πλεονεκτήματα της πόλης έναντι της υπαίθρου.

Τότε, γιατί ο αιώνας αυτός τελειώνει όχι με πανηγυρικούς γι' αυτήν την άνευ προηγουμένου και θαυμαστή πρόοδο, αλλά μέσα σ' ένα κλίμα ανησυχίας; Γιατί, όπως δείχνουν οι επιγραμματικές τοποθετήσεις συγγραφέων που παραθέτω στην αρχή του κεφαλαίου αυτού, τόσα πολλά στοχαστικά μυαλά ανατρέχουν στον αιώνα αυτό χωρίς ικανοποίηση και ασφαλώς χωρίς εμπιστοσύνη στο μέλλον; Όχι μόνο διότι αναμφίβολα ήταν ο πιο φονικός αιώνας που έχει καταγράψει η ιστορία, τόσο από άποψη κλίμακας όσο και από άποψη συχνότητας και διάρκειας πολέμων, οι οποίοι ελάχιστα σταμάτησαν για κάποια στιγμή στη δεκαετία του '20, αλλά επίσης για τις άνευ προηγουμένου ανθρώπινες καταστροφές που επέφερε, από τους πιο μεγάλους λιμούς της ιστορίας μέχρι τη συστηματική γενοκτονία. Σε αντίθεση με τον «εκτενή δέκατο ένατο αιώνα», που φάνηκε να είναι και πράγματι ήταν μια περίοδος σχεδόν αδιάκοπης υλικής, πνευματικής και ηθικής προόδου, με άλλα λόγια βελτίωσης των συνθηκών της πολιτισμένης ζωής, από το 1914 και μετά υπήρξε μια ολοφάνερη οπισθοδρόμηση από τους κανόνες και τα σταθμά που τότε εθεωρούντο φυσιολογικά στις ανεπτυγμένες χώρες και στο περιβάλλον των μεσαίων τάξεων, σταθεροί κανόνες και σταθμά που τότε πίστευαν ακράδαντα ότι εξαπλώνονταν στις πιο καθυστερημένες περιοχές και στα λιγότερο φωτισμένα στρώματα του πληθυσμού.

Εφόσον ο αιώνας αυτός μας δίδαξε και εξακολουθεί να μας διδάσκει ότι τα ανθρώπινα όντα μπορούν να μάθουν να ζουν κάτω από τις πιο κτηνώδεις και θεωρητικά μη ανεκτές συνθήκες, δεν είναι εύκολο να συλλάβουμε την έκταση και το ρυθμό επιστροφής -ο οποίος δυστυχώς επιταχύνεται- σ' αυτό που οι πρόγονοί μας του δέκατου ένατου αιώνα θα αποκαλούσαν επίπεδα βαρβαρότητας. Ξεχνάμε ότι ο παλιός επαναστάτης Φρίντριχ Ένγκελς εξέφρασε τη φρίκη του για την έκρηξη βόμβας που προκάλεσε ένας ιρλανδός επαναστάτης στην Αίθουσα του Γουεστμίνστερ (δηλ. στη Βουλή των Κοινοτήτων), διότι ως παλιός στρατιώτης πίστευε ότι ο πόλεμος διεξάγεται εναντίον ενόπλων και όχι εναντίον αμάχων. Ξεχνάμε ότι τα πογκρόμ στην Τσαρική Ρωσία που (δικαίως) εξόργισαν την παγκόσμια κοινή γνώμη εκδιώκοντας εκατομμύρια Ρώσων Εβραίων πέραν του Ατλαντικού μεταξύ 1881 και 1914, ήταν μικρά, σχεδόν αμελητέα, σε σύγκριση με τις σημερινές σφαγές: οι νεκροί μετριούνταν κατά δεκάδες, όχι εκατοντάδες, για να μην πούμε εκατομμύρια. Λησμονούμε ότι κάποτε κάποια διεθνής Σύμβαση προέβλεψε ότι οι εχθροπραξίες στον πόλεμο «δεν πρέπει να αρχίζουν χωρίς προηγούμενη και σαφή προειδοποίηση με τη μορφή μιας λογικής κήρυξης πολέμου ή τελεσιγράφου με υπό όρους κήρυξη πολέμου», διότι πότε έγινε ο τελευταίος πόλεμος ο οποίος άρχισε με μια τέτοια ρητή ή υπόρρητη κήρυξη; Ή κάποιος άλλος πόλεμος που να τερματίστηκε με μια τυπική συνθήκη ειρήνης κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ των εμπολέμων κρατών; Στην πορεία του εικοστού αιώνα, οι πόλεμοι όλο και περισσότερο διεξήχθησαν κατά της οικονομίας και της υποδομής των κρατών και κατά του άμαχου πληθυσμού. Από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και μετά, ο αριθμός των θυμάτων μεταξύ του άμαχου πληθυσμού στη διάρκεια των πολέμων ήταν πολύ μεγαλύτερος από τις στρατιωτικές απώλειες που υπέστησαν όλες οι εμπόλεμες χώρες, με εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πόσοι από μας ενθυμούνται ότι το 1914 εθεωρείτο δεδομένο ότι:
Η πολιτισμένη διεξαγωγή του πολέμου, όπως μας λένε τα εγχειρίδια, περιορίζεται κατά το δυνατόν στην εξουδετέρωση των ενόπλων δυνάμεων του εχθρού, διαφορετικά ο πόλεμος θα συνεχιζόταν μέχρι την πλήρη εξολόθρευση της μίας πλευράς. «Δικαιολογημένα [···] η πρακτική αυτή εξελίχθηκε σε έθιμο στα έθνη της Ευρώπης» (Encyclopedia Britannica, 1911, λήμμα Πόλεμος).

Δεν παραβλέπουμε βέβαια την αναβίωση των βασανιστηρίων ή ακόμη και της δολοφονίας ως φυσιολογικό μέρος των επιχειρήσεων των υπηρεσιών ασφαλείας στα σύγχρονα κράτη, αλλά πιθανότατα δεν είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε το πόσο δραματική είναι αυτή η αναστροφή μέσα στη μεγάλη περίοδο της νομικής εξέλιξης του θέματος, από την πρώτη επίσημη κατάργηση των βασανιστηρίων σε Δυτική χώρα στη δεκαετία του 1780 μέχρι το 1914.

Κι όμως, στα τέλη του Σύντομου Εικοστού Αιώνα, ο κόσμος δεν μπορεί να συγκριθεί με τον κόσμο που υπήρχε στην αρχή του με κριτήρια την ιστορική λογιστική τού «περισσότερου» και «λιγότερου». Ήταν ένας ποιοτικά διαφορετικός κόσμος, τουλάχιστον από τρεις απόψεις:

Πρώτον, δεν ήταν πλέον ευρωκεντρικός. Έφερε την παρακμή και πτώση της Ευρώπης, που στην αρχή του αιώνα ήταν ακόμα το αναμφισβήτητο κέντρο ισχύος, πλούτου, φαιάς ουσίας και «δυτικού πολιτισμού». Οι Ευρωπαίοι και οι απόγονοί τους περιορίστηκαν σήμερα από το ένα τρίτο περίπου της ανθρωπότητας στο ένα έκτο. Πρόκειται για μια φθίνουσα μειοψηφία που ζει σε χώρες οι οποίες στοιχειωδώς (ή καθόλου) αναπαράγουν τον πληθυσμό τους και στην πλειοψηφία των περιπτώσεων -με ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες στη δεκαετία του '90- ορθώνουν φράγματα απέναντι στην πίεση της μετανάστευσης από τις περιοχές των φτωχών. Οι βιομηχανίες στις οποίες κάποτε η Ευρώπη πρωτοπορούσε, μετανάστευσαν και εγκαταστάθηκαν αλλού. Οι χώρες που κάποτε προσέβλεπαν προς την Ευρώπη διαμέσου των ωκεανών, προσβλέπουν τώρα αλλού. Η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία ακόμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες που βρέχονται από δύο ωκεανούς, είδαν το μέλλον τους στον Ειρηνικό, ό,τι ακριβώς και να σημαίνει αυτό.

Οι «Μεγάλες Δυνάμεις» του 1914, όλες ευρωπαϊκές, όπως η ΕΣΣΔ, κληρονόμος της Τσαρικής Ρωσίας, εξαφανίστηκαν ή περιορίστηκαν στο ρόλο περιφερειακής ή επαρχιακής δύναμης, με εξαίρεση τη Γερμανία. Η ίδια η προσπάθεια να δημιουργηθεί μια ενιαία υπερεθνική «Ευρωπαϊκή Κοινότητα» και να ανακαλυφθεί κάποια έννοια Ευρωπαϊκής ταυτότητας που να ανταποκρίνεται σ' αυτήν, αντικαθιστώντας τις παλιές προσδέσεις στα ιστορικά έθνη και κράτη, έδειξε το βάθος αυτής της παρακμής.

Με εξαίρεση τους ιστορικούς της πολιτικής, είχε τόση μεγάλη σημασία η αλλαγή αυτή; Ενδεχομένως όχι, εφόσον αντανακλούσε μόνο ελάσσονες αλλαγές στην οικονομική, πνευματική και πολιτιστική φυσιογνωμία του κόσμου. Από το 1914 κιόλας, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η μεγαλύτερη βιομηχανική οικονομία και ο μεγάλος πρωτοπόρος, πρότυπο και προωθητική δύναμη της μαζικής παραγωγής και της μαζικής κουλτούρας που κατέκτησαν τον πλανήτη κατά τη διάρκεια του Σύντομου Εικοστού Αιώνα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τις πολλές ιδιομορφίες τους, ήταν η υπερωκεάνια επέκταση της Ευρώπης και συστεγάζονταν μαζί με τη γηραιά ήπειρο κάτω από την επιγραφή του «δυτικού πολιτισμού». Όποιες και να είναι οι μελλοντικές τους προοπτικές, κοιτάζοντας τον «Αμερικανικό αιώνα» από τη σκοπιά της δεκαετίας του '90 δεν μπορούμε παρά να πούμε πως ήταν γι' αυτές μια εποχή ανόδου και θριάμβου. Το σύνολο των χωρών που εκβιομηχανίστηκαν στο δέκατο ένατο αιώνα, παρέμειναν συλλογικά χώρες με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου, οικονομικής και επιστημονικο-τεχνολογικής ισχύος στον πλανήτη, καθώς και χώρες όπου οι άνθρωποι απολάμβαναν το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Και στις δύο περιπτώσεις, η απόσταση από τις άλλες χώρες ήταν μεγάλη. Προς τα τέλη του αιώνα, το γεγονός αυτό συμψηφιζόταν, με το παραπάνω μάλιστα, με την αποβιομηχάνιση των χωρών αυτών και τη μεταφορά της παραγωγής σε άλλες ηπείρους. Στο βαθμό αυτόν, η εντύπωση ότι ο παλιός Ευρωκεντρικός ή «Δυτικός» κόσμος βρισκόταν σε πλήρη παρακμή ήταν επιφανειακή.

Πιο σημαντικός ήταν ο δεύτερος μετασχηματισμός. Μεταξύ του 1914 και των αρχών της δεκαετίας του '90, ο πλανήτης έγινε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό μια ενιαία επιχειρησιακή μονάδα, πράγμα που δεν ήταν και δεν μπορούσε να είναι το 1914. Πράγματι, για πολλούς σκοπούς, ιδιαίτερα δε στο πεδίο των οικονομικών υποθέσεων, ολόκληρος ο πλανήτης αποτελεί τώρα την πρωταρχική επιχειρησιακή μονάδα, ενώ παλαιότερες μονάδες, όπως οι «εθνικές οικονομίες» που προσδιορίζονταν από την πολιτική των εδαφικών κρατών, υφίστανται σήμερα τις περιπλοκές των διεθνικών δραστηριοτήτων. Το στάδιο όπου έφτασε στη δεκαετία του '90 η οικοδόμηση του «παγκόσμιου χωριού» -η φράση αποτελεί εφεύρεση της δεκαετίας του '60 (Macluhan, 1962)- μπορεί να μη φανεί και τόσο προχωρημένο από παρατηρητές στα μέσα του εικοστού πρώτου αιώνα, όμως έχει ήδη μεταμορφώσει όχι μόνο ορισμένες οικονομικές και τεχνικές δραστηριότητες και τις δράσεις της επιστήμης, αλλά και σημαντικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής, κυρίως με την αφάνταστη επιτάχυνση των επικοινωνιών και των μεταφορών. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό γνώρισμα στα τέλη του εικοστού αιώνα είναι ίσως η ένταση που υπάρχει ανάμεσα σ' αυτή την επιταχυνόμενη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης και της ανικανότητας και των δημόσιων θεσμών και της συλλογικής συμπεριφοράς των ανθρώπινων όντων να συμφιλιωθούν μ' αυτήν. Είναι αρκετά περίεργο το γεγονός ότι η ατομική ανθρώπινη συμπεριφορά δυσκολεύτηκε λιγότερο να προσαρμοστεί στον κόσμο της δορυφορικής τηλεόρασης, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, των διακοπών στις Σεϋχέλλες και των μακρινών ταξιδιών.

Ο τρίτος μετασχηματισμός, που κατά ορισμένους τρόπους έχει επιφέρει και τις μεγαλύτερες διαταραχές, είναι η αποσύνθεση των παλαιών προτύπων ανθρώπινων κοινωνικών σχέσεων που έφερε μαζί της παρεμπιπτόντως η απότομη ρήξη των δεσμών μεταξύ των γενιών, με άλλα λόγια μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος. Κι αυτό έγινε ιδιαίτερα αισθητό στις πιο ανεπτυγμένες χώρες της δυτικής εκδοχής του καπιταλισμού, χώρες στις οποίες οι αξίες του απόλυτου α-κοινωνικού ατομικισμού ήταν κυρίαρχες και στις επίσημες και στις ανεπίσημες ιδεολογίες, μολονότι όσοι τις ασπάζονται συχνά λοιδορούν τις κοινωνικές τους συνέπειες. Παρ' όλα αυτά, οι τάσεις αυτές εντοπίζονται και αλλού ενισχυμένες από τη διάβρωση των παραδοσιακών κοινωνιών και θρησκειών καθώς επίσης και από την καταστροφή ή αυτοκαταστροφή των κοινωνιών του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Μια τέτοια κοινωνία που αποτελείται από μία κατά τα άλλα ασύνδετη συνάθροιση εγωκεντρικών ατόμων τα οποία επιδιώκουν μόνο τη δική τους ικανοποίηση (είτε αυτή αποκαλείται κέρδος, ηδονή ή άλλως πως) υπήρχε πάντα ως υπόρρητη υπόθεση στη θεωρία της καπιταλιστικής οικονομίας. Από την Εποχή της Επανάστασης κιόλας, παρατηρητές όλων των πολιτικών αποχρώσεων προέβλεψαν τις συνέπειες της αποδιάρθρωσης των παλαιών κοινωνικών δεσμών στην πράξη και παρακολούθησαν τη διαδικασία αυτή. Οικείος μάς είναι ο εύγλωττος φόρος τιμής που αποδίδει το Κομμουνιστικό Μανιφέστο στον επαναστατικό ρόλο του καπιταλισμού («Η αστική τάξη [...] διέρρηξε αλύπητα τους ετερόκλητους φεουδαρχικούς δεσμούς που προσέδεναν τον άνθρωπο με τους "φυσικά ανώτερούς" του και δεν άφησε κανένα άλλο δεσμό μεταξύ ανθρώπου με άνθρωπο, παρά το γυμνό ατομικό συμφέρον»). Αλλά στην πράξη, η νέα και επαναστατική καπιταλιστική κοινωνία δε λειτούργησε ακριβώς έτσι.

Στην πράξη, η νέα κοινωνία λειτούργησε όχι με την ολοσχερή καταστροφή όλων όσων κληρονόμησε από την παλαιά κοινωνία, αλλά προσαρμόζοντας επιλεκτικά την κληρονομιά του παρελθόντος προς ίδια χρήση. Δεν υπάρχει «κοινωνιολογικό αίνιγμα» σχετικά με την ετοιμότητα της αστικής κοινωνίας να εισάγει «έναν ριζοσπαστικό ατομικισμό στην οικονομία και [...] να θρυμματίσει όλες τις παραδοσιακές κοινωνικές σχέσεις στη διαδικασία αυτή» (δηλαδή όταν έμπαιναν εμπόδιο στο δρόμο της), και την ίδια στιγμή να φοβάται το «ριζοσπαστικό πειραματικό ατομικισμό» στην κουλτούρα (ή στο πεδίο της συμπεριφοράς και της ηθικής) (Bell, 1976, σ. 18). Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την οικοδόμηση μιας βιομηχανικής οικονομίας βασισμένης στην ιδιωτική επιχείρηση ήταν να συνδυαστεί με κίνητρα -παρωθήσεις που δεν είχαν καμία σχέση με τη λογική της ελεύθερης αγοράς- για παράδειγμα με την Προτεσταντική ηθική, με την αποχή από την άμεση απόλαυση, με την ηθική της σκληρής εργασίας, με το οικογενειακό καθήκον και τους οικογενειακούς δεσμούς εμπιστοσύνης, αλλά ασφαλώς όχι με την αντίνομη εξέγερση των ατόμων.

Κι όμως ο Μαρξ καθώς και όσοι άλλοι προφήτευσαν την αποσύνθεση των παλαιών αξιών και των κοινωνικών σχέσεων είχαν δίκαιο. Ο καπιταλισμός συνιστούσε μια διαρκή και συνεχή επαναστατική δύναμη. Λογικά θα έπρεπε να τελειώσει αποσυνθέτοντας ακόμα κι εκείνα τα μέρη του προκαπιταλιστικού παρελθόντος που βρήκε να του είναι βολικά, ίσως δε και ουσιαστικά για τη δική του ανάπτυξη. Θα τέλειωνε πριονίζοντας τουλάχιστον ένα από τα κλαδιά πάνω στα οποία καθόταν. Κι αυτό συνέβαινε από τα μέσα του αιώνα και μετά. Κάτω από την επίδραση της εκπληκτικής οικονομικής έκρηξης της Χρυσής Εποχής και στη συνέχεια με τις συνεπακόλουθες κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές -την πιο βαθιά επανάσταση στην κοινωνία από τη λίθινη εποχή- το κλαδί άρχισε να λυγίζει και να σπάει. Στα τέλη του αιώνα μπορούσαμε για πρώτη φορά να δούμε πώς θα ήτανε ίσως ένας κόσμος όπου το παρελθόν, συμπεριλαμβανομένου και του παρελθόντος στο παρόν, έχει χάσει το ρόλο του, όπου οι παλαιοί χάρτες και τα διαγράμματα που καθοδήγησαν τα ανθρώπινα όντα, και ατομικά και συλλογικά στη ζωή τους, δεν αντιπροσωπεύουν πλέον το τοπίο μέσα στο οποίο κινούμαστε, τη θάλασσα όπου πλέουμε. Ένας κόσμος στον οποίο δε γνωρίζουμε πού μας οδηγεί το ταξίδι μας ή ακόμα πού όφειλε να μας οδηγήσει.

Αυτή είναι η κατάσταση με την οποία πρέπει ήδη να συμβιβαστεί ένα μέρος της ανθρωπότητας προς τα τέλη του αιώνα, ενώ κι άλλα μέρη θα πρέπει να πράξουν το ίδιο στη νέα χιλιετηρίδα που έρχεται. Ωστόσο, μέχρι τότε θα έχει γίνει ίσως σαφέστερο σε σχέση με σήμερα το πού βαδίζει η ανθρωπότητα. Μπορούμε να ανατρέξουμε στην πορεία που διανύσαμε για να φτάσουμε μέχρις εδώ όπου σήμερα βρισκόμαστε κι αυτό προσπάθησα να κάνω στο βιβλίο αυτό. Δε γνωρίζουμε ποιες δυνάμεις θα διαμορφώσουν το μέλλον, μολονότι δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις για τα προβλήματα του μέλλοντος στο βαθμό που προκύπτουν από τα συντρίμμια της περιόδου που μόλις εξέπνευσε. Ας ελπίσουμε όμως ότι θα είναι ένας καλύτερος, πιο δίκαιος και βιώσιμος κόσμος. Ο παλιός αιώνας δεν τέλειωσε καλά».
* Eric Hobsbawm (Έρικ Χόμπσμπομ),
εκδ. Θεμέλιο, 2004 (1999).

No comments: