Wednesday, June 23, 2010

Η ηθική του Πολέμου: Ένα ελληνικό παράδειγμα /
War ethics: A Greek case






«Σαν έφεξε, βάρεσε η σάλπιγγα συναγερμό πάνου απ’ το χαμηλό λασπωμένο λοφάκι του χωριού. Εκεί μαζεύτηκαν όλοι οι αιχμάλωτοι άντρες και κατόπι ντουφεκίστηκαν. Κάθε ενωμοτία έστηνε αντίκρυ της πεντέξη και τους θέριζε. Βρέθηκα αντίκρυ στο γέρο. Είχε μερικές μελανιές στο πατριαρχικό του πρόσωπο και ψιθύριζε ολοένα προσευχές. Τα μεταξωτά του γένια ανέμιζαν απαλά στον αγέρα. Το πιο μεγάλο καλό που θα μπορούσα να του κάνω ήταν να τον σκοτώσω αμέσως και τελειωτικά, για να μην τυραγνιέται σα μερικούς που σπάραζαν σαν τα βουβάλια χτυπώντας τις απαλάμες στο χώμα. Είχαμε κάτι θαυμάσια μάνλιχερ τότες, ολοκαίνουργα, λαφριά κι ευθύβολα, που βαρούσες πεντάρα με δαύτα. Τόνε σημάδεψα στο κούτελο, ανάμεσα στα ολάσπρα φρύδια του. Σήκωσε απάνω μου τα γαλανά μάτια του και με κοίταξε γαλήνια. Θαρρείς πως ένιωσε την οπτική σκοπευτική μου γραμμή ν’ ακουμπά σαν κάτι στερεό πάνου στο κούτελο του.

Τράβηξα τη σκαντάλη και σωριάστηκε μονοκόμματα σαν αστραποκαμμένος στη λάσπη. Μια ψιλή κόκκινη κορδελίτσα κύλισε απ’ το κούτελο του πάνου στο ήσυχο πρόσωπο, και λεκέδιασε τα χιόνια της γενειάδας του.

Σαν τέλειωσαν οι εχτελέσεις ανοίχτηκε το τζαμί για νάβγουνε τα μαντρισμένα γυναικόπαιδα. Κατόπι βάλθηκε φωτιά στο χωριό. Οι φαντάροι τρέχανε με γκαζοτενεκέδες και περεχούσανε πετρέλαιο τα σπίτια. [...]

Ξεκινήσαμε να φύγουμε. Ξαφνικά μες από ένα σοκάκι χύμηξαν, ένα ξεφρενιασμένο πλήθος, τα μωρά και οι γυναίκες που είχανε κλεισμένες μες το τζαμί και τις ξαπολύκανε. Ούρλιαξαν και τρέχανε προς τα πτώματα. Ήτανε χωρίς γιασμάκ, ξεστηθωμένες σαν άγριες μαινάδες. Τα μάτια τους ήτανε τεράστια ανοιγμένα απ’ την τρομάρα και τα μαλλιά τους πετούσανε πίσω σα μαύρα ζωντανεμένα σερπετά. Τρέχανε προς το λόφο, μες απ’ το γλιστερό καλντερίμι του χωριού, για να ψάξουνε μες τα στρωμένα κουφάρια να γνωρίσουνε τους δικούς τους.

Από τότες χρόνια πέρασαν και διαβαίνουν ολοένα. Όμως μέσα μου κάθεται μια κρύα γαλάζια ματιά. Τη νιώθω που απόμεινε μέσα μου ακίνητη, στυλωμένη και αθάνατη. Ζει και κυκλοφορεί μέσα στο αίμα μου, σα μόλεμα και σα μαράζι. Και θαρρώ πως μόνο μαζί με την ψυχή μου θα φύγει από πάνω μου».


Οι γραμμές που μόλις διαβάσατε δημοσιεύθηκαν πριν από ογδόντα περίπου χρόνια, στη συλλογή «Διηγήματα» του Στρατή Μυριβήλη. Περιέγραφαν το κάψιμο ενός τουρκικού χωριού της Πτολεμαΐδας -που τότε λεγόταν ακόμη Καϊλάρια- και τη μαζική εκτέλεση των αρρένων κατοίκων του από τον προελαύνοντα ελληνικό στρατό, τον Νοέμβριο του 1912. Αναφέρεται στο εξαιρετικό βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου «Πόλεμος και εθνοκάθαρση. Η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης. 1912-1922», Εκδόσεις βιβλιόραμα.


* «Πόλεμος και εθνοκάθαση»,
ανάρτηση από τον χρήστη aformi στις 13 Ιανουαρίου 2010,
στο ιστολόγιο με αφορμή... ένα συμβάν, ένα έργο τέχνης, ένα κείμενο.

No comments: