.

Friday, August 6, 2010

Desiderius Erasmus in The Praise of Folly:
Theologians' & Monks' attitudes
Ντεζιντέριους Έρασμος στο Μωρίας Εγκώμιον:
Ήθη Θεολόγων & Μοναχών


*

«Κι οι θεολόγοι... θα 'ταν ίσως καλύτερα να μην τους αναφέρω, να μην αναδέψω αυτή τη βαλτωμένη Καμαρίνα και ταράξω τις βρωμολυγαριές της. Φοβερά κατσούφικη κι οξύθυμη φάρα, δε το 'χουν σε τίποτα να μου [ενν. την Μωρία] ριχτούν ομαδικά, μ' εφτακόσια πορίσματα, για να μ' αναγκάσουν ν' ανακαλέσω, κι αν αρνηθώ, να με βγάλουν στα γρήγορα αιρετική. Μ' αυτό τ' αστροπελέκι φοβερίζουν κατευθείαν και τον κάνουν να κοκκαλώσει από τρομάρα, σ’ όποιον δεν τους αρέσει.

Πιο αχάριστους, να μην παραδέχονται το καλό που τους κάνω, δεν εχω βρεί. Μα έγω τους σκλαβώνω με τις καλοσύνες μου και με το παραπάνω· με τη φιλαυτία τους, λόγου χάρη, όταν τους ανεβάζει χαρούμενους στον τρίτο ουρανό, κι απ' εκεί ψηλά κοιτούν με περιφρόνηση τους άλλους ανθρώπους, χαμόσυρτα σκουλήκια, που λίγο ακόμα θα τα παίρναν από λύπηση. Ή όταν τους οπλίζω με λεφούσι από αυθεντικούς ορισμούς, πορίσματα, συμπεράσματα, σαφείς και υπονοούμενες προτάσεις, και τους εφοδιάζω με τόσες υπεκφυγές, που κι αν ακόμα πιάνονταν στα δίχτυα του Ήφαιστου, πάλι θα ξεγλυστρούσαν με τους ορισμούς και τις ερμηνείες τους, που κόβουν όλους τους κόμπους καλύτερα κι από τενεδιό τσεκούρι. Άσε πια με τι νεολογισμούς και κορακίστικα παραγεμίζουν τις κουβέντες τους!

Κι άσε που σου εξηγούν τα πιο μεγάλα μυστήρια όπως τους κατέβει: πώς πλάστηκε ο κόσμος και ταχτοποιήθηκε, από ποια κανάλια απλώθηκε στους απόγονους του Αδάμ το στίγμα εκείνης της αμαρτίας, με ποια μέσα, πόσο και πότε ακριβώς σχηματίστηκε το σώμα του Χριστού μέσα στην κοιλιά της Παρθένου, πώς στη Μετάληψη τα γεγονότα συνεχίζουν να υπάρχουν δίχως την ύλη.

Ζητήματα χιλιοειπωμένα. Οι μεγάλοι θεολόγοι, οι φωτισμένοι όπως λένε, προτιμούν άλλα, πιο άξιά τους, που έχουν το χάρισμα να τους ξαναζωντανεύουν όταν μπαίνουν [ενν. όταν θέτονται]. Υπάρχει ορισμένη στιγμή της θείας γέννησης; Είναι πολλές οι ιδιότητες του γιου στο Χριστό; Είναι δυνατό να πούμε: Ο πατέρας Θεός μισεί το γιο του; Μπορούσε ο Θεός να ενσαρκωθεί σε γυναίκα, σε διάβολο, σε γάιδαρο, σε κολοκύθα ή σε βότσαλο; Και τότε η κολοκύθα πώς θα μπορούσε να κηρύξει, να κάνει θαύματα, να σταυρωθεί; Τι θα μπορούσε ν' αγιάσει ο Πέτρος, αν ιερουργούσε τη στιγμή που το κορμί του Χριστού κρεμόταν στο σταυρό; Θα μπορούσαμε να πούμε πως εκείνη τη στιγμή ο Χριστός ήταν άνθρωπος; Ύστερα από την ανάσταση των νεκρών θα μπορούμε να τρώμε και να πίνουμε; Χμ! όπως βλέπετε, οι άνθρωποι παίρνουν από τώρα τα μέτρα τους, μπας και πεινάσουν ή διψάσουν.

Τα ψιλολογήματά τους είναι αμέτρητα. Και λεπτολογούν ακόμα χειρότερα τι είναι στιγμή, γνώση, σχέση, τύποι, οντότητα, ταυτότητα, πράματα που μόνο αν έχεις μάτι Λυγκέα φαίνονται, και πάλι πρέπει να μπορείς μέσα από το πηχτό σκοτάδι να βλέπεις τ' ανύπαρχτα.

Βάλετε πάνω σ' αυτά τις παραδοξολογίες τους, που πλάι τους τ' αποφθέγματα των στωικών, τα λεγόμενα παράδοξα, μοιάζουν κουβέντες πανηγυριώτικες. Λένε, λόγου χάρη, πως είναι πιο μικρό αμάρτημα να σφάξεις χίλιους ανθρώπους παρά να ράψεις μέρα Κυριακή το παπούτσι φτωχού. Ή ακόμα: καλύτερα ν' αφήσεις να βουλιάξει σύμπας ο κόσμος, αύτανδρος που λένε, παρά να πεις και το παραμικρό ψέμα, όσο αθώο κι αν είναι.

Αυτά τα ψιλολογήματα τα πολύ ψιλολογημένα τα ψιλολογούν ακόμα πιότερο οι σχολαστικές αιρέσεις και σε μπερδεύουν τόσο, που πιο γρήγορα θα έβγαινες απ' το λαβύρινθο παρά από τα κλωθογυρίσματα των Ρεαλιστών, Νομιναλιστών, Θωμιστών, Αλβερτιστών, Οκκαμιστών, Σκωτιστών –κι αναφέρω μόνο τις κυριότερες σχολές. Τι πολύξεροι που είναι σ' αυτές τις σχολές, και τι δύσκολοι! Θαρρώ πως οι ίδιοι οι Απόστολοι θα χρειάζονταν να τους φωτίσει άλλη μια φορά το άγιο Πνεύμα, αν μαζεύονταν για να συζητήσουν αυτα τα θέματα με την καινούργια τούτη φάρα των θεολόγων.

Ο άγιος Παύλος, λένε, μπορεί να δέχτηκε με ζήλο την πίστη, όταν όμως λέει «Πίστη είναι η ουσία των πραγμάτων που ελπίζουμε και η απόδειξη εκείνων που δε βλέπουμε», η διατύπωσή του δεν είναι καθόλου διδακτορική. Έδειξε βέβαια με τα έργα του πως αγαπά το διπλανό του, αλλά την αγάπη αυτή δεν την καθορίζει και δεν τη χωρίζει σα διαλεχτικός, στην προς Κορινθίους πρώτη επιστολή του, κεφ. ιγ'. Οι Απόστολοι, σίγουρα τελούσαν μ' ευσέβεια το μυστήριο της Ευχαριστίας, αν τους ρωτούσαν όμως για τους όρους «επί τούτο» και «προς τούτο», για τη μετουσίωση, για τον τρόπο που ενα σώμα βρίσκεται ταυτόχρονα σε διάφορους τόπους, για τις διάφορες μορφές του σώματος του Χριστού πάνω στον ουρανό, πάνω στο σταυρό και μέσα στο μυστήριο της Ευχαριστίας, πάνω σε ποιά στιγμή ακριβώς γίνεται η μετουσίωση, αφού τα λόγια της ευχής ξετυλίγονται μέσα σε χρόνο –ε, λοιπόν, μην έχετε καμία αμφιβολία πως οι Απόστολοι δε θ' απαντούσαν με τόση λεπτολογία, όση βάζουν οι Σκωτιστές, όταν συζητούν και καθορίζουν αυτά τα ζητήματα.

Οι Απόστολοι γνώριζαν τη Μητέρα του Ιησού, αλλά πώς προφυλάχτηκε από το στίγμα του Αδάμ, κανείς τους δεν το απόδειξε τόσο φιλοσοφικά όσο οι θεολόγοι μας. Ο Πέτρος πήρε τα κλειδιά του βασιλείου, –και σίγουρα από Εκείνον που δε θα τα εμπιστευόταν σ' έναν ανάξιο, –δεν ξέρω ωστόσο αν στάθηκε αρκετά φίνος για ν' αναρωτηθεί πώς κάποιος που δεν κατέχει την επιστήμη μπορεί να έχει τα κλειδιά της. Οι Απόστολοι βάφτιζαν παντού αλλά πουθενά δε δίδαξαν ποια είναι ή τυπική, ποια η υλική, ποια η καθιερωτική και ποια η τελική αιτία του Βαπτίσματος, μήτε αναφέρουν τίποτα, ποιο είδος του βγαίνει και ποιο δε βγαίνει.

Ελάτρευαν, βέβαια, το Θεό, μα «εν πνεύματι», ακολουθώντας μόνο το ευαγγελικο «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν». Δε φαίνεται να τους φανέρωσαν πως με τον ίδιο σεβασμό, σα να 'ναι ο ίδιος ο Χριστός, πρέπει να λατρεύουν μιαν εικόνα του θαμπά ζωγραφισμένη με κάρβουνο πάνω σε τοίχο, φτάνει να δείχνει τα δυο δάχτυλα σηκωμένα, τ’ ακούρευτα μαλλιά μπουκλάτα στις πλάτες και το φωτοστέφανο με τις τρεις αχτίδες κολλητό στο σβέρκο.

Ποιός μπορεί να τα μάθει αυτά τα πράματα, αν δε φάει τουλάχιστο τριάντα έξι χρόνια μελετώντας τη φυσική και τη μεταφυσική του Αριστοτέλη και του Σκωτ;

Οι Απόστολοι αναφέρουν κάποτε τη χάρη, αλλά πουθενά δεν ξεχωρίζουν χάρη δοσμένη δωρεάν και χάρη αγιασμένη. Σου λένε να κάνεις καλά έργα, μα δε βλέπουν τη διαφορά ανάμεσα στο ενεργό και στο ενεργούμενο έργο. Διδάσκουν παντού την Αγάπη, αλλά δε χωρίζουν έμφυτη κι αποχτημένη, δεν εξηγούν αν είναι γεγονός ή ουσία, πράγμα πλασμένο ή άπλαστο. Σιχαίνονται την αμαρτία, μα βάζω το κεφάλι μου αν μπόρεσαν να δώσουν έναν επιστημονικό της ορισμό, τι είναι τέλος πάντων αυτό που λέμε αμαρτία –φαίνεται δα πως δε φωτίστηκαν από το πνεύμα των Σκωτιστών. Και δε θα με κάνετε να πιστέψω πως ο Παύλος, που μ' όσα ξέρει μπορούμε να κρίνουμε τι ξέρουν οι άλλοι, θα καταδίκαζε τόσες φορες τις ματαιολογίες, τις συζητήσεις, τις γενεαλογίες, όλες αυτές τις λογομαχίες, όπως λέει, αν είχε κι εκείνος γυμναστεί σ' αυτά τα ψιλολογήματα. Κι όμως, εκείνες οι συζητήσεις κι αντιλογίες φαίνονται χοντροκομμένες και βάναυσες, αν τις συγκρίνουμε με των δικών μας καθηγητάδων, που τα σοφίσματά τους μήτε ό Χρύσιππος δε θα μπορούσε να φανταστεί.

Με πολλή ωστόσο μετριοφροσύνη οι καθηγητές μας, όταν τυχαίνει να πέσουν σε καμιά τραχειά και κακογραμμένη σελίδα των 'Αποστόλων, δεν την καταδικάζουν: ξέρουν να την εξηγήσουν. Βλέπεις έτσι την ευλάβειά τους, τόσο απέναντι στους Αρχαίους όσο κι απέναντι στ' όνομα των Αποστόλων. Και, μα την αλήθεια, δε θα ήταν σωστό να περιμένουμε από τους Απόστολους τα μεγάλα διδάγματα, που μήτε την πρώτη λέξη τους ακούσανε ποτέ από το στόμα του Δασκάλου τους. Όταν όμως συναντούν τέτοιες ατέλειες στο Χρυσόστομο, στο Βασίλειο ή στον Ιερώνυμο, οι θεολόγοι μας αποφαίνονται γράφοντας στο περιθώριο: «Απαράδεκτον». Γιατί, βέβαια, οι Πατέρες της Εκκλησίας ανασκευάσανε τους εθνικούς φιλοσόφους και τους Ιουδαίους, ανθρώπους από φυσικού τους ξεροκέφαλους, αλλά το έκαναν μάλλον με τη ζωή τους και τα θαύματά τους παρά με συλλογισμούς, γιατί κανένας τους δε θα 'ταν ικανός να καταλάβει το παραμικρό απ' όσα ζητήματα σηκώνει ο Σκωτ.

Σήμερα όμως ποιός εθνικός, ποιός αιρετικός δε θα παραδινόταν αμέσως εμπρός σε τόσα ψιλολογήματα –εκτός πια κι αν είναι πολύ στουρνάρι για να καταλάβει τους καθηγητές μας, ή αρκετά ξεδιάντροπος για να τους σφυρίξει, ή μπασμένος στα ίδια σοφιστικά κόλπα, που τον κάνουν ισοδύναμό τους. Και τότε θα 'χουμε αγώνα μάγου με μάγο, ο ένας να πολεμά με μαγεμένο σπαθί τον άλλο, που έχει κι αυτός μαγεμένο σπαθί, δηλαδή τίποτα: φαίνε ξέφτιζε στον αργαλειό της Πηνελόπης.

Αν οι χριστιανοί ακούγανε τη γνώμη μου, αντί για τις αργοκίνητες λεγεώνες που ψευτομάχονται τόσον καιρό και δεν καταφέρνουν να νικήσουν, θα στέλναν για να πολεμήσουν τους Τούρκους και τους Σαρακηνούς τους φωνακλάδες Σκωτιστές, τους ξεροκέφαλους Οκκαμιστές, τους ακαταμάχητους Αλβερτιστές κι όλο το τάγμα τους σοφιστές. Τότε θα βλέπαμε, νομίζω, την πιο διασκεδαστική μάχη και την πιο πρωτότυπη νίκη. Για σκεφτείτε: Ποιό κρύο αίμα δε θ' αραθύμωνε απ' τον οίστρο τους; Ποιά τεμπελιά δε θα ζωντάνευε απ' τα κεντρίσματά τους; Και ποιά εξυπνάδα δε θα πνιγόταν μέσα στα σκοτάδια τους;

Εσείς όμως θαρρείτε πως αυτά τα λέω στ' αστεία... Καθόλου περίεργο, αφού και θεολόγοι καλύτερα μορφωμένοι αναγουλιάζουν μ' αυτά τα θεολογικά ψιλολογήματα. Είναι και μερικοί που πιστεύουν πως είναι σιχαμός και ιεροσυλία, ύψιστη ασέβεια, να πιάνονται από ακάθαρτα στόματα τέτοια μυστήρια, που μάλλον χρειάζονται λατρεία κι όχι εξήγηση· να συζητιούνται με τα ίδια βέβηλα σοφίσματα των εθνικών, να δίνεται ο ορισμός τους με τέτοιο θράσος και να μολεύεται με λόγια τόσο τιποτένια και με ιδέες τόσο άθλιες το μεγαλείο της θείας Θεολογίας.

Οι καθηγητές μας ωστόσο είναι πέρα για πέρα ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους ακόμα περισσότερο: χαίρονται γιατί μέρα και νύχτα είναι τόσο απορροφημένοι με τα γλυκά τους κουροφέξαλα, που δεν τους μένει καθόλου καιρός να ξεφυλλίσουν το Ευαγγέλιο ή τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Κι ενώ περνούνε τον καιρό τους έτσι στα πανεπιστήμια, φαντάζονται πως η Εκκλησία στηρίζεται πάνω στους στύλους των συλλογισμών τους και πως χωρίς αυτούς θα γκρεμιζόταν ολόκληρη, όπως ο Άτλαντας, λεν οι ποιητές, που σηκώνει πάνω στη ράχη του τον ουρανό.

Και πόσο ευτυχισμένοι νιώθουν όταν πλάθουν και ξαναπλάθουν κατά το κέφι τους τις ιερές Γραφές, σα να 'ταν μαλακό κερί, όταν έχουν την απαίτηση, τα πορίσματά τους, που τα παραδέχτηκαν κιόλας μερικοί σχολαστικοί, να λογαριάζονται πιο πολύ από τους νόμους του Σόλωνα ή καλύτερα από τα δόγματα του Πάπα· όταν γίνονται οι λογοκριτές όλου του κόσμου και υποχρεώνουν τον καθένα ν' ανακαλέσει ό,τι δεν είναι σύμφωνο στον πόντο με τα δικά τους πορίσματα, φανερά κι υπονοούμενα· όταν αποφαίνονται με προφητικό ύφος: «Η πρόταση αυτή σκανδαλίζει, η άλλη είναι όλο ασέβεια, τούτη μου μυρίζει αιρετική, κι εκείνη έρχεται άσκημα στ’ αυτί». Σάμπως μήτε το βάφτισμα, μήτε το Ευαγγέλιο, μήτε ο άγιος Παύλος ή ο άγιος Πέτρος, μήτε ο άγιος Ιερώνυμος ή ο άγιος Αυγουστίνος, μήτε ακόμα κι ο άγιος Θωμάς, ο κορυφαίος των Αριστοτελικών, να μην μπορούν να κάνουν έναν χριστιανό, δίχως την έγκυρη γνώμη αυτών των απόφοιτων της θεολογίας, που είναι όμως ξεφτέρια στα ψιλολογήματα!

Το καταλαβαίνετε πως δεν είστε χριστιανοί αν τολμήσετε και πείτε πως αυτές οι δύο φράσεις είναι το ίδιο πράμα: «Καθίκι, βρωμάς» και «Το καθίκι βρωμάει» ή «Βραστό στο τσουκάλι» και «Στο τσουκάλι βραστό», εκτός μόνο αν έτσι το έχουν διδάξει τούτοι οι καθηγητές; Και ποιος δίχως αυτούς θα είχε καθαρίσει την Εκκλησία από τόσα και τόσα λάθη –ανύπαρχτα στ' αλήθεια πριν να τ' ανακαλύψουν, –αν οι ίδιοι δεν τα καταγγέλναν πατώντας από κάτω τις μεγάλες πανεπιστημιακές σφραγίδες τους; Λίγα είναι αυτά για να τους κάνουν ευτυχισμένους;

Κι όταν περιγράφουν με την πιο μεγάλη ακρίβεια όλες τις λεπτομέρειες της Κόλασης, σα να 'χουν ζήσει χρόνια μέσα σ' αύτη τη δημοκρατία; Κι όταν σκαρώνουν όπως τους κατεβεί καινούργιους κόσμους, βάζοντας τελευταία τον πιο απλόχωρο κι ωραίο, για να μπορούν οι μακάριες ψυχές να σουλατσάρουν μ' όλη τους την άνεση, να γλεντοκοπούν ή και να παίζουν το τόπι; Με τέτοιες και χίλιες άλλες βλακείες είναι παραγεμισμένο το κεφάλι τους, και τόσο φουσκωμένο, που θαρρώ πως του Δία ήταν λιγότερο, όταν παρακαλούσε το τσεκούρι του Ήφαιστου να τον ξεγκαστρώσει απ' την Παλλάδα. Μην παραξενεύεστε λοιπόν, όταν τους βλέπετε στις δημόσιες συζητήσεις σφιχτοδεμένους με κεφαλοπάνια· αλλιώς το κεφάλι τους θα κρεπάριζε.

Καμιά φορά κάθομαι και γελώ μοναχή μου, όταν αναλογίζομαι με ποιο τρόπο γυρεύουν ν' αποδείξουν πως είναι μεγάλοι θεολόγοι. Τότε μεταχειρίζονται την πιο βάρβαρη, την πιο αισχρή γλώσσα· τραυλίζουν τόσο, που μόνο άλλος τσευδός μπορεί να τους καταλάβει. Γι' αυτούς, βαθυστόχαστα είναι όσα δεν καταλαβαίνει ο λαός. Έτσι λένε πως δεν ταιριάζει στην αξιοπρέπεια των ιερών Γραφών να υποταχτούν στους κανόνες της γραμματικής. Ωραίο προνόμιο και τούτο των θεολόγων, μόνο αυτοί να σολοικίζουν! (Μπα, το μοιράζονται μ' ένα πλήθος σκουπιδιαρέους!) Τέλος, θαρρούν πως είναι πρωτοξάδερφοι με τους θεούς, κάθε φορά που ο κόσμος τους χαιρετά ευλαβικά με τον τίτλο «Διδάσκαλε ημέτερε», δυο λέξεις που γι' αυτούς είναι ό,τι και το τετράγραμμα για τους Εβραίους. Αλίμονο, λένε, σ' όποιον γράψει το «Διδάσκαλε» χωρίς κεφαλαίο ή αλλάξει τη σειρά και πει «ημέτερε Διδάσκαλε», θα χαλούσε μονομιάς όλο το μεγαλείο του θεολογικού ονόματος.

Την ευτυχία των θεολόγων φτάνουν κι εκείνοι που ο χοντρός λαός φωνάζει Καλόγερους ή Μοναχούς. Επίθετα πολύ ακατάλληλα και τα δυο, γιατί οι πιο πολλοί απ' αυτούς δεν έχουν καμιά σχέση με τη θρησκεία, και τι σόι μοναχοί, αφού όπου πας κι όπου βρεθείς αυτούς βλέπεις; Θαρρώ πως θα ήταν οι πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι, αν δεν αναλάβαινα εγώ να τους βοηθήσω με χίλιους τρόπους. Τόσο πολύ τους σιχαίνεται ο κόσμος, που το 'χει μεγάλη γρουσουζιά να βρεθεί κανένας απ' αυτή τη φάρα στο δρόμο του. Αυτοί όμως, σκοτίστηκαν! 'Έχουν πολύ μεγάλη ιδέα για το άτομο τους.

Πρώτο, θαρρούν πως το πιο ψηλό σκαλοπάτι της ευσέβειας το φτάνουν μένοντας ντιπ αγράμματοι. Έπειτα, όταν μέσα στις εκκλησίες γκαρίζουν τους ψαλμούς τους, —τον καθένα με αριθμό δίχως όμως να τους καταλαβαίνουν, —θαρρούν πως μ' αυτά τα ξεφωνητά γεμίζουν γλύκα και δροσιά τ' αυτιά των αγίων. Είναι πολλοί που καμαρώνουν για τη λίγδα και τη ζητιανιά τους· στέκονται μπρος στις πόρτες και μουκανούν για να τους δώσουν κανένα ξεροκόμματο. Δεν αφήνουν χάνι για χάνι, καρότσα, καράβι, κόβοντας έτσι το ψωμί των άλλων ζητιάνων. Άνθρωποι χάρμα! H βρωμιά τους, η αγραμματοσύνη, η χοντροκοπιά κι η ξαδιαντροπιά τους, όλα αυτά είναι, λένε, για να μας θυμίζουν τους Απόστολους!»


* Ντεζιντέριους Έρασμος,
Μωρίας Εγκώμιον,
μετάφραση και εισαγωγή Στρατή Τσίρκα,
εκδ. Ηριδανός, 1970,
σσ. 109-118.


* Desiderius Erasmus,
The Praise of Folly.
[English/Αγγλικά PDF]

No comments: