Sunday, January 30, 2011

Θεός : Ορισμός & έννοια /

God : Definition & meaning


«ΘΕΟΣ. Οτιδήποτε λατρεύεται μπορεί να οριστεί ως θεός, εφόσον ο λάτρης τού αποδίδει δύναμη μεγαλύτερη από τη δική του και το ευλαβείται. Ένα άτομο μπορεί να καταστήσει θεό ακόμη και την κοιλιά του. (Ρω 16:18· Φλπ 3:18, 19) Η Αγία Γραφή κάνει λόγο για πολλούς θεούς (Ψλ 86:8· 1Κο 8:5, 6), αλλά δείχνει ότι οι θεοί των εθνών είναι άχρηστοι.—Ψλ 96:5· βλέπε ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΘΕΕΣ.

Οι Εβραϊκές Λέξεις. Μία από τις εβραϊκές λέξεις που αποδίδονται «Θεός» είναι η λέξη ’Ελ που πιθανότατα σημαίνει «Κραταιός· Δυνατός». (Γε 14:18) Χρησιμοποιείται για τον Ιεχωβά, για άλλους θεούς, καθώς και για ανθρώπους. Επίσης, χρησιμοποιείται εκτεταμένα στη σύνθεση κύριων ονομάτων, όπως το Ελισαιέ (που σημαίνει «Ο Θεός Είναι Σωτηρία») και το Μιχαήλ («Ποιος Είναι Όμοιος με τον Θεό;»). Σε μερικά σημεία η λέξη ’Ελ χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το οριστικό άρθρο (χα’Ελ, κατά κυριολεξία «ο Θεός») για τον Ιεχωβά, διαχωρίζοντάς τον κατ’ αυτόν τον τρόπο, από άλλους θεούς.—Γε 46:3· 2Σα 22:31· βλέπε ΜΝΚ με Υποσημειώσεις, παράρτημα 1Ζ.

Στο εδάφιο Ησαΐας 9:6 ο Ιησούς Χριστός αποκαλείται προφητικά ’Ελ Γκιμπώρ, «Κραταιός Θεός» (όχι ’Ελ Σανταΐ [Θεός Παντοδύναμος], έκφραση που χρησιμοποιείται για τον Ιεχωβά στο εδάφιο Γένεση 17:1).

Ο τύπος ’ελίμ του πληθυντικού αριθμού χρησιμοποιείται για άλλους θεούς, όπως για παράδειγμα στο εδάφιο Έξοδος 15:11 («θεούς»). Χρησιμοποιείται, επίσης, ως πληθυντικός μεγαλειότητας και εξοχότητας, όπως στο εδάφιο Ψαλμός 89:6: «Ποιος από τους γιους του Θεού [μπιβενέχ ’Ελίμ] μπορεί να μοιάσει με τον Ιεχωβά;» Το γεγονός ότι, τόσο εδώ όσο και σε αρκετά άλλα σημεία, ο πληθυντικός αριθμός υποδηλώνει ένα μόνο πρόσωπο υποστηρίζεται από την απόδοση της λέξης ’Ελίμ στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα όπου η λέξη Θεός βρίσκεται στον ενικό αριθμό. Ανάλογα, η λατινική Βουλγάτα χρησιμοποιεί τη λέξη Deus.

Η εβραϊκή λέξη ’ελοχίμ (θεοί) φαίνεται να προέρχεται από μια ρίζα που σημαίνει «είμαι ισχυρός». Η λέξη ’Ελοχίμ είναι ο πληθυντικός αριθμός της λέξης ’ελοχάχ (θεός). Σε μερικές περιπτώσεις αυτός ο πληθυντικός αναφέρεται σε ένα πλήθος θεών (Γε 31:30, 32· 35:2), αλλά συχνότερα χρησιμοποιείται ως πληθυντικός μεγαλειότητας, τιμής ή εξοχότητας. Η λέξη ’Ελοχίμ χρησιμοποιείται στις Γραφές για τον ίδιο τον Ιεχωβά, για αγγέλους, για ειδωλολατρικούς θεούς (τόσο στον ενικό όσο και στον πληθυντικό) και για ανθρώπους.

Όταν αναφέρεται στον Ιεχωβά, η λέξη ’Ελοχίμ χρησιμοποιείται ως πληθυντικός μεγαλειότητας, τιμής ή εξοχότητας. (Γε 1:1) Ο Ααρών Έμπερ έγραψε σχετικά: «Το ότι στη γλώσσα της Π[αλαιάς] Δ[ιαθήκης] η . . . [λέξη ’Ελοχίμ] (όπως αυτή χρησιμοποιείται για τον Θεό του Ισραήλ) έχει αποβάλει πλήρως την έννοια της πολυπροσωπίας φαίνεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι η λέξη συντάσσεται σχεδόν απαρέγκλιτα με κατηγόρημα στον ενικό αριθμό και συνοδεύεται από επιθετικό προσδιορισμό στον ενικό. . . . Η [λέξη ’Ελοχίμ] πρέπει μάλλον να εξηγηθεί ως επιτατικός πληθυντικός, ο οποίος υποδηλώνει μεγαλοπρέπεια και μεγαλειότητα και ισοδυναμεί με την έκφραση Ο Μεγαλειώδης Θεός».—Αμερικανικό Περιοδικό των Σημιτικών Γλωσσών και της Σημιτικής Λογοτεχνίας (The American Journal of Semitic Languages and Literatures), Τόμ. 21, 1905, σ. 208.

Ο τίτλος ’Ελοχίμ στρέφει την προσοχή στη δύναμη του Ιεχωβά ως Δημιουργού. Εμφανίζεται μόνος του 35 φορές στην αφήγηση της δημιουργίας, και κάθε φορά το ρήμα που περιγράφει τι είπε και τι έκανε ο Δημιουργός είναι στον ενικό αριθμό. (Γε 1:1–2:4) Σε Αυτόν έγκειται το άθροισμα και η ουσία των άπειρων δυνάμεων.

Στο εδάφιο Ψαλμός 8:5, αναφέρονται και οι άγγελοι ως ’ελοχίμ, κάτι που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο Παύλος παραθέτει την εν λόγω περικοπή στα εδάφια Εβραίους 2:6-8. Αυτοί αποκαλούνται μπενέχ χα’Ελοχίμ, «γιοι του Θεού» (KJ· ΒΑΜ), «γιοι του αληθινού Θεού» (ΜΝΚ) στα εδάφια Γένεση 6:2, 4· Ιώβ 1:6· 2:1. Το Λεξικό των Βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης (Lexicon in Veteris Testamenti Libros), των Κέλερ και Μπαουμγκάρτνερ (1958), σ. 134, λέει: «(μεμονωμένα) θεϊκά όντα, θεοί». Και στη σελίδα 51 λέει: «οι θεοί (καθένας τους ξεχωριστά)» και αναφέρει τα εδάφια Γένεση 6:2· Ιώβ 1:6· 2:1· 38:7. Γι’ αυτόν το λόγο, στο εδάφιο Ψαλμός 8:5, η λέξη ’ελοχίμ αποδίδεται “άγγελοι” (Ο΄ [8:6]) ή «θεοειδείς» (ΜΝΚ).

Η λέξη ’ελοχίμ χρησιμοποιείται επίσης σε σχέση με ειδωλολατρικούς θεούς. Σε μερικές περιπτώσεις αυτός ο πληθυντικός αριθμός σημαίνει απλώς “θεοί”. (Εξ 12:12· 20:23) Άλλοτε, αποτελεί πληθυντικό εξοχότητας και αναφέρεται σε έναν μόνο θεό (ή θεά). Ωστόσο, σαφέστατα δεν επρόκειτο για τριαδικούς θεούς.—1Σα 5:7β (Δαγών)· 1Βα 11:5 («θεά» Αστορέθ)· Δα 1:2β (Μαρντούκ).

Στα εδάφια Ψαλμός 82:1, 6, η λέξη ’ελοχίμ χρησιμοποιείται για ανθρώπους, ανθρώπινους κριτές στον Ισραήλ. Ο Ιησούς παρέθεσε από τον εν λόγω Ψαλμό στα εδάφια Ιωάννης 10:34, 35. Αυτοί ήταν θεοί δεδομένου ότι υπηρετούσαν ως εκπρόσωποι του Ιεχωβά. Παρόμοια στον Μωυσή λέχθηκε ότι θα ήταν «Θεός» για τον Ααρών και για τον Φαραώ.—Εξ 4:16, υποσ· 7:1.

Σε πολλά σημεία των Γραφών, το οριστικό άρθρο χα προηγείται της λέξης ’Ελοχίμ. (Γε 5:22) Σχετικά με τη χρήση της έκφρασης χα’Ελοχίμ, ο Φ. Θορέλ αναφέρει: «Στις Άγιες Γραφές, ειδικά ο μόνος αληθινός Θεός, ο Γιαχβέ, προσδιορίζεται από αυτή τη λέξη· . . . “Ο Γιαχβέ είναι ο [μόνος αληθινός] Θεός” Δευ 4:35· 4:39· Ιη 22:34· 2Σα 7:28· 1Βα 8:60, κτλ.».—Εβραϊκό Λεξικό της Παλαιάς Διαθήκης (Lexicon Hebraicum Veteris Testamenti), Ρώμη, 1984, σ. 54· οι αγκύλες δικές του.

Η Ελληνική Λέξη. Η λέξη που χρησιμοποιείται συνήθως στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα για την απόδοση των ’Ελ και ’Ελοχίμ είναι η λέξη θεός που χρησιμοποιείται και στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών.

Ο Αληθινός Θεός Ιεχωβά. Ο αληθινός Θεός δεν είναι ένας ανώνυμος Θεός. Το όνομά του είναι Ιεχωβά. (Δευ 6:4· Ψλ 83:18) Είναι Θεός λόγω της ιδιότητάς του ως Δημιουργού. (Γε 1:1· Απ 4:11) Ο αληθινός Θεός είναι πραγματικός (Ιωα 7:28), είναι πρόσωπο (Πρ 3:19· Εβρ 9:24), και όχι ένας άψυχος φυσικός νόμος που λειτουργεί χωρίς κάποιον ζωντανό νομοθέτη, ούτε μια τυφλή δύναμη που δρα μέσα από μια σειρά συμπτώσεων διαμορφώνοντας το ένα ή το άλλο. Η Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια ([The Encyclopedia Americana], Τόμ. ΙΒ΄, σ. 743), στην έκδοση του 1956, σχολιάζει στο λήμμα «Θεός»: «Κατά τη Χριστιανική, τη Μωαμεθανική και την Ιουδαϊκή αντίληψη, το Υπέρτατο Ον, η Πρώτη Αιτία, και κατά τη γενική αντίληψη, σύμφωνα με τη θεώρηση που επικρατεί σήμερα σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, ένα πνευματικό ον, αυθύπαρκτο, αιώνιο και απόλυτα ελεύθερο και παντοδύναμο, διάφορο της πολύμορφης ύλης που δημιούργησε, την οποία συντηρεί και διατηρεί υπό έλεγχο. Δεν φαίνεται να υπήρξε κάποια ιστορική περίοδος κατά την οποία να έλειπε από την ανθρωπότητα η πίστη σε έναν υπερφυσικό πρωτουργό και κυβερνήτη του σύμπαντος».

Αποδείξεις περί ύπαρξης του «ζωντανού Θεού». Το γεγονός της ύπαρξης του Θεού αποδεικνύεται από την τάξη, τη δύναμη και την πολυπλοκότητα της δημιουργίας, μακροσκοπικά και μικροσκοπικά, καθώς και από την πολιτεία του με το λαό του στο διάβα της ιστορίας. Ερευνώντας το λεγόμενο Βιβλίο της Θεϊκής Δημιουργίας, οι επιστήμονες μαθαίνουν πολλά. Για να μάθει δε κάποιος από ένα βιβλίο είναι απαραίτητο να υπάρχει νοήμων σκέψη και προετοιμασία από μέρους του συγγραφέα.

Σε αντίθεση με τους άψυχους θεούς των εθνών, ο Ιεχωβά είναι «ο ζωντανός Θεός». (Ιερ 10:10· 2Κο 6:16) Τα πάντα μαρτυρούν το έργο του και το μεγαλείο του. «Οι ουρανοί διακηρύττουν τη δόξα του Θεού, και για το έργο των χεριών του μιλάει το εκπέτασμα». (Ψλ 19:1) Οι άνθρωποι δεν έχουν κανέναν λόγο και καμιά δικαιολογία για να αρνούνται τον Θεό, επειδή «ό,τι μπορεί να γίνει γνωστό για τον Θεό είναι φανερό ανάμεσά τους, γιατί ο Θεός το φανέρωσε σε αυτούς. Διότι οι αόρατες ιδιότητές του, δηλαδή η αιώνια δύναμη και η Θειότητά του, βλέπονται καθαρά από τη δημιουργία του κόσμου και έπειτα, επειδή γίνονται αντιληπτές μέσω των πραγμάτων που έχουν φτιαχτεί, ώστε αυτοί είναι αδικαιολόγητοι».—Ρω 1:18-20.

Η Αγία Γραφή λέει για τον Ιεχωβά Θεό ότι ζει από τους αιώνες και μέχρι τους αιώνες, παντοτινά (Ψλ 90:2, 4· Απ 10:6), και ότι είναι ο Βασιλιάς της αιωνιότητας, ο άφθαρτος, ο αόρατος, ο μόνος αληθινός Θεός. (1Τι 1:17) Δεν υπήρξε κανένας θεός πριν από αυτόν.—Ησ 43:10, 11.

Άπειρος, αλλά προσιτός. Ο αληθινός Θεός είναι άπειρος, και ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να τον εννοήσει ολοκληρωτικά. Το πλάσμα δεν θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα γίνει ίσο με τον Πλάστη του ή ότι θα κατανοήσει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται Εκείνος. (Ρω 11:33-36) Ωστόσο, είναι δυνατόν να Τον βρει και να Τον πλησιάσει, και μάλιστα Αυτός χορηγεί στους λάτρεις του ό,τι είναι αναγκαίο για την ευημερία τους και την ευτυχία τους. (Πρ 17:26, 27· Ψλ 145:16) Είναι πάντοτε απόλυτα ικανός αλλά και απόλυτα πρόθυμος να δίνει καλά δώρα και δωρήματα στα πλάσματά του, όπως είναι γραμμένο: «Κάθε καλό δώρο και κάθε τέλειο δώρημα έρχεται από πάνω, γιατί κατεβαίνει από τον Πατέρα των ουράνιων φώτων, και σε αυτόν δεν υπάρχει μεταβολή στην κλίση της σκιάς». (Ιακ 1:17) Ο Ιεχωβά ενεργεί πάντοτε μέσα στα πλαίσια των δικών του δίκαιων διευθετήσεων, κάνοντας τα πάντα με νομική βάση. (Ρω 3:4, 23-26) Γι’ αυτόν το λόγο όλα τα πλάσματά του μπορούν να έχουν πλήρη πεποίθηση σε αυτόν, γνωρίζοντας ότι μένει πάντοτε πιστός στις αρχές που ο ίδιος θέτει. Αυτός δεν αλλάζει (Μαλ 3:6), και δεν υπάρχει «μεταβολή» σε αυτόν ως προς την εφαρμογή των αρχών του. Δεν υπάρχει προσωποληψία σε αυτόν (Δευ 10:17, 18· Ρω 2:11), και του είναι αδύνατον να πει ψέματα.—Αρ 23:16, 19· Τιτ 1:1, 2· Εβρ 6:17, 18.

Οι ιδιότητές του. Ο αληθινός Θεός δεν είναι πανταχού παρών, γιατί μας λέγεται ότι έχει έναν τόπο κατοίκησης. (1Βα 8:49· Ιωα 16:28· Εβρ 9:24) Ο θρόνος του είναι στον ουρανό. (Ησ 66:1) Είναι πανίσχυρος επειδή είναι ο Παντοδύναμος Θεός. (Γε 17:1· Απ 16:14) «Τα πάντα είναι γυμνά και τελείως εκτεθειμένα στα μάτια εκείνου», και αυτός είναι «Εκείνος που από την αρχή λέει το τέλος». (Εβρ 4:13· Ησ 46:10, 11· 1Σα 2:3) Κανένα σημείο του σύμπαντος δεν βρίσκεται έξω από τη σφαίρα της δύναμής του και της γνώσης του.—2Χρ 16:9· Ψλ 139:7-12· Αμ 9:2-4.

Ο αληθινός Θεός είναι πνεύμα, και όχι σάρκα (Ιωα 4:24· 2Κο 3:17), παρότι μερικές φορές παραβάλλει κάποιες ιδιότητές του, όπως την όραση, τη δύναμή του και άλλες, με ανθρώπινες λειτουργίες. Συμβολικά, λοιπόν, αναφέρει ότι έχει «βραχίονα» (Εξ 6:6), «μάτια» και «αφτιά» (Ψλ 34:15), και επισημαίνει ότι, αφού αυτός δημιούργησε το ανθρώπινο μάτι και το αφτί, μπορεί βεβαίως να δει και να ακούσει.—Ψλ 94:9.

Μερικές από τις κύριες ιδιότητες του Θεού είναι η αγάπη (1Ιω 4:8), η σοφία (Παρ 2:6· Ρω 11:33), η δικαιοσύνη (Δευ 32:4· Λου 18:7, 8) και η δύναμη (Ιωβ 37:23· Λου 1:35). Αυτός είναι Θεός τάξης και ειρήνης. (1Κο 14:33) Είναι απόλυτα άγιος, καθαρός και αγνός (Ησ 6:3· Αββ 1:13· Απ 4:8), ευτυχισμένος (1Τι 1:11) και ελεήμων (Εξ 34:6· Λου 6:36). Πολλές άλλες ιδιότητες της προσωπικότητάς του περιγράφονται στις Γραφές.

Η θέση του. Ο Ιεχωβά είναι ο Υπέρτατος Κυρίαρχος του σύμπαντος, ο αιώνιος Βασιλιάς. (Ψλ 68:20· Δα 4:25, 35· Πρ 4:24· 1Τι 1:17) Η θέση του θρόνου του είναι η απόλυτη θέση υπεροχής. (Ιεζ 1:4-28· Δα 7:9-14· Απ 4:1-8) Αυτός χαρακτηρίζεται ως η Μεγαλειότητα (Εβρ 1:3· 8:1), ο Μεγαλοπρεπής Θεός, ο Μεγαλοπρεπής. (1Σα 4:8· Ησ 33:21) Είναι η Πηγή κάθε ζωής.—Ιωβ 33:4· Ψλ 36:9· Πρ 17:24, 25.

Η δικαιοσύνη του και η δόξα του. Ο αληθινός Θεός είναι δίκαιος Θεός. (Ψλ 7:9) Είναι ο ένδοξος Θεός. (Ψλ 29:3· Πρ 7:2) Είναι ο εξοχότερος όλων (Δευ 33:26), είναι ντυμένος με εξοχότητα και ισχύ (Ψλ 93:1· 68:34), αξιοπρέπεια και λαμπρότητα. (Ψλ 104:1· 1Χρ 16:27· Ιωβ 37:22· Ψλ 8:1) «Οι ενέργειές του είναι αξιοπρεπείς και λαμπρές». (Ψλ 111:3) Δόξα λαμπρότητας περιβάλλει τη Βασιλεία του.—Ψλ 145:11, 12.

Ο σκοπός του. Ο Θεός έχει έναν σκοπό τον οποίο θα επιτελέσει και ο οποίος δεν είναι δυνατόν να ματαιωθεί. (Ησ 46:10· 55:8-11) Ο σκοπός του, όπως εκφράζεται στα εδάφια Εφεσίους 1:9, 10, είναι «να ξανασυγκεντρώσει όλα τα πράγματα στον Χριστό, τα πράγματα που είναι στους ουρανούς και τα πράγματα που είναι στη γη». Μέσω του Χριστού, όλη η νοήμων δημιουργία θα εναρμονιστεί πλήρως με τον Θεό. (Παράβαλε Ματ 6:9, 10.) Κανείς δεν υπήρξε πριν από τον Ιεχωβά. Επομένως, αυτός είναι ο αρχαιότερος όλων. (Ησ 44:6) Εφόσον είναι ο Δημιουργός, υπήρχε πριν από οποιουσδήποτε άλλους θεούς, και “δεν θα υπάρξει κανείς έπειτα από αυτόν”, επειδή τα έθνη δεν θα παρουσιάσουν ποτέ έναν πραγματικό, ζωντανό θεό, ικανό να προφητεύει. (Ησ 43:10· 46:9, 10) Αυτός είναι το Άλφα και το Ωμέγα (Απ 22:13), άρα είναι ο ένας και μοναδικός Παντοδύναμος Θεός. Θα φέρει αίσια έκβαση στο ζήτημα της Θειότητας, με το να δικαιωθεί μια για πάντα ως ο μόνος Παντοδύναμος Θεός. (Απ 1:8· 21:5, 6) Αυτός δεν ξεχνάει ποτέ ούτε εγκαταλείπει τους σκοπούς του ή τις διαθήκες του, πράγμα που τον καθιστά Θεό αξιοπιστίας και οσιότητας.—Ψλ 105:8.

Θεός επικοινωνίας. Λόγω της μεγάλης αγάπης που τρέφει για τα πλάσματά του, ο Θεός τούς δίνει άφθονες ευκαιρίες να γνωρίσουν τόσο αυτόν όσο και τους σκοπούς του. Άνθρωποι στη γη άκουσαν την ίδια του τη φωνή σε τρεις περιπτώσεις. (Ματ 3:17· 17:5· Ιωα 12:28) Έχει επικοινωνήσει μέσω αγγέλων (Λου 2:9-12· Πρ 7:52, 53) και μέσω ανθρώπων, στους οποίους έδωσε οδηγίες και αποκαλύψεις—όπως στον Μωυσή—και κυρίως μέσω του Γιου του, του Ιησού Χριστού. (Εβρ 1:1, 2· Απ 1:1) Ο γραπτός του Λόγος είναι το μέσο επικοινωνίας του με το λαό του, καθώς τους δίνει τα εφόδια για να είναι απόλυτα εξοπλισμένοι ως υπηρέτες του και διάκονοί του, και τους κατευθύνει στην οδό που οδηγεί στη ζωή.—2Πε 1:19-21· 2Τι 3:16, 17· Ιωα 17:3.

Αντιπαραβολή με τους θεούς των εθνών. Ο αληθινός Θεός, ο Δημιουργός των ένδοξων ουράνιων σωμάτων, διαθέτει δόξα και λαμπρότητα που υπερβαίνει τα όρια αντοχής της ανθρώπινης όρασης, διότι «κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να δει [τον Θεό] και να ζήσει». (Εξ 33:20) Μόνο οι άγγελοι, που είναι πνευματικά πλάσματα, διαθέτουν τέτοια όραση ώστε να μπορούν να βλέπουν το πρόσωπό του με κυριολεκτική έννοια. (Ματ 18:10· Λου 1:19) Ωστόσο, αυτός δεν εκθέτει τους ανθρώπους σε μια τέτοια εμπειρία. Με στοργική καλοσύνη τους δίνει τη δυνατότητα να δουν τις έξοχες ιδιότητές του μέσω του Λόγου του, πράγμα που περιλαμβάνει την αποκάλυψη του εαυτού του μέσω του Γιου του, του Χριστού Ιησού.—Ματ 11:27· Ιωα 1:18· 14:9.

Στο βιβλίο της Αποκάλυψης, ο Θεός μάς δίνει μια ιδέα της επίδρασης που δημιουργεί η παρουσία του. Ο απόστολος Ιωάννης είχε ένα όραμα στο οποίο ήταν σαν να είδε τον Θεό, με την έννοια ότι το όραμα αποκάλυπτε την επίδραση που ασκείται σε κάποιον όταν Τον δει πάνω στο θρόνο Του. Ο Θεός δεν είχε εμφάνιση ανθρώπου, δεδομένου ότι δεν έχει αποκαλύψει τη μορφή του στους ανθρώπους, όπως είπε αργότερα ο ίδιος ο Ιωάννης: «Κανένας άνθρωπος δεν έχει δει ποτέ τον Θεό». (Ιωα 1:18) Αντ’ αυτού, ο Θεός παρουσιάζεται όμοιος με εξαιρετικά στιλβωμένα πετράδια, πολύτιμα, αστραφτερά και πανέμορφα, που μαγνητίζουν το βλέμμα και γεννούν αισθήματα ευχαρίστησης και θαυμασμού. Ήταν «στην εμφάνιση όμοιος με πέτρα ίασπη και με πολύτιμη κοκκινόχρωμη πέτρα, και ολόγυρα από το θρόνο [υπήρχε] ένα ουράνιο τόξο όμοιο με σμαράγδι στην εμφάνιση». (Απ 4:3) Έτσι λοιπόν, έχει ελκυστική εμφάνιση και ευχάριστη όψη που αφήνει κάποιον έκθαμβο. Δόξα περιβάλλει και το θρόνο του, γύρω από τον οποίο επικρατεί ήρεμη, γαλήνια ατμόσφαιρα. Αυτή υποδηλώνεται από την ύπαρξη ενός τέλειου σμαραγδένιου ουράνιου τόξου, το οποίο θυμίζει την απολαυστική καθησυχαστική ηρεμία που ακολουθεί μια θύελλα.—Παράβαλε Γε 9:12-16.

Πόσο διαφορετικός είναι, λοιπόν, ο αληθινός Θεός από τους θεούς των εθνών, οι οποίοι συχνά απεικονίζονται αλλόκοτοι, οργισμένοι, άγριοι, αδυσώπητοι, ανήλεοι, απρόβλεπτοι ως προς τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειές τους, τρομακτικοί, κτηνώδεις και διατεθειμένοι να βασανίζουν τα επίγεια πλάσματα σε κάποια πύρινη κόλαση.

«Θεός που απαιτεί αποκλειστική αφοσίωση». «Ακόμη και αν υπάρχουν εκείνοι που αποκαλούνται “θεοί”, είτε στον ουρανό είτε στη γη, όπως υπάρχουν πολλοί “θεοί” και πολλοί “κύριοι”, για εμάς, όμως, υπάρχει ένας Θεός, ο Πατέρας». (1Κο 8:5, 6) Ο Ιεχωβά είναι ο Παντοδύναμος Θεός, ο μόνος αληθινός Θεός, και δίκαια απαιτεί αποκλειστική αφοσίωση. (Εξ 20:5) Οι υπηρέτες του οφείλουν να κρατούν τους άλλους έξω, ή αποκλεισμένους, από τη θέση που πρέπει να έχει ο Θεός στις καρδιές τους και στις ενέργειές τους. Αυτός απαιτεί από τους λάτρεις του να τον λατρεύουν με πνεύμα και αλήθεια. (Ιωα 4:24) Πρέπει να νιώθουν ευλαβικό δέος αποκλειστικά και μόνο για αυτόν.—Ησ 8:13· Εβρ 12:28, 29.

Ένας από τους κραταιούς που αποκαλούνται «θεοί» στην Αγία Γραφή είναι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι «ο μονογενής θεός». Ο ίδιος, όμως, είπε καθαρά: «Τον Ιεχωβά τον Θεό σου πρέπει να λατρεύεις και σε αυτόν μόνο πρέπει να αποδίδεις ιερή υπηρεσία». (Ιωα 1:18· Λου 4:8· Δευ 10:20) Οι άγγελοι είναι «θεοειδείς», αλλά ένας από αυτούς δεν άφησε τον Ιωάννη να τον λατρέψει, λέγοντας: «Πρόσεχε! Μην το κάνεις αυτό! . . . Τον Θεό λάτρεψε». (Ψλ 8:5· Εβρ 2:7· Απ 19:10) Κάποιοι κραταιοί άντρες μεταξύ των Εβραίων αποκαλούνταν «θεοί» (Ψλ 82:1-7), αλλά σύμφωνα με το σκοπό του Θεού κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο λατρείας. Όταν ο Κορνήλιος άρχισε να προσκυνάει τον Πέτρο, εκείνος τον σταμάτησε, λέγοντάς του: «Σήκω· και εγώ άνθρωπος είμαι». (Πρ 10:25, 26) Ασφαλώς, οι ψεύτικοι θεοί, που έχουν επινοηθεί και πλαστεί από τους ανθρώπους στο διάβα των αιώνων, από το στασιασμό στην Εδέμ και έπειτα, δεν πρέπει να λατρεύονται. Ο Μωσαϊκός Νόμος δίνει αυστηρή προειδοποίηση κατά της απομάκρυνσης από τον Ιεχωβά και της λατρείας τέτοιων θεών. (Εξ 20:3-5) Ο Ιεχωβά, ο αληθινός Θεός, δεν θα ανέχεται για πάντα τον ανταγωνισμό ψεύτικων, άχρηστων θεών.—Ιερ 10:10, 11.

Μετά τη Χιλιετή Βασιλεία του Χριστού, στη διάρκεια της οποίας ο Χριστός θα εκμηδενίσει κάθε εξουσία και δύναμη που εναντιώνεται στον Θεό, εκείνος θα παραδώσει τη Βασιλεία στον Θεό και Πατέρα του, ο οποίος τότε θα γίνει «τα πάντα για όλους». (Ρω 8:33· 1Κο 15:23-28) Τελικά, όλοι όσοι θα ζουν τότε θα αναγνωρίζουν την κυριαρχία του Θεού και θα αινούν το όνομά του συνεχώς.—Ψλ 150· Φλπ 2:9-11· Απ 21:22-27· βλέπε ΙΕΧΩΒΑ».

* Ενόραση στις Γραφές, Τόμος 1,
Watch Tower Bible and Tract Society of New York, 2008,
σσ. 1150-1154 λήμμα «Θεός».




«GOD. Anything that is worshiped can be termed a god, inasmuch as the worshiper attributes to it might greater than his own and venerates it. A person can even let his belly be a god. (Ro 16:18; Php 3:18, 19) The Bible makes mention of many gods (Ps 86:8; 1Co 8:5, 6), but it shows that the gods of the nations are valueless gods.—Ps 96:5; see GODS AND GODDESSES.

Hebrew Terms. Among the Hebrew words that are translated “God” is ʼEl, probably meaning “Mighty One; Strong One.” (Ge 14:18) It is used with reference to Jehovah, to other gods, and to men. It is also used extensively in the makeup of proper names, such as Elisha (meaning “God Is Salvation”) and Michael (“Who Is Like God?”). In some places ʼEl appears with the definite article (ha‧ʼEl′, literally, “the God”) with reference to Jehovah, thereby distinguishing him from other gods.—Ge 46:3; 2Sa 22:31; see NW appendix, p. 1567.

At Isaiah 9:6 Jesus Christ is prophetically called ʼEl Gib‧bohr′, “Mighty God” (not ʼEl Shad‧dai′ [God Almighty], which is applied to Jehovah at Genesis 17:1).

The plural form, ʼe‧lim′, is used when referring to other gods, such as at Exodus 15:11 (“gods”). It is also used as the plural of majesty and excellence, as in Psalm 89:6: “Who can resemble Jehovah among the sons of God [bi‧beneh′ ʼE‧lim′]?” That the plural form is used to denote a single individual here and in a number of other places is supported by the translation of ʼE‧lim′ by the singular form The‧os′ in the Greek Septuagint; likewise by Deus in the Latin Vulgate.

The Hebrew word ʼelo‧him′ (gods) appears to be from a root meaning “be strong.” ʼElo‧him′ is the plural of ʼeloh′ah (god). Sometimes this plural refers to a number of gods (Ge 31:30, 32; 35:2), but more often it is used as a plural of majesty, dignity, or excellence. ʼElo‧him′ is used in the Scriptures with reference to Jehovah himself, to angels, to idol gods (singular and plural), and to men.

When applying to Jehovah, ʼElo‧him′ is used as a plural of majesty, dignity, or excellence. (Ge 1:1) Regarding this, Aaron Ember wrote: “That the language of the O[ld] T[estament] has entirely given up the idea of plurality in . . . [ʼElo‧him′] (as applied to the God of Israel) is especially shown by the fact that it is almost invariably construed with a singular verbal predicate, and takes a singular adjectival attribute. . . . [ʼElo‧him′] must rather be explained as an intensive plural, denoting greatness and majesty, being equal to The Great God.”—The American Journal of Semitic Languages and Literatures, Vol. XXI, 1905, p. 208.

The title ʼElo‧him′ draws attention to Jehovah’s strength as the Creator. It appears 35 times by itself in the account of creation, and every time the verb describing what he said and did is in the singular number. (Ge 1:1–2:4) In him resides the sum and substance of infinite forces.

At Psalm 8:5, the angels are also referred to as ʼelo‧him′, as is confirmed by Paul’s quotation of the passage at Hebrews 2:6-8. They are called beneh′ ha‧ʼElo‧him′, “sons of God” (KJ); “sons of the true God” (NW), at Genesis 6:2, 4; Job 1:6; 2:1. Lexicon in Veteris Testamenti Libros, by Koehler and Baumgartner (1958), page 134, says: “(individual) divine beings, gods.” And page 51 says: “the (single) gods,” and it cites Genesis 6:2; Job 1:6; 2:1; 38:7. Hence, at Psalm 8:5 ʼelo‧him′ is rendered “angels” (LXX); “godlike ones” (NW).

The word ʼelo‧him′ is also used when referring to idol gods. Sometimes this plural form means simply “gods.” (Ex 12:12; 20:23) At other times it is the plural of excellence and only one god (or goddess) is referred to. However, these gods were clearly not trinities.—1Sa 5:7b (Dagon); 1Ki 11:5 (“goddess” Ashtoreth); Da 1:2b (Marduk).

At Psalm 82:1, 6, ʼelo‧him′ is used of men, human judges in Israel. Jesus quoted from this Psalm at John 10:34, 35. They were gods in their capacity as representatives of and spokesmen for Jehovah. Similarly Moses was told that he was to serve as “God” to Aaron and to Pharaoh.—Ex 4:16, ftn; 7:1.

In many places in the Scriptures ʼElo‧him′ is also found preceded by the definite article ha. (Ge 5:22) Concerning the use of ha‧ʼElo‧him′, F. Zorell says: “In the Holy Scriptures especially the one true God, Jahve, is designated by this word; . . . ‘Jahve is the [one true] God’ De 4:35; 4:39; Jos 22:34; 2Sa 7:28; 1Ki 8:60 etc.”—Lexicon Hebraicum Veteris Testamenti, Rome, 1984, p. 54; brackets his.

The Greek Term. The usual Greek equivalent of ʼEl and ʼElo‧him′ in the Septuagint translation and the word for “God” or “god” in the Christian Greek Scriptures is the‧os′.

The True God Jehovah. The true God is not a nameless God. His name is Jehovah. (De 6:4; Ps 83:18) He is God by reason of his creatorship. (Ge 1:1; Re 4:11) The true God is real (Joh 7:28), a person (Ac 3:19; Heb 9:24), and not lifeless natural law operating without a living lawgiver, not blind force working through a series of accidents to develop one thing or another. The 1956 edition of The Encyclopedia Americana (Vol. XII, p. 743) commented under the heading “God”: “In the Christian, Mohammedan, and Jewish sense, the Supreme Being, the First Cause, and in a general sense, as considered nowadays throughout the civilized world, a spiritual being, self-existent, eternal and absolutely free and all-powerful, distinct from the matter which he has created in many forms, and which he conserves and controls. There does not seem to have been a period of history where mankind was without belief in a supernatural author and governor of the universe.”

Proofs of the existence of “the living God.” The fact of the existence of God is proved by the order, power, and complexity of creation, macroscopic and microscopic, and through his dealings with his people throughout history. In looking into what might be called the Book of Divine Creation, scientists learn much. One can learn from a book only if intelligent thought and preparation have been put into the book by its author.

In contrast to the lifeless gods of the nations, Jehovah is “the living God.” (Jer 10:10; 2Co 6:16) Everywhere there is testimony to his activity and his greatness. “The heavens are declaring the glory of God; and of the work of his hands the expanse is telling.” (Ps 19:1) Men have no reason or excuse for denying God, because “what may be known about God is manifest among them, for God made it manifest to them. For his invisible qualities are clearly seen from the world’s creation onward, because they are perceived by the things made, even his eternal power and Godship, so that they are inexcusable.”—Ro 1:18-20.

Jehovah God is described in the Bible as living from time indefinite to time indefinite, forever (Ps 90:2, 4; Re 10:6), and as being the King of eternity, incorruptible, invisible, the only true God. (1Ti 1:17) There existed no god before him.—Isa 43:10, 11.

Infinite, but approachable. The true God is infinite and beyond the mind of man fully to fathom. The creature could never hope to become equal to his Creator or understand all the workings of His mind. (Ro 11:33-36) But He can be found and approached, and He supplies his worshiper with all that is necessary for the worshiper’s welfare and happiness. (Ac 17:26, 27; Ps 145:16) He is ever at the zenith of his ability and willingness to give good gifts and presents to his creatures, as it is written: “Every good gift and every perfect present is from above, for it comes down from the Father of the celestial lights, and with him there is not a variation of the turning of the shadow.” (Jas 1:17) Jehovah always acts within his own righteous arrangements, doing all things on a legal basis. (Ro 3:4, 23-26) For this reason all of his creatures can have complete confidence in him, knowing that he always abides by the principles he establishes. He does not change (Mal 3:6), and there is no “variation” with him in the application of his principles. There is no partiality with him (De 10:17, 18; Ro 2:11), and it is impossible for him to lie.—Nu 23:16, 19; Tit 1:1, 2; Heb 6:17, 18.

His attributes. The true God is not omnipresent, for he is spoken of as having a location. (1Ki 8:49; Joh 16:28; Heb 9:24) His throne is in heaven. (Isa 66:1) He is all-powerful, being the Almighty God. (Ge 17:1; Re 16:14) “All things are naked and openly exposed to the eyes of him,” and he is “the One telling from the beginning the finale.” (Heb 4:13; Isa 46:10, 11; 1Sa 2:3) His power and knowledge extend everywhere, reaching every part of the universe.—2Ch 16:9; Ps 139:7-12; Am 9:2-4.

The true God is spirit, not flesh (Joh 4:24; 2Co 3:17), though he sometimes likens his attributes of sight, power, and so forth, to human faculties. Thus he speaks figuratively of his “arm” (Ex 6:6), his “eyes,” and his “ears” (Ps 34:15), and he points out that, since he is the Creator of human eyes and ears, he certainly can see and hear.—Ps 94:9.

Some of God’s primary attributes are love (1Jo 4:8), wisdom (Pr 2:6; Ro 11:33), justice (De 32:4; Lu 18:7, 8), and power (Job 37:23; Lu 1:35). He is a God of order and of peace. (1Co 14:33) He is completely holy, clean and pure (Isa 6:3; Hab 1:13; Re 4:8); happy (1Ti 1:11); and merciful (Ex 34:6; Lu 6:36). Many other qualities of his personality are described in the Scriptures.

His position. Jehovah is the Supreme Sovereign of the universe, the King eternal. (Ps 68:20; Da 4:25, 35; Ac 4:24; 1Ti 1:17) The position of his throne is the ultimate for superiority. (Eze 1:4-28; Da 7:9-14; Re 4:1-8) He is the Majesty (Heb 1:3; 8:1), the Majestic God, the Majestic One. (1Sa 4:8; Isa 33:21) He is the Source of all life.—Job 33:4; Ps 36:9; Ac 17:24, 25.

His righteousness and glory. The true God is a righteous God. (Ps 7:9) He is the glorious God. (Ps 29:3; Ac 7:2) He enjoys eminence above all (De 33:26), being clothed with eminence and strength (Ps 93:1; 68:34) and with dignity and splendor. (Ps 104:1; 1Ch 16:27; Job 37:22; Ps 8:1) “His activity is dignity and splendor themselves.” (Ps 111:3) There is glory of splendor in his Kingship.—Ps 145:11, 12.

His purpose. God has a purpose that he will work out and that cannot be thwarted. (Isa 46:10; 55:8-11) His purpose, as expressed at Ephesians 1:9, 10, is “to gather all things together again in the Christ, the things in the heavens and the things on the earth.” By means of Christ all intelligent creation will be brought into full harmony with God. (Compare Mt 6:9, 10.) None existed before Jehovah; therefore he has seniority over all. (Isa 44:6) He, being the Creator, existed before any other gods, and ‘none will exist after him,’ because the nations will never produce a real, live god that is able to prophesy. (Isa 43:10; 46:9, 10) As the Alpha and the Omega (Re 22:13), he is the one and only Almighty God; he will bring to a successful conclusion the issue over Godship, being forever vindicated as the only Almighty God. (Re 1:8; 21:5, 6) He never forgets or forsakes his purposes or covenants, which makes him a God of dependability and loyalty.—Ps 105:8.

A communicative God. Having great love for his creatures, God provides ample opportunity for them to know him and his purposes. His own voice has been heard by men on earth on three occasions. (Mt 3:17; 17:5; Joh 12:28) He has communicated through angels (Lu 2:9-12; Ac 7:52, 53) and through men to whom he gave directions and revelations, such as Moses, and especially through his Son, Jesus Christ. (Heb 1:1, 2; Re 1:1) His written Word is his communication to his people, enabling them to be completely equipped as his servants and ministers, and directing them on the way to life.—2Pe 1:19-21; 2Ti 3:16, 17; Joh 17:3.

Contrasted with the gods of the nations. The true God, the Creator of the glorious heavenly bodies, has glory and brilliance beyond the ability of fleshly sight to endure, for “no man may see [God] and yet live.” (Ex 33:20) Only the angels, spirit creatures, have vision that can behold his face in a literal sense. (Mt 18:10; Lu 1:19) Nevertheless, he does not expose men to such an experience. In loving-kindness he enables men to see his fine qualities through his Word, including the revelation of himself by means of his Son, Christ Jesus.—Mt 11:27; Joh 1:18; 14:9.

God gives us an idea of the effect of his presence in the book of Revelation. The apostle John had a vision that approximated seeing God, in the sense that it revealed the effect of beholding him on his throne. God was not like a man in appearance, for he has not revealed any figure of his to man, as John himself said later: “No man has seen God at any time.” (Joh 1:18) Rather, God was shown to be like highly polished gems, precious, glowing, beautiful, that attract the eye and win delighted admiration. He was “in appearance, like a jasper stone and a precious red-colored stone, and round about the throne there [was] a rainbow like an emerald in appearance.” (Re 4:3) Thus, he is lovely in appearance and pleasant to look at, causing one to lose oneself in wonderment. About his throne there is further glory and an atmosphere of calmness, serenity; the appearance of a perfect rainbow of emerald indicates that, reminding one of the enjoyable quieting calm that follows a storm.—Compare Ge 9:12-16.

How different the true God is, therefore, from the gods of the nations, who are often depicted as being grotesque, angry, fierce, implacable, merciless, whimsical as to their favors and disfavors, horrifying and fiendish, and ready to torture earthly creatures in some kind of inferno.

“A God exacting exclusive devotion.” “Even though there are those who are called ‘gods,’ whether in heaven or on earth, just as there are many ‘gods’ and many ‘lords,’ there is actually to us one God the Father.” (1Co 8:5, 6) Jehovah is the Almighty God, the only true God, and he rightfully exacts exclusive devotion. (Ex 20:5) His servants must keep others out of, or excluded from, his proper place in their hearts and actions. He requires his worshipers to worship him with spirit and truth. (Joh 4:24) They should stand in reverent awe of him alone.—Isa 8:13; Heb 12:28, 29.

Among other mighty ones called “gods” in the Bible is Jesus Christ, who is “the only-begotten god.” But he himself plainly said: “It is Jehovah your God you must worship, and it is to him alone you must render sacred service.” (Joh 1:18; Lu 4:8; De 10:20) The angels are “godlike ones,” but one of them stopped John from worshiping him, saying: “Be careful! Do not do that! . . . Worship God.” (Ps 8:5; Heb 2:7; Re 19:10) Mighty men among the Hebrews were called “gods” (Ps 82:1-7); but no man was purposed by God to receive worship. When Cornelius began to do obeisance to Peter, that apostle stopped him with the words, “Rise; I myself am also a man.” (Ac 10:25, 26) Certainly the false gods invented and fashioned by men down through the centuries since the rebellion in Eden are not to be worshiped. The Mosaic Law warns strongly against turning from Jehovah to them. (Ex 20:3-5) Jehovah the true God will not forever tolerate rivalry from false, worthless gods.—Jer 10:10, 11.

After Christ’s Millennial Reign, during which he brings to nothing all authority and power that is in opposition to God, he hands over the Kingdom to his God and Father, who will then become “all things to everyone.” (Ro 8:33; 1Co 15:23-28) Eventually, all those living will acknowledge God’s sovereignty and will praise his name continually.—Ps 150; Php 2:9-11; Re 21:22-27; see JEHOVAH.»


* Insight on the Scriptures, Volume 1,
Watch Tower Bible and Tract Society of New York, 1988,
pp. 968-971, "God".

No comments: