Monday, February 14, 2011

Helmut Koester:

Towards a Christian Bible canon /

Προς το χριστιανικό κανόνα της Βίβλου

Philo of Alexandria had learned the allegorical method from the Stoic interpretation of Homer and had applied it to the books of Moses. Clement of Alexandria had adopted this Philonic method and used it with respect to all sorts of writings, including the writings of the Greek philosophers, whom he could also call prophetic and inspired. Clement, however, did not see any reason to restrict this allegorical method to the definition of a Christian canon. Only on occasion, as in his letter concerning the Secret Gospel of Mark that was used by the Carpocratians, did he make a distinction.

The shift that was taking place with Clement of Alexandria and, subsequently, with the great Alexandrian theologian Origen is most significant. Until then, only the Old Testament, as an inspired and prophetic document, called for a spiritual and allegorical interpretation that was capable of uncovering its hidden truths insofar as they referred to the events of salvation. Only gnostic circles had found that the sayings of Jesus were also secret revelations that required an interpretation accessible exclusively to those who were initiated into the circle of the truly elect. The Alexandrian theologians, especially Origen, adopted this gnostic principle and extended the concept of inspiration to the Gospels and to the letters of Paul, that is, to the literature that formed the nucleus of the Christian canon developed by Irenaeus and Tertullian. All these writings now became the bearers of religious truths that were mysteriously hidden in the words of these writings and accessible only to the inspired interpreter. This implied that the apostles who had produced these writings were themselves inspired; they were no longer witnesses of the most important moment in the history of salvation but communicators of deep religious wisdom and doctrine. This provided "the rational basis for regarding the Canon (comprising both the Old and the New Testament) as unified, infallible, and inexhaustible." Because deep meaning could be found in even the smallest word of scripture, the doctrine of verbal inspiration of the entire scripture came into existence.

Ο Φίλων Αλεξανδρείας είχε μάθει την αλληγορική μέθοδο από την στωική ερμηνεία του Ομήρου και την είχε εφαρμόσει στα βιβλία του Μωυσή. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας είχε υιοθετήσει αυτή τη φιλώνεια μέθοδο και την χρησιμοποίησε σταθερά σε όλα τα είδη συγγραμμάτων, περιλαμβανομένων και των συγγραμμάτων των Ελλήνων φιλοσόφων, τα οποία μάλιστα αποκαλούσε προφητικά και θεόπνευστα. Ο Κλήμης, όμως, δεν έβρισκε το λόγο για να περιορίσει αυτή την αλληγορική μέθοδο κατά τον ορισμό του χριστιανικού κανόνα. Μόνο περιστασιακά, όπως στην επιστολή του σχετικά με το Μυστικό Ευαγγέλιο του Μάρκου που ήταν σε χρήση μεταξύ των Καρποκρατιανών, έκανε διάκριση.

Η μετάβαση που έλαβε χώρα με τον Κλήμη Αλεξανδρείας και, επακόλουθα, με τον μεγάλο Αλεξανδρινό θεολόγο Ωριγένη είναι ύψιστης σημασίας. Μέχρι τότε, μόνο η Παλαιά Διαθήκη, ως θεόπνευστο και προφητικό κείμενο, ήταν πρόσφορη για πνευματική και αλληγορική ερμηνεία που ήταν δυνατό να αποκαλύψει τις κρυμμένες αλήθειες στο βαθμό που αναφέρονταν στα γεγονότα της σωτηρίας. Μόνο οι γνωστικοί κύκλοι είχαν ανακαλύψει ότι τα λόγια του Ιησού αποτελούσαν επίσης κρυφές αποκαλύψεις που απαιτούσαν μια ερμηνεία που ήταν διαθέσιμη αποκλειστικά σε εκείνους που ήταν μυημένοι στο κύκλο των αληθινά εκλεκτών. Οι Αλεξανδρινοί θεολόγοι, και ειδικά ο Ωριγένης, υιοθέτησαν αυτή τη γνωστική αρχή και επέκτειναν την αντίληψη περί θεοπνευστίας στα Ευαγγέλια και στις επιστολές του Παύλου, δηλαδή στη γραμματεία που αποτέλεσε τον πυρήνα του χριστιανικού κανόνα που αναπτύχθηκε από τον Ειρηναίο και τον Τερτυλλιανό. Όλα αυτά τα συγγράμματα έγιναν πλέον οι φορείς των θρησκευτικών αληθειών οι οποίες ήταν μυστηριωδώς κρυμμένες στις λέξεις αυτών των συγγραμμάτων και ήταν προσβάσιμες μόνο στον θεόπνευστο ερμηνευτή. Αυτό υποδήλωνε ότι οι απόστολοι που είχαν συντάξει αυτά τα συγγράμματα ήταν επίσης θεόπνευστοι
· δεν ήταν πια μάρτυρες της σημαντικότερης στιγμής στην ιστορία της σωτηρίας αλλά κοινωνοί βαθιάς θρησκευτικής σοφίας και δόγματος. Αυτό παρείχε «την ορθολογική βάση ώστε να θεωρηθεί ο Κανόνας (αποτελούμενος από αμφότερες Παλαιά και Καινή Διαθήκη) ως ενιαίος, αλάνθαστος και ανεξάντλητος». Καθώς βαθιά νοήματα μπορούν να βρεθούν και στην παραμικρότερη λέξη της γραφής, το δόγμα της προφορικής θεοπνευστίας του συνόλου της γραφής ήρθε σε ύπαρξη.

* Helmut Koester,
"Writings and the Spirit: Authority and Politics in Ancient Christianity"
«Συγγράμματα και το Πνεύμα: Αυθεντία και Πολιτική στον Αρχαίο Χριστιανισμό»,
The Harvard Theological Review,

Cambridge University Press - Harvard Divinity School,
Vol./Τόμ. 84, No./Αρ. 4 (Oct./Οκτ., 1991),
pp./σσ. 371, 372.

No comments: