Tuesday, February 1, 2011

Sacra publica - sacra peregrina



Sacra publica - sacra peregrina:
Επίσημη παραδοσιακή θρησκεία
και ανατολικές λατρείες
στη Ρώμη των Ελληνορωμαϊκών χρόνων

Η διείσδυση ξένων λατρειών στον ελληνικό χώρο παρατηρείται ήδη από τους αρχαιοτάτους χρόνους. Οι Έλληνες των κλασικών χρόνων, και ιδιαίτερα οι κάτοικοι των Αθηνών, κρατούν τις περισσότερες φορές επιφυλακτική ή ακόμη και εχθρική στάση έναντι των επείσακτων θεοτήτων. Θεωρούν ότι η είσοδος ενός ξένου θεού είναι δυνατόν να διαταράξει το θρησκευτικό και κοινωνικό status της πόλης τους, με κίνδυνο να προκληθεί η οργή των θεών του παραδοσιακού ολυμπιακού πανθέου. Γι' αυτόν τον λόγο προσπαθούν να διατηρήσουν πάντοτε όλες τις ξένες θρησκευτικές πρακτικές στο περιθώριο της κοινωνικής και θρησκευτικής τους ζωής. Αυτό αποδεικνύεται, μεταξύ των άλλων, από τις συχνές και συνήθως σκωπτικές μαρτυρίες συγγραφέων της εποχής. Παράδειγμα αποτελεί η στάση τους προς τη λατρεία της Κυβέλης, όταν πρωτοεμφανίστηκε στην Αθήνα, μ' όλες τις γνωστές γι αυτούς συνέπειες. Η θεά, σύμφωνα με την παράδοση, οργίζεται και τους στέλνει καταστρεπτικό λοιμό. Η επιφυλακτικότητα των Ελλήνων εναντίον των ξένων και κυρίως των ανατολικών λατρειών κορυφώνεται μετά το τέλος των Περσικών πολέμων. Απ' αυτήν την εποχή και έπειτα κυριαρχεί η άποψη ότι οποιοδήποτε ξένο στοιχείο θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή αντίστοιχη με εκείνη της περσικής εισβολής. Αντίθετα όμως παρατηρείται βαθμιαία διείσδυση και εγκατάσταση ακόμη και στο κέντρο της πόλης, ξένων για τα ελληνικά δεδομένα θεοτήτων (όπως για παράδειγμα της Βένδιδος, του Άδωνη, του Σαβαζίου κ.ά.), που εξαρτάται κάθε φορά από τις ιδιαίτερες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούν.

Το φαινόμενο αυτό επιτείνεται με τις απαρχές των ελληνιστικών χρόνων, όταν αίρονται οι γεωπολιτικοί παράγοντες που δυσχεραίνουν την επικοινωνία του ελληνικού με τον ανατολικό κόσμο. Απ' αυτή την εποχή και μετά, τα όρια της παραδοσιακής πόλης-κράτους γίνονται πιο ρευστά και αυτό οδηγεί στην αλλαγή της νοοτροπίας και των συνηθειών των ανθρώπων. Τη δυσπιστία και την εχθρότητα διαδέχεται η αυξημένη επικοινωνία και η διάθεση για αμοιβαία κατανόηση των δύο κόσμων. Η ανάπτυξη του εμπορίου και η επακόλουθη δημιουργία σπουδαίων εμπορικών κέντρων της Ανατολής, στα παράλια της Μ. Ασίας και των νησιών του Αιγαίου, βοηθά στη μετακίνηση ανθρώπων αλλά και στη διακίνηση θρησκευτικών ιδεών. Άλλωστε η περιέργεια για γνωριμία νέων τόπων αλλά κυρίως η τάση για περιπλάνηση είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου των ελληνιστικών χρόνων. Ο κοσμοπολιτισμός και ο συγκρητισμός φτάνουν πλέον στο απόγειο τους.

Ανάμεσα στις ξένες θεότητες που διαδίδονται στον ελληνικό χώρο κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων κυρίαρχη θέση κατέχουν οι αιγυπτιακές. Οι στενές σχέσεις άλλωστε Ελλήνων και Αιγυπτίων, ήδη από την αρχαϊκή εποχή, διαφαίνονται και στη γνωστή στάση του Ηροδότου και των Ελλήνων φιλοσόφων προς την αιγυπτιακή θρησκεία. Αυτοί οι δεσμοί γίνονται ισχυρότεροι με την εγκαθίδρυση της δυναστείας των Πτολεμαίων. Οι ηγεμόνες αυτοί, με την πολιτική τους, που εκφράζεται με τη δημιουργία καταλλήλων προϋποθέσεων για τη μόνιμη εγκατάσταση των Αιγυπτίων στον χώρο των κτίσεών τους στα παράλια της Μ. Ασίας και στα νησιά του Αιγαίου, συντελούν στη διάδοση των λατρειών της χώρας τους. Από την πρώτη στιγμή οι θεότητές τους γνωρίζουν ιδιαίτερη απήχηση ανάμεσα στους Έλληνες, εξαιτίας της παρακμής των πόλεων-κρατών και του συγκρητιστικού πνεύματος της εποχής. Κυριότεροι φορείς της εξάπλωσης των λατρειών αυτών είναι οι έμποροι και οι στρατιώτες, που συγκροτούν λατρευτικές κοινότητες γύρω από τους ιερείς των λατρειών αυτών. Την αμφιβολία και την περιέργεια αντικαθιστά η συμπάθεια και η μεταστροφή στη λατρεία θεοτήτων, όπως της Ίσιδας, η οποία πρόκειται να εξελιχθεί σε οικουμενική θεότητα της ελληνορωμαϊκής εποχής. Η interpretatio Graeca, αποτελεί τον κατεξοχήν ρυθμιστικό παράγοντα για την είσοδο των ξένων λατρειών στον ελληνικό χώρο.

Σε σημαντικά εμπορικά κέντρα δημιουργούνται σταδιακά οι πρώτοι πυρήνες των λατρευτικών κοινοτήτων, τόσο στη νησιωτική όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα (Δήλος, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη κ.ά.). Οι άνθρωποι που ταξιδεύουν και βρίσκονται, μακριά από την πατρίδα τους αισθάνονται συνήθως την ανάγκη να λατρεύσουν τους δικούς τους θεούς. Αρχικά η εκπλήρωση των θρησκευτικών τους αναγκών περιορίζεται στα στενά πλαίσια των ιερών αλλά και των λατρευτικών θιάσων, που φροντίζουν να ιδρύουν σ' έναν τόπο από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης τους. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παραμένουν ξένοι, οι οποίοι μιλούν μια ακατανόητη για τους Έλληνες γλώσσα και ακολουθούν ένα ξένο και παράξενο για τους ντόπιους λατρευτικό τυπικό.

Δεν αργούν όμως να αναγερθούν παράλληλα, στους τόπους αυτούς, ιερά —μικρά στην αρχή— που είναι αφιερωμένα σε θεότητες όπως η Ίσιδα, ο Σάραπης κ.ά. Σ' αυτά υπηρετούν ιερείς που έρχονται συνήθως από τις χώρες προέλευσης της λατρείας. Με την πάροδο όμως του χρόνου τη θέση των μικρών ιερών παίρνουν μεγαλύτεροι ναοί, επειδή αυξάνονται οι προσφορές και τα αναθήματα προς αυτές τις θεότητες, οι οποίες διακρίνονται για την ιδιαίτερη βοήθεια που προσφέρουν στις δύσκολες στιγμές των ανθρώπων. Οι ναοί αυτοί κτίζονται από ομάδες ανθρώπων ή από μεμονωμένα άτομα, στα όνειρα των οποίων εμφανίζεται η προστάτιδα θεότητα, προκειμένου να τους φανερώσει τη θέλησή της για ανέγερση κάποιου ιερού. Αυτή η συνήθεια είναι εξαιρετικά διαδεδομένη και φανερώνει, με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο, τις προσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σ' αυτές ακριβώς τις θεότητες και στους ανθρώπους των ελληνορωμαϊκών χρόνων. Ένα απτό παράδειγμα της προσωπικής σχέσης θείου και ανθρωπίνου κόσμου είναι η αναθηματική θρησκεία. Η συνήθεια αυτή συναντάται και στον ελληνικό χώρο, φυσικά σε μικρότερη κλίμακα, ήδη από τους αρχαιότατους χρόνους, και είναι τόσο διαδεδομένη αυτήν ακριβώς την εποχή, ώστε δικαίως να χαρακτηρίζει ο W. Burkert όλες αυτές τις λατρείες της ελληνορωμαϊκής εποχής ως «θρησκείες των αναθημάτων» (votive religions) (λατρείες, θα μπορούσαμε να διορθώσουμε εμείς).

Εμφάνιση ξένων λατρειών από τον χώρο της Ανατολής έχουμε παράλληλα με τον ελληνικό και στο ρωμαϊκό χώρο. Οι πρώτες ανατολικές λατρείες κάνουν την εμφάνιση τους στη Ρώμη κατά τη διάρκεια του 3ου π.Χ. αιώνα. Αυτό το γεγονός δημιουργεί μία πρωτόγνωρη κατάσταση που δε θα μπορέσουμε να την αντιληφθούμε, αν δεν αναφέρουμε, έστω και σε γενικές γραμμές, τα κύρια χαρακτηριστικά της ρωμαϊκής θρησκείας. Παράλληλα όμως θεωρούμε απαραίτητο να λάβουμε υπόψη μας τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων της περιοχής, καθώς και την ιστορική πραγματικότητα αυτής της εποχής.

Η ρωμαϊκή θρησκεία, η οποία έχει περισσότερο νομικό παρά προσωπικό χαρακτήρα, διακρίνεται για το συντηρητισμό προς καθετί το νέο. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε προσπάθεια επικοινωνίας με τον κόσμο του ιερού πραγματοποιείται αποκλειστικά με τη μεσολάβηση του ιερατείου. Ο ευσεβής Ρωμαίος πιστεύει ότι μόνο αν ακολουθήσει τις βασικές αρχές της παραδοσιακής του θρησκείας (προσευχές, τελετουργίες) και γενικά τις πατροπαράδοτές του συνήθειες (mos maiorum), θα μπορεί να έχει την αμέριστη βοήθεια των θεών του. Έχει συνείδηση ότι σε αντίθετη περίπτωση θα διαταραχθούν οι ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των δύο κόσμων (θείου και ανθρώπινου) και ότι το γεγονός αυτό θα επιφέρει το τέλος της λεγόμενης pax deorum, πράγμα που θα είχε ως άμεσο επακόλουθο την καταστροφή τόσο των πολιτών όσο και του ίδιου του κράτους τους. Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητή η πεποίθηση του ρωμαϊκού λαού ότι το μεγαλείο του διαρκώς αναπτυσσόμενου κράτους τους επιτυγχάνεται με την αμέριστη συμπαράσταση των θεών της πατρικής τους παράδοσης. Έτσι δεν είναι δύσκολο πια να καταλάβουμε γιατί οι Ρωμαίοι αισθάνονται ασφαλείς με τους θεούς τους, δείχνουν απόλυτη εμπιστοσύνη στις πατροπαράδοτες θρησκευτικές και πολιτικές αξίες της χώρας τους και εκφράζουν κατά κανόνα δυσπιστία προς καθετί το καινούργιο και ξένο. Ο τρόπος αυτός σκέψης τους αποτρέπει στα χρόνια της ακμής τους ακόμη και από την ιδέα για την εισαγωγή ξένων θεοτήτων στο περιβάλλον του παραδοσιακού τους πανθέου. Η Σύγκλητος παραμένει άλλωστε για πολύ καιρό ακόμη ο κατεξοχήν ρυθμιστικός παράγοντας που ελέγχει την τήρηση της τάξης και των παραδοσιακών αξιών. Επικουρικό έργο επιτελούν τα μέλη διαφόρων ιερατικών θιάσων (collegia), όπως αυτό των Quindecimviri Sacris faciendi. Οι δικαιοδοσίες της τελευταίας αυτής ομάδας αυξάνονται ιδιαίτερα σε μεταγενέστερες εποχές, κυρίως με τη διάδοση και την άνθηση των ανατολικών λατρειών στο χώρο της ρωμαϊκής πολιτείας.

Η επίσημη παραδοσιακή θρησκεία (religio) διακρίνεται σαφώς από τις ξένες θρησκευτικές αντιλήψεις (superstitiones). Οι τελευταίες θεωρούνται επικίνδυνες για την αρμονία και το μεγαλείο της πολιτείας τους, που είχαν δημιουργηθεί κατά τους νικηφόρους αγώνες με την αμέριστη συμπαράσταση και εύνοια των θεών των προγόνων τους. Οι όροι sacra peregrina και sacra publica αποτελούν καθοριστική διάκριση στη λατρευτική ζωή των Ρωμαίων.

Την έκπληξη που προκαλεί αρχικά στους Έλληνες αλλά αργότερα και στους συντηρητικούς Ρωμαίους η διείσδυση νέων λατρευτικών θεοτήτων διαδέχεται ο φόβος και η διστακτικότητα. Θεωρούν πως όλες αυτές οι φανταχτερές και παράξενες τελετουργίες, που αποτελούν μέρος του τυπικού της λατρείας τους και είναι εντελώς ξένες προς τις πατροπαράδοτες συνήθειές τους, ταράζουν την αρμονία του παραδοσιακού τους πανθέου. Αυτή η ξενοφοβία φτάνει στα όρια υπερβολών, ιδιαίτερα κάθε φορά που προκύπτει κάποια καταστροφή στις πόλεις τους. Σατιρικοί ποιητές και πολλοί φιλόσοφοι, ως εκφραστές της παραδοσιακής θρησκείας, προσπαθούν να παρουσιάσουν, κυρίως στα μάτια των λαϊκών στρωμάτων, όλες αυτές τις νέες λατρείες και ιδέες ως ένα διαρκή κίνδυνο για την κατάλυση των υγιών, κατά την άποψή τους, θεμελίων της παραδοσιακής κοινωνίας.

Η αντίδραση των Ρωμαίων προς τις ξένες λατρείες βρίσκει την απόλυτη έκφραση της στην περίπτωση του λεγομένου «σκανδάλου των Βακχαναλίων» (186 π.Χ.). Η αύξηση της δημοτικότητας μίας λατρείας με ιδιαίτερα οργιαστικό χαρακτήρα δίνει την ευκαιρία στο κράτος να επεμβεί, μέσω της Συγκλήτου κυρίως, με απόλυτο τρόπο και να απομακρύνει τον κίνδυνο που απειλεί τα θεμέλια της παραδοσιακής κοινωνίας. Φυσικά η παραπάνω περίπτωση δεν είναι η μόνη δίωξη των οπαδών και των εκπροσώπων ξένων λατρειών από την πλευρά της ρωμαϊκής πολιτείας. Αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά την απομάκρυνση όλων των Χαλδαίων από την Ιταλία το 139 π.Χ., την καταστροφή ενός ιερού της θεάς Μπελλόνα το 48 π.Χ., και την εκδίωξη των οπαδών της Ίσιδας από την Ιταλία το 19 π.Χ.

Τα ίδια ακριβώς αισθήματα κυριαρχούν και όταν αρχίζουν να εμφανίζονται σιγά-σιγά οι πρώτοι ναοί αυτών των ξένων θεοτήτων στο περιβάλλον των πόλεών τους. Αρχικά οι ναοί αυτοί κτίζονται εκτός των ορίων της πόλεως και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα παραμένουν σ' ένα είδος απομόνωσης. Στη Ρώμη τα ιερά των περισσότερων ανατολικών λατρειών βρίσκονται εκτός του pomerium της πόλης. Μ' αυτόν τον τρόπο θεωρούν πως μπορούν να κρατήσουν μακριά από το ιερό κέντρο της πόλης τις βλαβερές συνέπειες που είναι δυνατόν να επιφέρει στην κοινωνία και στη θρησκεία οποιαδήποτε επαφή τους με τις ξένες επιδράσεις που αρχίζουν να κατακλύζουν την αυτοκρατορία.

H αδιαλλαξία που χαρακτηρίζει το ρωμαϊκό κράτος όσον αφορά στη θρησκευτική του πολιτική, υποχωρεί κατά τη διάρκεια του 2ου π.Χ. αιώνα, κυρίως με την επέκταση της επικράτειας του, που έχει ως αποτέλεσμα να εισρεύσουν στην παράδοση του πλήθος νέων κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών ιδεών. Έτσι λοιπόν οι επαφές δεν λείπουν, κυρίως σε περιπτώσεις κινδύνου της πολιτείας, οπότε επικαλούνται (evocatio) μαζί με τους εντόπιους και μεγάλους ξένους θεούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η είσοδος της θεάς Κυβέλης στη Ρώμη (204 π.Χ.).


* Παναγιώτης Παχής,
«Sacra publica - sacra peregrina: Επίσημη παραδοσιακή θρησκεία και ανατολικές λατρείες στη Ρώμη των Ελληνορωμαϊκών χρόνων»,
Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ Τμ. Θεολογίας (Νέα Σειρά),
1997, Τόμ. 7ος, Τιμητικό αφιέρωμα στον Νίκο Ζαχαρόπουλο,
pp./σσ. 225-235.

No comments: