Monday, February 14, 2011

Was the Name of God used
in the early history of the human race? /

Ήταν σε χρήση το Όνομα του Θεού
κατά την αρχική περίοδο ύπαρξης της ανθρωπότητας;


Moses / Μωυσής


OT religion as the religion of Yahweh is an instituted religion. The declaration of the divine name by Moses did not imply only a “Yahwistic reformation of Canaanite animism.” It meant a new beginning of religious life which could not be explained in terms of any theory of development or assimilation. Both earlier and later tradition have much to tell us, of course, about a history of belief in Yahweh in the pre-Mosaic generations of the patriarchs. The migration of Abraham from Mesopotamia to Canaan was undertaken in obedience to Yahweh and entailed renunciation of the worship of other gods (Jos. 24:2 f.; Gn. 12:8; 35:2; Jdt. 5:5–7). Nevertheless, the core of these traditions, whose significance for salvation history is brought out in a particularly impressive way in Gn. 12:1 ff., may be pared down to the fact that religious movements played some part, though not perhaps a decisive part, in developments in the early history of the tribes of Israel which we cannot now unravel in detail. The distinctive feature of the J narrative, as compared with E and P, is that on the basis of a primitive revelation of God men already called on the name of Yahweh in the very earliest periods of human history (Gn. 4:26). But seeing that it would have been impossible to invent such precise statements as Hos. 12:9 (“I am Yahweh from the land of Egypt”; cf. also 13:4) or Ex. 6:3 (“But by my name Yahweh I was not known to them,” P), there can be no serious questioning of the historical value of the tradition that Moses was the founder of Yahweh religion. From the standpoint of the history of religion, the attempt to integrate the name Yahweh into the early history of the race as a summary term for the Creator and Lord of the world, and especially the scholarly observation in Gn. 4:26, are only a faint reflection of a fact which it is almost impossible to pin down, namely, that the name of God was already present and had some location in primitive history before Moses introduced it to the children of Israel.


Η θρησκεία της ΠΔ ως η θρησκεία του Ιαχβέ είναι μια θεσμοθετημένη θρησκεία. Η διακήρυξη του θεϊκού ονόματος από τον Μωυσή δεν συνεπαγόταν απλά μια "ιαχβιστική μεταρρύθμιση του χαναανιτικού ανιμισμού". Σήμαινε ένα νέο ξεκίνημα της θρησκευτικής ζωής η οποία δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί με όρους κάποιας θεωρίας μετεξέλιξης ή αφομοίωσης. Αμφότερες η πρωιμότερη και η μεταγενέστερη παράδοση έχουν πολλά να μας πουν, φυσικά, σχετικά με την ιστορία της πίστης στον Ιαχβέ κατά τις προμωσαϊκές γενιές των πατριαρχών. Η μετοίκηση του Αβραάμ από τη Μεσοποταμία στην Χαναάν έγινε σε υπακοή του Ιαχβέ και συνεπαγόταν την απόρριψη της λατρείας άλλων θεών. (Ιησ. 24:2 κ.εξ.· Γε 12:8· 35:2· Κρ 5:5-7) Εντούτοις, ο πυρήνας αυτών των παραδόσεων, του οποίου η σημασία για την ιστορία της σωτηρίας φέρεται στο προσκήνιο με έναν ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο στο Γε 12:1 κ.εξ., μπορεί να περιοριστεί στο γεγονός ότι τα θρησκευτικά κινήματα έπαιξαν κάποιο ρόλο, αν και πιθανώς όχι κάποιον καθοριστικό ρόλο, στις μετεξελίξεις κατά την πρώιμη ιστορία των φυλών του Ισραήλ τις οποίες δεν μπορούμε πλέον να ξετυλίξουμε λεπτομερώς. Το διακριτικό χαρακτηριστικό της αφήγησης του J [Ιαχβιστής], συγκρινόμενη με εκείνες του E [Ελοχιμιστής] και του P [Ιερατικός κώδικας], είναι ότι με βάση μια αρχέγονη αποκάλυψη του Θεού οι άνθρωποι ήδη επικαλούνταν το όνομα του Ιαχβέ κατά τις αρχαιότερες περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας. (Γε 4:26) Αλλά παρατηρώντας ότι θα ήταν αδύνατο να συνταχθούν τόσο ακριβείς δηλώσεις όσο εκείνες του Ωσ 12:9 ("εγώ είμαι ο Ιαχβέ από τη γη της Αιγύπτου"· παράβ. επίσης 13:4) ή της Εξ 6:3 ("αλλά ως προς το όνομά μου Ιαχβέ δεν έκανα τον εαυτό μου γνωστό σε αυτούς", P), δεν μπορεί να τεθεί υπό σοβαρή αμφισβήτηση η ιστορική αξία της παράδοσης ότι ο Μωυσής ήταν ο ιδρυτής της θρησκείας του Ιαχβέ. Από την οπτική της ιστορίας της θρησκείας, η απόπειρα ενσωμάτωσης του ονόματος του Ιαχβέ στην πρώιμη ιστορία της ανθρωπότητας ως περιεκτικός όρος για το Δημιουργό και Κύριο του κόσμου, και πιο συγκεκριμένα η εξειδικευμένη δήλωση του Γε 4:26, δεν αποτελούν παρά μια αμιδρή αντανάκλαση ενός γεγονότος το οποίο είναι ουσιαστικά αδύνατο να προσδιοριστεί επακριβώς, δηλαδή ότι το όνομα του Θεού ήταν ήδη παρόν και ότι είχε κάποια θέση στην αρχαία ιστορία πριν να το συστήσει ο Μωυσής στα τέκνα του Ισραήλ.




* Geoffrey William Bromiley,
Theological dictionary of the New Testament,
Wm. B. Eerdmans Publishing, 1985,
p./σ. 489.

No comments: