Friday, August 19, 2011

How well
does the text of the New Testament
as we have it in the late 2nd/early 3rd cent.
reflect the state of the text
in the late 1st cent.? /

Σε ποιο βαθμό
το κείμενο της Καινής Διαθήκης
όπως το έχουμε από τα τέλη του 2ου/αρχές 3ου αι.
αντανακλά την κατάσταση του κειμένου
των τελών του 1ου αι.;


.


��
It is widely acknowledged that the text of the documents comprising the New Testament, preserved today in thousands of manuscripts, is better attested than any other text from the ancient world. Yet as true as that statement is, it is potentially misleading, in that the bare statement does not reveal the circumstance that approximately 85 percent of those manuscripts were copied in the eleventh century or later—over a millennium after the writing of the New Testament. With regard to the 15 percent or so of manuscripts that do date from the first millennium of the text's existence, the closer one gets in time to the origins of the New Testament, the more scarce the manuscript evidence becomes. Indeed, for the first century or more after its composition from, roughly, the late first century to the beginning of the third—we have very little manuscript evidence for any of the New Testament documents, and for some books the gap extends toward two centuries or more.

To put the matter a bit differently, we have—beginning about 200 C.E. for some books, such as the Gospel of John (66, 75), the Gospel of Luke (75), and the Pauline corpus (46), but not until 300 C.E or later for others, such as the Gospel of Mark or some of the Catholic letters—substantial hard evidence for what each book of the New Testament looks like, in general and in detail: its overall structure and arrangement, the order of the paragraphs, the sequence of sentences, and the wording of a very large percentage of its text. This is not at all to say that the text is without variation, but the overall shape of the document is stable and recognizable with regard to both its form and its content, and, with a very few notable exceptions, such as John 7:53—8:11, the sixteenth chapter of Mark, and the ending of Romans, remains stable at all levels above that of the sentence right up until today.

Prior to that 200 to 300 C.E. time frame, however, we have very little evidence for any of these books, only some small fragments preserving a few verses each. (These fragments do document a book's existence, but preserve very little of its contents.) It is widely recognized that in the ancient world the first century or so of a document's existence was a critical period for the transmission of its text, a time when alterations or disruptions, if they were to occur, were most likely to occur, and for this crucial period in the history of the transmission of the New Testament we know relatively little.

So, given these circumstances—that the first century of a text's existence was the critical period, and that we have almost no manuscript evidence from that time—the question arises: how well does the text of the New Testament as we have it in the late second/early third century reflect the state of the text in the late first century? (Using "in the late first century" as shorthand for "the time when the various documents that now comprise the New Testament began to be copied and circulated," whenever and in whatever form that was for a particular document.) This is the question I wish to investigate.


Είναι ευρέως αναγνωρισμένο ότι το κείμενο των εγγράφων που απαρτίζουν την Καινή Διαθήκη, όπως διατηρείται ως σήμερα σε χιλιάδες χειρόγραφα, πιστοποιείται καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο κείμενο του αρχαίου κόσμου. Εντούτοις, όσο αληθής κι αν είναι αυτή η δήλωση τόσο είναι δυνατόν να είναι παροδηγητική καθώς αυτή η δήλωση από μόνο της δεν αποκαλύπτει το γεγονός ότι περίπου το 85 τοις εκατό αυτών των χειρογράφων αντιγράφηκαν τον ενδέκατο αιώνα ή αργότερα—μια χιλιετία και πλέον μετά τη συγγραφή της Καινής Διαθήκης. Όσον αφορά το 15 τοις εκατό περίπου των χειρογράφων τα οποία χρονολογούνται στην πρώτη χιλιετία ύπαρξης του κειμένου, όσο περισσότερο πλησιάζει κανείς στο χρόνο συγγραφής της Καινής Διαθήκης τόσο περισσότερο σπανίζουν τα χειρογραφικά τεκμήρια. Πράγματι, για τον πρώτο αιώνα και πλέον μετά τη συγγραφή της αρχίζοντας περίπου απο τα τέλη του πρώτου αιώνα μέχρι τις αρχές του τρίτου—έχουμε πολύ λίγα χειρογραφικά τεκμήρια για οποιοδήποτε από τα έγγραφα της Καινής Διαθήκης και μάλιστα για κάποια βιβλία το χάσμα επεκτείνεται δύο ή και περισσότερους αιώνες.

Για να τεθεί το ζήτημα λίγο διαφορετικά, έχουμε—ξεκινώντας από το 200 Κ.Χ. περίπου για κάποια βιβλία, όπως το Ευαγγέλιο του Ιωάννη (℘66, ℘75), το Ευαγγέλιο του Λουκά (℘75) και το παύλειο corpus (℘46), αλλά όχι μέχρι το 300 Κ.Χ. ή αργότερα για άλλα βιβλία, όπως το Ευαγγέλιο του Μάρκου ή κάποιες από τις καθολικές επιστολές—ουσιώδη απτά τεκμήρια για τη γενική μορφή καθενός από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, γενικά και ειδικά: την συνολική δομή και διάταξή του, τη σειρά των παραγράφων, την αλληλουχία των προτάσεων και την επιλογή των λέξεων ενός μεγάλου ποσοστού του κειμένου του. Αυτό με κανέναν τρόπο δεν σημαίνει ότι το κείμενο δεν έχει διαφοροποιήσεις, αλλά ότι το συνολικό περίγραμμα του εγγράφου είναι σταθερό και αναγνωρίσιμο όσον αφορά στη μορφή του και στο περιεχόμενό του και ότι, με πολύ λίγες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις, όπως το Ιωάννης 7:53—8:11, το δέκατο έκτο κεφάλαιο του Μάρκου και το τελείωμα της Προς Ρωμαίους, παραμένει σταθερό σε όλα τα παραπάνω επίπεδα με κυριότερο εκείνο περί προτάσεων έως και σήμερα.

Πριν από αυτό το χρονικό πλαίσιο μεταξύ 200 και 300 Κ.Χ., όμως, έχουμε πολύ λίγα τεκμήρια για οποιοδήποτε από αυτά τα βιβλία, μόνο κάποια μικρά σπαράγματα διατηρούν λίγα μόνο εδάφια το καθένα από αυτά. (Αυτά τα σπαράγματα πιστοποιούν πράγματι την ύπαρξη ενός βιβλίου αλλά διατηρούν πολύ λίγα από το περιεχόμενό του.) Αναγνωρίζεται ευρέως ότι στον αρχαίο κόσμο ο πρώτος αιώνας περίπου της ύπαρξης ενός εγγράφου ήταν η κρίσιμη περίοδος για τη μεταβίβαση του κειμένου του, μια περίοδος κατά την οποία αλλοιώσεις ή παρεμβάσεις, αν επρόκειτο να συμβούν, ήταν πιο πιθανό να συμβούν και για αυτή την κρίσιμη περίοδο στην ιστορία της μεταβίβασης της Καινής Διαθήκης γνωρίζουμε σχετικά ελάχιστα.

Έτσι, με αυτά τα δεδομένα—ότι ο πρώτος αιώνας της ύπαρξης ενός κειμένου ήταν η κρίσιμη περίοδος και ότι δεν έχουμε σχεδόν κανένα χειρογραφικό τεκμήριο από αυτή την περίοδο—εγείρεται το ερώτημα: σε ποιο βαθμό το κείμενο της Καινής Διαθήκης όπως το έχουμε από τα τέλη του δεύτερου/αρχές τρίτου αιώνα αντανακλά την κατάσταση του κειμένου των τελών του πρώτου αιώνα; (Λέγοντας "τέλη του πρώτου αιώνα" αναφερόμαστε συντομογραφικά στην "περίοδο κατά την οποία τα διάφορα έγγραφα τα οποία απαρτίζουν πλέον την Καινή Διαθήκη άρχισαν να αντιγράφονται και να κυκλοφορούν", οποτεδήποτε και σε οποιαδήποτε μορφή έλαβε το εκάστοτε έγγραφο.) Αυτό είναι το ζήτημα που θέλω να διερευνήσω.

*  Michael W. Holmes,
"Text and Transmission in the Second Century"
["Το Κείμενο και η Μεταβίβασή του τον Δεύτερο Αιώνα"],
in:
Robert B. Stewart,
The Reliability of the New Testament: Bart Ehrman and Daniel Wallace in Dialogue,
[Η Αξιοπιστία της Καινής Διαθήκης: Ο Bart Ehrman και ο Daniel Wallace σε Διάλογο],
Fortress Press, pp./σσ. 61, 62.

2 comments:

Anonymous said...

Εσείς πιστέυετε ότι έχουν ριζικές αλλαγές;

Εγώ δε νομίζω.Έχει διατηρηθεί η παράδοση σε μεγάλο βαθμό.


Έχουν βρεθεί κομμάτια του Κατά Ιωάννην χρονολογούμενα από 120-140μ.Χ.

Είναι από τα παλαιότερα μέρη που βρέθηκαν.

http://www.kchanson.com/ANCDOCS/greek/johnpap.html

digiSapientia said...

Ναι, μπορούμε να πούμε πλέον ότι έχουμε διαθέσιμο ένα καλής ποιότητας ελληνικό κείμενο της ΚΔ.