Thursday, January 12, 2012

Friedrich Engels
on the medieval European
state of the Church /

Ο Φρίντριχ Ένγκελς
για την κατάσταση της Εκκλησίας
της μεσαιωνικής Ευρώπης

The clergy, representatives of the ideology of mediaeval feudalism, felt the influence of the historic transformation no less acutely. The invention of the art of printing, and the requirements of extended commerce, robbed the clergy not only of its monopoly of reading and writing, but also of that of higher education. Division of labour was being introduced also into the realm of intellectual work. The newly arising class of jurists drove the clergy out of a series of very influential positions. The clergy was also beginning to become largely superfluous, and it acknowledged this fact by growing lazier and more ignorant. The more superfluous it became, the more it grew in numbers, thanks to the enormous riches which it still kept on augmenting by fair means or foul.

The clergy was divided into two distinct groups. The feudal hierarchy of the clergy formed the aristocratic group — bishops and archbishops, abbots, priors and other prelates. These high church dignitaries were either imperial princes themselves, or they reigned as vassals of other princes over large areas with numerous serfs and bondsmen. They not only exploited their subjects as recklessly as the knighthood and the princes, but they practised this in an even more shameful manner. They used not only brutal force, but all the intrigues of religion as well; not only the horrors of the rack, but also the horror of excommunication, or refusal of absolution; they used all the intricacies of the confessional in order to extract from their subjects the last penny, or to increase the estates of the church. Forging of documents was a widespread and beloved means of extortion in the hands of those worthy men, who, receiving from their subjects feudal payments, taxes and tithes, were still in constant need of money. The manufacture of miracle-producing saints' effigies and relics, the organisation of praying-centres endowed with the power of salvation, the trade in indulgences was resorted to in order to squeeze more payments out of the people. All this was practised long and with not little success.

The prelates and their numerous gendarmerie of monks which grew with the spread of political and religious baiting, were the objects of hatred not only of the people but also of the nobility. Being directly under the empire, the prelates were in the way of the princes. The fast living of the corpulent bishops and abbots with their army of monks, roused the envy of the nobility and the indignation of the people who bore the burden. Hatred was intensified by the fact that the behaviour of the clergy was a slap in the face of their own preaching.

The plebeian faction of the clergy consisted of preachers, rural and urban. The preachers were outside the feudal hierarchy of the church and participated in none of its riches. Their activities were less rigorously controlled and, important as they were for the church, they were for the moment far less indispensable than the police services of the barracked monks. Consequently, they were paid much less than the monks, and their prebends were far from lucrative. Being of a middle-class or plebeian origin, they were nearer to the life of the masses, thus being able to retain middle-class and plebeian sympathies, in spite of their status as clergy. While the participation of the monks in the movements of their time was the exception, that of the plebeian clergy was the rule. They gave the movement its theorists and ideologists, and many of them, representatives of the plebeians and peasants, died on the scaffold. The hatred of the masses for the clergy seldom touched this group.

What the emperor was to the princes and nobility, the pope was to the higher and lower clergy. As the emperor received the "common penny," the imperial taxes, so the pope was paid the general church taxes, out of which he defrayed the expenses of the luxurious Roman court. In no country were his taxes collected with such conscientiousness and rigour as in Germany, due to the power and the number of the clergy. The annates were collected with particular severity when a bishopric was to become vacant. With the growth of the court's demands, new means for raising revenues were invented, such as the traffic in relics and indulgences, jubilee collections, etc. large sums of money were thus yearly transported from Germany to Rome, and the increased pressure fanned not only the hatred towards the clergy, but it also aroused national feelings, particularly among the nobility, the then most national class.

Ο κλήρος, ο εκπρόσωπος της ιδεολογίας της μεσαιωνικής
 φεουδαρχίας, ένιωθε την επίδραση της ιστορικής στροφής με 
την ίδια οξύτητα. Η τυπογραφία και οι ανάγκες του πιο εκτεταμένου εμπορίου του είχαν αφαιρέσει το μονοπώλιο όχι μόνο της γραφής και της ανάγνωσης, αλλά και της ανώτερης μόρφωσης. Ο καταμερισμός της εργασίας άρχισε να εισβάλει και στον 
πνευματικό τομέα. Η νεοεμφανιζόμενη κλειστή τάξη των νομομαθών έδιωχνε τον κλήρο από μια σειρά από τα πιο σημαντικά αξιώματα. Ο κλήρος άρχισε να γίνεται κι αυτός περιττός και
 αυτό το έδειχνε κι ο ίδιος μέσω της όλο και μεγαλύτερης οκνηρίας και αμάθειάς του. Όσο πιο περιττός γινόταν, όμως, τόσο
 γινόταν και πιο πολυάριθμος χάρη στα τεράστια πλούτη του, 
τα οποία δεν έπαυε να αυξάνει με όλα τα δυνατά μέσα.

Μέσα στον κλήρο, υπήρχαν δύο τελείως ξεχωριστές τάξεις.
 Η πνευματική φεουδαρχική ιεραρχία αποτελούσε την αριστο
κρατική τάξη: τους επισκόπους, αρχιεπισκόπους, αβάδες, ηγου
μένους και άλλους ιεράρχες. Αυτοί οι υψηλοί αξιωματούχοι 
της Εκκλησίας ή ήταν οι ίδιοι πρίγκιπες της αυτοκρατορίας ή
 κατείχαν σαν φεουδάρχες, κάτω από την κυριαρχία άλλων πρι
γκίπων, μεγάλες εκτάσεις γης με πολυάριθμους δουλοπάροι
κους και υποτελείς. Εκμεταλλεύονταν τους κατωτέρους τους 
όχι μόνο το ίδιο αμείλικτα με την αριστοκρατία και τους πρί
γκιπες, αλλά και πολύ πιο αναίσχυντα. Πλάι στην ωμή βία, κι
νητοποιούσαν και όλα τα τεχνάσματα της θρησκείας, πλάι στο 
φόβο των βασανιστηρίων, έβαζαν όλους τους φόβους του αφο
ρισμού και της άρνησης της άφεσης αμαρτιών, όλες τις μηχα
νορραφίες του εξομολογητηρίου, για να αποσπάσουν από τους
 υπηκόους τους και την τελευταία τους πεντάρα ή για να αυξηθεί το μερίδιο κληρονομιάς της Εκκλησίας. Η πλαστογράφηση 
πιστοποιητικών ήταν συνηθισμένο και προσφιλές μέσο απάτης 
γι’ αυτούς τους αξιότιμους ανθρώπους. Αλλά, παρ’ όλο που,
 εκτός από τους συνηθισμένους φεουδαρχικούς φόρους και τα
 δοσίματα, εισέπρατταν και τη δεκάτη, όλα αυτά τα έσοδα ποτέ
 δεν ήταν αρκετά. Κατέφευγαν στην κατασκευή θαυματουργών
 εικόνων και λειψάνων, την οργάνωση ευλογημένων προσευχη
ταρίων, το εμπόριο με τα συγχωροχάρτια, για να αποσπάσουν 
από το λαό περισσότερα δοσίματα και για πολύ καιρό με ιδι
αίτερη επιτυχία.

Αυτοί οι ανώτεροι κληρικοί και η πολυάριθμη χωροφυλακή 
τους από μοναχούς, που δυνάμωνε διαρκώς με τη διάδοση των 
πολιτικών και θρησκευτικών διώξεων, ήταν ο στόχος πάνω
 στον οποίο συγκεντρωνόταν το μίσος ενάντια στους παπάδες 
όχι μόνο του λαού, αλλά και της αριστοκρατίας.
Στο βαθμό που βρίσκονταν άμεσα κάτω από την αυτοκρατορική εξουσία,
 μπλέκονταν στα πόδια των πριγκίπων. Η αργόσχολη καλοζωία 
των παχουλών επισκόπων και των αβάδων και του μοναστικού 
στρατού τους προκαλούσε το φθόνο της αριστοκρατίας και
εξόργιζε το λαό, που έπρεπε να πληρώνει το κόστος της, πολύ
 περισσότερο μάλιστα που αυτό ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση
 με τα κηρύγματά τους.

Η πληβειακή μερίδα του κλήρου αποτελούνταν από ιεροκήρυκες της υπαίθρου και της πόλης. Αυτοί βρίσκονταν έξω από 
τη φεουδαρχική εκκλησιαστική ιεραρχία και δεν είχαν κανένα 
μερίδιο στα πλούτη της. Η δουλειά τους ελεγχόταν λιγότερο 
και, όσο σημαντική κι αν ήταν για την Εκκλησία, άμεσα ήταν 
πολύ λιγότερο απαραίτητη από τις αστυνομικές υπηρεσίες των 
στρατωνισμένων μοναχών. Γι’ αυτό πληρώνονταν πολύ χειρό
τερα και τα εισοδήματά τους ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, πολύ ισχνά. Αστικής ή πληβειακής καταγωγής, βρίσκονταν 
αρκετά κοντά στις συνθήκες ζωής των μαζών, ώστε να διατηρούν τις συμπάθειές τους ανάμεσα στους αστούς και τους πληβείους, παρ’ όλο το ιερατικό τους σχήμα. Η συμμετοχή στα κι
νήματα της εποχής, ενώ για τους μοναχούς ήταν εξαίρεση, γι’
 αυτούς ήταν κανόνας. Από αυτούς βγήκαν οι θεωρητικοί και οι 
ιδεολόγοι του κινήματος, και πολλοί απ’ αυτούς, εκπρόσωποι
 των πληβείων και των αγροτών, πέθαναν γι’ αυτό στο ικρίωμα.
 Το λαϊκό μίσος ενάντια στους παπάδες στρέφεται εναντίον 
τους μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Όπως πάνω από τους πρίγκιπες και την αριστοκρατία στε
κόταν ο αυτοκράτορας, έτσι στεκόταν πάνω από τους ανώτερους και κατώτερους κληρικούς ο πάπας. Όπως πληρωνόταν
 στον αυτοκράτορα η «κοινή δεκάρα», οι φόροι της αυτοκρα
τορίας, έτσι πληρώνονταν στον πάπα οι γενικοί εκκλησιαστικοί
 φόροι, με τους οποίους εκείνος χρηματοδοτούσε την πολυτέλεια στη Ρωμαϊκή Αυλή. Σε καμιά χώρα αυτοί οι εκκλησιαστι
κοί φόροι δεν εισπράττονταν με μεγαλύτερη ευσυνειδησία και
 αυστηρότητα -χάρη στη δύναμη και τον αριθμό των παπάδων- απ’ όσο στη Γερμανία. Αυτό συνέβαινε ιδιαίτερα με τα «αννάτα», όταν απονέμονταν οι επισκοπές. Με την άνοδο των ανα
γκών, εφευρέθηκαν νέα μέσα για τον προσπορισμό χρημάτων:
 το εμπόριο με λείψανα και συγχωροχάρτια, οι εισφορές ιωβη
λαίων κλπ. Έτσι, τεράστια ποσά έφευγαν κάθε χρόνο από τη 
Γερμανία προς τη Ρώμη και η αύξηση της πίεσης όχι μόνο δυνάμωνε το μίσος ενάντια στους παπάδες, αλλά και προκαλούσε το εθνικό αίσθημα, ιδιαίτερα της αριστοκρατίας, της τότε πιο 
εθνικής κλειστής τάξης.

* Friedrich Engels / Φρίντριχ Ένγκελς,
The Peasant War in Germany
(Neue Rheinische Zeitung. Revue 1850, engl. transl. M. Olgin) /
Ο πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία
(μετάφρ. Θαν. Παπαρήγας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή 1991, σσ. 46-49).

No comments: