Friday, January 6, 2012

Monotheism, Nicaea & orthodoxy /

Μονοθεϊσμός, Νίκαια & ορθοδοξία



Eventually Athanasius was able to convince Marcellus and his disciples that they should join forces, because they had more in common with one another than with the Arians. Those who said that the Logos was of the same nature as the Father and those who believed that he was similar in nature to the Father were 'brethren, who mean what we mean and are disputing only about terminology'. The priority must be to oppose Arius, who declared that the Son was entirely distinct from God and of a fundamentally different nature. To an outsider, these theological arguments inevitably seem a waste of time: nobody could possibly prove anything definitively, one way or the other, and the dispute proved to be simply divisive. But for the participants, this was no arid debate but concerned the nature of the Christian experience. Arius, Athanasius and Marcellus were all convinced that something new had come into the world with Jesus and they were struggling to articulate this experience in conceptual symbols to explain it to themselves and to others. The words could only be symbolic, because the realities to which they pointed were ineffable. Unfortunately, however, a dogmatic intolerance was creeping into Christianity, which would ultimately make the adoption of the 'correct' or orthodox symbols crucial and obligatory. This doctrinal obsession, unique to Christianity, could easily lead to a confusion between the human symbol and the divine reality. Christianity had always been a paradoxical faith: the powerful religious experience of the early Christians had overcome their ideological objections to the scandal of a crucified Messiah. Now at Nicaea the Church had opted for the paradox of the Incarnation, despite its apparent incompatibility with monotheism.








Προς στιγμήν ο Αθανάσιος μπόρεσε να πείσει τον Μάρκελλο και τους μαθητές του ότι έπρεπε να ενώσουν τις δυνάμεις τους, επειδή είχαν περισσότερα κοινά μεταξύ τους απ' ό,τι με τους Αρειανιστές. Εκείνοι που υποστήριζαν ότι ο Λόγος είχε την ίδια φύση με τον Πατέρα κι εκείνοι που πίστευαν ότι ήταν παρόμοιας φύσεως με τον Πατέρα ήταν «αδελφοί, που εννοούν το ίδιο με μας και διαφέρουν μόνο στην ορολογία». Η προτεραιότητα έπρεπε να είναι η απόκρουση του Αρείου, ο οποίος διακήρυσσε ότι ο Υιός ήταν εντελώς διακριτός από το Θεό και ριζικά διαφορετικής φύσεως. Για κάποιον από τα έξω, αυτές οι θεολογικές διαμάχες φαίνονταν αναπόφευκτα σαν μια ανώφελη δαπάνη χρόνου: ίσως κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει οριστικά κάτι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, και η όλη συζήτηση φαίνεται ότι το μόνο που έκανε ήταν να διχάζει. Ωστόσο, για τους συμμετέχοντες δεν ήταν καθόλου μια άγονη διαμάχη, αλλά αφορούσε την ίδια τη φύση της χριστιανικής εμπειρίας. Ο Άρειος, ο Αθανάσιος και ο Μάρκελλος ήταν όλοι τους πεπεισμένοι ότι κάτι καινούργιο είχε φανεί στον κόσμο με τον Ιησού και αγωνίζονταν να εκφράσουν αυτή τους την εμπειρία με εννοιακά σύμβολα, έτσι ώστε να την εξηγήσουν στον εαυτό τους και στους άλλους. Οι λέξεις δεν μπορούσαν να είναι παρά συμβολικές, επειδή οι πραγματικότητες τις οποίες δήλωναν ήταν άφατες. Δυστυχώς όμως, μέσα στο Χριστιανισμό γεννιόταν μια δογματική μισαλλοδοξία, η οποία θα έκανε εν τέλει την υιοθέτηση των «ορθών» ή ορθόδοξων συμβόλων κρίσιμη και υποχρεωτική. Αυτή η δογματική εμμονή, μοναδική στο Χριστιανισμό, μπορούσε εύκολα να δημιουργήσει μια σύγχυση ανάμεσα στο ανθρώπινο σύμβολο και τη θεία πραγματικότητα. Ο Χριστιανισμός υπήρξε πάντα μια παράδοξη πίστη: η πανίσχυρη θρησκευτική εμπειρία των πρώτων Χριστιανών είχε υπερνικήσει τις ιδεολογικές τους αντιρρήσεις απέναντι στο σκάνδαλο ενός σταυρωμένου Μεσσία. Τώρα στη Νίκαια, η Εκκλησία είχε υποστηρίξει το παράδοξο της ενσάρκωσης, παρ' όλο που ήταν ολοφάνερα ασύμβατη με το μονοθεϊσμό.




Φιλίστωρ, 1998,
σσ. 179, 180.

No comments: