.

Wednesday, May 30, 2012

Γρηγορίου Νεοκαισαρείας (Θαυματουργού),
Μετάφρασις εις τον Εκκλησιαστήν του Σολομώντος /

Gregory of Neocaesarea,
Metaphrasis in Ecclesiasten Salamonis



Εκκλησιαστής κεφ. 3 / Ecclesiastes chap. 3


Ο’ / LXX
ΜΝΚ / NWT

1 Τοῖς πᾶσιν χρόνος, καὶ καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι ὑπὸ τὸν οὐρανόν.
2 καιρὸς τοῦ τεκεῖν καὶ καιρὸς τοῦ ἀποθανεῖν, καιρὸς τοῦ φυτεῦσαι καὶ καιρὸς τοῦ ἐκτῖλαι πεφυτευμένον,
3 καιρὸς τοῦ ἀποκτεῖναι καὶ καιρὸς τοῦ ἰάσασθαι, καιρὸς τοῦ καθελεῖν καὶ καιρὸς τοῦ οἰκοδομῆσαι,
4 καιρὸς τοῦ κλαῦσαι καὶ καιρὸς τοῦ γελάσαι, καιρὸς τοῦ κόψασθαι καὶ καιρὸς τοῦ ὀρχήσασθαι,
5 καιρὸς τοῦ βαλεῖν λίθους καὶ καιρὸς τοῦ συναγαγεῖν λίθους, καιρὸς τοῦ περιλαβεῖν καὶ καιρὸς τοῦ μακρυνθῆναι ἀπὸ περιλήμψεως,
6 καιρὸς τοῦ ζητῆσαι καὶ καιρὸς τοῦ ἀπολέσαι,
καιρὸς τοῦ φυλάξαι καὶ καιρὸς τοῦ ἐκβαλεῖν,
7 καιρὸς τοῦ ῥῆξαι καὶ καιρὸς τοῦ ῥάψαι,
καιρὸς τοῦ σιγᾶν καὶ καιρὸς τοῦ λαλεῖν,
8 καιρὸς τοῦ φιλῆσαι καὶ καιρὸς τοῦ μισῆσαι, καιρὸς πολέμου καὶ καιρὸς εἰρήνης.
9 τίς περισσεία τοῦ ποιοῦντος ἐν οἷς αὐτὸς μοχθεῖ;
10 εἶδον σὺν τὸν περισπασμόν, ὃν ἔδωκεν θεὸς τοῖς υἱοῖς τοῦ ἀνθρώπου τοῦ περισπᾶσθαι ἐν αὐτῷ.
11 σὺν τὰ πάντα ἐποίησεν καλὰ ἐν καιρῷ αὐτοῦ καί γε σὺν τὸν αἰῶνα ἔδωκεν ἐν καρδίᾳ αὐτῶν, ὅπως μὴ εὕρῃ ἄνθρωπος τὸ ποίημα, ἐποίησεν θεός, ἀπ᾽ ἀρχῆς καὶ μέχρι τέλους.
12 ἔγνων ὅτι οὐκ ἔστιν ἀγαθὸν ἐν αὐτοῖς
εἰ μὴ τοῦ εὐφρανθῆναι καὶ τοῦ ποιεῖν ἀγαθὸν ἐν ζωῇ αὐτοῦ·
13 καί γε πᾶς ὁ ἄνθρωπος, ὃς φάγεται καὶ πίεται καὶ ἴδῃ ἀγαθὸν ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, δόμα θεοῦ ἐστιν.
14 ἔγνων ὅτι πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ θεός,
αὐτὰ ἔσται εἰς τὸν αἰῶνα· ἐπ᾽ αὐτῷ οὐκ ἔστιν προσθεῖναι, καὶ ἀπ᾽ αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν, καὶ ὁ θεὸς ἐποίησεν, ἵνα φοβηθῶσιν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ.
15 τὸ γενόμενον ἤδη ἐστίν, καὶ ὅσα τοῦ γίνεσθαι, ἤδη γέγονεν, καὶ ὁ θεὸς ζητήσει τὸν διωκόμενον.
16 Καὶ ἔτι εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον τόπον τῆς κρίσεως, ἐκεῖ ὁ ἀσεβής, καὶ τόπον τοῦ δικαίου, ἐκεῖ ὁ ἀσεβής.
17 εἶπα ἐγὼ ἐν καρδίᾳ μου Σὺν τὸν δίκαιον καὶ σὺν τὸν ἀσεβῆ κρινεῖ ὁ θεός, ὅτι καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι καὶ ἐπὶ παντὶ τῷ ποιήματι.
18 ἐκεῖ εἶπα ἐγὼ ἐν καρδίᾳ μου περὶ λαλιᾶς υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι διακρινεῖ αὐτοὺς ὁ θεός, καὶ τοῦ δεῖξαι ὅτι αὐτοὶ κτήνη εἰσὶν καί γε αὐτοῖς.
19 ὅτι συνάντημα υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνάντημα τοῦ κτήνους, συνάντημα ἓν αὐτοῖς· ὡς ὁ θάνατος τούτου, οὕτως ὁ θάνατος τούτου, καὶ πνεῦμα ἓν τοῖς πᾶσιν· καὶ τί ἐπερίσσευσεν ὁ ἄνθρωπος παρὰ τὸ κτῆνος; οὐδέν, ὅτι τὰ πάντα ματαιότης.
20 τὰ πάντα πορεύεται εἰς τόπον ἕνα· τὰ πάντα ἐγένετο ἀπὸ τοῦ χοός, καὶ τὰ πάντα ἐπιστρέφει εἰς τὸν χοῦν·
21 καὶ τίς οἶδεν πνεῦμα υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου εἰ ἀναβαίνει αὐτὸ εἰς ἄνω, καὶ πνεῦμα τοῦ κτήνους εἰ καταβαίνει αὐτὸ κάτω εἰς γῆν;
22 καὶ εἶδον ὅτι οὐκ ἔστιν ἀγαθὸν εἰ μὴ ὃ εὐφρανθήσεται ὁ ἄνθρωπος ἐν ποιήμασιν αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸ μερὶς αὐτοῦ· ὅτι τίς ἄξει αὐτὸν τοῦ ἰδεῖν ἐν ᾧ ἐὰν γένηται μετ᾽ αὐτόν;

1 Χρόνος δὲ οὗτος πάντων γέμει τῶν ἐναντιωτήτων,
2 τοκετῶν, εἶτα θανάτων, βλαστήσεως φυτῶν, εἶτα ἀνατροπῆς·
3 ἰάσεων καὶ ἀναιρέσεων, οἴκων τε εὐορθώσεως καὶ καταλύσεως,
4 κλαυθμῶν καὶ γελώτων, κοπετῶν καὶ ὀρχημάτων.
5 Νῦν μὲν συνάγει τις τὰ ἀπὸ γῆς, νῦν δὲ ἐξέβαλε· καὶ ποτὲ μὲν ἐπιμέμηνε γυναικὶ, ποτὲ δὲ αὐτὴν ἀποστυχεῖ.
6 Καὶ νῦν μὲν ἐζήτησέ τις ὁτιοῦν, νῦν δὲ ἀπώλεσε· καὶ νῦν μὲν ἐφύλαξε, νῦν δὲ προήκατο·
7 ἄλλοτε ἀπέκτεινεν, ἄλλοτε ἐφονεύθη· ἐλάλησεν, εἶτα ἡσύχασεν·
8 ἠγάπησεν, εἶτα ἐμίσησε. Τὰ γὰρ ἐν ἀνθρώποις πράγματα ποτὲ μὲν πολεμεῖται, ἄλλοτε δὲ εἰρηνεύεται,
9 ὀξυῤῥόπως τῶν πραγμάτων ἐξ ἀγαθῶν εἶναι δοκούντων εἰς ὁμολογούμενα κακὰ μεταπιπτόντων. Παυσώμεθα τοίνυν ἐξ ἀνονήτων μόχθων.
10 Ταῦτα γὰρ ἅπαντα, ὥς γέ μοι δοκεῖ, κέντροις ἰοβόλοις ἀνθρώπους ἐξοιστρεῖν ἐτέθη.
11 Καιροσκόπος δή τις πονηρὸς τὸν αἰῶνα τοῦτον περικέχηνεν, ἀφανίσαι ὑπερδιατεινόμενος τὸ τοῦ Θεοῦ πλάσμα, ἐξ ἀρχῆς αὐτῷ μέχρι τέλους πολεμεῖν ᾑρημένος.
12 Πέπεισμαι τοίνυν τὰ μέγιστα ἀγαθὰ ἀνθρώπῳ εὐθυμίαν καὶ εὐποιΐαν ὑπάρχειν,
13 καὶ μέν τοι καὶ τὴν πρόσκαιρον ταύτην ἀπόλαυσιν ἐκ Θεοῦ παραγενέσθαι μόνον, εἰ δικαιοσύνη τῶν πράξεων ἡγοῖτο.
14 Τῶν δὲ αἰωνίων καὶ ἀφθάρτων πραγμάτων, ὅσα ὁ Θεὸς παγίως ὥρισεν, οὔτε τι ἀφελεῖν, οὔτε τι προσθεῖναι δυνατόν. Ὧι τινι οὖν, ἀλλ’ ἔστιν, ἐκεῖνα φοβερά τε ὁμοῦ καὶ θαυμαστά·
15 καὶ τὰ μὲν γενόμενα, ἕστηκε· τὰ δὲ ἐσόμενα, ἤδη κατὰ τὸ προεγνῶσθαι γεγένηται. Θεῷ δὲ κέχρηται ὁ ἀδικούμενος βοηθῷ.
16 Εἶδον ἐν τοῖς κάτω μέρεσι, κολάσεως μὲν βάραθρον τοὺς δυσσεβεῖς δεχόμενον, εὐσεβέσι δὲ χῶρον ἕτερον ἀνειμένον.
17 Ἐλογισάμην δὲ πάντα ὅμοια ὑπάρχειν παρὰ Θεῷ νομίζεσθαι καὶ κρίνεσθαι, ταυτὸν εἶναι δικαίους καὶ ἀδίκους, λογικὰ καὶ ἄλογα. Χρόνον τε γὰρ ἅπασιν ὁμοίως ἐπιμεμετρῆσθαι, καὶ θάνατον ἐπηρτῆσθαι,
18 ταυτόν τε εἶναι παρὰ Θεῷ κτηνῶν τε καὶ ἀνθρώπων φῦλα, διαφέρειν δὲ ἀλλήλων, μόνῳ τῷ ἐνάρθρῳ τῆς φωνῆς·
19 συμβαίνειν δὲ αὐτοῖς ἅπαντα παραπλήσια, καὶ τὸν θάνατον χωρεῖν, οὐδὲν μᾶλλον ἐπὶ τὰ λοιπὰ τῶν ζώων, ἤπερ καὶ ἐπ’ ἀνθρώπους. Πνεῦμα γὰρ πᾶσιν ὅμοιον εἶναι, καὶ πλέον ὑπάρχειν ἐν ἀνθρώποις μηδὲν, ἀλλὰ πάντα ἑνὶ λόγῳ εἶναι μάταια,
20 ἀπὸ τῆς αὐτῆς γῆς λαβόντα τὴν σύστασιν, καὶ εἰς τὴν αὐτὴν γῆν ἕξοντα τὴν ἀνάλυσιν.
21 Ἄδηλον γὰρ εἶναι περί τε τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν, εἰ ἀναπτήσονται ἄνω, καὶ περὶ τῶν λοιπῶν ἃς τὰ ἄλογα κέκτηνται, εἰ κάτω διαῤῥυήσονται.
22 Καὶ ὅ μοι ἐδόκει μηδὲν ἕτερον ὑπάρχειν ἀγαθὸν, εἰ μὴ τρυφὴ καὶ τῶν παρόντων χρῆσις. Οὐ γὰρ εἶναι πάλιν ᾠήθην, ἐπὶ τὴν ἀπόλαυσιν τούτων ἐλθεῖν δυνατόν, ἅπαξ ἀνθρώπῳ θανάτου γευσαμένῳ.


1 Για το καθετί υπάρχει προσδιορισμένος καιρός, καιρός για κάθε υπόθεση κάτω από τους ουρανούς:
2 καιρός να γεννιέται κανείς και καιρός να πεθαίνει· καιρός να φυτεύει και καιρός να ξεριζώνει αυτό που ήταν φυτεμένο·
3 καιρός να θανατώνει κανείς και καιρός να γιατρεύει· καιρός να γκρεμίζει και καιρός να χτίζει·
4 καιρός να κλαίει κανείς και καιρός να γελάει· καιρός να θρηνεί και καιρός να χοροπηδάει·
5 καιρός να πετάει κανείς τις πέτρες και καιρός να μαζεύει τις πέτρες· καιρός να αγκαλιάζει και καιρός να απέχει από το αγκάλιασμα·
6 καιρός να ζητάει κανείς κάτι και καιρός να το θεωρήσει χαμένο· καιρός να φυλάει και καιρός να πετάει·
7 καιρός να σκίζει κανείς και καιρός να ράβει· καιρός να σωπαίνει και καιρός να μιλάει·
8 καιρός να αγαπάει κανείς και καιρός να μισεί· καιρός για πόλεμο και καιρός για ειρήνη.
9 Τι πλεονέκτημα αποκομίζει αυτός που εργάζεται από εκείνο στο οποίο εργάζεται σκληρά;
10 Είδα τις ασχολίες τις οποίες έδωσε ο Θεός στους γιους των ανθρώπων για να ασχολούνται με αυτές.
11 Όλα τα έκανε ωραία, το καθένα στον καιρό του. Και την αιωνιότητα έβαλε στην καρδιά τους, ώστε οι άνθρωποι να μην ανακαλύψουν ποτέ το έργο που έκανε ο αληθινός Θεός από την αρχή ως το τέλος.
12 Έχω κατανοήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για αυτούς από το να χαίρονται και να κάνουν καλό όσο ζουν·
 13 και επίσης ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να τρώει και να πίνει και να απολαμβάνει το καλό για όλη τη σκληρή εργασία του. Αυτό είναι δώρο Θεού.
14 Έχω κατανοήσει ότι όλα όσα κάνει ο αληθινός Θεός θα υπάρχουν στον αιώνα. Τίποτα δεν μπορεί να προστεθεί σε αυτά και τίποτα δεν μπορεί να αφαιρεθεί από αυτά· αλλά ο ίδιος ο αληθινός Θεός τα έκανε αυτά, ώστε οι άνθρωποι να φοβούνται ενώπιόν του.
15 Ό,τι έχει συμβεί υπήρχε ήδη και ό,τι πρόκειται να συμβεί έχει ήδη συμβεί· και ο αληθινός Θεός ζητάει αυτό που καταδιώκεται.
16 Και είδα επίσης κάτω από τον ήλιο τον τόπο της κρίσης, όπου υπήρχε πονηρία, και τον τόπο της δικαιοσύνης, όπου ήταν η πονηρία.
17 Είπα μέσα στην καρδιά μου: «Ο αληθινός Θεός θα κρίνει και τον δίκαιο και τον πονηρό, γιατί υπάρχει καιρός για κάθε υπόθεση και σχετικά με κάθε έργο εκεί».
18 Εγώ είπα μέσα στην καρδιά μου, όσον αφορά τους γιους των ανθρώπων, ότι ο αληθινός Θεός πρόκειται να τους διαλέξει, για να δουν ότι και αυτοί είναι ζώα.
19 Διότι υπάρχει κάποια κατάληξη για τους γιους των ανθρώπων και κάποια κατάληξη για το ζώο, και η κατάληξή τους είναι ίδια. Όπως πεθαίνει αυτό, έτσι πεθαίνει και εκείνος· και όλα έχουν ένα και το αυτό πνεύμα, ώστε δεν υπάρχει ανωτερότητα του ανθρώπου σε σχέση με το ζώο, γιατί τα πάντα είναι ματαιότητα.
20 Όλα πηγαίνουν στον ίδιο τόπο. Όλα έχουν γίνει από χώμα και όλα επιστρέφουν στο χώμα.
21 Ποιος γνωρίζει το πνεύμα των γιων των ανθρώπων, αν ανεβαίνει πάνω, και το πνεύμα του ζώου, αν κατεβαίνει κάτω στη γη;
22 Και είδα ότι δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από το να χαίρεται ο άνθρωπος τα έργα του, επειδή αυτή είναι η μερίδα του· διότι ποιος θα τον φέρει να δει τι θα γίνει έπειτα από αυτόν;



For this present time is filled with all things that are most contrary to each other — births and deaths, the growth of plants and their uprooting, cures and killings, the building up and the pulling down of houses, weeping and laughing, mourning and dancing. At this moment a man gathers of earth's products, and at another casts them away; and at one time he ardendy desire th the beauty of woman, and at another he hateth it. Now he seeketh something, and again he loseth it; and now he keepeth, and again he casteth away; at one time he slayeth, and at another he is slain; he speaketh, and again he is silent; he loveth, and again he hateth. For the affairs of men are at one time in a condition of war, and at another in a condition of peace; while their fortunes are so inconstant, that from bearing the semblance of good, they change quickly into acknowledged ills. Let us have done, therefore, with vain labours. For all these things, as appears to me, are set to madden men, as it were, with their poisoned stings. And the ungodly observer of the times and seasons is agape for this world, exerting himself above measure to destroy the image of God, as one who has chosen to contend against it from the beginning onward to the end. I am persuaded, therefore, that the greatest good for man is cheerfulness and welldoing, and that this shortlived enjoyment, which alone is possible to us, comes from God only, if righteousness direct our doings. But as to those everlasting and incorruptible things which God hath firmly established, it is not possible either to take aught from them or to add aught to them. And to men in general, those things, in sooth, are fearful and wonderful; and those things indeed which have been, abide so; and those which are to be, have already been, as regards His foreknowledge. Moreover, the man who is injured has God as his helper. I saw in the lower parts the pit of punishment which receives the impious, but a different place allotted for the pious. And I thought with myself, that with God all things are judged and determined to be equal; that the righteous and the unrighteous, and objects with reason and without reason, are alike in His judgment. For that their time is measured out equally to all, and death impends over them, and in this the races of beasts and men are alike in the judgment of God, and differ from each other only in the matter of articulate speech; and all things else happen alike to them, and death receives all equally, not more so in the case of the other kinds of creatures than in that of men. For they have all the same breath of life, and men have nothing more; but all are, in one word, vain, deriving their present condition' from the same earth, and destined to perish, and return to the same earth again. For it is uncertain regarding the souls of men, whether they shall fly upwards; and regarding the others which the unreasoning creatures possess, whether they shall fall downward. And it seemed to me, that there is no other good save pleasure, and the enjoyment of things present. For I did not think it possible for a man, when once he has tasted death, to return again to the enjoyment of these things.

* Alexander Roberts & Sir James Donaldson (eds.),
Ante-Nicene Christian Library: Translations of the Writings of the Fathers Down to A.D. 325,
Vol./Τόμ. 20: The writings of Gregory Thaumaturgus, Dionysius of Alexandria, and Archelaus,
T. and T. Clark, 1871,
pp./σσ. 12, 13 [7-29].
(English/Αγγλικά, PDF)




Baker Academic, 2009,
p./σ. 26.

No comments: