Tuesday, June 5, 2012

Φιλιππησίους / Philippians 2:6:

Τι σημαίνει
το ρήμα ἡγέομαι;

What is the meaning
of the verb ἡγέομαι?




Λεξικό Liddell & Scott
(μετάφρ. Μ. Κωνσταντινίδου & Ξ. Μόσχου,
εκδ. Ι. Σιδέρη, 1904), 2:431.


ἡγέομαι,
Dor.
ἁγ-έομαι (irreg. pres. part. ἁγώμενος Hymn.Curet.4), impf. ἡγούμην Il.12.28, etc., Ion. -εύμην Hdt.2.115, ἡγέοντο Id.9.15: fut. ἡγήσομαι Il.14.374, etc.: aor. 1 ἡγησάμην Od.14.48, etc.: aor. 1 ἡγήθην in pass. sense, PGiss.48.20 (iii A.D.) (cf. περιηγ-): pf. ἥγημαι Hdt.1.126, 2.115, ἅγημαι Pi.P.4.248:—go before, lead the way, ὣς εἰπὼν ἡγεῖθ’, ἡ δ’ ἕσπετο Παλλὰς Ἀθήνη Od.1.125; ἂν πάϊς ἡγήσαιτο νήπιος 6.300, etc.; πρόσθεν δὲ . . Ἶρις ἡγεῖτ’ Il.24.96; ἡγοῦ πάροιθε E. Ph.834; ἡ. ἐπὶ νῆα Od.13.65; ἐς τεῖχος Il.20.144; κλισίηνδε Od.14. 48, cf. Hdt.2.93, etc.; ἡγησόμενος οὐδεὶς ἔσται X.An.2.4.5: Astron., precede in the daily movement, Autol.2.3, al.

b. c. dat. pers., Τρωσὶ ποτὶ πτόλιν ἡγήσασθαι Il.22.101; ἐκ Δουλιχίου . . ἡγεῖτο μνηστῆρσι Od.16.397; οἱ γὰρ βλέποντες τοῖς τυφλοῖς ἡγούμεθα Ar.Pl.15; ἡ. τοῖς πολίταις πρὸς ἀρετήν X.Ages.10.2.
c. with ὁδόν added, ὁδὸν ἡγήσασθαι to go before on the way, Od.10.263; ἡ. τινὶ τὴν ὁδόν Hdt.9.15.
d. c. acc. loci, ἥ οἱ . . πόλιν ἡγήσαιτο who might guide him to the city, Od.6.114, cf. 7.22, 15.82; ἡ. βωμοὺς ἀστικούς A.Supp.501.
e. ἅρματα ἡ. drive chariots, Philostr.Im.2.23.
f. of logical priority, to be antecedent, opp. ἕπεσθαι, Stoic.2.71, 88, S.E. M.8.110, al., Dam.Pr.241, Phlp.in GC195.13, in Ph.496.14.
g. ἡγούμενον, τό, the leading principle, the main thing, Ph.Bel.63.14, cf. Sosip.1.47.

2. c. dat. pers. et gen. rei, to be one's leader in a thing, θεῖος ἀοιδὸς . . ἡμῖν ἡγείσθω . . ὀρχηθμοῖο Od.23.134; ἡ. τινὶ σοφίας, ᾠδῆς, Pi.P. l.c., Pl.Alc.1.125d; ἀλήθεια δὴ πάντων μὲν ἀγαθῶν θεοῖς ἡγεῖται πάντων δὲ ἀνθρώποις Id.Lg.730c; ἡ. τοῦ χοροῦ Πέρσαις X.Cyr.8.7.1, cf. Call.Del.313: c. gen. rei, ἁ. νόμων to lead the song, Pi.N.5.25; φρόνησις ἡ. τοῦ ὀρθῶς πράττειν Pl.Men.97c; ἡ. παντὸς καὶ λόγου καὶ ἔργου X.Mem.2.3.15: also, τὸ ὀρθῶς τοῖς τοιούτοις χρῆσθαι ἐπιστήμη ἦν ἡγουμένη Pl.Euthd.281a.
3. c. dat. rei, to be leader in . . , κερδοσύνῃ, νηπιέῃσι ἡ. τινί, Il.22.247, Od.24.469.
4. c. acc. rei, lead, conduct, ἡ. τὰς πομπάς D.21.174; τὴν ἀποδημίαν (v.l. for ᾐτήσατο) Dinon 7; τὰς τύχας E.Supp.226: with adverbial acc., ἡ γλῶσσα πάνθ’ ἡγουμένη S.Ph.99.
5. part. ἡγούμενος, η, ον, as Adj., σκέλη ἡγούμενα, opp. ἑπόμενα, the front legs, Arist.IA713b6; ὁ ἡ. πούς the advanced foot, Id.Fr.74.

II. lead, command in war, c. dat., νῆες θοαί, ᾗσιν Ἀχιλλεὺς ἐς Τροίην ἡγεῖτο Il.16.169, cf. Od.14.238; οὐ γὰρ ἔην ὅς τίς σφιν ἐπὶ στίχας ἡγήσαιτο might lead them to their ranks, Il.2.687; ἡ. Τρώεσσιν ἐς Ἴλιον 5.211; ἡ. Μῄοσιν 2.864; λόγχαισιν E.Ba.1360; ἑτέροις Lys. 31.17, cf. X.An.5.2.6; ἐν ταῖς στρατείαις, αἷς ἡγεῖται βασιλεύς Isoc. 12.180: also generally, πόλει E.Fr.282.24; but usu. c. gen., Σαρπηδὼν δ’ ἡγήσατ’ . . ἐπικούρων Il.12.101; ἡγήσατο λαῶν 15.311, cf. 2.567, al.; ἡ. τῆς ἐξόδου Th.2.10; ἡγούμενος τῶν ἡδονῶν ἀλλ’ οὐκ ἀγόμενος ὑπ’ αὐτῶν Isoc.9.45: abs., to be in command, Id.16.21, etc.

2. rule, have dominion, c. gen., τῆς Ἀσίης, τῆς συμμαχίης, Hdt.1.95, 7.148; οἱ Θεσσαλίης ἡγεόμενοι Id.9.1: abs., οἱ ἡγούμενοι the rulers, S. Ph.386, cf. A.Ag.1363; ἡ. ἐν τοῖς ἀδελφοῖς leading men, Act.Ap. 15.22; ἡ. σχολῆς to be the head of a philosophical school, Phld.Acad. Ind.p.107 M., al.
3. as official title, ἡγούμενος, , president, συνόδου PGrenf.2.67.3 (iii A.D.); γερδίων ib.43.9 (i A.D.); ἱερέων PLond. 2.281.2 (i A.D.): abs., PFay.110.26 (i A.D.).
b. of Roman governors, ἡ. ἔθνους, = Lat. praeses provinciae, POxy.1020.5 (ii/iii A.D.); ἡ. τῆς Γαλατίας Luc.Alex.44.
c. of subordinate officials, ἡ. τοῦ στρατηγοῦ POxy.294.19 (i A.D.); κώμης PRyl.125.3 (i A.D.).
d. abbot, Just.Nov.7.1, al.: fem. -μένη abbess, ibid.
4. ἡγούμενος as Adj., principal, πυλών PFlor.382.15 (iii A.D.), POxy.55.9 (iii A.D.).

III.
post-Hom., believe, hold, Hdt. (usu. in pf. ἥγημαι, 3pl. ἡγέαται), etc.; ἡ. τι εἶναι Id.1.126, al.; ἡγεῖσθε δὲ [θεοὺς] βλέπειν . . πρὸς τὸν εὐσεβῆ βροτῶν S.OC278, cf. Th.2.89, Ar.Nu.1020 (lyr.), etc.


2. with an attributive word added, ἡ. τινὰ βασιλέα hold or regard as king, Hdt.6.52; μηδ’ αὐθαδίαν εὐβουλίας ἀμείνον’ ἡγήσῃ ποτέ A.Pr.1035; ἅπαντας ἐχθροὺς τῶν θεῶν ἡγοῦ πλέον Id.Ch.902, cf. 905; ἡ. τἄλλα πάντα δεύτερα to hold everything else secondary, S.Ph.1442; οὐκ αἰσχρὸν ἡγῇ . . τὰ ψευδῆ λέγειν; ib.108, cf. Ant.1167; τὰς τούτων ἀπορίας ἀντιπάλους ἡ. τῷ ἡμετέρῳ πλήθει Th.4.10; περὶ πολλοῦ ἥγημαι μὴ ξεινοκτονέειν Hdt.2.115; περὶ πλείονος Isoc.19.10; περὶ πλείστου Th.2.89; περὶ οὐδενός Lys.7.26; παρ’ οὐδέν Decr. ap. D.18.164: c. part., πᾶν κέρδος ἡγοῦ ζημιουμένη φυγῇ E.Med.454.
3. esp. of belief in gods, τὴν μεγίστην δαίμονα ἥγηνται εἶναι Hdt.2.40, cf. 3.8; ἡ. θεούς to believe in gods, Ar.Eq.32, E.Hec.800, Ba.1326; δαίμονας ἡ. Pl.Ap.27d.
4. ἡγοῦμαι δεῖν think fit, deem necessary, c. inf., And.1.23, D.1.20: without δεῖν, παθεῖν μᾶλλον ἡγησάμενοι ἤ . . Th.2.42 (s.v.l.); ἡγησάμην διατάγματι αὐτοὺς σωφρονίσαι Inscr.Magn.114 (ii A.D.); ἡγήσατο ἐπαινέσαι Pl.Prt.346b.

IV. pf. in pass. sense, τὰ ἁγημένα, = τὰ νομιζόμενα, Orac. ap. D.43.66; ἡγεόμενον being led, Hdt.3.14 (ἀγόμενον Dind.): hence act. form ἡγέω, Hdn.Gr.2.950. (sāg-, cf. Lat. praesagio.)
Liddell-Scott-Jones Greek-English Lexicon,
p./σ. 763.




The Greek New Testament
(4th rev. ed., United Bible Societies, 2007),
Dictionary p./σ. 80.




«δεν διανοήθηκε κάποια αρπαγή»




Oxford Greek-English Learner's Dictionary,
Stavropoulos, 1988, p./σ. 225.



A Greek and English Dictionary,
J. Groves, 1834, p./σ. 144.



A Modern Greek and English lexicon,
I. Lowndes, 1837, p./σ. 190.



An Intermediate Greek English Lexicon,
Liddell & Scott, 1889, p./σ. 192.

*


No comments: