.

Showing posts with label ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Show all posts
Showing posts with label ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗΣ. Show all posts

Saturday, June 11, 2022

Η αντίρρηση συνείδησης στη στρατιωτική θητεία
& οι χριστιανοί /

Conscientious objection to military service
& the Christians

 


 

Η αντίρρηση συνείδησης στη στρατιωτική θητεία αποτελεί την πιο χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της εσωτερικής συνειδησιακής σύγκρουσης. Σε αυτή την έκφανσή της, εκδηλώνεται με την άρνηση συμμετοχής στον πόλεμο και την προετοιμασία του. Το φαινόμενο αυτό εκδηλώθηκε για πρώτη φορά σε συλλογικό επίπεδο με την άρνηση των πρώτων χριστιανών να στρατευθούν. Αρνούμενοι την υποχρεωτική στράτευση, οι πρώτοι χριστιανοί θεωρήθηκαν επικίνδυνοι αναρχικοί που υπέσκαπταν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Εντούτοις, η περιθωριοποίηση, ο κοινωνικός αποκλεισμός και η φυλάκισή τους, ενδυνάμωσαν το χριστιανικό φρόνημα και την απήχηση των χριστιανικών ιδεών, αφού η συμπεριφορά τους συγκίνησε και θεωρήθηκε ηρωική. Το παράδειγμα των πρώτων χριστιανών, εξάλλου, έχει μια ιδιαίτερη σημασιολογική αξία για τους θρησκευτικούς αντιρρησίες, οι οποίοι ανέκαθεν αποτελούσαν τον σημαντικότερο αριθμό των αντιρρησιών συνείδησης.

Η φιλοσοφική και θεολογική αντίληψη των θρησκευτικών αντιρρησιών ήταν, και εξακολουθεί να είναι ασύμβατη με την υιοθέτηση βίαιων συμπεριφορών που αντίκεινται στο πνεύμα του Ευαγγελίου και τη ρητή εντολή «ου φονεύσεις». Παρά το γεγονός ότι τα χριστιανικά θρησκεύματα δεν έχουν αναγάγει την εντολή αυτή σε δογματική αρχή απόλυτα εφαρμοζόμενη, ορισμένες χριστιανικές κοινότητες την υιοθετούν απολύτως και αρνούνται οποιαδήποτε συμμόρφωση με συμπεριφορές που την παραβιάζουν. Ανάμεσα στην υπακοή σε έναν επίγειο και έναν θείο κανόνα, προέχει, για τους πιστούς των θρησκειών αυτών, η συμμόρφωση στον θείο νόμο παρά τις επαπειλούμενες «επίγειες» τιμωρίες που μπορεί αυτό να συνεπάγεται.

Η αντίρρηση συνείδησης για θρησκευτικούς λόγους συνδέθηκε, σε μεγάλο βαθμό, με την άρνηση στράτευσης των μαρτύρων του Ιεχωβά. Προοδευτικά άρχισε να κατοχυρώνεται νομοθετικά σε διάφορα κράτη, κυρίως αγγλοσαξωνικής κουλτούρας στις αρχές του 20ου αιώνα. Η τάση αυτή διευρύνθηκε σημαντικά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όταν πολλά κράτη προτάσσοντας την ανάγκη προστασίας της ελευθερίας της συνείδησης και αντιδρώντας, με τον τρόπο αυτό, στις τραυματικές μνήμες των απολυταρχικών τακτικών των ναζί, κατοχύρωσαν την αντίρρηση συνείδησης στη στρατιωτική θητεία.

[...] Η αναγωγή της εθνικής άμυνας και της διαφύλαξης της ακεραιότητας της Χώρας σε μείζονος σημασίας πολιτικό ζήτημα στην ακολουθούμενη πολιτική των κυβερνήσεων, η αρνητική στάση της κοινής γνώμης, η νομική προβληματική σχετικά με τη δυνατότητα αναγνώρισης τέτοιου δικαιώματος στο πλαίσιο του Συντάγματος και η άκαμπτη αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας που αισθάνθηκε ότι ενδεχόμενη υιοθέτηση τέτοιων λύσεων θα υπηρετούσε τις θέσεις των μαρτύρων του Ιεχωβά, αποτέλεσαν τους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα δεν αναγνώριζε, ουσιαστικά έως το 1997, την αντίρρηση συνείδησης.



Conscientious objection to military service is the most characteristic manifestation of this internal conflict of conscience. In this manifestation, it is present in the refusal to participate in the war and its preparation. This phenomenon first manifested itself on a collective level with the refusal of the first Christians to enlist. By refusing compulsory conscription, the early Christians were seen as dangerous anarchists who were undermining the Roman Empire. However, their marginalisation, social exclusion and imprisonment strengthened Christian sentiment and the appeal of Christian ideas, as their behaviour was moving and considered heroic. The example of the early Christians, moreover, has a special semantic value for religious objectors, who have always constituted the largest number of conscientious objectors.

The philosophical and theological understanding of religious objectors was, and still is, incompatible with the adoption of violent behaviour contrary to the spirit of the Gospel and the explicit commandment 'thou shalt not kill'. Although Christian denominations have not elevated this commandment to a doctrinal principle of absolute application, some Christian communities fully embrace it and refuse any compliance with behaviors that violate it. Between obedience to an earthly and a divine rule, the priority for the followers of these religions is, for them, compliance with the divine law despite the threatened "earthly" punishments that this may entail.

Conscientious objection on religious grounds was largely associated with the refusal of Jehovah's Witnesses to enlist. It gradually began to be enshrined in law in various states, mainly of Anglo-Saxon culture, at the beginning of the 20th century. This trend expanded significantly after the Second World War, when many states, advocating the need to protect freedom of conscience and thus reacting to the traumatic memories of the authoritarian tactics of the Nazis, enshrined conscientious objection to military service.

[... ] The reduction of national defence and the safeguarding of the integrity of the country to a major political issue in the policy pursued by governments, the negative attitude of public opinion, the legal problematic regarding the possibility of recognizing such a right under the Constitution and the rigid reaction of the Orthodox Church, which felt that the possible adoption of such solutions would serve the positions of Jehovah's Witnesses, were the reasons why Greece did not recognize, practically until 1997, the conscientious objection.



Καλλιόπη Λυκοβάρδη,
«Η αντίρρηση συνείδησης στη στρατιωτική θητεία.
Η αντιμετώπιση του ζητήματος στην ελληνική και τις ευρωπαϊκές έννομες τάξεις υπό το πρίσμα των εξελίξεων στα όργανα του Συμβουλίου της Ευρώπης
»,
Το Σύνταγμα
, Μάιος-Ιούνιος 2000, τεύχ. 3,
σσ. 463, 464, 469 (461-492).



Tuesday, February 9, 2021

Ο Ιησούς ευλογεί
έφιππους στρατιώτες Ορθόδοξους αγίους /

Jesus blessing
the Greek Orthodox saints & cavalry soldiers

 


Μουσείο Μπενάκη: Eικόνα με τους έφιππους στρατιωτικούς αγίους Γεώργιο, Δημήτριο, Θεόδωρο Tήρωνα και Θεόδωρο Στρατηλάτη, μια θεαματική ενυπόγραφη δημιουργία του φημισμένου ζωγράφου Mιχαήλ Δαμασκηνού. Aπό τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της Kρητικής Σχολής, ο Δαμασκηνός ανανέωσε το εκφραστικό λεξιλόγιο της μεταβυζαντινής ζωγραφικής κατά το δεύτερο μισό του 16ου αι.


Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας σημείωσε πως η ξενάγησή της στη Δημοτική Πινακοθήκη και στην έκθεση με θέμα «Στρατιωτικοί Άγιοι του Βυζαντίου» της έφερε στο νου μια υποβλητική εικόνα του φημισμένου ζωγράφου Μιχαήλ Δαμασκηνού, που βρίσκεται στο Μουσείο Μπενάκη για την οποία είπε τα εξής: «Είναι μια ιδιαίτερα εκφραστική σύνθεση φιλοτεχνημένη με σχεδιαστική τόλμη και θερμή χρωματική παλέτα. Ο Δαμασκηνός παρουσιάζει τον Χριστό να ευλογεί τέσσερις στρατιωτικούς αγίους, που απεικονίζονται πάνω στα άλογά τους, κρατώντας στα χέρια τους το σύμβολο του μαρτυρίου τους, ατενίζοντας τους αγγέλους που κατέρχονται από τα νέφη για να τους στέψουν το “ουράνιο στέφος”. Ένας απ' αυτούς είναι ο Άγιος Δημήτριος, ο αθλοφόρος, αεικλεής και φιλόπολις, ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης. Συγκαταλέγεται κι αυτός στους στρατιωτικούς, τροπαιοφόρους αγίους, που μαρτύρησαν για την πίστη τους, όπως ο Άγιος Γεώργιος, ο Θεόδωρος Τήρωνας και ο Θεόδωρος ο Στρατηλάτης, για να αναφέρω ενδεικτικά τους γνωστότερους, αλλά και μια γυναίκα, η Αγία Θεοδώρα της Βάστα, που μεταμφιέστηκε σε άντρα, πολέμησε σαν άντρας και σκοτώθηκε σαν άντρας. Η ρώμη, η γενναιότητα, η αυταπάρνηση αυτών των ένοπλων της εκκλησίας μας -416 στρατιωτικούς αγίους έχει μετρήσει ένας ερευνητής- συγκίνησαν βαθιά τους Χριστιανούς. Τους αγάπησαν σαν προστάτες και παράκλητους, σαν υπερασπιστές τους απέναντι στους αλλόπιστους εχθρούς, σαν παραστάτες στις δυσκολίες και τα δεινά των πολέμων και των καταστροφών. Τους ενσωμάτωσαν στη λαϊκή παράδοση, τους γιόρτασαν με πανηγύρια και λατρευτικά έθιμα, τους ιστόρησαν σε θρύλους στις κρίσιμες στιγμές των αγώνων των Ελλήνων για την ελευθερία. Τους απεικόνισαν έφιππους, με στρατιωτική περιβολή, με ραδινή κορμοστασιά, λογχοφόρους και δορυκρατούντες, δρακοντο-κτόνους και πολεμιστές, σύμβολα του σθένους απέναντι στο μαρτύριο και του θριάμβου πάνω στο θάνατο. Όλες οι εικόνες της έκθεσης αντανακλούν την αγάπη και το δέος που οδήγησαν τα πινέλα των αγιογράφων μας - κι αυτή ακριβώς η συναισθηματική σχέση ζωγράφου και απεικονιζόμενου αγίου πολλαπλασιάζει και τη συγκίνηση που αισθανόμαστε σήμερα μπροστά στις εικόνες της θαυμάσιας αυτής έκθεσης».

* Ναυτεμπορική, Κ. Σακελλαροπούλου: «H Θεσσαλονίκη σήμερα ξαναβρίσκει τον εξωστρεφή της χαρακτήρα», Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2020.

 

 

Wednesday, October 28, 2015

From the letters
of Patriarch Nicholas I Mysticos
to the Bulgar Czar Symeon
dealing with the wars
between the Byzantines
& the Bulgars (914–926)

Από τις επιστολές
του Πατριάρχη Νικολάου Α΄ του Μυστικού
προς τον Βούλγαρο Τσάρο Συμεών
αναφορικά με τους πολέμους
μεταξύ των Βυζαντινών
& των Βουλγάρων (914–926)



*

Κακοὶ γὰρ καὶ οἱ πρὸς τοὺς ἔξωθεν ἐχθροὺς πόλεμοι, ὅσοι δὲ πρὸς πατέρας, πρὸς ἀδελφούς, πρὸς φίλους, πρὸς ὁμοπίστους, πρὸς τοὺς ἕνα θεὸν ἐπιγραφομένους, ἕνα κύριον καὶ δεσπότην καὶ σωτῆρα, τί ἄν τις εἴποι;
—Νικόλαος Α' ο Μυστικός, Επιστολή 31.100-104.

Wars are bad even against outside enemies; but what shall one say of wars against fathers, brothers, friends, fellow-believers, who have chosen one God, one lord and Master and Saviour?
—Nicholas Mystikos, Epistle 31.100-104.



Ὅταν δὲ οἱ σφάζοντες καὶ σφαζόμενοι οὐ μόνον καθ’ ὃν εἴπομεν λόγον ἔχουσι κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ πατέρες τυγχάνωσιν καὶ τέκνα καὶ ἀδελφοί, ναὶ δὴ καὶ κληρονομία τοῦ Χριστοῦ καὶ θεοῦ ἡμῶν τοῦ τὸ αἷμα τῆς ἁγίας αὐτοῦ πλευρᾶς τὸ ἀσύγκριτον τοῦτο τίμημα δεδωκότος, ἵνα ἡμᾶς ἐξωνήσηται καὶ κλῆρον οἰκεῖον ἀποδείξῃ· ὅταν οὗτοι κατ’ ἀλλήλων ὁπλίζωνται, ὅταν τὴν γῆν καὶ τὰς χεῖρας μιαίνωσι ταῖς σφαγαῖς, τί ἄν τις εἴποι;
—Νικόλαος Α' ο Μυστικός, Επιστολή 17.41-47.

But when slaughterers and slaughtered are partners not only in the way I have described, but are fathers and sons and brothers of one another, yea, and the Inheritance of Christ our God, Who has paid the price of the Blood of his holy Side (this incomparable benefit), that he might redeem us and make us his one Portion–when these people arm themselves against one another, and pollute the earth and their hands with slaughter, then what can one say?
—Nicholas Mystikos, Epistle 17.41-47.

* Ioannis Stouraitis,
“Byzantine War against Christians—An emphylios polemos?”,
Byzantina Symmeikta 20 (2010).
[English/Αγγλικά, PDF]

Saturday, May 2, 2015

Ο Ωριγένης
& η «άλλη» πατρίδα των χριστιανών /

Origen
& the "other" country of the Christians



*

Προτρέπει δ' ἡμᾶς Κέλσος καὶ ἐπὶ τὸ ἄρχειν τῆς πατρίδος, ἐὰν δέῃ καὶ τοῦτο ποιεῖν ἕνεκεν σωτηρίας νόμων καὶ εὐσεβείας. Ἡμεῖς δὲ ἐν ἑκάστῃ πόλει ἄλλο σύστημα πατρίδος κτισθὲν λόγῳ θεοῦ ἐπιστάμενοι τοὺς δυνατοὺς λόγῳ καὶ βίῳ ὑγιεῖ χρωμένους ἄρχειν ἐπὶ τὸ ἄρχειν ἐκκλησιῶν παρακαλοῦμεν, οὐκ ἀποδεχόμενοι μὲν τοὺς φιλάρχους βιαζόμενοι δὲ τοὺς διὰ πολλὴν μετριότητα τὴν κοινὴν φροντίδα τῆς ἐκκλησίας τοῦ θεοῦ μὴ βουλομένους προπετῶς ἀναδέξασθαι· καὶ οἱ καλῶς ἄρχοντες ἡμῶν βιασθέντες ὑπάρχουσι, τοῦ μεγάλου βασιλέως ἀναγκάζοντος, ὃν πεπείσμεθα εἶναι υἱὸν θεοῦ λόγον θεόν. Καὶ εἰ ἄρχουσιν καλῶς οἱ ἄρχοντες ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τῆς κατὰ θεὸν πατρίδος –λέγω δὲ τῆς ἐκκλησίας– , λεγόμενοι ἢ <βιαζόμενοι>, καὶ ἄρχουσι κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ θεοῦ προστεταγμένα, οὐδὲν παρὰ τοῦτο μολύνοντες τῶν θεῶν νόμων.

Celsus exhorts us also to accept public office in our country if it is necessary to do this for the sake of the preservation of the laws and of piety. But we know of the existence in each city of another sort of country, created by the Logos of God. And we call upon those who are competent to take office, who are sound in doctrine and life, to rule over the churches. We do not accept those who love power. But we put pressure on those who on account of their great humility are reluctant hastily to take upon themselves the common responsibility of the church of God. And those who rule us well are those who have had to be forced to take office, being constrained by the great King who, we are convinced, is the Son of God, the divine Logos. Even if it is power over God's country (I mean the Church) which is exercised by those who hold office well in the Church, we say that their rule is in accordance with God's prior authority, and they do not thereby defile the appointed laws.


* Origen, Contra Celsum 8:75 (transl. H. Chadwick) /
Ωριγένης, Κατά Κέλσου 8:75.

*


Friday, May 16, 2014

World War 1:
Great Britain
& the conscientious objectors
who refused to fight /

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος:
Η Μεγάλη Βρετανία
& οι αντιρρησίες συνείδησης
που αρνήθηκαν να πολεμήσουν



Postcard 1916.
Cards such as this ridiculed men
who refused to be coerced into the armed forces



Despite being controversial in WW1, Mr Lawson insists it is "to Britain's credit" that, during a war with a great need for conscripts, conscientious objection was allowed by law.

* Holly Wallis,
WW1: The conscientious objectors who refused to fight,
[Α' Π.Π.: Οι αντιρρησίες συνείδησης που αρνήθηκαν να πολεμήσουν]
BBC News, 15 May 2014.

Saturday, April 26, 2014

The government of Turkey
refuses to recognize
the fundamental right
of conscientious objection
to military service /

Η κυβέρνηση της Τουρκίας
αρνείται να αναγνωρίσει
το θεμελιώδες δικαίωμα
της άρνησης στράτευσης
για λόγους συνείδησης




*


Over the past 10 years, 55 men who are Jehovah’s Witnesses have petitioned the Turkish government to recognize their right to conscientious objection. Because their petitions have been denied, they have faced numerous prosecutions, burdensome fines, and in the case of some, years in prison. Currently, 15 young Witness men in Turkey are facing repeated prosecution for their refusal to serve in the military.

Τα τελευταία 10 χρόνια, 55 Μάρτυρες του Ιεχωβά έχουν ζητήσει από την τουρκική κυβέρνηση να αναγνωρίσει το δικαίωμα που έχουν να αρνηθούν τη στράτευση ως αντιρρησίες συνείδησης. Τα αιτήματά τους όμως έχουν απορριφθεί, με αποτέλεσμα να ασκηθούν σε βάρος τους πολλαπλές ποινικές διώξεις και να τους επιβληθούν δυσβάσταχτα πρόστιμα. Κάποιοι μάλιστα έχουν καταδικαστεί σε πολυετείς ποινές φυλάκισης. Αυτή τη στιγμή, 15 νεαροί Μάρτυρες στην Τουρκία υφίστανται επανειλημμένα ποινικές διώξεις επειδή αρνούνται να υπηρετήσουν στο στρατό.


* jw.org, 17 Μαρτίου 2014 / March 17, 2014,
"Turkey Refuses to Conform to European Standards in the Matter of Conscientious Objection" /
"Η Τουρκία Αρνείται να Συμμορφωθεί με τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα στο Ζήτημα της Αντίρρησης Συνείδησης".


Monday, December 2, 2013

Η άρνηση στράτευσης
για λόγους συνείδησης
& το επίπεδο
της σημερινής ελληνικής δημοκρατίας /

The refusal of military service
on grounds of conscience
& the level
of the current Greek democracy






ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΠΟΛΙΤΕΣ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ

Η μνησικακία του βαθέος κράτους

Ακόμα και σήμερα, το ελληνικό Δημόσιο αρνείται να αποκαταστήσει την αδικία εις βάρος των θρησκευτικών αντιρρησιών συνείδησης.
     
Ακόμα και σήμερα, το ελληνικό Δημόσιο αρνείται να αποκαταστήσει την αδικία εις βάρος των θρησκευτικών αντιρρησιών συνείδησης

Υπάρχει μια κατηγορία Ελλήνων πολιτών, τους οποίους ακόμα και σήμερα το επίσημο κράτος αντιμετωπίζει ως εχθρούς, εξαιτίας της θρησκευτικής τους πίστης και μόνο. Ο λόγος για τους θρησκευτικούς αντιρρησίες συνείδησης, τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, οι οποίοι επί χρόνια υπέστησαν στη χώρα μας κάθε λογής διώξεις, επειδή η συνείδησή τους δεν επιτρέπει να υπηρετούν στον στρατό. Επί δεκαετίες οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αντιμετώπισαν πολυετείς φυλακίσεις, εξορίες, βασανιστήρια, ακόμα και εκτελέσεις.

Και ενώ εδώ και λίγα χρόνια η ελληνική έννομη τάξη έχει δώσει μια λύση στο πρόβλημα, ακολουθώντας το ευρωπαϊκό υπόδειγμα, αναγνωρίζοντας δηλαδή το δικαίωμα στην εναλλακτική κοινωνική θητεία, ακόμα και σήμερα η κυβέρνηση δυσκολεύεται να πράξει το αυτονόητο: να αποκαταστήσει έμπρακτα την τεράστια αδικία που έχουν υποστεί όσοι Μάρτυρες διώχτηκαν και φυλακίστηκαν πριν από την εφαρμογή του νέου νόμου. Αυτό που ζητούν δεν είναι τίποτα άλλο από το να αναγνωριστούν ως συντάξιμα τα χρόνια της φυλάκισής τους. Το αίτημά τους δεν είναι μόνο δίκαιο, αλλά βασίζεται και στον ήδη ισχύοντα νόμο. Μόνο που αλλιώς τον ερμηνεύουν τα αρμόδια υπουργεία. Πρόκειται, βλέπετε, για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, τους οποίους αν υποστηρίξει κάποιος πολιτικός, κινδυνεύει να στεναχωρήσει τους τοπικούς εκκλησιαστικούς παράγοντες της περιφέρειάς του.

Μια ζωή μάρτυρες

Από το τέλος της δεκαετίας του 1940 οι αντιρρησίες συνείδησης διώκονταν στη χώρα μας επειδή αρνούνταν να υπηρετήσουν τη στρατιωτική τους θητεία και συγκεκριμένα για ανυπακοή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 70 του στρατιωτικού ποινικού κώδικα του 1941 (α.ν. 2803/1941). Ετσι καταδικάζονταν σε ποινές πολυετούς κάθειρξης, ενώ μετά την έκτιση της ποινής τους καλούνταν και πάλι υπό τα όπλα και ξανακαταδικάζονταν για ανυπακοή, εφόσον αρνούνταν και πάλι να υπηρετήσουν. Αποτέλεσμα των διαδοχικών αυτών καταδικών ήταν αρκετοί αντιρρησίες συνείδησης να παραμείνουν στη φυλακή και πέραν της δεκαετίας (βλ. Αιτιολογική Πρόταση στην Προσθήκη Τροπολογία που συνέταξε ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος για να προστεθεί στον ν. 3232/2004 περί «θεμάτων κοινωνικής ασφάλισης»).

Φυσικά η περίοδος του εμφυλίου ήταν η σκληρότερη για τους Μάρτυρες. Αντιγράφουμε από εφημερίδα της εποχής: «Λάρισα, 10. Κατ’ ανακοίνωσιν του Βασιλικού Επιτρόπου του Εκτάκτου Στρατοδικείου, εξετελέσθη ενταύθα ο στρατιώτης Ι. Τσούκαρης εκ Καρύτσης. Ούτος είχε καταδικασθή εις θάνατον υπό του Στρατοδικείου επί ανυπακοή. Συγκεκριμένως ο Τσούκαρης, ισχυριζόμενος ότι ανήκεν εις την αίρεσιν των Μαρτύρων του Ιεχωβά, ηρνείτο να παραλάβη όπλον, λέγων ότι τούτο αντίκειται εις την θείαν επιταγήν» («Το Βήμα», 11.2.1949). Λίγες μέρες αργότερα (2.3.1949) την ίδια τύχη είχε και ο Γιώργος Ορφανίδης στο Ναύπλιο.

Μη βιαστεί πάντως κανείς να φανταστεί ότι η αντιμετώπιση αυτή εξηγείται από την εμπόλεμη κατάσταση της περιόδου. Το 1961 η «ταρίφα» ήταν στα 20 χρόνια φυλάκισης, ενώ αποφάσεις στρατοδικείων για εκτέλεση Μαρτύρων με την ίδια αιτιολογία συναντάμε και στο κατά τα άλλα ειρηνικό 1966. Μόνο εξαιτίας του παγκόσμιου σάλου που προκλήθηκε, η θανατική καταδίκη του Χρ. Καζάνα τον Αύγουστο του 1966 μετατράπηκε σε πολυετή φυλάκιση.

Την περίοδο της δικτατορίας (1967-1974) οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ταυτίστηκαν από τις αρχές με τους κύριους «εχθρούς του έθνους», τους κομμουνιστές. Τι κι αν αυτούς τους δεύτερους τους κατηγορούσαν για «ένοπλη ανταρσία», ενώ τους πρώτους για άρνηση παραλαβής όπλου; Κατά τις συζητήσεις για το σχέδιο Συντάγματος του 1968 ο δικτάτορας Παπαδόπουλος θα υποστηρίξει ότι «κατά μίαν άποψιν, η κατηγορία αυτή των Μαρτύρων του Ιεχωβά είναι μία κατεύθυνσις διαβρώσεως της αστικής κοινωνίας εκ μέρους των κομμουνιστών». Ο υπουργός Παιδείας και πρώην μαρξιστής Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, ο οποίος κάτι γνώριζε παραπάνω περί κομμουνισμού, τόλμησε τότε να παρατηρήσει ότι οι κομμουνιστές «εντός της χώρας των τους διώκουν». Για να πάρει την ακόλουθη απάντηση σε άψογο παπαδοπούλειο λόγο: «Εις άλλας χώρας χρησιμοποιούν και κατευθύνουν την θεωρίαν αυτήν επί τω σκοπώ, όπως εκμεταλλευθούν ακριβώς αυτό το σημείον της λατρείας, ίνα διασπάσουν εν συνεχεία την προς άμυναν θέσιν και αντίληψιν των κοινωνιών και επιτύχουν, κατ’ αυτόν τον τρόπον, την εξάρθρωσιν των αντιπάλων» («Εστενογραφημένα Πρακτικά του Νέου Συντάγματος 1968», Σεπτέμβριος 1969, σ. 782-783).

Αλλά και οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης εμφανίστηκαν εξαιρετικά διστακτικές απέναντι στο ζήτημα. Σε χρονογραφήματά του της εποχής ο Βασίλης Βασιλικός εξιστορεί τη χαρακτηριστική περίπτωση ενός μάρτυρα που φυλακίστηκε τόσο από τη δικτατορία όσο και από το μεταπολιτευτικό καθεστώς. Πρόκειται για τον Βασίλη Δεδότση, ο οποίος τον Αύγουστο του 1975 κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των βασανιστών της ΕΣΑ, εφόσον είχε ζήσει από πρώτο χέρι τις συνθήκες κράτησης στις Στρατιωτικές Φυλακές στο Μπογιάτι. Τις μέρες εκείνες καθόταν ο ίδιος ο Δεδότσης και πάλι στο εδώλιο του στρατοδικείου για να λάβει την τρίτη κατά σειρά τετράχρονη ποινή φυλάκισης («Ελευθεροτυπία», 25 και 26.8.1975). Πάλι καλά, γιατί ο επίτροπος του στρατοδικείου της μεταπολίτευσης είχε προτείνει και γι΄ αυτόν την ποινή του θανάτου.

Ενα πρώτο δειλό βήμα έγινε με τον ν. 731/1977, τον οποίο εισηγήθηκε ο Ευάγγελος Αβέρωφ. Με τη ρύθμιση αυτή αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά στους αντιρρησίες συνείδησης το δικαίωμα να εκπληρώνουν άοπλη θητεία (διπλάσιας διάρκειας από την κανονική) και απάλλαξε από τη στρατιωτική υποχρέωση όσους εξέτισαν ποινή κάθειρξης ή φυλάκισης διπλάσιας τουλάχιστον διάρκειας από τη διάρκεια της θητείας που είχαν υποχρέωση να υπηρετήσουν. Οπως παρατηρεί στο κείμενο που αναφέραμε ο κ. Αλιβιζάτος, «στον βαθμό που η ‘‘αντίρρηση’’ των Μαρτύρων του Ιεχωβά αφορούσε τη θητεία στο στρατό και όχι μόνο τον ένοπλο ή άοπλο χαρακτήρα της, το ζήτημα λύθηκε μόνο εν μέρει: οι αντιρρησίες συνείδησης εξακολουθούσαν να καταδικάζονται για ανυπακοή επειδή αρνούνταν να ενταχθούν στο στράτευμα, η συνολική όμως διάρκεια της παραμονής τους στη φυλακή μειώθηκε αισθητά».

Επρεπε να περάσουν άλλα 20 χρόνια, μέχρις ότου να ρυθμιστεί για πρώτη φορά ικανοποιητικά το ζήτημα, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο και τις διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο ν. 2510/1997 πρόβλεψε για πρώτη φορά ότι οι αντιρρησίες συνείδησης μπορούν να υπηρετούν εναλλακτική κοινωνική θητεία μακρότερης διάρκειας από την κανονική. Η σχετική ρύθμιση περιλήφθηκε και στο Σύνταγμα κατά την αναθεώρηση του 2001. Στο άρθρο 4, παρ. 6. που προβλέπει ότι «κάθε Ελληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων» έχει από τότε προστεθεί η ακόλουθη ερμηνευτική δήλωση: «Η διάταξη της παραγράφου 6 δεν αποκλείει να προβλέπεται με νόμο η υποχρεωτική προσφορά άλλων υπηρεσιών, εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων (εναλλακτική θητεία), από όσους έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής υπηρεσίας».

Λύθηκε μ’ αυτό τον τρόπο το νομικό ζήτημα και επιβεβαιώθηκε από τον συνταγματικό νομοθέτη η ισχύς του ν. 2510/1997. Αλλά το πολιτικό και κυρίως το ανθρωπιστικό ζήτημα δεν ήταν τόσο εύκολο να λυθεί.

Ελπίδα για μια λύση

Αυτό που έμεινε χωρίς λύση ήταν η αδικία την οποία είχαν υποστεί μέχρι τότε οι αντιρρησίες συνείδησης. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς φυλακίστηκαν σε ηλικία 19 ετών και αποφυλακίστηκαν μετά από 8ετή παραμονή στις φυλακές. Στερήθηκαν έτσι τη δυνατότητα σπουδών και επαγγελματικής αποκατάστασης. Και αν τα χρόνια αυτά που τους άρπαξε τόσο άδικα το κράτος δεν υπήρχε τρόπος να τα πάρουν πίσω, τουλάχιστον θα μπορούσαν να μετρήσουν ως συντάξιμα, έτσι ώστε να ελπίζουν αυτοί οι άνθρωποι ότι δεν θα χρειάζεται να «τιμωρούνται» μέχρι την τελευταία τους πνοή. Την αδικία αναγνώρισε ουσιαστικά ο ν. 2915/2001, με τον οποίο διαγράφτηκαν από τα ποινικά μητρώα οι ποινές που είχαν επιβληθεί σε αντιρρησίες συνείδησης μέχρι το 1997, εφόσον οι στρατεύσιμοι που είχαν αρνηθεί να εκπληρώσουν τη στρατιωτική τους θητεία επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις εξέτισαν με οποιονδήποτε τρόπο την ποινή που τους επιβλήθηκε.

Η ελπίδα αυτή ενισχύθηκε με τη θέσπιση του ν. 3232/2004, ο οποίος μεταξύ άλλων πρόβλεπε ότι οι ασφαλισμένοι «μπορούν να αναγνωρίσουν ως συντάξιμο τον χρόνο φυλάκισής τους για τα κοινωνικά τους φρονήματα με αποφάσεις στρατοδικείου». Απαντώντας σε σχετικό αίτημα Μαρτύρων του Ιεχωβά, ο Βοηθός Συνήγορος του Πολίτη Ανδρέας Τάκης συμφωνούσε ότι πρέπει να επεκταθεί αυτή η ρύθμιση και σε όσους έχουν εκτίσει ποινές στερητικές της ελευθερίας εξαιτίας των θρησκευτικών τους πεποιθήσεων.

«Η προτεινόμενη ρύθμιση», γράφει ο κ. Τάκης, «αποτελεί αποκατάσταση κραυγαλέας ανισότητας: οι ποινικές καταδίκες λόγω πολιτικών ή κοινωνικών φρονημάτων απέδιδαν νομοθετικές και δικαστικές επιλογές συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας και σαν τέτοιες αποδοκιμάσθηκαν εμπράκτως από τον δημοκρατικό νομοθέτη, ο οποίος συνεκτίμησε τις συνέπειες εκείνων των καταδικών στην επαγγελματική σταδιοδρομία των πολιτών. Αντίστοιχα δεδομένα απέδιδε και η ποινική αντιμετώπιση της αντίρρησης συνείδησης ως στρατιωτικής ‘‘ανυπακοής’’, η οποία, επί πλέον, εν όψει της ηλικίας των καταδικασθέντων, απέβη μοιραία για τον επαγγελματικό τους βίο: παρά ταύτα, ο ν. 2510/97 ρύθμισε καταρχήν μόνο το μέλλον, χωρίς να αιτιολογείται ως ηθελημένη και συγκροτημένη επιλογή η παράλειψη πλήρους και αναδρομικής αποκατάστασης. Ανάλογη υπήρξε, άλλωστε, και η εξέλιξη στο ζήτημα των συνεπειών από τις εγγραφές στο ποινικό μητρώο: ο ν. 2510/1997 δεν διαλάμβανε σχετική μεταβατική ή αναδρομική ρύθμιση, πλην όμως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με την απόφαση ‘‘Θλιμμένος κατά Ελλάδος’’, έκρινε ότι η διαιώνιση επιπτώσεων της αρχικής καταδίκης στην οικονομική ζωή του αντιρρησία συνείδησης λειτουργεί ως αυτοτελής κύρωση και μάλιστα δυσανάλογης βαρύτητας» (Συνήγορος του Πολίτη, αρ.πρ. 17380.08.2.1, 16.12.2008).

Η υπόθεση έφτασε και στη Βουλή στις 26.1.2009, με ερώτηση του Φώτη Κουβέλη, βουλευτή τότε του Συνασπισμού. Στην απάντησή της η υπουργός Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας Φάνη Πάλλη-Πετραλιά εμφανίζεται να δέχεται ότι «στο πλαίσιο της αποκατάστασης των κοινωνικών αδικιών του παρελθόντος ανέκυψε και το θέμα της αναγνώρισης ως συντάξιμου του χρόνου φυλάκισης της εν λόγω κατηγορίας πολιτών», αλλά ταυτόχρονα ζητάει πίστωση χρόνου, «λαμβανομένου υπόψη ότι το σχετικό αίτημα υποβλήθηκε για πρώτη φορά στο υπουργείο» και «είναι αναγκαία η επεξεργασία και η ενδελεχής μελέτη του».

Αυτή η «ενδελεχής μελέτη», όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω, δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

Αντίρρηση δικαιοσύνης

Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο υπουργείο Εργασίας ο Ανδρέας Λοβέρδος προώθησε μια νομοθετική ρύθμιση για την αναγνώριση πλασματικών χρόνων σύνταξης με εξαγορά. Με τη συνεργασία του Φώτη Κουβέλη οι εκπρόσωποι των Μαρτύρων του Ιεχωβά επιχείρησαν να συμπεριληφθούν στη ρύθμιση. Τελικά ψηφίστηκε ο ν. 3863/2010, ο οποίος δίνει το δικαίωμα σε ορισμένες κατηγορίες πολιτών να αναγνωρίσουν συντάξιμο χρόνο με εξαγορά πλασματικών χρόνων. Οι αντιρρησίες δεν περιλήφθηκαν σ’ αυτούς. Αυτή η παράλειψη φάνηκε να καλύπτεται από τον ν. 3996/2011, ο οποίος συντάχθηκε από την επόμενη ηγεσία του υπουργείου Εργασίας (Κατσέλη-Κουτρουμάνης). Στο άρθρο 40 ο νέος νόμος προβλέπει επιτέλους ότι αναγνωρίζεται ως χρόνος ασφάλισης «ο χρόνος προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που εκτίθηκε μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 2510/1997 για το στρατιωτικό αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, στο οποίο υπέπεσαν στρατεύσιμοι που αρνήθηκαν στην εκπλήρωση της στρατιωτικής υπηρεσίας επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις». Μέσω της ρύθμισης αυτής φάνηκε ότι μπορούσαν να συνταξιοδοτηθούν άμεσα, έστω και με εξαγορά, 130 περίπου αντιρρησίες συνείδησης επειδή έχουν υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας τους.

Λίγες εβδομάδες μετά την ψήφιση του νόμου αναρτήθηκε και η ερμηνευτική εγκύκλιος του ΙΚΑ, με την οποία ο μεγαλύτερος ασφαλιστικός οργανισμός αναφερόταν στην «αναγνώριση χρόνου προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης για το αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας, στο οποίο υπέπεσαν στρατεύσιμοι επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις» (εγκ. 17, 22.2.2012). Ολοι οι ενδιαφερόμενοι θεώρησαν ότι το ζήτημα είχε πλέον οριστικά ρυθμιστεί. Λογάριαζαν όμως χωρίς τον ξενοδόχο, δηλαδή την πραγματική βούληση του ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν ήταν καθόλου διατεθειμένο να αποκαταστήσει τις αδικίες που επέφερε η βαρβαρότητα του παρελθόντος σ’ αυτή την κατηγορία του πληθυσμού.

Στις 8.2.2012 υπέβαλε αίτηση στο υποκατάστημα του ΙΚΑ Αχαρνών να του αναγνωριστεί ως συντάξιμος ο χρόνος προσωρινής κράτησης και φυλάκισης ο πρώτος αντιρρησίας συνείδησης. Δυο μήνες αργότερα (24.4.2012) ήρθε η απορριπτική απάντηση: «Σε απάντηση της αίτησής σας, με την οποία ζητάτε την αναγνώριση του χρόνου προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που εκτίθηκε για το στρατιωτικό αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας του στρατιωτικού ποινικού κώδικα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 3996/2011 σας γνωρίζουμε ότι δεν είναι δυνατή η αναγνώριση του παραπάνω χρόνου, δεδομένου ότι δεν εμπίπτετε στις διατάξεις του παραπάνω νόμου». Η απάντηση του ΙΚΑ εξηγεί τους λόγους της απόρριψης: «Συγκεκριμένα, με τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, δικαίωμα αναγνώρισης του χρόνου προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης που εκτίθηκε για το στρατιωτικό αδίκημα της ανυπακοής ή της ανυποταξίας του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα στο οποίο υπέπεσαν στρατεύσιμοι που αρνήθηκαν την εκπλήρωση της στρατιωτικής υπηρεσίας επικαλούμενοι τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις, έχουν μόνο αυτοί που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα από 1.1.2011 και εξής με προϋποθέσεις που διαμορφώνονται και ισχύουν από αυτήν την ημερομηνία και μετά, με βάση τις διατάξεις του άρ. 10 του ν. 3863/2010. Αντίθετα, για όσους θεμελιώνουν ή κατοχυρώνουν δικαίωμα συνταξιοδότησης μέχρι 31.12.2010, καθώς και για όσους θεμελιώνουν από 1.1.2011 και εξής με βάση προϋποθέσεις που δεν τροποποιούνται από το άρ. 10 του ν. 3863/2010, εξακολουθούν να ισχύουν οι παλιές διατάξεις και ως εκ τούτου δεν έχουν τη δυνατότητα να υπαχθούν στις αναγνωρίσεις του άρθρου 40 του ν. 3996/2011. Εσείς, σύμφωνα με το με αριθ. 41167/2012 έγγραφο του υποκαταστήματος Συντάξεων, θεμελιώνετε συνταξιοδοτικό δικαίωμα με διατάξεις οι οποίες δεν μεταβάλλονται με τον ν. 3863/2010 και ως εκ τούτου δεν πληροίτε τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση του παραπάνω χρόνου».

Διαπιστώθηκε, λοιπόν, ότι η περίφημη διάταξη τελικά είναι ανεφάρμοστη για εκείνη την κατηγορία των πολιτών για την οποία υποτίθεται ότι θεσπίστηκε. Γιατί δεν απορρίφθηκε μόνο η πρώτη αίτηση. Οπως πληροφορήθηκαν και άλλοι ενδιαφερόμενοι, την ίδια τύχη επρόκειτο να έχουν όλες οι αιτήσεις συνταξιοδότησης των αντιρρησιών. Μετά απ’ αυτή την εξέλιξη υποχρεώθηκαν και πάλι να καταφύγουν στον Συνήγορο του Πολίτη. Σε σχετική επιστολή του, ο πρώτος που έλαβε την αρνητική απάντηση σημειώνει: «Ειλικρινά δεν γνωρίζω και ασφαλώς δεν κατανοώ πώς οι αρμόδιες υπηρεσίες του ΙΚΑ ερμηνεύουν τον νέο νόμο. Απλά αναρωτιέμαι, ποιους τελικά περιλαμβάνει το άρθρο 40 του ν. 3996/2011; Και σε τελική ανάλυση, εφόσον ο κ. Κουτρουμάνης προώθησε στη Βουλή συγκεκριμένη διάταξη, ειδικά για τους αντιρρησίες που φυλακίστηκαν, ποιος ήταν ο σκοπός του νομοθέτη, αν ήταν να μην εφαρμοστεί ποτέ αυτός ο νόμος;» (11.6.2012).

Ενα χρόνο αργότερα, ο Συνήγορος του Πολίτη απέστειλε προς τις κρατικές υπηρεσίες και τα ασφαλιστικά ταμεία έγγραφο, στο οποίο αναλύεται εκτενώς το πρόβλημα και προτείνονται συγκεκριμένες λύσεις (2.5.2013). Στο κείμενο, το οποίο υπογράφει ο Βοηθός Συνήγορος Χρήστος Ιωάννου επισημαίνεται ότι «με τη ρύθμιση του ν. 3996/2011 αντιμετωπίζονται άνισα ίδιες ακριβώς περιπτώσεις, αφού διαφορετικά αντιμετωπίζονται όσοι έχουν παράσχει εναλλακτική υπηρεσία λόγω συνείδησης, με όσους για τον ίδιο λόγο εξέτισαν ποινή φυλάκισης, αλλά και οι τελευταίοι πάλι διαχωρίζονται, χωρίς τουλάχιστον εμφανή λόγο, ανάλογα με το πότε και υπό ποιο νομοθετικό καθεστώς θεμελίωσαν συνταξιοδοτικό δικαίωμα» και «έτι περαιτέρω σαφής ανισότητα υφίσταται και μεταξύ των ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα με αυτούς του δημοσίου, αφού οι τελευταίοι εξαιρούνται εντελώς της ρύθμισης, όχι για κάποιο ουσιαστικό λόγο, αλλά επειδή δεν ακολουθήθηκε η προβλεπόμενη για την ψήφιση του νόμου διαδικασία». Κατά τον Συνήγορο «η μόνη δυνατή λύση προς εξάλειψη οιασδήποτε διάκρισης με επιπτώσεις στην ασφαλιστική και συνταξιοδοτική κατάσταση των φυλακισθέντων για λόγους θρησκευτικής συνείδησης, θα ήταν μια νέα νομοθετική ρύθμιση»…

Στο έγγραφο του Συνηγόρου του Πολίτη απάντησε ο αρμόδιος υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας Ιωάννης Βρούτσης, ο οποίος αρκείται να καταγράψει τη χρονική διαδοχή των νομοθετικών ρυθμίσεων, με τις οποίες παραμένει άλυτο το πρόβλημα της συνταξιοδότησης των αντιρρησιών συνείδησης. Η κατακλείδα του κειμένου είναι ενδεικτική: «Κατόπιν των ανωτέρω, το υπουργείο δεν εξετάζει προς το παρόν επανεξέταση του προαναφερθέντος νομοθετικού πλαισίου».

Ξαναγυρίζουμε λοιπόν εκεί από όπου ξεκινήσαμε. Ενα αίτημα που όλοι αναγνωρίζουν ότι είναι δίκαιο και μια αποκατάσταση πολύχρονων διώξεων και αδικιών σκοντάφτουν εκεί όπου σκόνταφτε τόσα χρόνια η αποδοχή του δικαιώματος άρνησης στράτευσης για λόγους συνείδησης: στις εμμονές του «βαθέος κράτους» και στην οργανωμένη δαιμονοποίηση των «διαφορετικών». Τελικά η υπόθεση συνδέεται με το επίπεδο της σημερινής ελληνικής δημοκρατίας.

………………………………………………………………………………………………….

Μια αδικία δεκαετιών

Σύμφωνα με έγγραφο που απέστειλε στον Συνήγορο του Πολίτη στις 25.5.2012 ο Βασίλης Δεδότσης υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες αντιρρησιών, για τους οποίους ζητείται η αναγνώριση του χρόνου φυλάκισης ως συντάξιμου χρόνου:

1. Κρατηθέντες στις φυλακές πριν από το 1967 (περίοδος 1960 – 1966). Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει 100-120 άτομα, ηλικίας σήμερα 66-70 ετών. Τονίζουμε ότι η πλειονότητα από αυτά τα άτομα έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί και μόνο 30 περίπου άτομα δεν έχουν συγκεντρώσει τα προβλεπόμενα ένσημα. Απλά αν αναγνωριστεί ο χρόνος φυλάκισης, δίνεται αμέσως η ευκαιρία και σε αυτά τα 30 άτομα να βγουν στη σύνταξη. Και για όσους έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί, η σύνταξή τους θα αυξηθεί κατά 100-120 περίπου ευρώ τον μήνα. (Δεν αναφέρονται οι αντιρρησίες που φυλακίστηκαν πριν το 1960, γιατί οι περισσότεροι από αυτούς έχουν πεθάνει.)

2. Κρατηθέντες στις φυλακές στη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974). Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει 135-140 άτομα, τα οποία σήμερα είναι ηλικίας 62-66 ετών, και τα οποία θα συνταξιοδοτηθούν μετά από 4-5 χρόνια, επειδή δεν έχουν τα προβλεπόμενα ένσημα. Ας σημειωθεί ότι αυτή η κατηγορία αντιρρησιών ήταν η πιο άτυχη από όλες τις κατηγορίες, αφού ο κάθε αντιρρησίας εξέτισε κατά μέσο όρο 7-9 χρόνια στη φυλακή. Εκτός όμως από την πολύχρονη φυλάκιση, αρκετοί αντιρρησίες βασανίστηκαν απάνθρωπα από το καθεστώς της χούντας, με αποκορύφωμα την περίπτωση του Θανάση Κόγιου που «έσβησαν» στο στήθος του 40 τσιγάρα στις φυλακές Ιωαννίνων και την άγρια δολοφονία διά ξυλοδαρμού του Βασίλη Καραφάτσα, στις φυλακές Λάρισας.

3. Κρατηθέντες στις φυλακές από το 1975-1977. Αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει 50-60 περίπου άτομα, τα οποία σήμερα είναι ηλικίας 56-58 ετών και τα οποία θα συνταξιοδοτηθούν μετά από 8-10 χρόνια, αν δεν αναγνωριστεί ο χρόνος φυλάκισης. Τονίζουμε ότι το 1977 ψηφίστηκε ο Νόμος 731, βάσει του οποίου σταμάτησαν οι αλυσίδες ποινών και έκτοτε οι αντιρρησίες δικάζονταν μία φορά σε 4 χρόνια φυλάκιση.

4. Κρατηθέντες από το 1978-1997. Αυτή η περίοδος περιλαμβάνει τον μεγαλύτερο αριθμό αντιρρησιών, περίπου 1.150-1.200 άτομα. Αυτά τα άτομα εξέτισαν ποινή φυλάκισης από 3-4 χρόνια και θα συνταξιοδοτηθούν μετά από 13-16 χρόνια. Υπενθυμίζεται ότι από 1.1.1998 τέθηκε σε ισχύ ο νόμος περί κοινωνικής υπηρεσίας.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω στοιχεία, ο συνολικός αριθμός αντιρρησιών για τους οποίους ζητείται αναγνώριση του χρόνου φυλάκισης ανέρχεται στους 1.500-1.550 περίπου.

………………………………………………………………………………………………….

Διαβάστε
● Καλλιόπη Λυκοβαρδή «Η άρνηση συνείδησης στη στρατιωτική θητεία: από τις ποινικές καταδίκες στη νομική ανοχή» (στο Μ. Τσαπόγας, Δ. Χριστόπουλος [επιμ.] «Τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στην Ελλάδα 1953-2003») (Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003)
Η εξέλιξη της αντιμετώπισης των θρησκευτικών αντιρρησιών συνείδησης, από την περίοδο των εκτελέσεων μέχρι τη δειλή ανοχή και τελικά την αποδοχή του δικαιώματος άρνησης στράτευσης. Εντοπίζονται τα νομοθετικά και πολιτικά κενά των σχετικών ρυθμίσεων.
● Δημήτρης Χριστόπουλος (επιμ.) «Νομικά ζητήματα θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα» (Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1999)
Οι δυσκολίες προσαρμογής της ελληνικής έννομης τάξης στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, εξαιτίας του ειδικού βάρους του εκκλησιαστικού μηχανισμού. Ειδικές αναφορές στην ευρωπαϊκή προστασία της θρησκευτικής ετερότητας και στο ιστορικό των προσφυγών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Συνδεθείτε
● Ιός
«Θητεία χωρίς χακί», 17.12.1995. Οι διώξεις των αρνητών στράτευσης πριν υιοθετηθεί ο νόμος του 1997, ο οποίος για πρώτη φορά επέτρεψε την εναλλακτική θητεία για τους αντιρρησίες συνείδησης. http://www.iospress.gr/ios1995/ios19951217a.htm
«Εναλλακτικά καταναγκαστικά έργα», 13.3.1999. Ο σκληρός τρόπος που εφαρμόστηκε ο ν. 2510/1997 αποδεικνύει τη διαιώνιση της τιμωρητικής διάθεσης της πολιτείας απέναντι στους θρησκευτικούς αντιρρησίες συνείδησης. http://www.iospress.gr/mikro1999/mikro19990313.htm

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς  ios@efsyn.gr


* Εφημερίδα των Συντακτών,
30 Νοεμβρίου 2013, σσ. 15-17,
Ο Ιός: Η μνησικακία του βαθέος κράτους Οι ΜτΙ παραμένουν πολίτες δεύτερης κατηγορίας. *




Wednesday, July 3, 2013

Οι χριστιανοί αντιρρησίες συνείδησης
κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο /

The Christian conscientious objectors
during the First World War





Αναστασίου Β. Αντωνοπούλου,
Το καταγγέλομεν και κατηγορούμεν των Χιλιαστών
κατά της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του ιερού κλήρου
,
Πάτραι, εκδ. Αχαιός, 1947,
σ. 96.



Tuesday, June 4, 2013

Εκείνοι που ήταν ανυπάκουοι
«εις την φωνήν της Πατρίδος»
η οποία καλούσε «τους πολίτας
εις τα όπλα
...και κατά του συμμοριτισμού» /

Jehovah's Witnesses:
Standing firmly neutral
during the Greek civil war
(1946-1949)



Ο αρχιμανδρίτης Γερμανός Κ. Δημάκος,
ο Πάτερ Ανυπόμονος της Εθνικής Αντίστασης /
Pater Anypomonos,
a communist rebel priest & comrade of Aris Velouchiotis
during the Greek Civil War










* Κωνσταντίνος Δ. Μουρατίδης *,
«Το έγκυρον ή μη
των μεταξύ Χιλιαστών ή Μαρτύρων του Ιεχωβά
τελούμενων γάμων
»,
Ανάτυπον εκ του περιοδικού Εκκλησία,
Αθήναι 1967.










Friday, May 31, 2013

Με αφορμή
τις κωδωνοκρουσίες των Καλαβρύτων:
Υπάρχει ορθόδοξος εθνικισμός;
του Ευστάθιου Χ. Λιανού Λιάντη /

Is there an Orthodox nationalism?





Ανιχνεύοντας την ιδεολογική παραφθορά
του χριστιανικού μηνύματος


 του Ευστάθιου Χ. Λιανού Λιάντη


και είπε Κύριος· τί πεποίηκας;
φωνή αίματος του αδελφού σου βοά προς με εκ της γης
Γεν. 4:10

Τζέικομπ Λώρενς, από τη σειρά «Μετανάστευση», 1940-1941
Τζέικομπ Λώρενς,
από τη σειρά «Μετανάστευση», 1940-1941


Στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία υφίσταται ένα παραγνωρισμένο χαρακτηριστικό, το οποίο μπορεί να δώσει την απάντηση στην αποδοχή ή την απόρριψη του εθνικισμού από το σώμα της. Αυτό είναι η εκκλησιολογική τεκμηρίωση της αγιότητας των ονομαζόμενων «στρατιωτικών αγίων», μιας αγιολογικής κατηγορίας, η οποία, παρά τις προσπάθειες αλλοτρίωσης της ταυτότητάς της από τους κρατικούς θεσμούς, παραμένει η πλέον επαναστατική και αντιεξουσιαστική. Οι άγιοι Γεώργιος, Δημήτριος, Σεβαστιανός, για να αναφερθούμε μόνον στους επιφανέστερους, δεν ήταν στρατιωτικοί που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία· ήταν αξιωματικοί που διακήρυξαν τη χριστιανική τους πίστη, αρνούμενοι την αυτοκρατορική/εθνική λατρεία και την κρατική θρησκευτική πολιτική. Έτσι, ήλθαν αντιμέτωποι με την εξουσία, που τους επέβαλε μαρτυρικό θάνατο. Την καθοριστική τους μάχη την έδωσαν μη μαχόμενοι, ενώ τη στιγμή του θανάτου στάθηκαν άοπλοι, «άδοξοι» για την εγκόσμια «εν όπλοις» δόξα.

Όταν η αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, τέθηκε το ζήτημα της ιερότητας των πολέμων, που διεξήγαγε, και ζητήθηκε από την Εκκλησία η αναγνώριση ως αγίων των στρατιωτών οι οποίοι έχαναν τη ζωή τους πολεμώντας υπό τα λάβαρα του χριστιανού αυτοκράτορα. Όμως, η βυζαντινή θεολογία γνώριζε τα όρια των περιχωρήσεων των θεσμών. Η απάντηση της συνόδου του Πατριαρχείου στον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, ήταν: «Πώς αυτοί που φονεύουν και φονεύονται στους πολέμους θα μπορούσαν να λογισθούν μάρτυρες ή εφάμιλλοι των μαρτύρων, όταν οι θείοι κανόνες τους επιβάλουν επιτίμιο, εμποδίζοντάς τους για τρία χρόνια από την ιερή μετάληψη;». Κανένας πόλεμος για τη βυζαντινή Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι ιερός, διότι αυτό θα αλλοίωνε την καθαυτή υπόστασή της ως Εκκλησία του Χριστού. Ο πόλεμος, ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε έθνη και η αντιπαλότητά τους είναι χαρακτηριστικά του «κόσμου τούτου». Και οι ιεράρχες θεολόγοι της εποχής δεν λησμονούσαν ότι ακόμη κι αν βρίσκονταν εντός του κόσμου, και αναγκάζονταν σε συμβιβασμούς, δεν ανήκαν σ’ αυτόν· «εκ του κόσμου ουκ εισίν καθώς εγώ εκ του κόσμου ουκ ειμί» Ιω. 17:16.

Σήμερα οι ορθόδοξοι αρχιερείς φέρουν αμφίεση παρόμοια μ’ εκείνη του βυζαντινού αυτοκράτορα· ένα τυπολογικό ιδίωμα που διατηρείται προκειμένου να επισημανθεί η νοητή συνέχεια της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής. Παρότι ο τύπος εμμένει, η ουσία επιλανθάνεται. Και τούτο δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τη θεολογία αλλά και με την «κοσμοθεωρία» της αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο ήταν πολυεθνικό και «υπερεθνικό» σε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες. Αφομοίωνε και ενέτασσε λαούς όχι με εθνολογικούς αλλά με πολιτιστικούς όρους. Και οι «αλλοεθνείς» έφθαναν έως το ύπατο αξίωμα. Ο αρμενικής καταγωγής Ηράκλειος ήταν αυτός που θέσπισε ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας την ελληνική. Τη δυναστεία του Ηρακλείου διαδέχθηκε η συριακή δυναστεία των Ισαύρων, για ν’ ακολουθήσουν οι Φρύγες του Αμορίου. Έναντι, λοιπόν, ποιας πολιτιστικής κληρονομιάς ή παράδοσης μπορεί ένας ιεράρχης να ιδεολογικοποιεί τον ρατσισμό, να προπηλακίζει τους μετανάστες ως ανεπιθύμητους, να μιλάει για εθνική καθαρότητα;

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, ανάστημα κεφαλαιώδες για την Εκκλησία της Ελλάδος, αναρωτήθηκε κάποτε: «Πώς μπορούμε εγώ και ο αδελφός μου από την άλλη μεριά των συνόρων, ως ορθόδοξοι επίσκοποι, να ευλογούμε στρατεύματα, που αν χρειαστεί, θα διεξάγουν μια φονική μάχη μεταξύ τους;». Οι λόγοι αυτοί εκφράζουν την αναγκαία θεολογική ευαισθησία, το συνειδησιακό ενέργημα, του χριστιανού ποιμένα, ο οποίος αντιλαμβάνεται το σύνορο ως εμπόδιο της αδελφοσύνης. Εδώ έγκειται και η διαφορά, εκκλησιολογική και κανονική, της περιφεριοποίησης της εκκλησιαστικής διοίκησης, που υφίστατο από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες για την εξυπηρέτηση ποιμαντικών αναγκών με τον ψευδο-νεωτερικό εθνικό διαχωρισμό των Εκκλησιών.

Η πράξη του εθνικού διαχωρισμού συνιστά αίρεση για την Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνα με τον Όρο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 1872). Το κείμενο του Όρου αποκόπτει από το εκκλησιαστικό σώμα όσους πρεσβεύουν ή εφαρμόζουν εθνοφυλετικές αντιλήψεις και πρακτικές: «Αποκηρύττουμε, επικρίνοντας και καταδικάζοντας, τον φυλετισμό, δηλαδή τις φυλετικές διακρίσεις και τις εθνικές έριδες και φθόνους και διαιρέσεις στην Εκκλησία του Χριστού […]. Εκείνους που αποδέχονται αυτόν τον φυλετισμό και πάνω του τολμούν να θεμελιώνουν καινοφανείς φυλετικές παρασυναγωγές, τούς κηρύττουμε, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, αποκομμένους από τη μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και ως εκ τούτου σχισματικούς».

Η απάντηση, λοιπόν, στους ιερωμένους που σηκώνουν τα εθνικιστικά λάβαρα δεν είναι ότι δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν γιατί είναι «εκκλησιαστικοί». Έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται, όπως κάθε κοινωνική τάξη σε μια δημοκρατική χώρα. Η απάντηση, που οφείλει να δοθεί από τους προοδευτικούς φορείς, είναι ότι αυτές οι θέσεις τους είναι απροκάλυπτα αντιχριστιανικές και τους καθιστούν υπόλογους στην ίδια την Εκκλησία. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήριζε αυτούς τους επισκόπους «λύκους βαρείς, που διασπούν το ποίμνιο του Χριστού»· και είναι όντως «λύκοι βαρείς» όσοι εγκολπώνονται τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τον ναζισμό, ειδικά όταν οι ίδιοι φέρουν εγκόλπιο με τη μορφή του Χριστού.


Ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης είναι θεολόγος και επιμελητής εκδόσεων


* Πηγή:
Ενθέματα, 26 Μαΐου 2013.


Tuesday, April 30, 2013

Should Christians
join the army? /

Πρέπει οι χριστιανοί
να στρατεύονται;


Greek Orthodox Christian Chaplain
of the II Infantry Division in the Balkan Wars
and WWI, Fr. Eleutherios Nuphrákes
Greek Orthodox Christian Chaplains
during the Balkan Wars
Greek Orthodox Christian Chaplain
during the Balkan Wars
Greek Orthodox Christian Chaplain
in Albania during WWII



Christianity

The controversy over whether Christianity sanctions violence has hounded the church from its very beginning. Some have argued that Christians were expected to follow Jesus' example of selfless love (agape), and "love your enemies and pray for those who persecute you" (Matt. 5: 44). Those who took the other side have referred to the incident in which Jesus drove the money changers from the Temple, and to his enigmatic statement: "Do not think that I have come to bring peace on earth; I have not come to bring peace but a sword" (Matt. 10:34; cf. also Luke 12:51-2). The early Church Fathers, including Tertullian and Origcn, asserted that Christians were constrained from taking human life, a principle that prevented Christians from serving in the Roman army.

When Christianity was vaulted into the status of state religion by Constantine in the fourth century CE, it began to reject pacifism and accept the doctrine of just war, an idea first stated by Cicero and later developed by Ambrose and Augustine. The abuse of the concept in justifying military adventures and violent persecutions of heretical and minority groups led Thomas Aquinas, in the thirteenth century, to reaffirm that war is always sinful, even if it is occasionally waged for a just cause. Remarkably, the just war theory still stands today as the centerpiece of Christian understanding about the moral use of violence (see, e.g., Ramsay 1968; Potter 1969). Some Christian theologians have adapted the theory of just war to liberation theology, arguing that the church can embrace a "just revolution" (Brown 1987; Gutierrez 1988).

An American Protestant theologian, Reinhold Niebuhr, showed the relevance of the just war theory to contemporary social struggles by relating it to the Christian requirement to fulfill social justice. When violence is employed for the sake of justice, Niebuhr explained, it must be used as swiftly and skillfully "as a surgeon's knife" (Niebuhr 1932:134). In a famous essay answering the question, "why the Christian Church is not pacifist", Niebuhr—who had himself been a pacifist earlier in his career—built his case on Augustine's understanding of original sin. Because of the sinful nature of humanity, Niebuhr argued, righteous force was sometimes necessary to extirpate injustice and subdue evil within a sinful world (Niebuhr 1940).


«Οι πρώτοι εκκλησιαστικοί πατέρες, περιλαμβανομένου του Τερτυλλιανού και του Ωριγένη, δήλωναν ότι απαγορευόταν στους Χριστιανούς να αφαιρέσουν ανθρώπινη ζωή, μια αρχή που τους εμπόδιζε να συμμετέχουν στο ρωμαϊκό στρατό».

* The Oxford Handbook of the Sociology of Religion,
Peter Bernard Clarke (ed.),
Oxford Handbooks Online, 2008,
p./σ. 899.







*   *