μια απόπειρα επιστημονικής προσέγγισης της ανθρώπινης θρησκευτικότητας
an attempt for a scientific approach of human religiosity "Sedulo curavi humanas actiones non ridere, non lugere, neque detestari, sed intelligere" —Spinoza, Tractatus Politicus 1:4
⏳ ⌛ First post: October 30, 2008 / Πρώτη ανάρτηση: 30 Οκτωβρίου 2008
.
Showing posts with label ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Show all posts
Showing posts with label ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ. Show all posts
Τι ανέφερε το τμήμα της εφημερίδας που έχει αφαιρεθεί από το αρχείο της εφημερίδας που διασώζεται κατά τα άλλα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων;
«Ημείς οι υπογεγραμμένοι Μητροπολίται εντολήν ελάβομεν παρά χιλιάδων
εφέδρων και πολιτών να αναγνώσωμεν βαρύτατον αφορισμόν κατά του ενόχου
εσχάτης προδοσίας Ελ. Βενιζέλου, του προδώσαντος το έθνος μας εις τους
Αγγλογάλλους, τους ατίμως συνεννοηθέντος μετ’ αυτών ίνα στείλωσι την
προχθεσινήν νόταν είς την Ελλάδα, μόνον και μόνον διά να πικρανθή ο
λατρευτός μας Βασιλεύς και εκβιασθή όπως καλέση επί την αρχήν τον
πουλημένον Σενεγαλέζον τράγον Βενιζελον, τον ηθικόν αυτουργόν της
πυρπολήσεως του Τατοΐου, τον ηθικόν αυτουργόν των βασάνων άς υπέστησαν
οι ανδραγαθήσαντες αξιωματικοί μας εις χείρας του ανάνδρου Σαράιγ. Κατ’ αυτού όθεν του προδότου Βενιζέλου ανεγνώσαμεν αφορισμόν όπως ενσκήψωσι: Τα εξανθήματα του Ιώβ : το κύτος του Ιωνά : η λέπρα του Ιεχωβά : ο μαρασμός των νεκρών : το τρεμούλιασμα των ψυχορραγούντων : οι κεραυνοί της Κολάσεως : και αι κατάραι και τα αναθέματα των ανθρώπων. Τας
ιδίας αράς θα αναγνώσωμεν και κατ’ εκείνων οίτινες κατά τας προσεχείς
εκλογάς θέλουσι δώσει λευκήν ψήφον προς τον κατάπτυστον προδότην
Βενιζέλον και θα παρακαλέσωμεν, συν τοις άλλοις, όπως μαρανθώσιν αυτών αι
χείραις, τυφλωθώσιν οι οφθαλμοί και κωφανθώσι τα ώτα. Γένοιτο : Αμβρόσιος Μητροπολίτης, Νικηφόρος Αρχιεπίσκοπος».
Ο
κατά κόσμον Σακελλάρης Τσάπος γεννήθηκε στην Κάλυμνο στις 28
Αυγούστου 1864 (ή 1863). Αποφοίτησε από τη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή
Αθηνών το 1887 και από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών το 1892. Διάκονος
χειροτονήθηκε από τον συντοπίτη του Επίσκοπο Πλαταμώνος Αμβρόσιο. Υπηρέτησε
ως Διάκονος στην Ελληνική Πρεσβεία Αγίας Πετρουπόλεως (1889-1890) και ως
Πρεσβύτερος και Ιεροκήρυκας στον Νομό Τρικάλων (1890-1893).
Το 1893 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον Επίσκοπο Θαυμακού Μισαήλ. Το 1895 διορίστηκε Ιεροκήρυκας των Νομών
Φθιώτιδος και Φωκίδος. στη συνέχεια υπηρέτησε ως Εφημέριος στην Ηγουμενίτσα
και κατόπιν στην Ιερά Μονή Αγάθωνος. Το 1899 διορίστηκε Ιεροκήρυκας και
Εφημέριος του Βασιλικού Ναυστάθμου. Στις 8 Ιουλίου 1901 χειροτονήθηκε στον
Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Καρύτση Επίσκοπος Φωκίδος. Στις 3 Οκτωβρίου 1917
καταδικάστηκε σε έκπτωση λόγω της συμμετοχής του στο ανάθεμα του Βενιζέλου.
Επανήλθε στη θέση του με Β.Δ. στις 16 Νοεμβρίου 1920. Το 1922 προήχθη σε
Μητροπολίτη μαζί με τους υπόλοιπους Επισκόπους της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1922 επανήλθε σε ισχύ η απόφαση της εκπτώσεώς του από τον
θρόνο πλην όμως αποκαταστάθηκε οριστικά με απόφαση Μείζονος Συνόδου στις 2
Ιανουαρίου 1923. Προσβληθείς από περιτονίτιδα εκοιμήθη αιφνιδίως στην Αθήνα
στις 27 Ιανουαρίου 1928.
Ο
Νικηφόρος Λεβαντερίδης καταγόμενος από τη Μάδυτο της
Καλλιουπόλεως γεννήθηκε το 1854.
Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή
της Χάλκης το 1881, αφού υπέβαλε διατριβή με τίτλο "Ότι ουκ άσπιλος η
της
Θεοτόκου σύλληψις". Υπηρέτησε ως Ιεροκήρυκας και Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως
Μυτιλήνης.
Την 1 Αυγούστου 1892 εξελέγη Μητροπολίτης Νευροκοπίου έχοντας
συνυποψηφίους
τον Επίσκοπο π. Κίτρους Ιωαννίκιο και τον Αρχιμανδρίτη Γερμανό Θεοτοκά,
Αρχιερατικώς Προϊστάμενο Γαλατά. Στις 30 Αυγούστου 1892 χειροτονήθηκε
στον Πατριαρχικό Ναό Αγίου
Γεωργίου στο Φανάρι Κωνσταντινουπόλεως Μητροπολίτης Νευροκοπίου. Τη
χειροτονία τέλεσε ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Γερμανός, συμπαραστατούμενος
από
τους Μητροπολίτες Κορυτσάς Φιλόθεο και Χαλδίας Γερβάσιο.
Στις 3 Ιουνίου 1895 παραιτήθηκε.
Διέμενε στη Μητρόπολη Κυζίκου. Τον Αύγουστο του 1896 εγκαταστάθηκε στην
Κωνσταντινούπολη. Στις 27 Σεπτεμβρίου
1897 εξελέγη Μητροπολίτης Λιτίτσης έχοντας συνυποψηφίους τον Επίσκοπο
Μυρέων
Γερμανό και τον Πρωτοσύγκελο της Μητροπόλεως Χαλκηδόνος Αρχιμανδρίτη
Γερμανό.
Στις 8 Φεβρουαρίου 1907 εξελέγη
Μητροπολίτης της νεοσύστατης Μητρόπολης Τυρολόης και Σερεντίου.
Στις 15
Φεβρουαρίου 1911 εξελέγη Μητροπολίτης Μεσημβρίας. Δεν μπόρεσε ωστόσο να
μεταβεί στην Επαρχία του και διέμενε έκτοτε στην Κωνσταντινούπολη.
Εκοιμήθη
στις 21 Μαρτίου 1931.
Ένοπλη συμμετοχή κληρικών στις βιαιοπραγίες της περιόδου:
Εκκλησία: "Μαγαζί γωνία" από τις ταυτότητες μέχρι τον κορονοϊό
Η κυβέρνηση Σημίτη συγκρούσθηκε σφοδρά με
την εκκλησία για τις ταυτότητες και την αναγραφή του θρησκεύματος σε
αυτές (φωτογραφία αρχείου)
EUROKINISSI
Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή στον
Ανδρέα Παπανδρέου, από τον Κώστα Σημίτη στον Κώστα Καραμανλή και από τον
Αλέξη Τσίπρα στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Όλοι οι πρωθυπουργοί βρέθηκαν
αντιμέτωποι με την ισχύ της Εκκλησίας.
Σύμφωνα με τον αστικό θρύλο, κατά τη Μεταπολίτευση ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Καραμανλής σε μία συνάντηση με το μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, έθεσε για πρώτο φορά το μείζον ζήτημα του διαχωρισμού κράτους- Εκκλησίας.
“Μακαριότατε, νομίζω πως ήρθε η ώρα να χωρίσουμε τα τσανάκια μας”,
φέρεται να είπε με το χαρακτηριστικό του στυλ ο Σερραίος στο Σεραφείμ. Ο
Αρχιεπίσκοπος, με το δικό του εξίσου χαρακτηριστικό στυλ, φέρεται να
του απάντησε: “Το δικό σου μαγαζί να κοιτάξεις. Το δικό μου είναι μαγαζί
γωνία. Όποτε θες έλα να τα χωρίσουμε. Εγώ σε όρκισα και εγώ θα ορκίσω
και άλλους μετά από σένα”.
Ο Καραμανλής, που είχε αναλάβει τη μετάβαση στη Δημοκρατία, έλυσε το
πολιτειακό, νομιμοποίησε το ΚΚΕ, έβγαλε ακόμη και τη χώρα από το ΝΑΤΟ
και γενικότερα είχε επιδείξει σε πολλές περιπτώσεις πολιτική τόλμη,
έπιασε το υπονοούμενο και άφησε το θέμα στην άκρη. Το διαζύγιο κράτους-
Εκκλησίας θα ήταν ιδιαίτερα επώδυνο. Μαγαζί γωνία σημαίνει ψήφους και
οικονομική ισχύ. Και έτσι η Εκκλησία της Ελλάδος διατήρησε ισχυρή
επιρροή στο κράτος, που όμοια της δεν υπάρχει σε άλλο δυτικό κοσμικό
κράτος στον κόσμο, όπως επιβεβαιώνεται σήμερα και με τη διαχείριση της
πανδημίας του κορονοϊού.
Και εντάξει, ο Καραμανλής στο κάτω κάτω ήταν ηγέτης της κεντροδεξιάς
και θα είχε και στο δικό του “μαγαζί” να αντιμετωπίσει αντιδράσεις,
παρόλο που εκείνος προφανώς θα ήθελε, στα πρότυπα του γαλλικού κοσμικού
κράτους, ένα διαχωρισμό. Έβαλε όμως τους Έλληνες στην ΕΟΚ παρά τη θέληση
τους, δεν του έμεναν δυνάμεις να βγάλει και την Εκκλησία από το κράτος.
Αλλά και το ΠΑΣΟΚ, που υποστήριζε εκ γενετής τον πλήρη διαχωρισμό
κράτους- Εκκλησίας, έκανε πίσω τελικά.
Από τον πολιτικό γάμο στην εκκλησιαστική περιουσία
Η πρώτη σύγκρουση του ΠΑΣΟΚ της “Αλλαγής” και του Ανδρέα Παπανδρέου
με την Εκκλησία ήρθε το 1982 με αφορμή τον πολιτικό γάμο, ενώ
ταυτόχρονα ξεκίνησε διάλογο για την τεράστια εκκλησιαστική περιουσία.
Στο πρώτο το ΠΑΣΟΚ κατάφερε να κάνει μισό, αλλά σημαντικό βήμα: Ο
πολιτικός γάμος θεσμοθετήθηκε ως ισοδύναμος, όχι όμως ως υποχρεωτικός.
Αλλά ο θρησκευτικός γάμος έπαψε να είναι η μόνη επιλογή και η Εκκλησία
έχασε ένα μονοπώλιο. Στο δεύτερο και πιο καυτό θέμα όμως, αυτό της
εκκλησιαστικής περιουσίας, το ΠΑΣΟΚ τελικά έκανε οριστικά πίσω.
Ανδρέας Παπανδρέου
EUROKINISSI
Το ΠΑΣΟΚ ήδη είχε φέρει επαναστατικές για την εποχή αλλαγές στο
οικογενειακό δίκαιο, όπως την κατάργηση της προίκας και την
αποποινικοποίηση της μοιχείας. Η πρόθεση καθιέρωσης του πολιτικού γάμου
όμως ήταν casus belli για την Εκκλησία. Ιεράρχες διοργάνωσαν διαδηλώσεις
με σύνθημα: «Αλλαγή δεν γίνεται δίχως τον Χριστό». Την εποχή εκείνη
άρχισε μάλιστα να λάμπει το άστρο του μετέπειτα Αρχιεπισκόπου
Χριστόδουλου, που ξιφουλκούσε για το ζήτημα. Οι τελικές διαπραγματεύσεις
έγιναν μεταξύ Ανδρέα και Σεραφείμ και κατέληξαν σε ένα συμβιβασμό. Για
πολλά χρόνια βέβαια η συντριπτική πλειοψηφία, που έφτανε στο 90% των
γάμων, ήταν θρησκευτικοί και για λόγους παράδοσης σε μεγάλο βαθμό. Μόλις
το 2012 οι πολιτικοί γάμοι ξεπέρασαν για πρώτη φορά τους θρησκευτικούς
με 51,8% έναντι 48,2%- ενδεχομένως όμως σε αυτό να έπαιξε ρόλο και η
οικονομική κρίση.
Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια: Ο Παπανδρέου ήταν που έκανε τους ιερείς
δημοσίους υπαλλήλους. Πληρωνόταν βέβαια έτσι κι αλλιώς από το κράτος από
το 1945, όμως δεν είχαν καθεστώς δημοσίου υπαλλήλου και ήταν πολύ πιο
ευάλωτοι στις διαθέσεις του έκαστου Μητροπολίτη. Με τον τρόπο αυτό ο
Ανδρέας θέλησε να φέρει στο ΠΑΣΟΚ και ψήφους εκκλησιαστικές και να
αμβλύνει τον απόλυτο έλεγχο της Ιεραρχίας στους ιερωμένους.
Η μισθοδοσία των ιερών από το κράτος είναι μία συζήτηση που συνδέεται
με την εκκλησιαστική περιουσία. Και η εκκλησιαστική περιουσία ήταν η
αφορμή για πόλεμο Εκκλησίας- Πολιτείας το 1987. Η συζήτηση βέβαια είχε
ξεκινήσει πολύ νωρίτερα και συγκεκριμένα το 1985, όταν λίγες ημέρες μετά
τη δεύτερη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ, ο Απόστολος Κακλαμάνης ως αρμόδιος
υπουργός καταθέτει νομοσχέδιο για τη μοναστηριακή περιουσία. Η Εκκλησία
αντιδρά και διαμαρτύρεται ότι δεν έγινε διάλογος. Φυσικά δεν έχει
διάθεση να συζητήσει για να υποχωρήσει. Περνάνε δύο χρόνια
διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ιεράς Συνόδου και ενώ το υπουργείο Παιδείας
και Θρησκευμάτων έχει αναλάβει ο Αντώνης Τρίτσης.
“Αντώνη έγραψες Ιστορία...”
Το Μάρτιο του 1987 ο Τρίτσης δήλωσε ότι η συζήτηση δεν μπορούσε να
συνεχιστεί επ αόριστον και για αυτό προχωρά σε μονομερή λύση. Το
νομοσχέδιο Τρίτση κατατέθηκε στις 12 Μαρτίου του 1987 και προέβλεπε το
πέρασμα της μοναστηριακής περιουσίας στην πολιτεία, με λαϊκή συμμετοχή
στη διαχείριση της. Η λαϊκή συμμετοχή ήταν και αυτό που έβγαλε τους
ιεράρχες από τα ράσα τους.
Η Εκκλησία αποφάσισε να μην το αφήσει να περάσει έτσι. Ανακοινώνει
συλλαλητήρια, στους ναούς οι ιερείς κατακεραυνώνουν την κυβέρνηση από
άμβωνος, ο Σεραφείμ και όλη η ιεραρχία αρνούνται για πρώτη φορά στην
ιστορία να παραστούν στην επίσημη δοξολογία της 25ης Μαρτίου.
Ο τότε πρόεδρος της ΝΔ Κωνσταντίνος
Μητσοτάκης δηλώνει πως «ούτε ο Μωάμεθ ο Πορθητής ή άλλος σουλτάνος στη
διάρκεια της μακραίωνης δουλείας του γένους διανοήθηκαν ποτέ να
υποδουλώσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, οικονομικά και διοικητικά , με τον
τρόπο που το επιχειρεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ».
Την 1η Απριλίου πραγματοποιείται συλλαλητήριο στο Σύνταγμα με
κεντρικό ομιλητή, το Μητροπολίτη Δημητριάδος Χριστόδουλο, στην πρώτη του
πανελλαδική εμφάνιση, 11 χρόνια πριν γίνει Αρχιεπίσκοπος και πριν
οργανώσει τα δικά του συλλαλητήρια.
Ο νόμος Τρίτση πάντως ψηφίστηκε στις 2 Απριλίου του 1987, με τις
ψήφους και των κομμάτων της αριστεράς, ενώ η ΝΔ αποχωρούσε από την
αίθουσα. Ήταν όμως μία πύρρειος νίκη. Ο Ανδρέας είχε άλλα πολιτικά
προβλήματα και κλονισμένη υγεία. Έτσι παρότι είχε ψηφίσει το νόμο
Τρίτση, πραγματοποίησε διαδοχικές συναντήσεις με το Σεραφείμ. Η Ιερά
Σύνοδος απείλησε ακόμη και με άρση του Αυτοκέφαλου της Εκκλησίας της
Ελλάδος και υπαγωγή της και πάλι στο Φανάρι. Και ο Αμερικής Ιάκωβος
έφθασε τον Ιούνιο στην Ελλάδα, αναλαμβάνοντας ατύπως ρόλο διαμεσολαβητή
μεταξύ Εκκλησίας και κυβέρνησης.
Ο Σεραφείμ φροντίζει εν τω μεταξύ τα βελη της Εκκλησίας να
επικεντρωθούν στον Τρίτση και όχι στον Παπανδρέου, ώστε να καταστεί ο
υπουργός Παιδείας το “πρόβλημα” και άρα να δοθεί περιθώριο στον
πρωθυπουργό να κάνει πίσω. Αρνείται μάλιστα να λάβει μέρος σε
συναντήσεις εφόσον θα ήταν παρών και ο Τρίτσης.
Απουσία Τρίτση λοιπόν, στις 3 Νοεμβρίου του 1988, Ανδρέας Παπανδρέου
και Σεραφίμ συνυπογράφουν ένα προσχέδιο συμφωνίας, που ουσιαστικά
αναιρούσε τη λαϊκή συμμετοχή στα εκκλησιαστικά και μητροπολιτικά
συμβούλια.
Ο Τρίτσης και άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ αντιδρούν, όμως ο Ανδρέας έχει
πάρει τις αποφάσεις του. Δεν απομένει άλλη οδός για τον Τρίτση παρά η
παραίτηση, η οποία γίνεται αποδεκτή με τη δεύτερη που υπεβλήθη και παρά
τον παπανδρεϊκό έπαινο: “Αντώνη έγραψες Ιστορία”.
Ο νόμος Τρίτση φυσικά, έστω και αποδυναμωμένος, δεν εφαρμόστηκε ποτέ.
"Όποιος απλώνει το χέρι του στην Εκκλησία, του ξεραίνεται!"
Στην αναθεώρηση του Συντάγματος που πρότεινε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το
Μάρτιο του 1995, το σοσιαλιστικό κίνημα αντί για χωρισμό Εκκλησίας-
κράτους πρότεινε τροποποίηση της παραγράφου 1 του άρθρου 3, όμως έτσι κι
αλλιώς η διαδικασία σταμάτησε μετά την απόφαση του Κώστα Σημίτη να
οδηγήσει τη χώρα σε πρόωρες εκλογές το Σεπτέμβριο του 1996. Το θέμα
όμως είχε ουσιαστικά κλείσει απο το Μάιο, όταν στη Μονή Πετράκη ο
Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ και τα μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου
συναντήθηκαν με τον πρόεδρο της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος
Παναγιώτη Κρητικό, τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Ευάγγελο Βενιζέλο και
τον αντιπρόεδρο της ΝΔ Iωάννη Βαρβιτσιώτη. “Το συνταγματικό πλαίσιο
είναι επαρκές και σαφές και δεν χρειάζεται αναθεώρηση”, δήλωνε στη
συνέχεια ο Βενιζέλος.
Όταν ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος κατέβασε τους πιστούς
στο Σύνταγμα για το ζήτημα των ταυτοτήτων (φωτογραφία αρχείου)
EUROKINISSI
Η κυβέρνηση Σημίτη όμως “έμπλεξε” όταν λίγο μετά τις εκλογές του 2000
και ενώ έχει κερδίσει τη ΝΔ στο νήμα, ο υπουργός Δικαιοσύνης Μιχάλης
Σταθόπουλος εκφράζει σε συνέντευξη του την άποψη πως το θρήσκευμα
αποτελεί ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο και η αναγραφή του στην αστυνομική
ταυτότητα, έρχεται σε αντίθεση με σχετικό νόμο που ισχύει από το 1997.
Ο Σταθόπουλος και η κυβέρνηση δεν είχαν σκοπό να ανοίξουν πόλεμο για τις ταυτότητες. Αλλά η Εκκλησία, της οποίας εν τω μεταξύ ηγείται ο ιδιαίτερα δραστήριος, επικοινωνιακός και φιλόδοξος Χριστόδουλος,
αποφασίζει να αντεπιτεθεί. Ο Κώστας Σημίτης στηρίζει τον υπουργό του,
επικαλούμενος την ανάγκη εναρμόνισης με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Δεν
έχουν όλοι πάντως στο ΠΑΣΟΚ την ίδια άποψη και ο πρωθυπουργός
εξοργίζεται με τις διαφωνίες Βενιζέλου. Ο Χριστόδουλος όμως δεν αφήνει
τελικά στην κυβέρνηση άλλη επιλογή παρά να υπερασπιστεί τη θέση της,
αφού ετίθετο (για άλλη μία φορά) το ερώτημα: “Ποιος κυβερνά επιτέλους
αυτό τον τόπο;”
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος οργανώνει συλλαλητήρια και απολαμβάνει
το ρόλο του ως ηγέτη του χριστεπώνυμου πλήθους και την πολιτική του
δύναμη, σηκώνοντας στο Σύνταγμα το λάβαρο της Αγίας Λαύρας και απειλεί
πως: «Όποιος απλώνει το χέρι του στην Εκκλησία, του ξεραίνεται!».
Ταυτόχρονα, η Εκκλησία συγκεντρώνει τρία εκατομμύρια υπογραφές για
δημοψήφισμα επί του θέματος της αναγραφής του θρησκεύματος στις
ταυτότητες. Και ο Χριστόδουλος τις πήγε στον τότε Πρόεδρο της
Δημοκρατίας Κωστή Στεφανόπουλο. «Οι εκτός νομοθετημένης διαδικασίας
συλλεγείσες υπογραφές δεν είναι δυνατόν να ανατρέψουν τις διατάξεις του
Συντάγματος», απαντά αν και προερχόμενος από τη συντηρητική παράταξη ο
ανώτατος πολιτειακός άρχοντας, πιστός στο θεσμικό του ρόλο.
Για τη διενέργεια δημοψηφίσματος είχε υπογράψει το Σεπτέμβριο του 2000 ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο Κώστας Καραμανλής.
Στη συντριπτική της πλειοψηφία άλλωστε η ΝΔ συντάχθηκε έτσι κι αλλιώς
με την Εκκλησία, και για ψηφοθηρικούς και αντιπολιτευτικούς λόγους. Μόνο
η Μαριέττα Γιαννάκου από τα στελέχη της ΝΔ πήρε επίσημα θέση απέναντι
στην Εκκλησία.
«Στο τέλος, η παντοδύναμη Δεξιά του Κυρίου δείχνει τι θέλει ο Θεός
και τι θέλει ο λαός», δήλωνε εν τω μεταξύ ο Χριστόδουλος. Αλλά ήδη στην
πρώτη του συνάντηση με τον Καραμανλή μετά τη νίκη της ΝΔ στις εκλογές
του 2004, ο Αρχιεπίσκοπος εύκολα έβαλε το θέμα των ταυτοτήτων στην άκρη.
Η καλή προσωπική χημεία με το νέο πρωθυπουργό έπαιξε ρολο, παρότι
αιτήματα του Αρχιεπισκόπου όπως η δημιουργία τηλεοπτικού σταθμού της
Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν έγιναν ποτέ δεκτά από την κυβέρνηση
Καραμανλή, παρότι δεν επέλεξε τη συγκρουσιακή οδό.
Σημειωτέον δε ότι ο “εκσυγχρονιστής” Σημίτης δεν υποχώρησε μεν στο
θέμα των ταυτοτήτων, είχε όμως εν τω μεταξύ επιχειρήσει να εξευμενίσει
την Εκκλησία με μία πολύ σημαντική παραχώρηση σε ένα πολύ πιο ουσιαστικό
σύστημα. Πριν τις εκλογές του 2004 κατήργησε την εισφορά ποσοστού επί
των πάσης φύσεων εσόδων των ναών, που είχε θεσπιστεί ήδη από το 1945 ως
αντιστάθμισμα για τη μισθοδοσία των ιερέων από το κράτος. Φευ, το δώρο
αυτό δεν ήταν αρκετό.
Σημειωτέον επίσης ότι ο Γιώργος Παπανδρέου που διαδέχθηκε στην ηγεσία
του ΠΑΣΟΚ τον Κώστα Σημίτη προχώρησε σε πολλές διακηρύξεις για το
διαχωρισμό Εκκλησίας- κράτους και τη φορολόγηση της εκκλησιαστικής
περιουσίας. Αλλά ως πρωθυπουργός, ουδέν έπραξε. Βέβαια εν τω μεταξύ η
χώρα είχε μπει στο μακρύ και βασανιστικό δρόμο των μνημονίων.
Η αριστερά του Κυρίου
Τα μνημόνια φέρνουν τα πάνω κάτω στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, οδηγώντας στην κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Για πρώτη φορά φαίνεται πιθανό κάτι που έμοιαζε αδιανόητο: Ένα αριστερό κόμμα στην εξουσία. Πρώτα όμως ο Αλέξης Τσίπρας φροντίζει
να καθησυχάσει τις φοβίες των μη αριστερών ψηφοφόρων. Και στο πλαίσιο
αυτό επισκέπτεται το Άγιο Όρος το 2014. Ήταν η πρώτη επίσκεψη ηγέτη της
Αριστεράς στον Άθω μετά από αυτή του Χαρίλαου Φλωράκη το 1995.
“Τότε ο Χαρίλαος Φλωράκης μας είχε πει, ‘εσείς πιστεύετε στην σωτηρία
στον άλλο κόσμο, εμείς δεν πιστεύουμε ότι προλαβαίνουμε για την σωτηρία
σε αυτόν τον κόσμο, οπότε έχουμε κάτι κοινό”, είπε στον πρόεδρο του
ΣΥΡΙΖΑ ο μοναχός Νικόδημος της Μονής Αγίου Παύλου. Και ο Αλέξης Τσίπρας
ζήτησε και έμεινε δέκα λεπτά μόνος με την εικόνα του “‘Αξιον εστί”. Ήταν ένα σαφές μήνυμα προς τους πιστούς ψηφοφόρους να μη φοβούνται τους άθεους... κομμουνιστές.
Ο Τσίπρας είχε εξάλλου καλή σχέση με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο.
Αλλά η σχέση κόντεψε να διαταραχθεί το 2016 με αφορμή το μάθημα των
θρησκευτικών. Αρχικά ο τότε πρωθυπουργός προσπαθεί να καλύψει τον τότε
υπουργό Παιδείας Νίκο Φίλη, δηλώνοντας ότι το μάθημα των θρησκευτικών
δεν μπορεί να έχει ομολογιακό χαρακτήρα. Αλλά ο Ιερώνυμος, υπό την πίεση
και της Ιεράς Συνόδου, επιμένει.
Η προ ημερησίας για την Παιδεία που πραγματοποιήθηκε στις 28
Σεπτεμβριου με αίτημα Μητσοτάκη, κατέληξε σε ιερή αντιπαράθεση για το
μάθημα των θρησκευτικών. Την ώρα μάλιστα της προ ημερησίας ο
πρόεδρος των ΑΝΕΛ συναντείτο με τον Ιερώνυμο και δήλωνε ότι ο
πρωθυπουργός του είχε πει πως οι αποφάσεις θα ληφθούν από κοινού με την
Εκκλησία, με αποτέλεσμα αυτό το... καμμένο τηλέφωνο να φέρει σε αμηχανία το Μαξίμου.
Ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ Πάνος Καμμένος ασπάζεται το χέρι του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου κατά παλαιότερη συνάντηση τους
EUROKINISSI
Στις 5 Οκτωβρίου του 2016 πραγματοποιείται συνάντηση Αρχιεπισκόπου-
πρωθυπουργού στο Μαξίμου, παρόντος και του υπουργού Παιδείας, αλλά και
του κυβερνητικού εταίρου Πάνου Καμμένου, στην οποία γίνεται αποδεκτό το
αίτημα της Εκκλησίας να ξεκινήσει διάλογος από την αρχή για το μάθημα
των θρησκευτικών και τα νέα Προγράμματα Σπουδών για τα Θρησκευτικά να
τελούν υπό διαρκή αξιολόγηση και να επανεξεταστούν στο τέλος της
χρονιάς. “Λύθηκαν οι παρεξηγήσεις” δηλώνει μετά ο Ιερώνυμος. Αυτό όμως τελικά δεν ήταν αλήθεια.
Συνάντηση του Πρωθυπουργού ΑΛέξη Τσίπρα με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο
την Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016, στο Μέγαρο Μαξίμου. (EUROKINISSI/ΓΡΑΦΕΙΟ
ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ/ANDREA BONETTI)
EUROKINISSI
Ο Αρχιεπίσκοπος σε τηλεοπτική συνέντευξη του ουσιαστικά καλεί τον
πρωθυπουργό να ανασχηματίσει τον Φίλη. Αποκαλύπτει μάλιστα ότι ο
Καμμένος με δάκρυα στα μάτια τον είχε παρακαλέσει να βρουν λύση και του είχε δηλώσει πως θα έριχνε την κυβέρνηση. Τελικά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ δεν έπεσε, αλλά ανασχηματίστηκε ο Φίλης και τη θέση του πήρε ο Κώστας Γαβρόγλου.
Κατά την τελετή παράδοσης- παραλαβής ο Φίλης καταγγέλλει “συμβόλαιο πολιτικού θανάτου”. Και στη λίστα των μεγάλων ερωτημάτων της ανθρωπότητας, εκτός από το “υπάρχει θεός;” προστίθεται και το “υπάρχει αριστερά;”
Ερώτημα που αιωρείτο και κατά την τελευταία συζήτηση για συνταγματική
αναθεώρηση, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ επί της ουσίας υπαναχώρησε από μία ξεκάθαρη
θέση για πλήρη διαχωρισμό κράτους- Εκκλησίας, με το επιχείρημα ότι δεν
υπήρχε έτσι κι αλλιώς ούτε προβλεπόταν να υπάρξει η πλειοψηφία για την
κατάργηση του άρθρου 3. Αλλά ακόμη και αυτή η τροποποίηση του στην
κατεύθυνση της θρησκευτικής ουδετερότητας προκάλεσε αντιδράσεις.
Από τη συμφωνία Τσίπρα- Ιερώνυμου στη δοκιμασία του κορονοϊού
Με τη συμφωνία το Ελληνικό Δημόσιο και η Εκκλησία αναγνώριζαν ότι οι
κληρικοί δεν θα νοούνταν στο εξής ως δημόσιοι υπάλληλοι και ως εκ τούτου
θα διαγράφονταν από την Ενιαία Αρχή Πληρωμών. Αλλά το Ελληνικό Δημόσιο
θα εξακολουθούσε να πληρώνει τους μισθούς των ιερέων, με βάση το ποσό
που αντιστοιχούσε στη μισθοδοσία τη δεδομένη στιγμή.
Σε μία.... σολωμόντεια λύση που
πάντως εξυπηρετούσε και την Εκκλησία, το κράτος και η Εκκλησία θα
διαχειρίζονταν μισή μισή την αμφισβητούμενη εκκλησιαστική περιουσία.
Συνάντηση του Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο
EUROKINISSI
Ήδη την επομένη όμως ο Ιερώνυμος τα μάζευε, λέγοντας πως άλλο η συμφωνία και άλλο η πρόθεση για συμφωνία,
μπροστά στις αντιδράσεις ιεραρχών. Και ο Τσίπρας βρέθηκε αντιμέτωπος με
αντιδράσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, με το Νίκο Φίλη να επισημαίνει
ότι ευνοείτο στην πραγματικότητα η Εκκλησία.
Από την πλευρά της η ΝΔ αρχικά βρέθηκε σε αμηχανία και επικαλέστηκε ότι
η συμφωνία βασιζόταν σε δικές της παλαιότερες ρυθμίσεις, στη συνέχεια
και διαπιστώνοντας ότι η Ιερά Σύνοδος δεν θα στήριζε το deal που έκανε
μόνος του ουσιαστικά ο Ιερώνυμος, εξέφρασε ενστάσεις.
Η συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος εξελίχθηκε και σε “ιερή κόντρα” Τσίπρα- Μητσοτάκη.
Ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε εξάλλου σε συνάντηση
του με την Ένωση Κληρικών την επομένη της συμφωνίας ΣΥΡΙΖΑ- Ιερώνυμου,
ουσιαστικά καρφώσει τον Αρχιεπίσκοπο και είχε συνταχθεί με τους ιερείς που ήθελαν να παραμείνουν δημόσιοι υπάλληλοι.
Η Ιερά Σύνοδος έτσι κι αλλιώς στις 16 Νοεμβρίου έβαλε τη συμφωνία Τσίπρα- Ιερώνυμου στον πάγο,
αποφασίζοντας να παραμείνουν οι ιερείς δημόσιοι υπάλληλοι. Όχι
διαχωρισμός κράτους- Εκκλησίας, ούτε καν ένα βήμα για τη ρύθμιση των
σχέσεων δεν έγινε τελικά.
Μετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία πάντως, συμφώνησε με τον Ιερώνυμο για μία νέα αρχή στις σχέσεις πολιτείας- Εκκλησίας,
δηλαδή και στις δικές τους σχέσεις. Σε συνάντηση στις 16 Ιουλίου 2019, ο
Αρχιεπίσκοπος διαβεβαίωσε τον πρωθυπουργό ότι η συμφωνία του Νοεμβρίου
2018 με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θεωρείται για την Ιερά Σύνοδο ως μη
γενομένη, ενώ ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι εγγυάται τα μισθολογικά των
ιερών. Συμφώνησαν επίσης ο διάλογος Πολιτείας- Εκκλησίας για την
εκκλησιαστική περιουσία, αλλά και για το μάθημα των θρησκευτικών να
εκκινούσε εκ νέου.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος
EUROKINISSI
Ο κορονοϊός όμως είναι που βάζει σε δοκιμασία τις σχέσεις και της
σημερινής κυβέρνησης με την Εκκλησία και όχι τόσο προσωπικά με τον
Αρχιεπίσκοπο, όσο με την Ιερά Σύνοδο, που προετοιμάζεται σιγά σιγά για
τη διαδοχή Ιερώνυμου. Από την πρώτη καραντίνα, η κυβέρνηση, αλλά ακόμη
και οι επιστήμονες της επιτροπής, απέφυγαν να πουν δημοσίως ότι ο
κορονοϊός μεταδίδεται με τη θεία κοινωνία. Αλλά το Πάσχα, η κυβέρνηση
πήρε την απόφαση να κλείσει τις εκκλησίες. Μέτρα ελήφθησαν και στο
πλαίσιο του δεύτερου lockdown, με το Μαξίμου να επιχειρεί έναν ιερό
συμβιβασμό για τα Χριστούγεννα, από τον οποίο αμέσως αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Για άλλη μία φορά, η Εκκλησία είχε κερδίσει.
Ένα σπάνιο βίντεο με την τηλεοπτική αντιπαράθεση στην εκπομπή "Ανοιχτά
Χαρτιά", μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας με θέμα: Εκκλησιαστική
Περιουσία. Συμμετέχουν από την πλευρά της Εκκλησίας οι Σεβασμιώτατοι
Μητροπολίτες Δημητριάδος και Αλμυρού κ.κ. Χριστόδουλος (μετέπειτα
Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος) και ο Σεβ.Μητροπολίτης
Αλεξανδρουπόλεως κ.κ. Άνθιμος (νυν Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης) και από
την πλευρά της πολιτείας ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κ.
Αντώνης Τρίτσης και ο Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου και Νομικός
Σύμβουλος του Πρωθυπουργού, κ. Γεώργιος Κασσιμάτης.
Συντονίζει ο δημοσιογράφος Βίκτωρας Νέτας.
Η τηλεοπτική συζήτηση μεταδόθηκε στις 23/3/1987 από την ΕΤ1.
Στιγμιότυπο από την εποχή της Επταετίας. Σε πρώτο πλάνο ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος (Α΄), στην άκρη δεξιά ο διάδοχός του Σεραφείμ
Την 21η Απριλίου 1967 δεν ξημέρωσε δύσκολη μέρα μόνο για τη
Δημοκρατία, αλλά και για την Εκκλησία. Την ημέρα εκείνη, με την επιβολή
της δικτατορίας των συνταγματαρχών, ξεκίνησε η μεγάλη περιπέτεια της
Επταετίας στη διάρκεια της οποίας αφ’ ενός μεν καταλύθηκε το δημοκρατικό
πολίτευμα της ελληνικής Πολιτείας, αφ’ ετέρου δε σαρώθηκε το συνοδικό –
φύσει δημοκρατικό, από την εποχή των Αποστόλων – σύστημα διοικήσεως της
Εκκλησίας.
Οι παρεμβάσεις της δικτατορίας αυτής – της μακροβιότερης εν Ελλάδι
στη διάρκεια του 20ού αιώνος – στις πλείστες των περιπτώσεων υπήρξαν
κατάφωρα αντίθετες προς το Κανονικό Δίκαιο και την κανονική τάξη της
Εκκλησίας. Αυτό, όμως, δεν ήταν τόσο περίεργο. Το πραγματικά περίεργο
ήταν ότι οι αντικανονικές αυτές παρεμβάσεις έγιναν δεκτές ή προκλήθηκαν
από την ίδια τη διοίκηση της Εκκλησίας, όπως αυτή προέκυψε μετά από
μεθοδευμένες νομοθετικές παρεμβάσεις της δικτατορίας, από τις πρώτες
ημέρες της επιβολής της, με σκοπό να υπηρετηθούν αφ’ ενός μεν
ιδεολογικές σκοπιμότητες του δικτατορικού καθεστώτος, αφ’ ετέρου δε
ιδιοτελή συμφέροντα νομής εξουσίας διαφόρων εκκλησιαστικών ομάδων.
Κατά την πρώτη φάση της δικτατορίας (21.04.1967 – 24.11.1973, επί Γ.
Παπαδοπούλου) ο νόμιμος και κανονικός Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β΄
(Χατζησταύρου) αρνούμενος να υποκύψει στις πιέσεις για παραίτηση
προκειμένου να προωθηθεί διάδοχος αρεστός και συνεργάσιμος στο καθεστώς,
θα είναι το πρώτο θύμα της δικτατορίας. Θα απομακρυνθεί «αυτοδικαίως»
με την προδήλως αντικανονική διάταξη περί ορίου ηλικίας. Ο διάδοχός του
Ιερώνυμος Α΄ (Κοτσώνης) αφού κατέλαβε «νόμιμα» μεν αλλά αντικανονικά τον
αρχιεπισκοπικό θρόνο και η διορισθείσα 8μελής «Αριστίνδην» Ιερά Σύνοδος
που αντικατέστησε – και υποκατέστησε – την κανονική «μικρά» (Δ.Ι.Σ.)
και «μεγάλη» Ιερά Σύνοδο (Ιεραρχία), θα συμπορευθούν με την
«εθνοσωτήριο» στρατιωτική Κυβέρνηση αναλαμβάνοντας το «εκκλησιοσωτήριο»
έργο της. Με αντικανονικές διαδικασίες και μεθοδεύσεις τον δρόμο προς
την έξοδο θα δουν άλλοι δεκαπέντε (15) κανονικοί και νόμιμοι
Μητροπολίτες της «παλαιάς» Ιεραρχίας (μεταξύ των οποίων οι τότε
Ελασσώνος Ιάκωβος Μακρυγιάννης και Λαρίσης Ιάκωβος Σχίζας), στο πλαίσιο
ενός συντονισμένου σχεδίου αλλοιώσεως της συνθέσεως της Ιεραρχίας, το
οποίο για να ολοκληρωθεί περιέλαβε και την εκλογή είκοσι εννέα (29) νέων
Μητροπολιτών προσκειμένων, ως επί το πλείστον, στις χριστιανικές
αδελφότητες οι οποίες εξαρχής συντάχθηκαν με το όραμα που εκπροσωπούσε ο
Ιερώνυμος Α΄ για την «κάθαρση» στην Εκκλησία και για μια «Καινούργια
Ελλάδα». Ο στόχος, όμως, παρά τη συντελεσθείσα αλλοίωση της Ιεραρχίας
δεν θα επιτευχθεί. Το οικοδόμημα του Ιερωνύμου θα καταρρεύσει όταν ο
τότε Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος (Α΄) επιχειρώντας – συνεργούσης και της
δικτατορίας – να καταστρατηγήσει τις πατριαρχικές διατάξεις που ορίζουν
τόσο τη σχέση της κανονικής ενότητας με το Πατριαρχείο (Πατριαρχικός
Τόμος του 1850), όσο και τα κανονικά δικαιώματα αυτού στις «Νέες Χώρες»
(Πατριαρχική Πράξη του 1928), θα βρει απέναντί του την πλειονοψηφία της
Ιεραρχίας, η οποία με την αντίθεσή της στις επιλογές του θα δρομολογήσει
τη δική του έξοδο. Πρωταγωνιστές στην ανατροπή του συστήματος Ιερωνύμου
(Α΄) οι τότε Μητροπολίτες Ελευθερουπόλεως Αμβρόσιος Νικολάου και
Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, οι οποίοι είχαν προσφύγει στο Συμβούλιο
της Επικρατείας (Σ.τ.Ε.) πετυχαίνοντας τον Απρίλιο του 1973 την ακύρωση
της συνθέσεως της «μικράς» Συνόδου (Δ.Ι.Σ.) που είχε συγκροτηθεί δι΄
εκλογής, σύμφωνα με το σύστημα Ιερωνύμου, και όχι κατά τα πρεσβεία
αρχιερωσύνης, όπως όριζαν οι πατριαρχικές πράξεις. Ο Αυγουστίνος στην
κρίσιμη συνεδρίαση της Ιεραρχίας της 10ης Μαϊου 1973, μετά την
επικράτηση της προτάσεως για συγκρότηση της Δ.Ι.Σ. βάσει των πρεσβείων
(33 ψήφοι) που σήμανε την ήττα του Ιερωνύμου (η πρόταση του οποίου για
συγκρότηση δι΄ εκλογής έλαβε 29 ψήφους), θα δηλώσει: «Πατριαρχικόν και
Ιερωνύμειον σύστημα συνεκρούσθησαν. Ενίκησεν όχι το “Αριστίνδην” του κ.
Ιερωνύμου, αλλά το Πατριαρχικόν, η αδιάβλητος αρχή συνθέσεως της Συνόδου
κατά πρεσβεία αρχιερωσύνης, η οποία εξασφαλίζει την ισότητα δικαιωμάτων
μεταξύ όλων των ιεραρχών και προφυλάσσει την Ιεραρχίαν από φατριαστικάς
ενεργείας, φιλονικείας και έριδας, αι οποίαι ήτο επόμενον να
παρουσιάζωνται κατά το Ιερωνύμειον σύστημα, το επινοηθέν επί σκοπώ
συγκεντρώσεως όλης της εξουσίας εις το πρόσωπον του ενός. Αυτό το
φατριαστικόν και απολυταρχικόν πνεύμα διοικήσεως της Εκκλησίας
κατεπολεμήθη κατά την χθεσινήν εκλογήν» (βλ. εφημ. «Μακεδονία»,
11.05.1973, σ. 4). Από της 10ης Μαϊου 1973 και εντεύθεν ο Ιερώνυμος (Α΄)
χάνει τον έλεγχο της Συνόδου, καθίσταται ουσιαστικά προκαθήμενος «υπό
επιτροπείαν». Η εξέλιξη αυτή θ΄ αποτελέσει την κύρια αιτία της εν
συνεχεία σταδιακής – και γι΄ αυτό ιδιαίτερα τραυματικής για το κύρος της
διοικούσας Εκκλησίας και επώδυνης για τον ίδιο σε προσωπικό επίπεδο –
καταρρεύσεώς του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο.
Μετά το νοεμβριανό ενδοστρατιωτικό πραξικόπημα της 25ης Νοεμβρίου
1973 και την ανατροπή του Γ. Παπαδοπούλου ξεκινά η δεύτερη φάση της
δικτατορίας (25.11.1973 – 23.07.1974). Ο νέος δικτάτωρ, ταξίαρχος Δ.
Ιωαννίδης αγνοεί επιδεικτικά τον Ιερώνυμο εξαναγκάζοντάς τον σε
παραίτηση. Τον παραιτηθέντα τον Δεκέμβριο του 1973 Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο
(Α΄) θα διαδεχθεί, ως εκλεκτός της νέας («ιωαννιδικής») ηγεσίας, ο από
Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τίκας), ο οποίος τον Ιανουάριο του 1974 θα εκλεγεί
κανονικά σε ήδη χηρεύοντα θρόνο. Η εκλογή του «κυοφορήθηκε» εντός της
ανερχομένης και ήδη ελέγχουσας (από την 10η Μαϊου του ΄73) τα
εκκλησιαστικά πράγματα μερίδας της «παλαιάς» (προ της 21ης Απριλίου ΄67)
Ιεραρχίας, της αποκληθείσης «Πρεσβυτέρας». Η επιλογή της νέας ηγεσίας
της δικτατορίας να συμπράξει με τον ισχυρό πόλο που εκπροσωπούσε η
«Πρεσβυτέρα Ιεραρχία» και ο εξ αυτής τότε Ιωαννίνων Σεραφείμ (Τϊκας) δεν
είχε ιδεολογικό έρεισμα˙ αποτελούσε «μονόδρομο» που τον υπαγόρευε η
πολιτική σκοπιμότητα των στιγμών. Το γεγονός ότι ο Σεραφείμ είχε
γνωριμία με τον Ιωαννίδη, από την εποχή που ήταν συμπολεμιστές την εποχή
της γερμανικής κατοχής στον «Ε.Δ.Ε.Σ.» του στρατηγού Ναπολέοντος Ζέρβα,
δεν ήταν αυτό που δρομολόγησε τις εξελίξεις, ασφαλώς, όμως, τις
επιτάχυνε.Το καθεστώς Ιωαννίδη έδωσε στη – διάδοχη της «ιερωνυμικής» –
«σεραφειμική» παράταξη απεριόριστες ελευθερίες, των οποίων όμως η
παράχρηση υπό της νέας εκκλησιαστικής ηγεσίας εξελίχθηκε σ’ ένα είδος
«revanche» προς την προηγουμένη.Αν για τον Ιερώνυμο η πλέον «μελανή
σελίδα» της αρχιεπισκοπείας του υπήρξε η κατάφωρα αντικανονική εκλογή
του, για τον Σεραφείμ «μελανή σελίδα» στη δική του αρχιεπισκοπεία υπήρξε
η απομάκρυνση χωρίς δίκη και απολογία – ούτε καν ακρόαση – των δώδεκα
«ιερωνυμικών» λεγομένων Μητροπολιτών (μεταξύ των οποίων και ο Λαρίσης
Θεολόγος Πασχαλίδης), γεγονός που δημιούργησε μια πρωτοφανή ανωμαλία στη
μετέπειτα ζωή της Εκκλησίας της Ελλάδος που εξακολουθούσε να την
ταλανίζει μέχρι τα πρόσφατα χρόνια.
Του Χάρη Ανδρεόπουλου *
* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος είναι καθηγητής Θρησκευτικών στη Β/θμια
Εκπ/ση, Δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας ΑΠΘ , συγγραφέας του υπό έκδοσιν
βιβλίου «Η Εκκλησία κατά τη δικτατορία 1967 – 1974. Ιστορική και
νομοκανονική προσέγγιση» που πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις
Επίκεντρο.
Η Φρειδερίκη Λουίζα Θηρεσία Βικτώρια Μαργαρίτα Σοφία Όλγα Καικιλία
Ελισάβετ Χριστίνα, πριγκίπισσα του Ανοβέρου και δούκισσα της
Βρουνσβίκης, έστρωσε το μεταξένιο φόρεμά της, κάθισε σε μια καρέκλα και
έσμιξε τα παχιά της φρύδια. Κοίταξε όλο μίσος, σαν φίδι, τη μητέρα της.
«Εγώ είμαι μέλος του ναζιστικού κόμματος και ακολουθώ τον μεγάλο μας
Φύρερ και εσύ μου ζητάς να πάω στην Αγγλία;» τη ρώτησε φτύνοντας τις
λέξεις. «Και όχι μόνο αυτό, αλλά μου ζητάς να παντρευτώ ποιον; Τον πρώτο
σου ξάδερφο. Πφφφ, πρίγκιπας Παύλος της ποιας, της Ελλάδας. Αηδίες.
Αυτός κοιμάται όρθιος».
Η μητέρα της, πριγκίπισσα Βικτώρια Λουίζα της Πρωσίας, την πήρε από
το χέρι, τη σήκωσε όρθια και την πήγε στο παράθυρο του σαλονιού τους:
«Θα κάνεις ό,τι σου λέω. Αν είμαστε τυχεροί, Φρειδερίκη, κάποια μέρα όλα
αυτά που βλέπεις δεν θα είναι τίποτε μπροστά σε αυτά που θα έχεις. Πού
ξέρεις, μπορεί να γίνεις και βασίλισσα της Ελλάδας».
1η Απριλίου 1947, Ελλάδα – βασιλικά ανάκτορα
«Έλα, Παύλο, σταμάτα πια, δεν ωφελεί σε τίποτε να θρηνείς. Πάει,
τελείωσε. Ο συχωρεμένος έφυγε. Τώρα ο Βασιλεύς της Ελλάδας δεν είναι ο
Γεώργιος, αλλά ο Παύλος ο Α’. Ο σύζυγός μου, εσύ δηλαδή, εάν δεν το
έχεις καταλάβει». Η Φρειδερίκη μιλούσε χαιρέκακα προς τον σύζυγό της
καθώς έβγαζε το πανάκριβο παλτό της και το άφηνε στα χέρια μιας γυναίκας
από το υπηρετικό προσωπικό που στεκόταν αμίλητη πίσω της. «Και φυσικά η
βασίλισσα αυτού του τόπου είμαι εγώ» μονολόγησε. «Σε άκουσα» της φώναξε
με λυγμούς από το μέσα δωμάτιο ο Παύλος και έκλεισε με δύναμη την πόρτα
του γραφείου του, όπου είχε αποσυρθεί για να της δείξει τη δυσαρέσκειά
του.
Η Φρειδερίκη δεν του έδωσε σημασία. Προχώρησε πάνω στο παχύ χαλί
και πήγε στο σαλόνι. Κάθισε, σταύρωσε τα πόδια της και τα κοίταξε με
αποστροφή: «Πώς είναι δυνατόν να είμαι τόσο όμορφη και να έχω τόσο
χοντρά πόδια;». Σηκώθηκε, προχώρησε σε έναν καθρέπτη και ξανακοίταξε το
σημείο του σώματός της που μισούσε. «Αυτό σου βγήκε σε καλό. Εάν δεν
είχες χοντρά πόδια, τώρα θα ήσουν παντρεμένη με τον Πέτρο, αλλά δεν θα
ήσουν Βασίλισσα. Ποιον, τον Πέτρο, τον πρίγκιπα που έχει παντρευτεί μια
κομμουνίστρια Ρωσίδα. Τον μισώ» σκέφτηκε λίγο δυνατότερα από όσο θα
έπρεπε.
«Ποιον μισείς, Φρειδερίκη»; Ο Παύλος με το κεφάλι του να αρχίζει να
αραιώνει από μαλλιά, είχε ακουμπήσει στην κάσα της μεγάλης ξύλινης
πόρτας και κοίταζε τη γυναίκα του. «Τους κομμουνιστές» απάντησε
ετοιμόλογα το πρώην μέλος της ναζιστικής Νεολαίας της Γερμανίας και νυν
βασίλισσα των Ελλήνων. «Θέλω να τους εξαφανίσω από τη χώρα αυτή. Και
εκείνους και τη γενιά τους»...
Παιδιά τα θύματα
Η βασίλισσα Φρειδερίκη είχε αποφασίσει πώς θα έκανε πράξη αυτό που
σκέφτηκε. Θα εξαφάνιζε τους κομμουνιστές. Και εάν ο άνδρας που θαύμαζε, ο
Αδόλφος Χίτλερ, δεν τα είχε καταφέρει με τους Εβραίους, εκείνη είχε
κάτι διαφορετικό στο μυαλό της. Όχι τόσο αιματηρό, αλλά εξίσου σκληρό
και απάνθρωπο. Θα έπαιρνε τα παιδιά όλων των ανταρτών, όλων των
κομμουνιστών και θα τα έκλεινε σε ειδικές παιδουπόλεις στο πλαίσιο των
Kinderdorf της χώρας της. Εκεί τα παιδάκια θα ξεπλένονταν από το μίασμα
του κομμουνισμού, δεν θα γίνονταν εκκολαπτόμενοι συμμορίτες,
εκδοροσφαγείς ΕΑΜοβούλγαροι κατσαπλιάδες. Θα μάθαιναν με αυστηρότατες
μεθόδους τα ιδεώδη του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού.
Ένας άλλος ελληνοχριστιανικός πολιτισμός λάμβανε χώρα εκείνη την περίοδο στη Μακρόνησο και σε άλλα ξερονήσια...
Η Ιστορία δεν γράφεται με μια «Ελένη» και ένα παιδομάζωμα. Η Ιστορία γράφεται από πολλές «Ελένες» και μαζικά παιδομαζώματα.
Το 1947 οι Άγγλοι σιγά-σιγά αρχίζουν να αποχωρούν από τα ελληνικά
δρώμενα, αφού αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές απαιτήσεις του
νέου καθεστώτος και τη θέση τους αναλαμβάνει ένας ακόμη ισχυρότερος
σύμμαχος: οι ΗΠΑ. Η στάση της ΕΣΣΔ και το περίφημο «σβαρνούτ» του
Στάλιν, που με Άγγλους και Αμερικάνους χώρισαν τον κόσμο σε σφαίρες
επιρροής, είναι μέχρι και παγερή απέναντι στο αντάρτικο που στο όνομα
ενός οράματος πολέμησε τους ναζί και τους συνεργάτες τους.
Οι ΗΠΑ ανοίγουν την κάνουλα σε έναν λαό που πεινάει, ενώ ταυτόχρονα
θέλουν να εξολοθρεύσουν εντελώς τους «αντάρτες» που πλέον ονομάζονται
«συμμορίτες». Εκείνους που μέχρι πριν από δυο χρόνια πολεμούσαν στο
πλευρό των συμμάχων, αλλά τώρα τη θέση τους έχουν πάρει οι πρώην
συνεργάτες (και οι έχοντες στάση απάθειας) των ναζί. Στις 12 Μαρτίου ο
πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοινώνει το «δόγμα Τρούμαν». Ταυτόχρονα, επειδή οι
μαθημένοι στον ανταρτοπόλεμο και μπαρουτοκαπνισμένοι αντάρτες κάθε άλλο
παρά εύκολος στόχος ήταν για τους Άγγλους, οι Αμερικάνοι εφαρμόζουν την
τακτική της καμένης γης και των διωγμών προκειμένου να τους εγκλωβίσουν.
Τον Απρίλιο τέθηκε σε εφαρμογή από την κυβέρνηση το σχέδιο
«Τέρμινους» με σκοπό την εκμηδένιση των αντάρτικων ομάδων που δρούσαν
στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα. Μάταια. Θα χρειαστούν πολλά «Τέρμινους»
και πολλές επιχειρήσεις «Πυρσός» μαζί με μπόλικες βρισιές από
Αμερικάνους αξιωματικούς προς τους αξιωματικούς του Εθνικού Στρατού για
να καμφθεί το αντάρτικο. Μέχρι να αρχίσουν να πέφτουν οι ναπάλμ στον
Γράμμο και το Βίτσι, ο καπεταν-Μάρκος κυριολεκτικά έκανε πλάκα με τους
«εθνικόφρονες» τους οποίους καθημερινά ο Τζέιμς Βαν Φλιτ στόλιζε με
διάφορα κοσμητικά επίθετα και έλεγε ότι «σπαταλούν άχρηστα τη βοήθεια
των ΗΠΑ».
Το «Τέρμινους» ήταν η τακτική της καμένης γης και το άδειασμα των
χωριών της υπαίθρου από τους κατοίκους τους, προκειμένου όχι μόνο να
διασκορπιστούν οι συμπαθούντες το αντάρτικό, που ήταν και η πλειοψηφία
του κόσμου, αλλά και οι αντάρτες να μην μπορούν να βρουν εφόδια, φαγητό
και πληροφορίες από τους ντόπιους.
Χωριό Λευκοθέα, Άργος Ορεστικόν
«Πρέπει να φύγω, να ανέβω στο βουνό. Θα με περάσουν από μαχαίρι
εδώ. Σε ικετεύω να προσέχεις τα παιδιά μας». Ο Κώστας Κάτσας
τακτοποιούσε ένα πρόχειρο σακίδιο και μέσα έβαζε το πιστόλι Λούγκερ που
ως αντάρτης του ΕΛΑΣ είχε αποσπάσει από έναν Γερμανό αξιωματικό. Η
γυναίκα του, η Μαργαρίτα, με δάκρυα στα μάτια, είχε στην αγκαλιά της τον
επτάχρονο Βασίλη και τη δίχρονη Ευγενία. Καθόταν απέναντί του και
έγνεφε σε ό,τι της έλεγε. «Εσύ να προσέχεις, Κωστή μου, μη σε
σκοτώσουν».
Ο αντάρτης γονάτισε και τους έσφιξε και τους τρεις στην αγκαλιά
του. «Σας λατρεύω. Θα προσέχω, δεν θα σκοτωθώ. Βασίλη μου, να προσέχεις
τη μαμά και την αδερφή σου, ναι; Και να θυμάσαι, ό,τι και να ακούσεις,
γιε μου, εσείς είστε η ζωή μου. Να εδώ στην καρδιά μου βάζω τη
φωτογραφία σας και κάθε πρωί θα σας μιλώ, όπου και να είμαι. Τα πρωινά
να κάνεις ησυχία και μπορεί να με ακούσεις». Ο Βασίλης με κατακόκκινα
ματάκια κούνησε το κεφαλάκι του καταφατικά και ο αντάρτης έβαλε τη
φωτογραφία στην τσέπη του πουκαμίσου του. Τους ξαναφίλησε και με δυο
δρασκελιές βγήκε από το σπίτι και χάθηκε μέσα στη νύχτα, πίσω στο βουνό.
Έκλαιγε γοερά μέχρι που του κόπηκε η ανάσα. Σε λίγη ώρα ξημέρωνε.
Δεν πρέπει να είχαν περάσει δυο ώρες από το ξημέρωμα, όταν ολόκληρο
το χωριό το έζωσαν χωροφύλακες και ΜΑΥδες. Άνοιγαν πόρτες, έδιναν λίγα
λεπτά προθεσμία στους κατοίκους να πάρουν τα απαραίτητα και τους
μετέφεραν στην κοντινότερη πόλη. Η πόρτα του σπιτιού του Κάτσα έτριξε,
τα μάνταλα έσπασαν έπειτα από μερικές κλοτσιές και μέσα εισέβαλε μια
ομάδα από ΜΑΥδες. Ο μικρός Βασίλης είχε αγκαλιάσει το πόδι της όρθιας
μητέρας του και τους κοίταζε δίχως φόβο.
Ευγενία φοβισμένη από τον θόρυβο έκλαιγε στην αγκαλιά της. «Πάρτε
τα παιδιά έξω» είπε ο επικεφαλής και με τη βία οι πρώην συνεργάτες των
Γερμανών και νυν εθνικόφρονες απέσπασαν από τη μάνα τα παιδιά που τώρα
ούρλιαζαν και τα δυο. Ο Βασίλης κλοτσούσε στον αέρα και φώναζε «μαμά»
μέχρι που ένα δυνατό χαστούκι έκανε το αυτί του να σφυρίξει. Το μάγουλο
κοκκίνισε και ένα χέρι τον έπιασε από τα μαλλιά και τον τράβηξε έξω μαζί
με την αδερφή του.
«Τα παιδιά μου, τομάρια» ούρλιαξε η Μαργαρίτα και χίμηξε προς την
πόρτα. Ο υποκόπανος από το τουφέκι ενός ΜΑΥ την πέταξε πίσω. Της έσπασε
τα δόντια και το στόμα της έγινε μια πληγή. «Σε θυμάμαι εσένα» γύρισε
και είπε σε εκείνον που τη χτύπησε. «Είχες γερμανοντυθεί». Τον έφτυσε
στο πρόσωπο μαζί με σάλια, αίμα και κομμάτια από δόντια.
Την ώρα που ο μικρούλης Βασίλης καθόταν στο φορτηγό της Χωροφυλακής
με την Ευγενία στην αγκαλιά του, δίπλα σε άλλους τρομαγμένους
συγχωριανούς του, ο επικεφαλής των ΜΑΥδων ρωτούσε μέσα στο σπίτι τη
Μαργαρίτα που βρισκόταν ο άνδρας της. Όταν το φορτηγό έπαιρνε τη στροφή
της κατηφόρας για να βγει από το χωριό, ο ΜΑΥς έμπηγε βασανιστικά αργά
το ακονισμένο του μαχαίρι στον λαιμό της γυναίκας που σφάδαζε από την
αγωνία του θανάτου. Ύστερα έφτυσε πάνω στο πτώμα της, σκούπισε τη λάμα
στο παντελόνι του και έκλεισε την κατεστραμμένη πόρτα πίσω του.
Ο Βασίλης μαζί με την αδερφούλα του οδηγήθηκαν σε ένα από τα 52
«ιδρύματα» της Φρειδερίκης που η ίδια αποκαλούσε «Παιδουπόλεις» και ο
κόσμος τα έλεγε «ιδρύματα της Φρείκης».
Απαράδεκτη
Η κατάσταση που επικρατούσε στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης
μπορεί να χαρακτηριστεί με δυο λέξεις: Απαράδεκτη και απάνθρωπη. Σε
μικρά παιδιά που το μεγαλύτερο ήταν μέχρι 16 ετών γινόταν μια άθλια
κατήχηση που ισοπέδωνε τους γονείς τους και ό,τι εκείνοι είχαν κάνει. Οι
συνθήκες εκπαίδευσης δεν άγγιζαν καν τις συνθήκες εκπαίδευσης σε
σχολεία της Νοτίου Αφρικής, εκεί όπου η Φρειδερίκη είχε μεταβεί με τον
σύζυγό της κατά τη διάρκεια του πολέμου για «μεγαλύτερη ασφάλεια», την
ώρα που στα βουνά και τις πόλεις της Ελλάδας οι άνθρωποι δολοφονούνταν ή
έδιναν το αίμα τους για την ελευθερία.
Δεν είναι τυχαίο ότι κανένα απ’ τα έγκλειστα παιδιά όχι μόνο δεν
πήγε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά δεν τέλειωσε καν τη
δευτεροβάθμια. Ένας ελάχιστος αριθμός κοριτσιών πήγε μέχρι την 3η τάξη
του Γυμνασίου. (Υπολογίζεται στο 4%).
Η Φρειδερίκη και οι άλλες 72 κυρίες της καλής κοινωνίας, που
συνέδραμαν στη δημιουργία των παιδουπόλεων, μάλλον δεν είχαν αγαθές
προθέσεις για αυτά τα παιδιά. Μάλλον τα ήθελαν αμόρφωτα και ανίκανα να
αντεπεξέλθουν στη μετέπειτα ζωή. Όταν κάποιο παιδάκι δεν περνούσε το
όριο των 172 βαθμών τον χρόνο, τότε «κοβόταν» από αυτό το...
πανεπιστήμιο και οι υπεύθυνοι το έστελναν να εργαστεί σε διάφορα μεγάλα
εργοστάσια καπνού ή υφαντουργίας, οι ιδιοκτήτες των οποίων τα
δημιούργησαν με τα χρήματα του δόγματος Τρούμαν σε μια μεταπολεμική
Ελλάδα που ζούσε στον εμφύλιο και έγλειφε τις πληγές της. Παιδάκια
μετατράπηκαν σε φτηνή εργατική δύναμη
Επίσης σε πολλές περιπτώσεις, οικογένειες της «υψηλής» κοινωνίας
επισκέπτονταν τις παιδουπόλεις για να αγοράσουν, στην κυριολεξία,
υπηρετικό προσωπικό. Μαύρη σελίδα και οι εκατοντάδες παράνομες υιοθεσίες
που έγιναν. Την επόμενη μέρα της υιοθεσίας το παιδί έφευγε για Αμερική
για να ζήσει με τη νέα του οικογένεια. Όλα αυτά με το αζημίωτο και ενώ
πολλά από αυτά τα παιδιά είχαν κάποιον συγγενή εν ζωή.
Η συνήθης τιμή για παράνομη υιοθεσία ήταν 4.000 δολάρια το κεφάλι.
Και εάν κάποτε, έπειτα από χρόνια, ένας γονιός γυρνούσε από την εξορία ή
τις χώρες του ανατολικού μπλοκ και ζητούσε το παιδί του, εισέπραττε την
απάντηση: «Πέθανε». Όσα παιδάκια ήταν σαν τον Βασίλη και δεν
συνετίζονταν υπήρχαν και άλλοι τρόποι. Τα περιστατικά κακοποίησης
ανηλίκων και ξυλοδαρμών είχαν και αυτά τη θέση τους στον μακρύ κατάλογο
της φρίκης των παιδουπόλεων της βασίλισσας.
Ο Γιώργος Χατζάτογλου, ένα από τα παιδιά του παιδομαζώματος της Φρειδερίκης, περιγράφει:
«Το στρατόπεδο είχε φρουρά και ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα 4
μέτρα ύψος. Υπήρχαν παιδιά ηλικίας από 2 μέχρι 16, που έκλαιγαν γιατί
είχαν με τη βία αποχωριστεί απ’ τους γονείς τους. Μέναμε σε τολ, που το
καλοκαίρι οι λαμαρίνες τους καίγανε και το χειμώνα πάγωναν. Κοιμόμασταν
σε σιδερένια κρεβάτια, σε τρεις σειρές και χωρισμένα κατά 25άδες. Με την
άφιξή μας στην παιδούπολη στο Καστρί, μας μοίρασαν στρατιωτικές φόρμες.
Πρώτο μέλημά τους ήταν να μας στείλουν ιεροκήρυκα, να δημιουργήσουν
κατηχητικά και στελέχη προσκόπων. Θυμάμαι ότι σε όλους τους τοίχους ήταν
ζωγραφισμένη μια μορφή ενός αγριανθρώπου γενειοφόρου με μια χατζάρα στο
στόμα, που έσταζε αίμα, να αρπάζει απ’ την αγκαλιά της μάνας το παιδί
της. Επίσης, στους τοίχους υπήρχαν συνθήματα για το έθνος και τη
βασίλισσα Φρειδερίκη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα γίνονταν η διαπαιδαγώγηση
και η νουθέτηση για τη “μάνα μας” τη βασίλισσα. Νύχτα - μέρα αυτά
διαρκώς μας έλεγαν».
Η Σταυρούλα Ιωάννου πέρασε και αυτή από τη φρίκη της παιδούπολης:
«Μας είχανε μαζεμένα μια μέρα όλα μαζί στην Αθήνα. Ήταν Γενάρης ή
Φλεβάρης και χιόνιζε αραιά, αλλά το κρύο τρύπαγε ώς το μεδούλι. Έκοβες
καρφί. Μας είχαν στοιβαγμένα σε σειρά δίπλα στον δρόμο με τις στολές μας
για να χαιρετίσουμε τη Φρειδερίκη που θα περνούσε με το αυτοκίνητο από
μπροστά μας. Τουρτουρίζαμε και μπλαβιάζαμε δύο ώρες όρθια και μερικά
κορίτσια είχαν και πυρετό. Μετά ήρθε και ο υπεύθυνος κι εμείς κάτσαμε
“προσοχή”. “Έρχεται η Βασίλισσά μας” μας είπε και μας ορμήνεψε να
φωνάξουμε “μάνα, μάνα” όταν τη δούμε. Αργότερα πέρασε το αμάξι της και
την είδαμε μέσα με τη γούνα της και τα γάντια της και φωνάξαμε όπως μας
είπαν, αλλά εκείνη δεν γύρισε καν να μας χαιρετίσει...».
Το σχολείο που έζησαν οι μαθητές και οι μαθήτριες στα χρόνια 1967-1974 είχε χρώμα γκρι και οσμή δικτατορίας. Είχε μάθημα και το Σάββατο και υποχρεωτικό εκκλησιασμό την Κυριακή. Ο «ελεύθερός» τους χρόνος περιλάμβανε «κατ’ οίκον» εργασία, προσκοπισμό και κατηχητικό. Στο σχολείο αυτό, οι δάσκαλοι και οι δασκάλες μιλούσαν για την συντριβή του κομμουνιστοσυμμοριτισμού και οι μαθητές και οι μαθήτριες έγραφαν εκθέσεις για την «21η Απριλίου», και για το πώς αισθάνονται που το καθεστώς χάρισε τα χρέη του πατέρα τους από την Αγροτική τράπεζα. Στις γυμναστικές επιδείξεις τους έντυναν με στολές που είχαν κολλημένο επάνω τους τον φοίνικα με το φαντάρο, «σήμα κατατεθέν» της 21ης Απριλίου.
The Golden Dawn is opposed to church-state separation. She seeks to restore the prestige of the Church and to remove all the decadent and internationalist members of the clergy. Religions that offend the Greek tradition and history and damage the strength of the nation will be banned. Greek Orthodoxy reborn once again, will be a pioneer in the struggles of the nation.
Η Χρυσή Αυγή αντιτίθεται στο χωρισμό εκκλησίας-κράτους. Επιζητεί να αποκαταστήσει το κύρος της Εκκλησίας και να απομακρύνει όλα τα ξεπεσμένα και διεθνιστικά μέλη του κλήρου. Οι θρησκείες που προσβάλουν την ελληνική παράδοση και ιστορία και προκαλούν βλάβη στην ισχύ του έθνους θα τεθούν υπό απαγόρευση. Η ελληνορθοδοξία αναγεννημένη για ακόμη μία φορά, θα πρωτοστατήσει στους αγώνες του έθνους.
Έτσι, αντικατέστησε τα προνόμια που είχε αφαιρέσει από τους Χριστιανούς στην πρώτη ριζοσπαστική περίοδο του Μπάαθ με άλλα που επέτρεπαν ουσιαστικά στις κοινότητες να αποκτήσουν δικά τους δίκτυα και ομάδες καθώς και σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Φυσικά το καθεστώς φρόντιζε να τοποθετεί τους κατάλληλους ανθρώπους μέσα σε αυτά προκειμένου να τα ελέγχει, ωστόσο αποτελεί παράδοξο το γεγονός ότι σε μια μουσουλμανική χώρα που το κράτος ασκούσε έλεγχο σε κάθε έκφανση της κοινωνικής ζωής οι μόνοι που μπορούσαν να έχουν δίκτυα ήταν οι χριστιανικές μειονότητες.
Αυτός ακριβός ο ρόλος των χριστιανικών κοινοτήτων ριζοσπαστικοποίησε τη νεολαία προς την κατεύθυνση όχι των κοινωνικών αιτημάτων αλλά του θρησκευτικού ακτιβισμού και της ενίσχυσης μιας χριστιανικής πολιτικής ταυτότητας.
Με την κατάσταση να είναι στα άκρα και την ίδια τους την ύπαρξη να τίθεται εν αμφιβόλω οι χριστιανοί πρέπει να διαλέξουν πλευρά. Τόσο οι φιλελεύθεροι αντικαθεστωτικοί όσο και οι κυβερνητικοί ξέρουν ότι η αδράνεια των Χριστιανών δεν ωφελεί κανέναν. Ξέρουν επίσης ότι η επιλογή που θα κάνουν θα έχει καθοριστική σημασία για την έκβαση της διαμάχης τόσο λόγω του μεγέθους τους όσο και της πολιτιστικής διασύνδεσης που έχουν με τη Δύση.
Αυτός ακριβός ο ρόλος
των χριστιανικών κοινοτήτων ριζοσπαστικοποίησε τη νεολαία προς την
κατεύθυνση όχι των κοινωνικών αιτημάτων αλλά του θρησκευτικού ακτιβισμού
και της ενίσχυσης μιας χριστιανικής πολιτικής ταυτότητας. Πηγή: www.lifo.gr
Αυτός ακριβός ο ρόλος
των χριστιανικών κοινοτήτων ριζοσπαστικοποίησε τη νεολαία προς την
κατεύθυνση όχι των κοινωνικών αιτημάτων αλλά του θρησκευτικού ακτιβισμού
και της ενίσχυσης μιας χριστιανικής πολιτικής ταυτότητας. Πηγή: www.lifo.gr