.

Showing posts with label ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛ. Show all posts
Showing posts with label ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛ. Show all posts

Wednesday, June 8, 2011

Το απώτατο άκρο της απάθειας
κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή /

The farest point of apathy
according to Maximus the Confessor




Ὁ τέλειος ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰς ἄκρον ἀπαθείας ἐλθὼν οὐκ ἐπίσταται διαφορὰν ἰδίου καὶ ἀλλοτρίου ἢ ἰδίας καὶ ἀλλοτρίας ἢ πιστοῦ καὶ ἀπίστου ἢ δούλου καὶ ἐλευθέρου ἢ ὅλως ἄρσενος καὶ θηλείας· ἀλλ’ ἀνώτερος τῆς τῶν παθῶν τυραννίδος γενόμενος καὶ εἰς τὴν μίαν φύσιν τῶν ἀνθρώπων ἀποβλεπόμενος, πάντας ἐξ ἴσου θεωρεῖ καὶ πρὸς πάντας ἴσως διάκειται. Οὐκ ἔστι γὰρ ἐν αὐτῷ Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος οὐδὲ ἄρσεν καὶ θῆλυ οὐδὲ δοῦλος καὶ ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός.

Αυτός που είναι πλήρης από αγάπη και έχει φτάσει στο σημείο να νεκρώσει ολοκληρωτικά τα ψυχικά πάθη του δεν θεωρεί ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ εκείνου που του ανήκει και του ξένου ή μεταξύ εκείνης που του ανήκει  και της ξένης ή μεταξύ πιστού και άπιστου ή μεταξύ δούλου και ελεύθερου ή οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ άντρα και γυναίκας· αλλά καθώς έχει  γίνει ανώτερος από την τυραννική εξουσία των παθών και αποβλέπει στη μοναδική φύση του ανθρώπου, τους αντιμετωπίζει όλους με ίσο τρόπο και συμπεριφέρεται με ίσο τρόπο σε όλους. Δεν υπάρχει, λοιπόν, για αυτόν ειδωλολάτρης και ιουδαίος ούτε αρσενικό και θηλυκό ούτε δούλος και ελεύθερος, αλλά όλα τα πράγματα και σε όλα τα πράγματα είναι ο Χριστός.

*Μάξιμος ο Ομολογητής / Maximus the Confessor,
Κεφάλαια περί αγάπης
/ Capita de caritate 2:30
,
έκδ. A. Ceresa-Gastaldo, Massimo confessore,
Capitoli sulla carita. Rome: Editrice Studium, 1963.
Also: / Επίσης: MPG τ. 90 στ. 993B.

Monday, May 23, 2011

Π. Τρεμπέλας:
Η ταυτότητα του Ψευδοδιονύσιου Αρεοπαγίτη /

P. Trempelas:
The identity of Pseudo-Dionysius the Areopagite


Βεβαίως o Ψευδοδιονύσιος οσονδήποτε και εάν ήθελε θεωρηθή «ως πρωτότυπος και ουχί πλαγιάτωρ ή συμπιλητής ως μεταχειριζόμενος τα νεοπλατωνικά στοιχεία και χριστιανικά στοιχεία κατά τρόπον προσωπικόν» (Β. Στεφανίδου, Εκκλ. Ιστορία σελ. 304), δεν είναι δυνατόν να καταριθμηθή εις τους αγίους Πατέρας, οίτινες πάντες υπήρξαν ονομαστοί και πεφημισμένοι μεταξύ του χριστιανικού πληρώματος, ως πεπαρρησιασμένως «εν τη πίστει και τη καθολική κοινωνία αγίως, σοφώς, σταθερώς βιούντες, διδάσκοντες και εγκαρτερούντες και είτε να αποθάνωσιν εν Χριστώ πιστώς, είτε και να θανατωθώσιν υπέρ Χριστού μακαρίως ηξιώθησαν» κατά τον από Λειρίνου Βικέντιον (Commonit. 28 PL, 50,675). Αντιθέτως ο υπό ψευδωνυμίαν κρυπτόμενος συγγραφεύς των Αρεοπαγιτικών επεζήτησε και εν σοβαρώ μέτρω επέτυχε να υφαρπάση και σφετερισθή κύρος αποστολικού πατρός επιβληθείς διά της πλαστοπροσωπείας προκαταβολικώς επί πατέρων ορθοδόξου ομολογίας υπέρ αυτής αγωνισαμένων και αθλησάντων, οίος μεταξύ άλλων παλαιότερος και πρωτεύων Μάξιμος ο Ομολογητής. Ακριβώς δε, διότι η μεγάλη αύτη της Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας προσωπικότης, η και ως αγία τιμωμένη εν τε τη Ανατολή και τη Δύσει, παρεπλανήθη υπό της πλαστογραφίας ταύτης, εκλαμβάνουσα τά Αρεοπαγιτικά ως γνήσιον έργον του Διονυσίου τού εις το κήρυγμα του θείου Παύλου πιστεύσαντος καί επιστραφέντος και μετ' ευλαβείας σχολιάσασα και αποκαθάρασα αυτά εν μέτρω ικανώ κακοήχων διατυπώσεων, οφείλεται το ότι ταύτα δεν εξεβλήθησαν εκ της περιοχής της Ορθοδόξου Γραμματείας ευθύς άμα τη εμφανίσει των. Πράγματι: είναι ήδη μεμαρτυρημένον (Mansi VIII 817), ότι κατά την εν Κων/πόλει εν έτει 532-533 επίσημον συνέντευξιν μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών, όταν οι τελευταίοι ούτοι ανεφέρθησαν εις τα Αρεοπαγιτικά, ο εξ ονόματος των Ορθοδόξων τον λόγον λαμβάνων επίσκοπος Εφέσου Υπάτιος απέκρουσε μετά οξύτητος και βιαιότητος την αναφοράν ταύτην, υποστηρίξας, ότι τα συγγράμματα ταύτα είναι όλως άγνωστα εις τους παλαιούς. Όντως δε αι παλαιότεραι μαρτυρίαι περί τούτων εύρηνται εις τα συγγράμματα του Σεβήρου Αντιοχείας (512-518), καθαιρεθέντος διά τα μονοφυσιτίζοντα φρονήματα αυτού, εξ αυτού δε προήλθον και οι αποκληθέντες και κατακριθέντες ως αιρετικοί Σεβηριανοί. Επί πλέον και αυτός ο Ψευδοδιονύσιος πρώτος εποιήσατο περί της ενεργείας του Χριστού την διατύπωσιν «καινήν τινα την θεανδρικήν ενέργειαν» (Επιστ. Δ. PG 3,1072), ήτις ισχυρώς επεκροτήθη υπό των Σεβηριανών. Κατεκρίθη όμως υπό της εν έτει 649 υπό Μαρτίνου Α συγκληθείσης εν Λατερανώ συνόδου διά του 15 κανόνος αυτής. Και η κατάκρισις αύτη ίσχυσεν έως ού ο υπέρ του δόγματος των δύο εν Χριστώ θελημάτων και ενεργειών αθλήσας και εν φυλακή αποθανών Μάξιμος ο Ομολογητής, ο τα Αρεοπαγιτικά ως γνήσια και αποστολικά εκλαβών και σχολιάσας, απεσάφησε και επεξήγησεν αυτήν ορθοδόξως κατά την περί τριών θελημάτων εν τω Χριστώ αδιάβλητον δογματικήν διδασκαλίαν.


* Παναγιώτης Ν. Τρεμπέλας,
Μυστικισμός - Αποφατισμός. Καταφατική θελογία, Τεύχος Α',
Εν Αθήναις, 1974,
σ. 28.










*





Wednesday, January 5, 2011

Μητρ. Ιωάννης Ζηζιούλας:
Ο κίνδυνος του κτιστού ανθρώπου
να εκμηδενιστεί, «να παύσει να υπάρχει» /

Metrop. John Zizioulas:
The danger for the created human being
to be exterminated, "to cease living"


«Η ύπαρξη απειλείται διαρκώς από το θάνατο. Αυτή είναι η δεύτερη συνέπεια της διαλεκτικής κτιστού-ακτίστου και είναι τόσο βασική, όσο και η προηγούμενη [ότι η ύπαρξη είναι προϊόν ελευθερίας]. Το ότι ο κόσμος είναι κτιστός, δηλαδή "ήν ποτε ότε ούκ ην", δεν σημαίνει μόνο ότι θα μπορούσε και να μην υπήρχε. Σημαίνει επίσης ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να παύσει να υπάρχει. Το απόλυτο μηδέν, το "ουκ είναι" που αποτελεί προϋπόθεση του κτιστού, δεν αίρεται αυτόματα με την ύπαρξη, αλλά την διαπερνά και την διαποτίζει διαρκώς. Η φύση του κτιστού είναι θνητή (Μ. Αθανάσιος). Δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για μια "εντελέχεια", μια οποιαδήποτε δύναμη ή ορμή ή κίνηση ή φορά πού δόθηκε από το Θεό στη φύση του κτιστού, για να του εξασφαλίζει αιώνια την ύπαρξη. Αυτός ο κακής ποιότητος αριστοτελισμός που εισάγεται πολλές φορές από θεολόγους στην ερμηνεία Πατέρων, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, είναι στην ουσία άρνηση της διαλεκτικής κτιστού-ακτίστου και προδοσία του πατερικού πνεύματος, γιατί σημαίνει ότι το κτιστό έχει πια –έστω και δοσμένη από το Θεό– τη δυνατότητα από μέσα του να υπάρχει. Έτσι η κτιστότητα μοιάζει σα να υπερβαίνεται μέσα από την ίδια τη φύση του κόσμου με ένα είδος "κτιστής χάριτος", για την όποια μας έχει μιλήσει τόσο λαθεμένα ή μεσαιωνική δυτική θεολογία».


* Ιωάννης Ζηζιούλας,
«Χριστολογία και Ύπαρξη: Η διαλεκτική κτιστού-ακτίστου και το δόγμα της Χαλκηδόνος»,
περιοδικό Σύναξη, τεύχος 2, άνοιξη 1982,
σ. 15.







Ο Ιωάννης Ζηζιούλας [John Zizioulas] γεννήθηκε στο Καταφύγιο Κοζάνης στις 10 Ιανουαρίου 1931. Αποφοίτησε από την Θεολογική Σχολή Αθηνών το 1955. Δίδαξε την Θεολογία στις Θεολογικές Σχολές Αγίου Βλαδιμήρου Νέας Υόρκης (1961-1963) και Τιμίου Σταυρού Βοστώνης (1963-1964). Επίσης στα Πανεπιστήμια του Εδιμβούργου και της Γλασκώβης. Καθηγητής όντας της Δογματικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και δύο ημερών Πρεσβύτερος εξελέγη Μητροπολίτης Περγάμου στις 17 Ιουνίου 1986. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 14 Ιουνίου 1986 και Πρεσβύτερος στις 15 Ιουνίου 1986. Στις 22 Ιουνίου 1986 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Περγάμου και Αδραμυττίου στον Πατριαρχικό ναό του αγίου Γεωργίου, προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Μύρων Χρυσοστόμου.