.

Showing posts with label ΨΕΥΔΟΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ. Show all posts
Showing posts with label ΨΕΥΔΟΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ. Show all posts

Saturday, September 15, 2012

Ps-Dionysius the Areopagite
& the right understanding
of the divine names /

Ο Ψ-Διονύσιος Αρεοπαγίτης
& η ορθή κατανόηση
των θείων ονομάτων









Naomi Janowitz,
"Theories of Divine Names
in Origen and Pseudo-Dionysius
"
[Θεωρίες περί Θείων Ονομάτων
στον Ωριγένη και στον Ψευδο-Διονύσιο
],


History of Religions
,
vol./τόμ. 30, No./Αρ. 4 (May/Μάιος, 1991),
p./σ. 367 [359-372].


Σε αυτό το σύστημα των κοσμικών απορροών, ο Θεός είναι δυνατόν να είναι ανώνυμος αλλά τα θεϊκά ονόματα δεν είναι αυθαίρετα ή χωρίς νόημα. Η πραγματεία [ενν. η Περί Θείων Ονομάτων] εξηγεί τη σημασία καθενός από τα ονόματα της θεότητας, ξεκινώντας από το Αγαθός, το Φως, κλπ. Κάθε όνομα, όπως εξηγεί πολύ αναλυτικά, αποτελεί ένα μικρό σύγγραμμα που αποκαλύπτει τη σχέση της θεότητας με τον κόσμο και εξηγεί τη φύση της [ενν. της θεότητας]. Κάθε όνομα βοηθάει τους κατοίκους αυτού του κόσμου να κατανοήσουν τη θεότητα. [...]

Η γλωσσολογική μονάδα "όνομα" προσφέρει μια συγκεκριμένη πλούσια εξηγητική ευκαιρία σε αυτόν ώστε να τη χρησιμοποιήσει για να ξεδιπλώσει την απορροϊκή θεωρία του. Καθένας έχει την αίσθηση ότι με κάποιον τρόπο το όνομα του/της είναι συγκεκριμένα στενά συνδεδεμένα με αυτόν/αυτήν.  [...]

Και πάλι, αξιοποιεί αυτόν ακριβώς τον συγκεκριμένο ρόλο του "ονόματος". Τα ονόματα του Θεού έχουν περιεχόμενο (π.χ. το όνομα "Αγαθός") αλλά πρωτίστως αποτελούν αναφορές: δηλαδή,  αναφέρονται στην ονομαζόμενη θεότητα. Αυτή η διπλή αναφορά/περιεχόμενο είναι που ενθουσιάζει και ικανοποιεί τον Ψευδο-Διονύσιο. Ο Θεός δεν είναι το όνομά του, και καθένας που συγχέει το όνομα του [ενν. του Θεού] με τον ίδιο [ενν. τον Θεό] είναι φανερά παροδηγημένος (πρόκειται για κάτι μαγικό). Αλλά ο Θεός στην πραγματικότητα είναι το όνομά του· καθένα από αυτά [ενν. τα ονόματα] αποτελεί μια φανέρωση, μια αποκάλυψη, μια αναπαράσταση των ανωτέρων επιπέδων που είναι πλέον παρόντα στη γη.

Κατά την ανάγνωση της πραγματείας του Ψευδο-Διονύσιου, που εξηγεί το ένα όνομα μετά το άλλο, θα πρέπει να συλλάβουμε όχι το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε ονόματος που εξετάζει αλλά μάλλον τη σύνδεση μεταξύ του θεϊκού ονόματος και της ονομαζόμενης θεότητας.




Monday, May 23, 2011

Π. Τρεμπέλας:
Η ταυτότητα του Ψευδοδιονύσιου Αρεοπαγίτη /

P. Trempelas:
The identity of Pseudo-Dionysius the Areopagite


Βεβαίως o Ψευδοδιονύσιος οσονδήποτε και εάν ήθελε θεωρηθή «ως πρωτότυπος και ουχί πλαγιάτωρ ή συμπιλητής ως μεταχειριζόμενος τα νεοπλατωνικά στοιχεία και χριστιανικά στοιχεία κατά τρόπον προσωπικόν» (Β. Στεφανίδου, Εκκλ. Ιστορία σελ. 304), δεν είναι δυνατόν να καταριθμηθή εις τους αγίους Πατέρας, οίτινες πάντες υπήρξαν ονομαστοί και πεφημισμένοι μεταξύ του χριστιανικού πληρώματος, ως πεπαρρησιασμένως «εν τη πίστει και τη καθολική κοινωνία αγίως, σοφώς, σταθερώς βιούντες, διδάσκοντες και εγκαρτερούντες και είτε να αποθάνωσιν εν Χριστώ πιστώς, είτε και να θανατωθώσιν υπέρ Χριστού μακαρίως ηξιώθησαν» κατά τον από Λειρίνου Βικέντιον (Commonit. 28 PL, 50,675). Αντιθέτως ο υπό ψευδωνυμίαν κρυπτόμενος συγγραφεύς των Αρεοπαγιτικών επεζήτησε και εν σοβαρώ μέτρω επέτυχε να υφαρπάση και σφετερισθή κύρος αποστολικού πατρός επιβληθείς διά της πλαστοπροσωπείας προκαταβολικώς επί πατέρων ορθοδόξου ομολογίας υπέρ αυτής αγωνισαμένων και αθλησάντων, οίος μεταξύ άλλων παλαιότερος και πρωτεύων Μάξιμος ο Ομολογητής. Ακριβώς δε, διότι η μεγάλη αύτη της Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας προσωπικότης, η και ως αγία τιμωμένη εν τε τη Ανατολή και τη Δύσει, παρεπλανήθη υπό της πλαστογραφίας ταύτης, εκλαμβάνουσα τά Αρεοπαγιτικά ως γνήσιον έργον του Διονυσίου τού εις το κήρυγμα του θείου Παύλου πιστεύσαντος καί επιστραφέντος και μετ' ευλαβείας σχολιάσασα και αποκαθάρασα αυτά εν μέτρω ικανώ κακοήχων διατυπώσεων, οφείλεται το ότι ταύτα δεν εξεβλήθησαν εκ της περιοχής της Ορθοδόξου Γραμματείας ευθύς άμα τη εμφανίσει των. Πράγματι: είναι ήδη μεμαρτυρημένον (Mansi VIII 817), ότι κατά την εν Κων/πόλει εν έτει 532-533 επίσημον συνέντευξιν μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών, όταν οι τελευταίοι ούτοι ανεφέρθησαν εις τα Αρεοπαγιτικά, ο εξ ονόματος των Ορθοδόξων τον λόγον λαμβάνων επίσκοπος Εφέσου Υπάτιος απέκρουσε μετά οξύτητος και βιαιότητος την αναφοράν ταύτην, υποστηρίξας, ότι τα συγγράμματα ταύτα είναι όλως άγνωστα εις τους παλαιούς. Όντως δε αι παλαιότεραι μαρτυρίαι περί τούτων εύρηνται εις τα συγγράμματα του Σεβήρου Αντιοχείας (512-518), καθαιρεθέντος διά τα μονοφυσιτίζοντα φρονήματα αυτού, εξ αυτού δε προήλθον και οι αποκληθέντες και κατακριθέντες ως αιρετικοί Σεβηριανοί. Επί πλέον και αυτός ο Ψευδοδιονύσιος πρώτος εποιήσατο περί της ενεργείας του Χριστού την διατύπωσιν «καινήν τινα την θεανδρικήν ενέργειαν» (Επιστ. Δ. PG 3,1072), ήτις ισχυρώς επεκροτήθη υπό των Σεβηριανών. Κατεκρίθη όμως υπό της εν έτει 649 υπό Μαρτίνου Α συγκληθείσης εν Λατερανώ συνόδου διά του 15 κανόνος αυτής. Και η κατάκρισις αύτη ίσχυσεν έως ού ο υπέρ του δόγματος των δύο εν Χριστώ θελημάτων και ενεργειών αθλήσας και εν φυλακή αποθανών Μάξιμος ο Ομολογητής, ο τα Αρεοπαγιτικά ως γνήσια και αποστολικά εκλαβών και σχολιάσας, απεσάφησε και επεξήγησεν αυτήν ορθοδόξως κατά την περί τριών θελημάτων εν τω Χριστώ αδιάβλητον δογματικήν διδασκαλίαν.


* Παναγιώτης Ν. Τρεμπέλας,
Μυστικισμός - Αποφατισμός. Καταφατική θελογία, Τεύχος Α',
Εν Αθήναις, 1974,
σ. 28.










*





Thursday, January 13, 2011

Meyendorff / Μέγιεντορφ:

The Byzantine Church orthodoxy
& the Hellenic world-view /

Η ορθοδοξία της Βυζαντινής εκκλησίας
& η Ελληνική κοσμοθεώρηση


John Meyendorff /
Ο Ιωάννης Μέγιεντορφ

«Nevertheless, not only was the hellenic world-view still alive through the writings of ps.-Dionysius—which were universally accepted as an authentic witness of an eminent disciple of St. Paul—but the patristic and conciliar formulations of the trinitarian and christological dogmas bore the indelible mark of the doctrinal struggles of the fourth and fifth centuries. And these struggles had been fought not only for the Christian gospel as such, but for its proper interpretation and expression in terms adopted from Greek philosophy, i.e., such terms as "being" (το είναι), "essence" (ουσία), "nature" (φύσις), "substance" or "person" (υπόστασις), "energy" (ενέργεια), etc. As we saw earlier, the meaning of these terms had been transformed: they acquired in Orthodox theology a dimension and a context which was foreign to Plato, Aristotle, or Plotinus. The words themselves remained Greek, but were now sanctified by patristic and conciliar usage. Their Christian meaning—but also, inevitably, their philosophical history and background—were now inseparable from Holy Tradition.

Furthermore, the writings of the Apologists, whose main point was to assert that Christ was not only the fulfillment of the Old Testament prophets but also of everything that was authentic and true in Greek philosophy, were never disavowed by the Church.»


«Εντούτοις, όχι μόνο παρέμενε ζωντανή η ελληνική κοσμοθεώρηση μέσα στα συγγράμματα του Ψευδοδιονύσιου —τα οποία ήταν αποδεκτά από τους πάντες ως αυθεντική μαρτυρία ενός εξέχοντος μαθητή του Αγ. Παύλου— αλλά και οι πατερικές και συνοδικές μορφοποιήσεις του τριαδολογικού και του χριστολογικού δόγματος έφεραν το ανεξίτηλο σημάδι των δογματικών αγώνων του τέταρτου και του πέμπτου αιώνα. Και αυτοί οι αγώνες δόθηκαν όχι μόνο για το χριστιανικό ευαγγέλιο καθαυτό, αλλά για την ορθή ερμηνεία του και για να εκφρασθεί με όρους υιοθετημένους από την ελληνική φιλοσοφία, πχ, όροι όπως το είναι, ουσία, φύσις, υπόστασις ή πρόσωπο, ενέργεια κλπ. Όπως είδαμε προηγουμένως, η έννοια αυτών των όρων είχε μεταμορφωθεί: απέκτησαν στην Ορθόδοξη θεολογία μια διάσταση και μια συνάφεια η οποία ήταν άγνωστη στον Πλάτωνα, στον Αριστοτέλη ή στον Πλωτίνο. Οι λέξεις καθαυτές παρέμειναν ελληνικές, αλλά πλέον καθαγιάστηκαν μέσω πατερικής και συνοδικής χρήσης. Η χριστιανική τους έννοια —καθώς επίσης, αναπόφευκτα, η φιλοσοφική ιστορία και το φιλοσοφικό υπόβαθρό τους— ήταν πλέον αναπόσπαστη από την Ιερή Παράδοση.

Επιπλέον, τα συγγράμματα των Απολογητών, τα οποία είχαν ως  επίκεντρο το ισχυρισμό ότι ο Χριστός δεν ήταν μόνο η εκπλήρωση των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης αλλά και του καθετί που ήταν αυθεντικό και αληθές στην ελληνική φιλοσοφία, ποτέ δεν αποκηρύχθηκαν από την Εκκλησία».


* John Meyendorff,
Catholicity and the church
[Καθολικότητα και εκκλησία],
St Vladimir's Seminary Press, 1983,
p./σ. 43.