.

Showing posts with label ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ: ΧΙΛΙΑΣΜΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΙΟΥΔΑΪΣΜΟΣ: ΧΙΛΙΑΣΜΟΣ. Show all posts

Saturday, May 5, 2012

Πρωτοχριστιανικός χιλιετισμός:
Μια ιουδαϊκή αποκαλυπτική χίμαιρα
ή μια χριστιανική βιβλική εξήγηση; /

Early Christian millennialism:
A Judaic apocalyptic chimera
or a Christian Biblical exegesis?






Είναι βέβαιο ότι ο πρωτοχριστιανικός χιλιετισμός φτάνει πολύ πίσω στο παρελθόν. Ο αρχαιότερος γνωστός χριστιανός μάρτυρας, ο Παπίας, ο οποίος έγραψε στις αρχές του δεύτερου αιώνα, παραθέτει ένα λόγιο που αποδίδεται στον Ιησού το οποίο εφαρμόζει τον αριθμό 10.000 στην έννοια της αφθονίας. Η αναφορά του Παπία μοιάζει επίσης με ένα απόσπασμα στη συριακή έκδοση του Βαρούχ 29:5, ενός αποκαλυπτικού συγγράμματος. Τόσο η ιουδαϊκή όσο και η χριστιανική παράδοση θεωρούσαν τον αριθμό 1.000 ως έμμεση αναφορά στην χιλιετή διακυβέρνηση του Μεσσία κατά τα έσχατα, με μόνη διαφορά ότι οι χριστιανοί έτειναν να ταυτίζουν αυτό τον Μεσσία με τον Ιησού τον Ναζωραίο που θα επιστρέψει ως Χριστός. Η Επιστολή του Βαρνάβα 15:1-9 συνδέει την ιστορία της δημιουργίας με την ιστορία του τέλους. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε έξι μέρες και θα τον φέρει σε τέλος σε μια περίοδο 6.000 ετών, διότι μία μέρα είναι για τον Κύριο όπως τα 1.000 έτη (Ψαλ 90:4· Βαρν 15:4). Ο Θεός αναπαύθηκε κατά την έβδομη μέρα. Αυτή θα είναι τα χίλια έτη της διακυβέρνησης του Χριστού, ένας καιρός ευδαιμονίας.

Η Επιστολή του Βαρνάβα χρονολογείται γύρω στο 130. Αποστασιοποιείται από τον ιουδαϊσμό ενώ ταυτόχρονα είναι έντονα επηρεασμένη από αυτόν. Μεταγενέστεροι συγγραφείς ταύτισαν την χιλιετή ελπίδα ως χαρακτηριστικό της ιουδαϊκής πίστης και υποστήριξαν μέσω πολεμικής ότι πίσω από αυτή βρίσκεται μια ιουδαϊκή ελπίδα για επίγειες απολαύσεις. Σε αυτό το πρώιμο στάδιο ακόμη αναγνωριζόταν ότι η χιλιετής ελπίδα υποκινούνταν λιγότερο από την επιθυμία για επίγειες απολαύσεις και περισσότερο από την επιθυμία να αποδεχτεί τα ζητήματα που έθετε η ελπίδα για ένα γεγονός που αναμένεται να συμβεί εντός της ιστορίας, αλλά με τέτοιο τρόπο που δεν θα υπόκειται στα απρόοπτα της ιστορίας, όπως η θνητότητα, η αρρώστια και η ηθική διαφθορά. Είναι πιθανό ότι οι μεταγενέστερες πολεμικές ενάντια στις υλιστικές ελπίδες του πρώιμου χιλιετισμού, είτε αυτός ο ακραίος υλισμός ήταν δηλωμένος είτε όχι, υποκινούνταν μάλλον από την απόπειρα να αποκτήσουν τον έλεγχο πάνω στο αποκαλυπτικό φιλολογικό είδος, να το αδειάσουν από το επικίνδυνο ιστορικό και πολιτικό περιεχόμενό του και να το ενσωματώσουν σε μια εσχατολογία που εστίαζε στην μετά θάνατον ζωή.

Ανεξάρτητα από τις θέσεις των μεταγενέστερων πολεμικών, στα πιο εξεζητημένα και βαθυστόχαστα πρωτοχριστιανικά χιλιετιστικά συγγράμματα η περιγραφή της επίγειας ευδαιμονίας σε συνδυασμό με την χιλιετή διακυβέρνηση δεν υποκινούνταν από κάποια διεστραμμένη επιθυμία να περιγράψουν επίγειες απολαύσεις αλλά από την εξηγητική ανακάλυψη ότι η χιλιετής περίοδος θα είναι κατά βάση η επιστροφή στον παράδεισο όπως περιγράφεται στην Γένεση κεφ. 1. Αυτή την άποψη την βρίσκουμε ήδη στον Ιουστίνο τον Μάρτυρα (περ. 150) και στον Ειρηναίο (περ. 180).



To be sure, early Christian millennialism goes back a long way. The oldest known Christian witness, Papias, writing in the early second century, quotes a saying attributed to Jesus which applies the number 10,000 to the notion of plenty. Irenaeus, who quotes Papias, sees in him a witness to the authenticity of the millennial hope. The Papias reference also bears resemblance to a passage in the Syriac version of Baruch 29:5, a Jewish apocalyptic writing. Both Jewish and Christian traditions saw the number 1,000 as an allusion to a millennial rule of the Messiah at the end of time, the only difference being that the Christians tended to identify this Messiah with Jesus of Nazareth returning as Christ. The Epistle of Barnabas 15.1-9 links the creation story with the story of the end. God created the world in six days and will bring it to an end in the course of 6,000 years, for one day is with the Lord as 1,000 years (Ps. 90:4; Barn. 15.4). God rested on the seventh day. This will be the 1,000 years of Christ's rule, a time of bliss.

The Epistle of Barnabas dates from around 130. It distances itself from Judaism while at the same time being strongly influenced by it. Later writers identified the millennial hope as a characteristic of Jewish faith and argued polemically that behind it lies a Jewish hope for earthly pleasures. In this early stage there was still a recognition that the millennial hope is less motivated by a desire for earthly pleasures than by a desire to come to terms with the questions posed by a hope for an event that is expected to take place within history, but in such a way that it is not subject to the contingencies of history, such as mortality, illness, and moral corruption. It is likely that later polemics against the materialist hopes of early millennialism, whether such crass materialism was actually ever professed or not, were rather motivated by the attempt to gain control over the apocalyptic genre, empty it of its dangerous historical and political content, and integrate it into an eschatology that largely focused on an afterlife.

Whatever later polemics suggested, in the most sophisticated and reflective early Christian millennialist writings the description of earthly bliss in connection with the millennial rule was not motivated by a perverse desire to describe earthly pleasures but by the exegetical discovery that the millennial period was basically a return to paradise as described in Genesis 1. We find this already in Justin Martyr (ca. 150) and in Irenaeus (ca. 180).

* Josef Lössl,
"“Apocalypse? No.”—The Power of Millennialism and its Transformation in Late Antique Christianity"
[«“Αποκάλυψη; Όχι”.—Η Δύναμη του Χιλιετισμού και η Μεταμόρφωσή του στον Χριστιανισμό της Ύστερης Αρχαιότητας»],
in
A. Cain & N. Lenski (eds),
The power of religion in Late Antiquity
[Η δύναμη της θρησκείας στην Ύστερη Αρχαιότητα]
,
Ashgate, 2009, p./σ. 33.




Wednesday, June 23, 2010

Ευσέβιος & Εσχατολογία (2) / Eusebius & Eschatology (2)

Το θέατρο της αρχαίας Ιεράπολης στη Μικρά Ασία.


«Eusebius himself was anything but favorably disposed toward the Chiliasts. He even attributes the crude eschatology he found represented by Justin Martyr, Irenaeus, and other members of the Ephesian school, to the influence of Papias, whom for this very unfair reason he contemptuously sets down as "a very narrow-minded man."»

[«Ο Ευσέβιος ήταν κάθε άλλο παρά ευμενώς διακείμενος προς τους Χιλιαστές. Φτάνει μέχρι του σημείου να αποδόσει την αρχέγονη εσχατολογία που διαπίστωσε ότι αντιπροσώπευαν ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας, ο Ειρηναίος, και άλλα μέλη της σχολής της Εφέσου, στην επίδραση που άσκησε ο Παπίας, τον οποίο για αυτό τον πολύ άδικο λόγο τον καταγράφει περιφρονητικά ως "σφόδρα σμικρὸ τὸν νοῦν" [δηλ. εξαιρετικά στενόμυαλο]».]


* B. W. Bacon,
«The Elder John, Papias, Irenæus, Eusebius and the Syriac Translator»
[Ο Πρεσβύτερος Ιωάννης, ο Παπίας, ο Ειρηναίος και ο Σύριος Μεταφραστής]
Journal of Biblical Literature, Vol./Τόμ. 27, No./Αρ. 1 (1908), The Society of Biblical Literature,
p./σ. 4.
[English/Αγγλικά PDF]


Επίσης,

* «Η αντιπάθεια του Ευσέβιου για τον Παπία τον οδήγησε κατά συνέπεια στο να αλλοιώσει τα κείμενα του [Παπία] και να διατηρήσει μόνο κάποια μικρά αποσπάσματα».
(Encyclopædia Britannica 2006 Ultimate Reference Suite DVD, λήμμα «Papias»).

* «[Ο Ευσέβιος] κατηγορεί τον Παπία εξαιτίας του γεγονότος ότι μετέδωσε το αιρετικό δόγμα του Χιλιασμού στον Ειρηναίο και σε άλλους από τους πρώτους εκκλησιαστικούς άντρες. (Εκκλησιαστική Ιστορία 3.39.12–13)» (The New Catholic Encyclopedia, 2nd ed., 2003, Τόμ. 10, σ. 861)

* Philip Schaff, Nicene and Post-Nicene Fathers of the Christian Church «Τα Συγγράμματα του Παπία».

Sunday, June 6, 2010

Χιλιαστικές Ιουδαϊκές προσδοκίες για τον Μεσσία τον 1ο αι. ΚΧ /
Millenarian Jewish expectations for the Messiah at 1st cent. CE


«When Jesus came into Galilee, "spreading the gospel of the Kingdom of God and saying the time is fulfiled and the kingdom of God is at hand," he was voicing the opinion universally held that the year 5000 in the Creation calendar, which is to usher in the sixth millennium —the age of the Kingdom of God— was at hand. It was this chronologic fact which inflamed the Messianic hope of the people rather than Roman persecutions. There is no evidence anywhere to show that the political fortunes of the people in the second quarter of the first century of the common era —the period of many Messianic movements— were in any degree lower than those in the first quarter, in which no Messianic movements are recorded. [...]

Be it remembered that it is not the Messiah who brings about the Millennium; it is the inevitable advent of the Millennium which carries along with it the Messiah and his appointed activities. The Messiah was expected around the second quarter of the first century C.E., because the Millennium was at hand. Prior to that time he was not expected, because according to the chronology of the day the Millennium was still considerably removed.

The central theme of the preachment of Jesus and of John the Baptist, whom Jesus hailed as the Elijah who was to announce the advent of the Millennium, as well as of the disciples of Jesus, was repentance. The day of repentance will precede the actual Millennium. Thus The Assumption of Moses, which was probably written during the very lifetime of Jesus, states: "And receive thou this writing that thou mayest know how to preserve the books... until the day of repentance in the visitation wherewith the Lord will visit them in the consummation of the end of the days." (1.17-18). Only those who would repent would be spared the purging and cleansing process antecedent to the Millennium —"the wrath that is to come."

Jesus' essential mission was apocalyptic, not prophetic. He was more of the mystic than the moralist. His impassioned concern was not to reconstruct society but to save it from the winnowing and retributive judgment which was imminent in the van of the approaching Millennium. He sought to save men from the birth-throes of the Messianic times. The ethical counsel which he gave to his followers was for a world in extremis. It was to help them survive the terrors to come and to be worthy of the perfect Kingdom, the new order of existence which the Millennium would usher in. The Kingdom will be not the moral achievement of men but the pre-ordained act of divinity. The whole epic of Jesus must be read in the light of this millenarian chronology of his day, or it remains unintelligible.»

[«Όταν ο Ιησούς ήρθε στη Γαλιλαία, "κηρύττοντας το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού και λέγοντας ότι ο καιρός έχει συμπληρωθεί και η βασιλεία του Θεού έχει πλησιάσει", άρθρωνε την επικρατούσα άποψη ότι το έτος 5000 στο ημερολόγιο της Δημιουργίας, το οποίο θα εισήγαγε την έκτη χιλιετία —την εποχή της Βασιλείας του Θεού— είχε πλησιάσει. Αυτό το χρονολογικό γεγονός ήταν που αναζωπύρωσε τη Μεσσιανική ελπίδα του λαού παρά οι διωγμοί από τους Ρωμαίους. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να δείχνει ότι οι πολιτικές συνθήκες στις οποίες βρισκόταν ο λαός κατά το δεύτερο τέταρτο του πρώτου αιώνα της κοινής χρονολογίας —η περίοδος των πολλών Μεσσιανικών κινημάτων— ήταν σε κάποιο βαθμό χειρότερες από εκείνες του πρώτου τετάρτου κατά το οποίο κανένα Μεσσιανικό κίνημα δεν καταγράφεται. [...]

Θα πρέπει να μνημονευθεί ότι δεν είναι ο Μεσσίας που επιφέρει τη Χιλιετία· είναι η αναπόφευκτη έλευση της Χιλιετίας που φέρει μαζί της τον Μεσσία και τις προσδιορισμένες ενέργειές του. Ο Μεσσίας αναμενόταν γύρω στο δεύτερο μισό του του πρώτου αιώνα Κ.Χ., επειδή η Χιλιετία είχε πλησιάσει. Πριν από εκείνο τον καιρό αυτός δεν αναμενόταν, επειδή σύμφωνα με τη χρονολόγηση των ημερών του η Χιλιετία ήταν ήταν ακόμη σημαντικά μετατεθειμένη
στο μέλλον.

Το κεντρικό θέμα του κηρύγματος του Ιησού και του Ιωάννη του Βαπτιστή, ο οποίος χαιρετίσθηκε από τον Ιησού ως ο Ηλίας που επρόκειτο να ανακοινώσει την έλευση της Χιλιετίας, όπως επίσης και των μαθητών του Ιησού, ήταν η μετάνοια. Η μέρα μετάνοιας θα προηγούνταν από την πραγματική Χιλιετία. Έτσι, η Ανάληψη Μωυσή, η οποία πιθανώς γράφτηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του Ιησού, δηλώνει: "Και λάβε αυτή τη γραφή ώστε να μπορείς να γνωρίζεις πώς να διατηρήσεις τα βιβλία... μέχρι τη μέρα μετάνοιας κατά την επιθεώρηση μέσω της οποίας ο Κύριος θα τους επισκεφθεί στη συντέλεια των ημερών". (1:17, 18) Μόνο εκείνοι που θα μετανοούσαν θα γλίτωναν από τη διαδικασία εκκαθάρισης και εξαγνισμού που προηγείται της Χιλιετίας —"του επερχόμενου θυμού".

Η ουσιαστική αποστολή του Ιησού ήταν αποκαλυπτική, όχι προφητική. Ήταν περισσότερο μυστικιστής παρά ηθικολόγος. Η έντονη ανησυχία του δεν ήταν για την αναδόμηση της κοινωνίας αλλά για τη σωτηρία της από το λίχνισμα και την κρίση ανταπόδοσης που επίκειτο στο κόσκινο της επερχόμενης Χιλιετίας. Επιζητούσε να σώσει ανθρώπους από τις οδύνες των Μεσσιανικών καιρών. Οι ηθικές συμβουλές που έδωσε στους ακολούθους του ήταν για ένα κόσμο που θα βρισκόταν σε οριακές καταστάσεις. Ήταν για να τους βοηθήσουν να επιβιώσουν από τους επικείμενους τρόμους και να αποδειχτούν άξιοι για την τέλεια Βασιλεία, τη νέα τάξη ύπαρξης την οποία θα εισήγαγε η Χιλιετία. Η Βασιλεία δεν θα ήταν ένα ηθικό κατόρθωμα των ανθρώπων αλλά η διευθετημένη εκ των προτέρων πράξη της θεότητας. Το σύνολο τού έπους του Ιησού θα πρέπει να αναγνωστεί υπό το φως αυτής της χιλιαστικής χρονολόγησης των ημερών του, ειδάλλως θα παραμένει ακατανόητο.»]


* Abba Hillel Silver,
A history of Messianic speculation in Israel: from the first through the seventeenth centuries
[Ιστορία των Μεσσιανικών εικασιών στον Ισραήλ: από τον πρώτο ως τον δέκατο έβδομο αιώνα],
The Macmillan company, 1927 [Kessinger Publishing, 2003],
pp./σσ. 6, 7.


Photo/Φωτο: clevelandjewishhistory.net