.

Showing posts with label ΕΡΑΣΜΟΣ ΝΤΕΖΙΝΤΕΡΙΟΥΣ. Show all posts
Showing posts with label ΕΡΑΣΜΟΣ ΝΤΕΖΙΝΤΕΡΙΟΥΣ. Show all posts

Friday, August 6, 2010

Desiderius Erasmus in The Praise of Folly:
Theologians' & Monks' attitudes
Ντεζιντέριους Έρασμος στο Μωρίας Εγκώμιον:
Ήθη Θεολόγων & Μοναχών


*

«Κι οι θεολόγοι... θα 'ταν ίσως καλύτερα να μην τους αναφέρω, να μην αναδέψω αυτή τη βαλτωμένη Καμαρίνα και ταράξω τις βρωμολυγαριές της. Φοβερά κατσούφικη κι οξύθυμη φάρα, δε το 'χουν σε τίποτα να μου [ενν. την Μωρία] ριχτούν ομαδικά, μ' εφτακόσια πορίσματα, για να μ' αναγκάσουν ν' ανακαλέσω, κι αν αρνηθώ, να με βγάλουν στα γρήγορα αιρετική. Μ' αυτό τ' αστροπελέκι φοβερίζουν κατευθείαν και τον κάνουν να κοκκαλώσει από τρομάρα, σ’ όποιον δεν τους αρέσει.

Πιο αχάριστους, να μην παραδέχονται το καλό που τους κάνω, δεν εχω βρεί. Μα έγω τους σκλαβώνω με τις καλοσύνες μου και με το παραπάνω· με τη φιλαυτία τους, λόγου χάρη, όταν τους ανεβάζει χαρούμενους στον τρίτο ουρανό, κι απ' εκεί ψηλά κοιτούν με περιφρόνηση τους άλλους ανθρώπους, χαμόσυρτα σκουλήκια, που λίγο ακόμα θα τα παίρναν από λύπηση. Ή όταν τους οπλίζω με λεφούσι από αυθεντικούς ορισμούς, πορίσματα, συμπεράσματα, σαφείς και υπονοούμενες προτάσεις, και τους εφοδιάζω με τόσες υπεκφυγές, που κι αν ακόμα πιάνονταν στα δίχτυα του Ήφαιστου, πάλι θα ξεγλυστρούσαν με τους ορισμούς και τις ερμηνείες τους, που κόβουν όλους τους κόμπους καλύτερα κι από τενεδιό τσεκούρι. Άσε πια με τι νεολογισμούς και κορακίστικα παραγεμίζουν τις κουβέντες τους!

Κι άσε που σου εξηγούν τα πιο μεγάλα μυστήρια όπως τους κατέβει: πώς πλάστηκε ο κόσμος και ταχτοποιήθηκε, από ποια κανάλια απλώθηκε στους απόγονους του Αδάμ το στίγμα εκείνης της αμαρτίας, με ποια μέσα, πόσο και πότε ακριβώς σχηματίστηκε το σώμα του Χριστού μέσα στην κοιλιά της Παρθένου, πώς στη Μετάληψη τα γεγονότα συνεχίζουν να υπάρχουν δίχως την ύλη.

Ζητήματα χιλιοειπωμένα. Οι μεγάλοι θεολόγοι, οι φωτισμένοι όπως λένε, προτιμούν άλλα, πιο άξιά τους, που έχουν το χάρισμα να τους ξαναζωντανεύουν όταν μπαίνουν [ενν. όταν θέτονται]. Υπάρχει ορισμένη στιγμή της θείας γέννησης; Είναι πολλές οι ιδιότητες του γιου στο Χριστό; Είναι δυνατό να πούμε: Ο πατέρας Θεός μισεί το γιο του; Μπορούσε ο Θεός να ενσαρκωθεί σε γυναίκα, σε διάβολο, σε γάιδαρο, σε κολοκύθα ή σε βότσαλο; Και τότε η κολοκύθα πώς θα μπορούσε να κηρύξει, να κάνει θαύματα, να σταυρωθεί; Τι θα μπορούσε ν' αγιάσει ο Πέτρος, αν ιερουργούσε τη στιγμή που το κορμί του Χριστού κρεμόταν στο σταυρό; Θα μπορούσαμε να πούμε πως εκείνη τη στιγμή ο Χριστός ήταν άνθρωπος; Ύστερα από την ανάσταση των νεκρών θα μπορούμε να τρώμε και να πίνουμε; Χμ! όπως βλέπετε, οι άνθρωποι παίρνουν από τώρα τα μέτρα τους, μπας και πεινάσουν ή διψάσουν.

Τα ψιλολογήματά τους είναι αμέτρητα. Και λεπτολογούν ακόμα χειρότερα τι είναι στιγμή, γνώση, σχέση, τύποι, οντότητα, ταυτότητα, πράματα που μόνο αν έχεις μάτι Λυγκέα φαίνονται, και πάλι πρέπει να μπορείς μέσα από το πηχτό σκοτάδι να βλέπεις τ' ανύπαρχτα.

Βάλετε πάνω σ' αυτά τις παραδοξολογίες τους, που πλάι τους τ' αποφθέγματα των στωικών, τα λεγόμενα παράδοξα, μοιάζουν κουβέντες πανηγυριώτικες. Λένε, λόγου χάρη, πως είναι πιο μικρό αμάρτημα να σφάξεις χίλιους ανθρώπους παρά να ράψεις μέρα Κυριακή το παπούτσι φτωχού. Ή ακόμα: καλύτερα ν' αφήσεις να βουλιάξει σύμπας ο κόσμος, αύτανδρος που λένε, παρά να πεις και το παραμικρό ψέμα, όσο αθώο κι αν είναι.

Αυτά τα ψιλολογήματα τα πολύ ψιλολογημένα τα ψιλολογούν ακόμα πιότερο οι σχολαστικές αιρέσεις και σε μπερδεύουν τόσο, που πιο γρήγορα θα έβγαινες απ' το λαβύρινθο παρά από τα κλωθογυρίσματα των Ρεαλιστών, Νομιναλιστών, Θωμιστών, Αλβερτιστών, Οκκαμιστών, Σκωτιστών –κι αναφέρω μόνο τις κυριότερες σχολές. Τι πολύξεροι που είναι σ' αυτές τις σχολές, και τι δύσκολοι! Θαρρώ πως οι ίδιοι οι Απόστολοι θα χρειάζονταν να τους φωτίσει άλλη μια φορά το άγιο Πνεύμα, αν μαζεύονταν για να συζητήσουν αυτα τα θέματα με την καινούργια τούτη φάρα των θεολόγων.

Ο άγιος Παύλος, λένε, μπορεί να δέχτηκε με ζήλο την πίστη, όταν όμως λέει «Πίστη είναι η ουσία των πραγμάτων που ελπίζουμε και η απόδειξη εκείνων που δε βλέπουμε», η διατύπωσή του δεν είναι καθόλου διδακτορική. Έδειξε βέβαια με τα έργα του πως αγαπά το διπλανό του, αλλά την αγάπη αυτή δεν την καθορίζει και δεν τη χωρίζει σα διαλεχτικός, στην προς Κορινθίους πρώτη επιστολή του, κεφ. ιγ'. Οι Απόστολοι, σίγουρα τελούσαν μ' ευσέβεια το μυστήριο της Ευχαριστίας, αν τους ρωτούσαν όμως για τους όρους «επί τούτο» και «προς τούτο», για τη μετουσίωση, για τον τρόπο που ενα σώμα βρίσκεται ταυτόχρονα σε διάφορους τόπους, για τις διάφορες μορφές του σώματος του Χριστού πάνω στον ουρανό, πάνω στο σταυρό και μέσα στο μυστήριο της Ευχαριστίας, πάνω σε ποιά στιγμή ακριβώς γίνεται η μετουσίωση, αφού τα λόγια της ευχής ξετυλίγονται μέσα σε χρόνο –ε, λοιπόν, μην έχετε καμία αμφιβολία πως οι Απόστολοι δε θ' απαντούσαν με τόση λεπτολογία, όση βάζουν οι Σκωτιστές, όταν συζητούν και καθορίζουν αυτά τα ζητήματα.

Οι Απόστολοι γνώριζαν τη Μητέρα του Ιησού, αλλά πώς προφυλάχτηκε από το στίγμα του Αδάμ, κανείς τους δεν το απόδειξε τόσο φιλοσοφικά όσο οι θεολόγοι μας. Ο Πέτρος πήρε τα κλειδιά του βασιλείου, –και σίγουρα από Εκείνον που δε θα τα εμπιστευόταν σ' έναν ανάξιο, –δεν ξέρω ωστόσο αν στάθηκε αρκετά φίνος για ν' αναρωτηθεί πώς κάποιος που δεν κατέχει την επιστήμη μπορεί να έχει τα κλειδιά της. Οι Απόστολοι βάφτιζαν παντού αλλά πουθενά δε δίδαξαν ποια είναι ή τυπική, ποια η υλική, ποια η καθιερωτική και ποια η τελική αιτία του Βαπτίσματος, μήτε αναφέρουν τίποτα, ποιο είδος του βγαίνει και ποιο δε βγαίνει.

Ελάτρευαν, βέβαια, το Θεό, μα «εν πνεύματι», ακολουθώντας μόνο το ευαγγελικο «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν». Δε φαίνεται να τους φανέρωσαν πως με τον ίδιο σεβασμό, σα να 'ναι ο ίδιος ο Χριστός, πρέπει να λατρεύουν μιαν εικόνα του θαμπά ζωγραφισμένη με κάρβουνο πάνω σε τοίχο, φτάνει να δείχνει τα δυο δάχτυλα σηκωμένα, τ’ ακούρευτα μαλλιά μπουκλάτα στις πλάτες και το φωτοστέφανο με τις τρεις αχτίδες κολλητό στο σβέρκο.

Ποιός μπορεί να τα μάθει αυτά τα πράματα, αν δε φάει τουλάχιστο τριάντα έξι χρόνια μελετώντας τη φυσική και τη μεταφυσική του Αριστοτέλη και του Σκωτ;

Οι Απόστολοι αναφέρουν κάποτε τη χάρη, αλλά πουθενά δεν ξεχωρίζουν χάρη δοσμένη δωρεάν και χάρη αγιασμένη. Σου λένε να κάνεις καλά έργα, μα δε βλέπουν τη διαφορά ανάμεσα στο ενεργό και στο ενεργούμενο έργο. Διδάσκουν παντού την Αγάπη, αλλά δε χωρίζουν έμφυτη κι αποχτημένη, δεν εξηγούν αν είναι γεγονός ή ουσία, πράγμα πλασμένο ή άπλαστο. Σιχαίνονται την αμαρτία, μα βάζω το κεφάλι μου αν μπόρεσαν να δώσουν έναν επιστημονικό της ορισμό, τι είναι τέλος πάντων αυτό που λέμε αμαρτία –φαίνεται δα πως δε φωτίστηκαν από το πνεύμα των Σκωτιστών. Και δε θα με κάνετε να πιστέψω πως ο Παύλος, που μ' όσα ξέρει μπορούμε να κρίνουμε τι ξέρουν οι άλλοι, θα καταδίκαζε τόσες φορες τις ματαιολογίες, τις συζητήσεις, τις γενεαλογίες, όλες αυτές τις λογομαχίες, όπως λέει, αν είχε κι εκείνος γυμναστεί σ' αυτά τα ψιλολογήματα. Κι όμως, εκείνες οι συζητήσεις κι αντιλογίες φαίνονται χοντροκομμένες και βάναυσες, αν τις συγκρίνουμε με των δικών μας καθηγητάδων, που τα σοφίσματά τους μήτε ό Χρύσιππος δε θα μπορούσε να φανταστεί.

Με πολλή ωστόσο μετριοφροσύνη οι καθηγητές μας, όταν τυχαίνει να πέσουν σε καμιά τραχειά και κακογραμμένη σελίδα των 'Αποστόλων, δεν την καταδικάζουν: ξέρουν να την εξηγήσουν. Βλέπεις έτσι την ευλάβειά τους, τόσο απέναντι στους Αρχαίους όσο κι απέναντι στ' όνομα των Αποστόλων. Και, μα την αλήθεια, δε θα ήταν σωστό να περιμένουμε από τους Απόστολους τα μεγάλα διδάγματα, που μήτε την πρώτη λέξη τους ακούσανε ποτέ από το στόμα του Δασκάλου τους. Όταν όμως συναντούν τέτοιες ατέλειες στο Χρυσόστομο, στο Βασίλειο ή στον Ιερώνυμο, οι θεολόγοι μας αποφαίνονται γράφοντας στο περιθώριο: «Απαράδεκτον». Γιατί, βέβαια, οι Πατέρες της Εκκλησίας ανασκευάσανε τους εθνικούς φιλοσόφους και τους Ιουδαίους, ανθρώπους από φυσικού τους ξεροκέφαλους, αλλά το έκαναν μάλλον με τη ζωή τους και τα θαύματά τους παρά με συλλογισμούς, γιατί κανένας τους δε θα 'ταν ικανός να καταλάβει το παραμικρό απ' όσα ζητήματα σηκώνει ο Σκωτ.

Σήμερα όμως ποιός εθνικός, ποιός αιρετικός δε θα παραδινόταν αμέσως εμπρός σε τόσα ψιλολογήματα –εκτός πια κι αν είναι πολύ στουρνάρι για να καταλάβει τους καθηγητές μας, ή αρκετά ξεδιάντροπος για να τους σφυρίξει, ή μπασμένος στα ίδια σοφιστικά κόλπα, που τον κάνουν ισοδύναμό τους. Και τότε θα 'χουμε αγώνα μάγου με μάγο, ο ένας να πολεμά με μαγεμένο σπαθί τον άλλο, που έχει κι αυτός μαγεμένο σπαθί, δηλαδή τίποτα: φαίνε ξέφτιζε στον αργαλειό της Πηνελόπης.

Αν οι χριστιανοί ακούγανε τη γνώμη μου, αντί για τις αργοκίνητες λεγεώνες που ψευτομάχονται τόσον καιρό και δεν καταφέρνουν να νικήσουν, θα στέλναν για να πολεμήσουν τους Τούρκους και τους Σαρακηνούς τους φωνακλάδες Σκωτιστές, τους ξεροκέφαλους Οκκαμιστές, τους ακαταμάχητους Αλβερτιστές κι όλο το τάγμα τους σοφιστές. Τότε θα βλέπαμε, νομίζω, την πιο διασκεδαστική μάχη και την πιο πρωτότυπη νίκη. Για σκεφτείτε: Ποιό κρύο αίμα δε θ' αραθύμωνε απ' τον οίστρο τους; Ποιά τεμπελιά δε θα ζωντάνευε απ' τα κεντρίσματά τους; Και ποιά εξυπνάδα δε θα πνιγόταν μέσα στα σκοτάδια τους;

Εσείς όμως θαρρείτε πως αυτά τα λέω στ' αστεία... Καθόλου περίεργο, αφού και θεολόγοι καλύτερα μορφωμένοι αναγουλιάζουν μ' αυτά τα θεολογικά ψιλολογήματα. Είναι και μερικοί που πιστεύουν πως είναι σιχαμός και ιεροσυλία, ύψιστη ασέβεια, να πιάνονται από ακάθαρτα στόματα τέτοια μυστήρια, που μάλλον χρειάζονται λατρεία κι όχι εξήγηση· να συζητιούνται με τα ίδια βέβηλα σοφίσματα των εθνικών, να δίνεται ο ορισμός τους με τέτοιο θράσος και να μολεύεται με λόγια τόσο τιποτένια και με ιδέες τόσο άθλιες το μεγαλείο της θείας Θεολογίας.

Οι καθηγητές μας ωστόσο είναι πέρα για πέρα ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους ακόμα περισσότερο: χαίρονται γιατί μέρα και νύχτα είναι τόσο απορροφημένοι με τα γλυκά τους κουροφέξαλα, που δεν τους μένει καθόλου καιρός να ξεφυλλίσουν το Ευαγγέλιο ή τις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Κι ενώ περνούνε τον καιρό τους έτσι στα πανεπιστήμια, φαντάζονται πως η Εκκλησία στηρίζεται πάνω στους στύλους των συλλογισμών τους και πως χωρίς αυτούς θα γκρεμιζόταν ολόκληρη, όπως ο Άτλαντας, λεν οι ποιητές, που σηκώνει πάνω στη ράχη του τον ουρανό.

Και πόσο ευτυχισμένοι νιώθουν όταν πλάθουν και ξαναπλάθουν κατά το κέφι τους τις ιερές Γραφές, σα να 'ταν μαλακό κερί, όταν έχουν την απαίτηση, τα πορίσματά τους, που τα παραδέχτηκαν κιόλας μερικοί σχολαστικοί, να λογαριάζονται πιο πολύ από τους νόμους του Σόλωνα ή καλύτερα από τα δόγματα του Πάπα· όταν γίνονται οι λογοκριτές όλου του κόσμου και υποχρεώνουν τον καθένα ν' ανακαλέσει ό,τι δεν είναι σύμφωνο στον πόντο με τα δικά τους πορίσματα, φανερά κι υπονοούμενα· όταν αποφαίνονται με προφητικό ύφος: «Η πρόταση αυτή σκανδαλίζει, η άλλη είναι όλο ασέβεια, τούτη μου μυρίζει αιρετική, κι εκείνη έρχεται άσκημα στ’ αυτί». Σάμπως μήτε το βάφτισμα, μήτε το Ευαγγέλιο, μήτε ο άγιος Παύλος ή ο άγιος Πέτρος, μήτε ο άγιος Ιερώνυμος ή ο άγιος Αυγουστίνος, μήτε ακόμα κι ο άγιος Θωμάς, ο κορυφαίος των Αριστοτελικών, να μην μπορούν να κάνουν έναν χριστιανό, δίχως την έγκυρη γνώμη αυτών των απόφοιτων της θεολογίας, που είναι όμως ξεφτέρια στα ψιλολογήματα!

Το καταλαβαίνετε πως δεν είστε χριστιανοί αν τολμήσετε και πείτε πως αυτές οι δύο φράσεις είναι το ίδιο πράμα: «Καθίκι, βρωμάς» και «Το καθίκι βρωμάει» ή «Βραστό στο τσουκάλι» και «Στο τσουκάλι βραστό», εκτός μόνο αν έτσι το έχουν διδάξει τούτοι οι καθηγητές; Και ποιος δίχως αυτούς θα είχε καθαρίσει την Εκκλησία από τόσα και τόσα λάθη –ανύπαρχτα στ' αλήθεια πριν να τ' ανακαλύψουν, –αν οι ίδιοι δεν τα καταγγέλναν πατώντας από κάτω τις μεγάλες πανεπιστημιακές σφραγίδες τους; Λίγα είναι αυτά για να τους κάνουν ευτυχισμένους;

Κι όταν περιγράφουν με την πιο μεγάλη ακρίβεια όλες τις λεπτομέρειες της Κόλασης, σα να 'χουν ζήσει χρόνια μέσα σ' αύτη τη δημοκρατία; Κι όταν σκαρώνουν όπως τους κατεβεί καινούργιους κόσμους, βάζοντας τελευταία τον πιο απλόχωρο κι ωραίο, για να μπορούν οι μακάριες ψυχές να σουλατσάρουν μ' όλη τους την άνεση, να γλεντοκοπούν ή και να παίζουν το τόπι; Με τέτοιες και χίλιες άλλες βλακείες είναι παραγεμισμένο το κεφάλι τους, και τόσο φουσκωμένο, που θαρρώ πως του Δία ήταν λιγότερο, όταν παρακαλούσε το τσεκούρι του Ήφαιστου να τον ξεγκαστρώσει απ' την Παλλάδα. Μην παραξενεύεστε λοιπόν, όταν τους βλέπετε στις δημόσιες συζητήσεις σφιχτοδεμένους με κεφαλοπάνια· αλλιώς το κεφάλι τους θα κρεπάριζε.

Καμιά φορά κάθομαι και γελώ μοναχή μου, όταν αναλογίζομαι με ποιο τρόπο γυρεύουν ν' αποδείξουν πως είναι μεγάλοι θεολόγοι. Τότε μεταχειρίζονται την πιο βάρβαρη, την πιο αισχρή γλώσσα· τραυλίζουν τόσο, που μόνο άλλος τσευδός μπορεί να τους καταλάβει. Γι' αυτούς, βαθυστόχαστα είναι όσα δεν καταλαβαίνει ο λαός. Έτσι λένε πως δεν ταιριάζει στην αξιοπρέπεια των ιερών Γραφών να υποταχτούν στους κανόνες της γραμματικής. Ωραίο προνόμιο και τούτο των θεολόγων, μόνο αυτοί να σολοικίζουν! (Μπα, το μοιράζονται μ' ένα πλήθος σκουπιδιαρέους!) Τέλος, θαρρούν πως είναι πρωτοξάδερφοι με τους θεούς, κάθε φορά που ο κόσμος τους χαιρετά ευλαβικά με τον τίτλο «Διδάσκαλε ημέτερε», δυο λέξεις που γι' αυτούς είναι ό,τι και το τετράγραμμα για τους Εβραίους. Αλίμονο, λένε, σ' όποιον γράψει το «Διδάσκαλε» χωρίς κεφαλαίο ή αλλάξει τη σειρά και πει «ημέτερε Διδάσκαλε», θα χαλούσε μονομιάς όλο το μεγαλείο του θεολογικού ονόματος.

Την ευτυχία των θεολόγων φτάνουν κι εκείνοι που ο χοντρός λαός φωνάζει Καλόγερους ή Μοναχούς. Επίθετα πολύ ακατάλληλα και τα δυο, γιατί οι πιο πολλοί απ' αυτούς δεν έχουν καμιά σχέση με τη θρησκεία, και τι σόι μοναχοί, αφού όπου πας κι όπου βρεθείς αυτούς βλέπεις; Θαρρώ πως θα ήταν οι πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι, αν δεν αναλάβαινα εγώ να τους βοηθήσω με χίλιους τρόπους. Τόσο πολύ τους σιχαίνεται ο κόσμος, που το 'χει μεγάλη γρουσουζιά να βρεθεί κανένας απ' αυτή τη φάρα στο δρόμο του. Αυτοί όμως, σκοτίστηκαν! 'Έχουν πολύ μεγάλη ιδέα για το άτομο τους.

Πρώτο, θαρρούν πως το πιο ψηλό σκαλοπάτι της ευσέβειας το φτάνουν μένοντας ντιπ αγράμματοι. Έπειτα, όταν μέσα στις εκκλησίες γκαρίζουν τους ψαλμούς τους, —τον καθένα με αριθμό δίχως όμως να τους καταλαβαίνουν, —θαρρούν πως μ' αυτά τα ξεφωνητά γεμίζουν γλύκα και δροσιά τ' αυτιά των αγίων. Είναι πολλοί που καμαρώνουν για τη λίγδα και τη ζητιανιά τους· στέκονται μπρος στις πόρτες και μουκανούν για να τους δώσουν κανένα ξεροκόμματο. Δεν αφήνουν χάνι για χάνι, καρότσα, καράβι, κόβοντας έτσι το ψωμί των άλλων ζητιάνων. Άνθρωποι χάρμα! H βρωμιά τους, η αγραμματοσύνη, η χοντροκοπιά κι η ξαδιαντροπιά τους, όλα αυτά είναι, λένε, για να μας θυμίζουν τους Απόστολους!»


* Ντεζιντέριους Έρασμος,
Μωρίας Εγκώμιον,
μετάφραση και εισαγωγή Στρατή Τσίρκα,
εκδ. Ηριδανός, 1970,
σσ. 109-118.


* Desiderius Erasmus,
The Praise of Folly.
[English/Αγγλικά PDF]

Monday, July 19, 2010

Εrasmus, the Comma Johanneum & the "Arian heresy" /
Ο Έρασμος, το Κόμμα Ιωάννου & η "Αρειανική αίρεση"



«The first accusation the theologians debated on June 27 was a familiar one: Erasmus’s treatment of the verse called the comma Johanneum, 1 John 5:7, which read: ‘‘There are three who bear witness in heaven, Father, Son, and Holy Spirit, and these three are one.’’ The comma was recognized as the major proof-text against the Arian heresy because it supported the Trinity’s unity of essence. Erasmus had had the nerve to omit it from both the Greek and Latin texts of his first two editions of the New Testament, dated 1516 and 1519: he had used Greek as the archetype for the Latin, and he did not find the line in any of the Greek manuscripts he consulted. Lee and Stunica rebuked him for the excision on the grounds that Lorenzo Valla had not contested the comma’s authenticity. Later, in his third apologia against Lee, Erasmus explained why he had omitted the verse, and noted that if any Greek manuscript had contained it, he would have included it. An Irish text quickly appeared with the comma added in the margin by a contemporary hand. Erasmus restored the line in subsequent editions of the New Testament, but the Valladolid censors still wrote that he attacked the verse relentlessly, defended corrupt manuscripts, and thereby protected and even pleaded the Arian cause.

All twenty-nine theologians responded to these allegations about 1 John 5:7, and twenty-three explicitly professed a belief in the comma’s legitimacy, including Francisco de Castillo, a Salamancan Franciscan, who declared that ‘‘First, I believe that testimony of blessed John, ‘Tres sunt . . . ,’ to be from the canon of sacred Scripture.’’ Still, a few delegates questioned exactly how inviolable the verse really was, and participants disagreed as to whether the comma’s sanctity was determined simply by papal and conciliar references to it. One contingent pointed out the papacy’s failure to define an authentic scriptural text, and argued that delegates should not proclaim the comma’s canonicity when the Church itself had not done so. Another group asserted that customary invocation of the verse was enough to prove its authenticity. The conflict reveals that at least some participants would concede the lack of a conclusive version of the Latin Bible; their recognition of that fact matches Vergara’s acknowledgment of the same point. But the majority did not entertain such explosive issues in their written responses; instead, they concentrated on the more obvious aspects of Erasmus’s alleged errors.

Erasmus’s treatment of the comma indicated that the Latin biblical text was amendable in light of the Greek, but most participants read the charge literally and refused to consider its ramifications. Eight delegates bluntly affirmed that Erasmus really could not find 1 John 5:7 in the Greek manuscripts he consulted, restored it when he did, and hence already had corrected his mistake. Lerma’s reaction was typical: ‘‘That he says that that triplicity of heavenly testimony was not found by him in a Greek manuscript, he amply demonstrates; and seeing that he does not omit that verse in his translation, it may be passed over.’’ Another approach was to go outside the charge in search of exculpatory material. Royal preacher Gíl López de Bejar, professor Antonio de Alcaráz, and the rector of the Spanish college at Bologna, Miguel Gómez, maintained that Erasmus expounded the comma brilliantly in his Paraphrase of 1 John: logically, that exposition proved that he accepted the comma as part of the canon. Gómez and Jacobo Cabrero, the Albanian bishop, even defended the omission with one of Erasmus’s own criteria for amending texts, for they pointed out that the comma was missing from the writings of the early church fathers, who surely would have used it in their polemics had it been available.

But literality, extra evidence, and a lack of patristic testimony could not sway others who argued on the simple basis of Latin superiority, and contended that Erasmus should not have preferred Greek in the first place. Like Lee and Stunica before him, Juan de Quintana, who moved in imperial circles, stated that Erasmus’s Greek manuscripts were fallacious. Diogo de Gouvea, head of the Portuguese college at the University of Paris, insisted that the comma had to be legitimate because of the authenticity of the whole epistle of John; Erasmus should have remained silent until the right manuscript came along, and anyone who doubted the verse’s veracity was comparable to ‘‘a burned-up heretic.’’ In all, fifteen out of twenty-nine delegates saw only Erasmus’s fault in expurgating the line, and refused to allow any circumstances to mitigate the omission.

His reason for restoring the comma in 1522 did not make them any happier. While numerous participants felt that Erasmus should be exonerated because he eventually returned 1 John 5:7 to the New Testament, for others the reinstatement just deepened suspicions about his orthodoxy. In the Annotations on his New Testament translations, Erasmus wrote that he finally included the comma to avoid slander: ten theologians thus decided that his decisions about the verse signified more than just a philological quandary. Córdoba summed up their position by noting that Erasmus ‘‘openly implies that he added that testimony because he finds it written, not because he thus believed it or felt it must be believed.’’ Francisco de Vitoria, the famous commentator on Aquinas and controversialist on native Americans, claimed that Erasmus’s rationale left the reader doubtful, and therefore must be removed or revised. Even López de Bejar, who seemed to understand Erasmus’s interest in Greek, wished he would bow to majority opinion and declare the comma’s rightful inclusion in canonical Scripture.

The Valladolid repertory also challenged Erasmus’s outlook on Jesus’ divinity, and cited in particular his remarks about Romans 9:5. Erasmus’s complete commentary follows; the dates in brackets signify the editions of the Annotations in which his statements appeared.

Romans 9:5. ‘‘Who is God over all things.’’ [1516–22: Unless this bit is added on, as we do come upon certain added-on bits.] [1516–27: Certainly in this passage Paul openly pronounced Christ as God. And in fact the Greek manuscripts that I have seen agree.]

When it appeared in the Spanish accusations, Erasmus’s gloss took the following form:

On Romans 9, although the most obvious authority is that of the apostle speaking of Christ, ‘‘Who is God blessed forever,’’ and this is the clear, frank, and obvious meaning; and also in which, as the same Erasmus testifies, all the manuscripts agree, he resorts to the most impudent evasion as he says, ‘‘unless this bit is added on, as we do come upon certain added-on bits,’’ etc.

According to the inventory, the annotation proved that Erasmus wavered over Jesus’ part in the Godhead. The implication was that Erasmus backed Arianism, but the theologians responded to his textual criticism instead.

Only one of the sixteen delegates who replied, Miguel Gómez, was entirely comfortable with the idea that scriptural passages might have been appended. In contrast, Francisco de Vitoria thought Erasmus’s annotation weakened the Bible’s authority and scandalized the faith; Lerma found the gloss offensive and wanted it torn from the book; Antonio de Guevara, inquisitor and bishop, called the commentary completely heretical and scandalous. Others pondered Erasmus’s language and wondered whether he really claimed that Romans 9:5 was tacked on: Bernardino Vázquez de Oropesa, a professor of theology at Salamanca, and Alonso de Córdoba thought he did not, although to their minds the ambiguity did little to lessen the insult. If inquisitorial secretary Luís Coronel spoke publicly what he wrote privately, he may have prompted his peers’ uncertainty about Erasmus’s meaning, for he proposed that the comment was innocuous if it were read scholastically; he also noticed that Erasmus had deleted the remark from the latest edition of his Annotations. But even Coronel could not evade completely the question of whether Erasmus’s gloss diminished confidence in the New Testament’s authenticity, although he tried to delay answering it: he stipulated that he would speak on the matter when he and his counterparts reached the category labeled ‘‘on the authority of sacred Scripture.’’ He declined to endorse or refute his peers’ reproach.»

* Lu Ann Homza,
Religious Authority in the Spanish Renaissance
(The Johns Hopkins University Studies in Historical and Political Science)
[Οι Θρησκευτικές Αρχές στην Ισπανική Αναγέννηση],
The Johns Hopkins University Press, 2000,
pp./σσ. 56-59.

Sunday, January 31, 2010

Ο Έρασμος για τον χριστιανό & τη βία του πολέμου /
Erasmus concerning the Christian and war violence


«If Christ had not openly reproved Peter, we might have regarded it as licit to defend ourselves with arms against the violence of the impious, and to repel force with force. But now that Peter has been reprehended because he drew the sword on behalf of the most innocent Lord against the impious and wicked, what cause could there be after this that a Christian man should repel injury by injury? . . . The Lord allowed the future prince of his church to fall into this error through pious affection, in order to take away the more surely and efficaciously the libidinous desire for revenge for the future, and utterly to eliminate the right of recourse to arms, after he had chided one who, not yet having received the prohibition, was getting ready to defend the pious Lord with pious affection against the impious».

[«Αν ο Χριστός δεν είχε επιπλήξει δημόσια τον Πέτρο, μπορεί να θεωρούσαμε θεμιτό να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας με όπλα ενάντια στη βία των ασεβών, και να αποκρούσουμε τη βία με βία. Αλλά εφόσον ο Πέτρος επιπλήχθηκε επειδή τράβηξε μαχαίρι για χάρη του πιο αθώου Κυρίου ενάντια στους ασεβείς και πονηρούς, με ποια δικαιολογία θα μπορούσε ένας Χριστιανός κατόπιν τούτου να αποκρούσει το χτύπημα με χτύπημα; . . . Ο Κύριος επέτρεψε ώστε ο μελλοντικός άρχοντας της εκκλησίας του να πέσει σε αυτό το σφάλμα με θεοσεβή στοργή, έτσι ώστε να απομακρύνει πιο σίγουρα και αποτελεσματικά την εμπαθή επιθυμία για εκδίκηση στο μέλλον, και να εξαλείψει εντελώς το δικαίωμα της προσφυγής στα όπλα, καθώς επιτίμισε εκείνον ο οποίος, χωρίς να έχει ήδη λάβει την απαγόρευση, ετοιμαζόταν να υπερασπιστεί τον θεοσεβή Κύριο με θεοσεβή στοργή κατά των ασεβών».]
* Desiderius Erasmus/Ντεζιντέριους Έρασμος, abstract and its translation at/το απόσπασμα και η μετάφρασή του στο
«Paris Theologians on War and Peace, 1521-1529»
[Παρισινοί Θεολόγοι περί Πολέμου και Ειρήνης, 1521-1529]
by/του Walter F. Bense (Church History, Vol./Τόμ. 41, No./Αρ. 2 (Jun./Ιούν., 1972), Cambridge University Press on behalf of the American Society of Church History, pp/σσ. 168-185 (here/εδώ 179, 180).