.

Showing posts with label ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ. Show all posts
Showing posts with label ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ. Show all posts

Friday, December 16, 2022

Η βυζαντινιστική παράδοση
καταστροφής των ιστορικών τεκμηρίων:
Το κείμενο του αναθέματος κατά του Ελευθέριου Βενιζέλου
λείπει από το αντίτυπο εφημερίδας
της Βιβλιοθήκης της Βουλής των Ελλήνων /

The Byzantinistc tradition
of destroying historical evidence:
The passage of the anathema against Eleftherios Venizelos
is missing in the newswpaper copy
of the Library of the Hellennic Parliament

 


 

 

Τι ανέφερε το τμήμα της εφημερίδας που έχει αφαιρεθεί από το αρχείο της εφημερίδας που διασώζεται κατά τα άλλα στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων;

 

 
«Ημείς  οι υπογεγραμμένοι Μητροπολίται εντολήν ελάβομεν παρά χιλιάδων εφέδρων και πολιτών να αναγνώσωμεν βαρύτατον αφορισμόν κατά του ενόχου εσχάτης προδοσίας Ελ. Βενιζέλου, του προδώσαντος το έθνος μας εις τους Αγγλογάλλους, τους ατίμως συνεννοηθέντος μετ’ αυτών ίνα στείλωσι την προχθεσινήν νόταν είς την Ελλάδα, μόνον και μόνον διά να πικρανθή ο λατρευτός μας Βασιλεύς και εκβιασθή όπως καλέση επί την αρχήν τον πουλημένον Σενεγαλέζον τράγον Βενιζελον, τον ηθικόν αυτουργόν της πυρπολήσεως του Τατοΐου, τον ηθικόν αυτουργόν των βασάνων άς υπέστησαν οι ανδραγαθήσαντες αξιωματικοί μας εις χείρας του ανάνδρου Σαράιγ. Κατ’ αυτού όθεν του προδότου Βενιζέλου ανεγνώσαμεν αφορισμόν όπως ενσκήψωσι: Τα εξανθήματα του Ιώβ : το κύτος του Ιωνά : η λέπρα του Ιεχωβά : ο μαρασμός των νεκρών : το τρεμούλιασμα των ψυχορραγούντων : οι κεραυνοί της Κολάσεως : και αι κατάραι και τα αναθέματα των ανθρώπων.
Τας ιδίας αράς θα αναγνώσωμεν και κατ’ εκείνων οίτινες κατά τας προσεχείς εκλογάς θέλουσι δώσει λευκήν ψήφον προς τον κατάπτυστον προδότην Βενιζέλον και θα παρακαλέσωμεν, συν τοις άλλοις, όπως μαρανθώσιν αυτών αι χείραις, τυφλωθώσιν οι οφθαλμοί και κωφανθώσι τα ώτα. Γένοιτο : Αμβρόσιος Μητροπολίτης, Νικηφόρος Αρχιεπίσκοπος».



 

Ποιοι ήταν οι υπογράφοντες επίσκοποι/μητροπολίτες το έντυπο ανάθεμα το οποίο κυκλοφόρησε ευρέως στην Πελοπόννησο; 

(βλ. Θεοδοσίου Τσιρώνη, Ο πολιτικός λόγος και ρόλος της Εκκλησίας της Ελλάδος (1912-1940), ΑΠΘ: Διδακτορική διατριβή, 2007, σσ. 53, 54· contra η άποψη περί 'υπογραφών ανύπαρκτων Επισκόπων'.)

 

Μητροπολίτης Φωκίδος κυρός Αμβρόσιος (1864-1928)
(Εκκλησία της Ελλάδος).

Ο κατά κόσμον Σακελλάρης Τσάπος γεννήθηκε στην Κάλυμνο στις 28 Αυγούστου 1864 (ή 1863). Αποφοίτησε από τη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών το 1887 και από τη Θεολογική Σχολή Αθηνών το 1892. Διάκονος χειροτονήθηκε από τον συντοπίτη του Επίσκοπο Πλαταμώνος Αμβρόσιο. Υπηρέτησε ως Διάκονος στην Ελληνική Πρεσβεία Αγίας Πετρουπόλεως (1889-1890) και ως Πρεσβύτερος και Ιεροκήρυκας στον Νομό Τρικάλων (1890-1893). Το 1893 χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον Επίσκοπο Θαυμακού Μισαήλ. Το 1895 διορίστηκε Ιεροκήρυκας των Νομών Φθιώτιδος και Φωκίδος. στη συνέχεια υπηρέτησε ως Εφημέριος στην Ηγουμενίτσα και κατόπιν στην Ιερά Μονή Αγάθωνος. Το 1899 διορίστηκε Ιεροκήρυκας και Εφημέριος του Βασιλικού Ναυστάθμου. Στις 8 Ιουλίου 1901 χειροτονήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου Καρύτση Επίσκοπος Φωκίδος. Στις 3 Οκτωβρίου 1917 καταδικάστηκε σε έκπτωση λόγω της συμμετοχής του στο ανάθεμα του Βενιζέλου. Επανήλθε στη θέση του με Β.Δ. στις 16 Νοεμβρίου 1920. Το 1922 προήχθη σε Μητροπολίτη μαζί με τους υπόλοιπους Επισκόπους της Εκκλησίας της Ελλάδος. Στις 3 Δεκεμβρίου 1922 επανήλθε σε ισχύ η απόφαση της εκπτώσεώς του από τον θρόνο πλην όμως αποκαταστάθηκε οριστικά με απόφαση Μείζονος Συνόδου στις 2 Ιανουαρίου 1923. Προσβληθείς από περιτονίτιδα εκοιμήθη αιφνιδίως στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 1928.

 

και πιθανόν ο: 

Μητροπολίτης Μεσημβρίας κυρός Νικηφόρος (1854-1931)
(Οικουμενικό Πατριαρχείο)

Ο Νικηφόρος Λεβαντερίδης καταγόμενος από τη Μάδυτο της Καλλιουπόλεως γεννήθηκε το 1854. Αποφοίτησε από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης το 1881, αφού υπέβαλε διατριβή με τίτλο "Ότι ουκ άσπιλος η της Θεοτόκου σύλληψις". Υπηρέτησε ως Ιεροκήρυκας και Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Μυτιλήνης. Την 1 Αυγούστου 1892 εξελέγη Μητροπολίτης Νευροκοπίου έχοντας συνυποψηφίους τον Επίσκοπο π. Κίτρους Ιωαννίκιο και τον Αρχιμανδρίτη Γερμανό Θεοτοκά, Αρχιερατικώς Προϊστάμενο Γαλατά. Στις 30 Αυγούστου 1892 χειροτονήθηκε στον Πατριαρχικό Ναό Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι Κωνσταντινουπόλεως Μητροπολίτης Νευροκοπίου. Τη χειροτονία τέλεσε ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Γερμανός, συμπαραστατούμενος από τους Μητροπολίτες Κορυτσάς Φιλόθεο και Χαλδίας Γερβάσιο. Στις 3 Ιουνίου 1895 παραιτήθηκε. Διέμενε στη Μητρόπολη Κυζίκου. Τον Αύγουστο του 1896 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1897 εξελέγη Μητροπολίτης Λιτίτσης έχοντας συνυποψηφίους τον Επίσκοπο Μυρέων Γερμανό και τον Πρωτοσύγκελο της Μητροπόλεως Χαλκηδόνος Αρχιμανδρίτη Γερμανό. Στις 8 Φεβρουαρίου 1907 εξελέγη Μητροπολίτης της νεοσύστατης Μητρόπολης Τυρολόης και Σερεντίου. Στις 15 Φεβρουαρίου 1911 εξελέγη Μητροπολίτης Μεσημβρίας. Δεν μπόρεσε ωστόσο να μεταβεί στην Επαρχία του και διέμενε έκτοτε στην Κωνσταντινούπολη. Εκοιμήθη στις 21 Μαρτίου 1931.

 

 

 Ένοπλη συμμετοχή κληρικών στις βιαιοπραγίες της περιόδου:

 


 

$

 

Friday, October 2, 2015

Όταν τα εκκλησιαστικά δικαστήρια
συγκρούονται
με τα πολιτικά δικαστήρια /

Conflicts
between ecclesiastical
& secular courts




Τὰ παραπάνω συμπεράσματα βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σὲ μιὰ ὑπόθεση, χρονολογούμενη τὸν Ἀπρίλο τοῦ 1400. Ὁ Πανόπουλος εἶχε ἀγοράσει ἐπὶ πατριάρχη Ἀντωνίου Δ΄ ἀπὸ τὴ μονὴ τῶν Ὁδηγῶν ἕνα ἀκίνητο, ποὺ ἀργότερα παρέδωσε στὸν Θωμᾶ Καλοκύρη ὡς ἐνέχυρο, πρὸς ἐξασφάλιση ἑνὸς δανείου 300 ὑπερπύρων ποὺ εἶχε λάβει ἀπὸ αὐτὸν, «... ἐπὶ τοιαύτῃ συμφωνίᾳ, ὡς ἄν, εἰ μὲν ἐντὸς ὁλοκλήρου χρόνου, ἀποδῷ τὰ τριακόσια ὑπέρπυρα πρὸς τὸν Καλοκύρην καὶ τόκου χάριν ὑπέρπυρα τεσσαράκοντα πέντε, ἀναλαμβάνῃ πάλιν αὐτὸς τὸ ῥηθὲν ὁσπήτιον αὐτοῦ, εἰ δὲ μὴ ἀποδῷ ταῦτα ἐντὸς τοῦ ῥηθέντος χρόνου τῆς συμφωνίας αὐτῶν, ἵνα ἔχει ὁ Καλοκύρης τὰ ὁσπήτια τοῦ Πανοπούλου κατὰ τελείαν δεσποτείαν καὶ κυριότητα ...». Προφανῶς γιὰ ἐξασφάλισή του ὁ δανειστὴς ἀπαίτησε, καὶ πέτυχε, τὴν ἐπικύρωση τῆς συμφωνίας αὐτῆς ἀπὸ τὸ αὐτοκρατορικὸ δικαστήριο. Ὅταν ἡ προθεσμία πλησίαζε πρὸς τὸ τέλος της, ὁ Πανόπουλος –ποὺ φαίνεται πὼς δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἐξοφλήσει τὸ χρέος του– ἐπιδίωξε νὰ κριθεῖ ἡ διαφορά του μὲ τὸν Καλοκύρη ἀπὸ τὸ πατριαρχικὸ δικαστήριο. Ὁ τελευταῖος ἔδειξε νὰ ἀποδέχεται τὴ λύση αὐτή, ἔσπευσε ὅμως στὸν αὐτοκράτορα ἰσχυριζόμενος «... εἰς τὸ σέκρετον ἀνακεῖσθαι τὰ τῆς ὑποθέσεως, ἅτε καὶ ἐπ’ αὐτῇ σεκρετικοῦ γράμματος προβάντος ...». Ὁ αὐτοκράτορας ἀποδέχθηκε τὸ αἴτημα καὶ ἔστειλε σχετικὸ «μήνυμα» στὸν πατριάρχη, ὁ ὁποῖος δέχθηκε «... κατὰ τὴν περὶ ταῦτα συνήθειαν κριθῆναι ἐν τῷ σεκρέτῳ τὴν τοιαύτην ὑπόθεσιν ...». Παρόλα αὐτὰ ὁ Πανόπουλος «... ἐζήτησεν (...) τὴν συνήθη τοῖς ἀπόροις βοήθειαν παρὰ τῆς ἐκκλησίας Χριστοῦ ἐπὶ τῇ ἐκκοπῇ τῶν τόκων, οὗ δὴ καὶ συνήθως ἐπέτυχε ...». Πράγματι τὸ συνοδικὸ δικαστήριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὄχι μόνον τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀλλὰ καὶ σὲ περιόδους ὁμαλότητας, κρατοῦσε ἀρνητικὴ στάση ἀπέναντι στὴν εἴσπραξη τόκων καὶ τελικὰ φρόντιζε γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῶν ὀφειλετῶν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωση. Ἡ δίκη στὸ αὐτοκρατορικὸ σέκρετο δὲν ἔγινε πάντως ἀμέσως, γιατὶ αὐτὸ δὲν εἶχε ἀκόμη στελεχωθεῖ, ὅταν ὅμως κάποτε πραγματοποιήθηκε, κατέληξε σὲ νίκη τοῦ Καλοκύρη, δεδομένου ὅτι ἡ ἀπόφαση προέβλεπε νὰ τηρηθεῖ ἡ συμφωνία τῶν δύο μερῶν. Φοβούμενος προφανῶς ὁ πατριάρχης πὼς τελικὰ ὁ Πανόπουλος θὰ ἐξαναγκαζόταν νὰ πληρώσει καὶ τοὺς τόκους, ἀγνόησε τὴν ἀπόφαση αὐτὴ καὶ «... παρῄνει καὶ εἰσηγεῖτο καὶ συνεβούλευε τῷ Καλοκύρῃ ...» ἢ νὰ ἀρκεσθεῖ στὴν εἴσπραξη τοῦ ποσοῦ τῶν 300 ὑπερπύρων καὶ νὰ ἐπιστρέψει τὸ ἀκίνητο, ἢ νὰ τὸ πουλήσει καὶ νὰ δώσει στὸν ὀφειλέτη του τὸ τυχὸν ἐπιπλέον, ἢ ἐφόσον τὸ κρατοῦσε, νὰ καταβάλει στὸν Πανόπουλο 50 ὑπέρπυρα, ποὺ ἀποτελοῦσαν τὴ διαφορὰ τοῦ χρέους ἀπὸ τὴν πραγματικὴ τιμή, στὴν ὁποία αὐτὸς εἶχε ἀρχικὰ ἀγοράσει τὸ ἀκίνητο. Ὁ Καλοκύρης προτίμησε τὴν πρώτη λύση, ζήτησε ὅμως καὶ ἔλαβε καὶ τὸ ποσὸ ποὺ εἶχε καταβάλει γιὰ τὴν ἐπισκευὴ τῆς στέγης.

Ὅπως ρητῶς ἀναφέρει ἡ ἀπόφαση οἱ «παραινέσεις», «εἰσηγήσεις» καὶ «συμβουλὲς » τοῦ πατριάρχη ἰσχυροποιήθηκαν ἀπὸ «... ἐκφωνηθέντα ἐγγράφως ἀφορισμὸν ἐπὶ τῇ τοῦ τόκου ἐκκοπῇ ...», ἐνῶ μὲ «... βαρύτατον καὶ φρικώδη ἀφορισμόν ...» ἀπειλήθηκε ὁποιοσδήποτε θὰ ἀμφισβητοῦσε στὸ μέλλον τὴ λύση ποὺ εἶχε δοθεῖ στὴν ὑπόθεση. Ἡ ἀποκοπὴ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελοῦσε ἄλλωστε καὶ τὸ πραγματικὸ ὅπλο γιὰ τὴν ἐκτέλεση τῶν πατριαρχικῶν ἀποφάσεων, εἰδικὰ στὶς περιπτώσεις πέραν τῆς ἀναγνωρισμένης δικαιοδοσίας τους. Αὐτὸ προκύπτει σαφῶς καὶ ἀπὸ τὸ σχολιαζόμενο ἔγγραφο. Ἀνεξαρτήτως δηλαδὴ ἀπὸ τὴν προσωρινὴ ἀδράνεια τοῦ αὐτοκρατορικοῦ δικαστηρίου, ποὺ προφανῶς γιὰ λόγους ἀνωτέρας βίας δὲν ἦταν στελεχωμένο ἀπὸ δικαστές, ἡ ὑπόθεση ἀνῆκε στὴ δικαιοδοσία του, ὄχι λόγω κάποια «συνήθειας», ὅπως ἀνέφερε ὁ πατριάρχης, ἀλλὰ γιατὶ ὁ δανειστὴς εἶχε ἐκ τῶν προτέρων ζητήσει τὴ δικαστική προστασία του ὡς ἁρμοδίου γιὰ τὴν τήρηση τῶν συμφερόντων του. Κατόπιν αὐτοῦ ἡ κρίση του ἔπρεπε νὰ γίνει σεβαστὴ καὶ ἡ Ἐκκλησία μόνον μὲ τὴν πνευματική της ἐξουσία μποροῦσε νὰ τὴν παρεμποδίσει.

Ὑπὸ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ἡ σύγκρουση ἁρμοδιοτήτων ἦταν περίπου ἀναπόφευκτη
, κάτι ποὺ προκύπτει εὐθέως ἀπὸ τὴν παρακάτω ἀπόφαση τοῦ Ἰανουαρίου 1401. Ὅπως ἀναφέρει τὸ ἔγγραφο, ἕνα ἀνδρόγυνο, ὁ Πρώξιμος καὶ ἡ Πεπαγωμένη, εἶχε ἀποφασίσει πρὶν ἀπὸ ἀρκετὸ καιρὸ νὰ διαλύσουν τὸν γάμο τους ἀποσυρόμενοι ὁ καθένας σὲ μονή. Ἀλλὰ ἡ γυναίκα «... μετὰ (...) παραδρομὴν μηνῶν ..., ὑπό τινων παραπεισθεῖσα, ὅτι τοῦ μοναχικοῦ σχήματος ἀποστᾶσα παρακερδανεῖ τὸ τρίτον τῆς προικὸς αὐτῆς τὸ ἀντὶ ὑποβόλου διδόμενον αἰτίᾳ θανάτου τὸ μοναχικὸν ἐξεδύσατο σχῆμα, ὑποστρέψασα δὲ πρὸς τὸν κόσμον ἐγκλήσεις ἐκίνει καὶ ἀγωγὰς ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ σεκρέτου κατὰ τοῦ Πρωξίμου, ἀπατηθῆναι διατεινομένη ὑπ’αὐτοῦ, ὑποσχεθέντος καὶ συμφωνήσαντος μετ’αὐτῆς, ὡς ἂν ἐν τῇ εἰσελεύσει τοῦ κρατίστου καὶ ἁγίου μου αὐτοκράτορος, κῦρ Ἰωάννου, προσδοκωμένῃ καθ’ἑκάστην, ἀμφότεροι τὸ μοναχικὸν ἀποδύσονται σχῆμα, καὶ συνοικήσουσιν ὡς τὸ πρίν, ἅπερ ὅτι ψεῦδος καὶ συκοφαντία καὶ τινῶν ὑποβολαί, ἔδειξεν ἥ τε τῆς γυναικὸς πρὸ μικροῦ ἐξομολόγησις, ἥ τε τοῦ βασιλέως τοῦ ἁγίου ἐνταῦθα ἐπιδημία μοναχὸν καὶ ἔτι τηροῦσα τὸν Πρώξιμον καὶ μὴν καὶ διὰ βίου ἐσόμενον. ἀφορισμῷ μὲν οὖν διὰ ταῦτα φρικώδει καθυπεβλήθη ἡ μοναχὴ διὰ τῆς ἡμῶν μετριότητος, ὡς τὸ ἀγγελικὸν ἀποδυσαμένη σχῆμα καὶ τῶν συνταγῶν παραβάτις ...».

Παρὰ τὴν ἀντίδραση τοῦ πατριάρχη τὸ αὐτοκρατορικὸ δικαστήριο ἀποφάσισε πὼς ὁ Πρώξιμος θεωρεῖτο λόγω τῆς μοναχικῆς κουρᾶς του νεκρὸς γιὰ τὸν κόσμο, ἄρα ἔπρεπε να καταβληθεῖ στὴ σύζυγό του ὑπόβολο ὅπως στὶς χῆρες. Αντιθέτως τὸ πατριαρχικὸ δικαστήριο ἔκρινε, ὅτι στὴν περίπτωση αὐτὴ εἶχε μεσολαβήσει συναινετικό διαζύγιο λόγω μοναχικῆς κουρᾶς καὶ τῶν δύο συζύγων, ἄρα ἡ λύση τοῦ γάμου δὲν θὰ εἶχε οἰκονομικὲς συνέπειες. Στὴ διάσταση τῶν δύο δικαστηρίων ἀναμείχθηκε καὶ ὁ Ἰωάννης Ζ´ καὶ ζήτησε νὰ ὁρισθεῖ ἐγγυητὴς γιὰ τὴν καταβολὴ τοῦ ὑποβόλου ἀπὸ τὸν Πρώξιμο, μέχρις ὅτου ὁ πατριάρχης τὸν πληροφοροῦσε γιὰ ποιοὺς λόγους καὶ μὲ βάση ποιὲς ἀδιάσειστες ἀποδείξεις θεωροῦσε ὅτι ἡ Πεπαγωμένη διατηροῦσε τὴ μοναχικὴ ἰδιότητα. Παρόλο ποὺ στὴν ἀπόφαση ἀναφέρεται ὅτι «... καὶ λόγους ἱκανοὺς εἴχομεν εἰς τοῦτο καὶ πληροφορίας ...» ποὺ θὰ ὁδηγοῦσαν στὴν ἄρση τῆς ὑποχρέωσης γιὰ ἐγγύηση, ὁ πατριάρχης παραδέχθηκε πὼς «... ἡ τῶν πραγμάτων ἀνωμαλία καὶ σύγχυσις καὶ ἡ ἀναγκαία ἀποδημία τοῦ βασιλέως τοῦ ἁγίου ἐνεπόδισεν ἡμᾶς περὶ τούτου διομιλῆσαι ...». Ἐνῶ συνεχιζόταν ἡ ἀπουσία τοῦ αὐτοκράτορα, ἡ σύζυγος τοῦ Πρωξίμου –σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφαση ἀπὸ τύψεις καὶ ἐπειδὴ σεβάστηκε τοὺς ὅρκους της– παραδέχθηκε ὅτι πράγματι εἶχε γίνει μοναχή, «... ὑπὸ δὲ τῶν συγγενῶν καὶ τῆς μητρὸς αὐτῆς, ἀλλὰ δὴ καὶ τῶν καθολικῶν κριτῶν παραπεισθεῖσα ...» μετέβαλε γνώμη. Κατόπιν τούτων –καὶ ἀφοῦ ἡ Πεπαγωμένη καὶ ἡ μητέρα της ἀσπάσθηκαν τὸν μοναχικὸ βίο καὶ ἔλαβαν συγχώρηση ἀπὸ τὸν πατριάρχη– κρίθηκε ὅτι «... ὃ ἐβούλετο ὁ βασιλεὺς ὁ ἅγιος πληροφορηθῆναι, νῦν φανερὸν καὶ δῆλον γέγονεν πᾶσι ...» καὶ ἔτσι ὁ ἐγγυητὴς ἔπρεπε νὰ ἀποσδεσμευθεῖ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωση γιὰ τὴν καταβολὴ ὑποβόλου, ἐπειδὴ οἱ δύο τέως σύζυγοι «... ἐκ κοινῆς συμφωνίας γεγόνασι καὶ ἀμφότεροι μοναχοί, καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν τοιούτων ἀζήμια καὶ ἀμφότερα τὰ μέρη διαλύονται ...».

Ἐξεταζόμενη ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς διάστασης ἀνάμεσα στὰ δύο δικαστήρια ἡ ἀπόφαση αὐτὴ διαφοροποιεῖται οὐσιωδῶς ἀπὸ τὴν προηγούμενη γιὰ δύο λόγους. Πρῶτον μὲν ἐπειδὴ ἀναφέρεται σὲ διαφορὰ οἰκογενειακοῦ δικαίου, ἡ ὁποία ἐνέπιπτε καταρχὴν στὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ἐκκλησίας, δεύτερον δὲ λόγω τοῦ προσωπικοῦ ἐνδιαφέροντος ποὺ εἶχε γιὰ τὴν ἐπίλυσή της (μᾶλλον ὑπὲρ τῆς Πεπαγωμένης) ὁ αὐτοκράτορας καὶ τὸ ὁποῖο ἴσως ἀνάγκασε τὸν πατριάρχη νὰ κινηθεῖ μὲ προσεκτικὰ βήματα, ὥστε νὰ μὴν ἔλθει σὲ εὐθεία ρήξη μὲ τὴν πολιτειακὴ ἐξουσία. Στὴ βεβαιότητα ὅτι θὰ ἐξασφαλιζόταν ὑψηλὴ προστασία πρέπει νὰ ὀφείλονταν καὶ οἱ προτροπὲς τοῦ συγγενικοῦ περιβάλλοντος τῆς γυναίκας, νὰ ἀποβάλει τὸ μοναχικὸ σχῆμα καὶ νὰ προσφύγει κατὰ τοῦ συζύγου της στὸ αὐτοκρατορικὸ δικαστήριο.
* Eleftheria Papagianni,
Πατριαρχικὸ καὶ αὐτοκρατορικὸ δικαστήριο ἐπὶ Ματθαίου Α´: Μιὰ σχέση ἀνταγωνισμοῦ,
in/στο
Antonopoulou, T., Kotzabassi, S. & Loukaki, M. (eds.) (2015).
Myriobiblos. Essays on Byzantine Literature and Culture.
Berlin, Boston: De Gruyter,
pp./σσ. 254-258.



Saturday, November 30, 2013

Έκθεσις
περί του πώς δει δέχεσθαι
τον εξ Ιουδαίων προσερχόμενον
τη πίστει των Χριστιανών /

Recantation of the Jewish religion
that a former Jew have to make
so as to be baptized
as an Orthodox Christian






Λίβελλος ἀποκηρύξεως
τῆς ἰουδαϊκῆς θρησκείας

῞Οπως ὀφείλει ὁμολογεῖν τὸν ἐξ Ἰουδαίων
προσερχόμενον τῇ πίστει τῶν Χριστιανῶν


᾿Εγὼ
(ὁ δεῖνα), ὁ ἐξ Ἑβραίων σήμερον προσιὼν τῇ πίστει τῶν χριστια­νῶν οὐ διά τινα βίαν ἢ ἀνάγκην ἢ φόβον ἢ ἐπήρειαν ἢ πενίαν ἢ χρέος ἢ ἔγ­κλημα κατ’ ἐμοῦ κινούμενον, ἢ διὰ τιμὴν κοσμικὴν ἢ δι᾿ εὐεργε­σίας τινὰς ἢ κτήματα ἢ χρήματα παρά τινος ὑπισχνούμενα, ἢ διὰ οἱανδή­ποτε ὠφέλειαν ἢ προστασίαν ἀνθρωπίνην ἢ δι᾿ ἔριν ἢ φιλονεικίαν πρός τινα τῶν ὁμοφύλων καὶ ὁμοπίστων μου, ἢ ὡς βουλόμενος ἐντεῦθεν ἀμύνασθαι χριστιανοῖς ὡς δῆθεν ζηλωτὴς τοῦ νόμου· ἀλλ’ ὡς ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδί­ας τὸν Χριστὸν ἀγαπήσας καὶ τὴν αὐτοῦ πίστιν, ἀποτάσσομαι πάσῃ τῇ ἑβραϊκῇ θρησκείᾳ καὶ τοῖς νομίμοις πᾶσι, καὶ περιτο­μῇ καὶ ἀζύ­μοις καὶ τῷ ἰουδαϊκῷ πάσχα καὶ τῇ θυσίᾳ τοῦ ἀμνοῦ καὶ τῇ τῶν ἑβδομάδων ἡμερῶν ἑορτῇ καὶ τῷ ἐκείνων Ἰωβηλαίῳ καὶ ταῖς πλάστιγξι καὶ τῷ ἱλασμῷ καὶ ταῖς σκηνοπηγίαις, καὶ ταῖς λοιπαῖς ἁπάσαις ἑορταῖς τῶν Ἑβραίων, σὺν ταῖς θυσίαις αὐτῶν καὶ ταῖς προσευχαῖς καὶ τοῖς ῥαντισμοῖς καὶ καθαρισμοῖς καὶ ἁγνισμοῖς, καὶ ταῖς νηστείαις αὐτῶν καὶ τοῖς σάββασι καὶ ταῖς νεομηνίαις, καὶ τοῖς βρώμασιν αὐτῶν καὶ τοῖς πόμασι· καὶ ἁπλῶς ἀποτάσσομαι παντὶ ἰουδαϊκῷ νομίμῳ καὶ ἔθει καὶ ἐπιτηδεύματι.

Καὶ ἐπὶ τούτοις ἀναθεματίζω τὰς παρ’ Ἰουδαίων αἱρέσεις, καὶ τοὺς αἱρετικοὺς Σαδδουκαίους, οἵτινες τὸ πνεῦμα τὸ ἅγιον βλασφημοῦσι καὶ τὴν τῶν νεκρῶν ἀνάστασιν ἀθετοῦσι. καὶ τοὺς ἄλλους ἀποβάλλομαι, φαρι­σαίους τοὺς ἀφωρισμένους, οἳ κατὰ δευτέραν καὶ πέμπτην νηστεύουσι καὶ παρθενίαν ἐπὶ καιροὺς ὑποκρινόμενοι, μετὰ δὲ ταῦτα λύουσι πᾶσαν ἐγ­κράτειαν ἀσώτως καὶ ἀκορέστως· δοξάζουσι δὲ καὶ εἱμαρμένην καὶ τῇ ἀστρολογίᾳ σχολάζουσι. Νασσαραίους τοὺς ἀφανιστάς, οἳ τὸν περὶ θυσιῶν οὐ παραδέχονται Μωσέως νόμον, καὶ διὰ τοῦτο ἐμψύχων ἀπέχονται καὶ ὅλως οὐ θύουσι. Χοσσαίους τοὺς ἰταμωτά­τους, οἳ γραφαῖς ἑτέραις παρὰ τὸν Νόμον χρώμενοι, τοὺς πλείους τῶν Προφητῶν ἀποβάλλουσι, διδάσκα­λον δὲ αὐτῶν ἔχουσιν ἄνθρωπόν τινα Ἀλλεξάην καλούμενον (εἴτουν «δύνα­μιν κεκαλυμμένην»), καὶ τὴν Μαραθὼ καὶ Μαρθάνην, τὰς ἀπὸ τοῦ γένους αὐτῶν καταγομένας, ἃς καὶ ὡς θεὰς τιμῶσιν οἱ ἡρῳδιανοί, οἵ τινες καὶ τὸν ἀλλόφυλον βασιλέα τῶν Ἰουδαίων Ἡρῴδην τὸν σκωληκόβρωτον ὡς Χρι­στὸν δοξάζουσιν. ἡμεροβαπτιστάς, οἳ τὰ αὐτὰ φρονοῦσι τοῖς φαρισαίοις καὶ ἔτι κατὰ προσθήκην δογματίζουσι τὸ «μὴ δύνασθαι ἄνθρωπον σωθῆ­ναι, εἰ μὴ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν βαπτίζεται ῾Ρωματοῖς», καὶ οὐ θέλουσι κατὰ νόμον ζῆν, ἀλλὰ περισσεύειν αὐτοὺς ξεστῶν καὶ ποτηρίων καὶ πινακίων καὶ ἄλλων σκευῶν τοῖς βαπτισμοῖς ἁρμοδίων, καὶ πυγμῇ τὰς χεῖρας νίπτειν, καὶ κατασκευὴν πλύνειν ἐννοοῦσι, καὶ ἁπλῶς ἰδίας παραδό­σεις πολλὰς τῷ Νόμῳ προστιθέντες, δευτερώσεις αὐτὰς καλοῦσιν, οἷον δευτέρας θεοῦ νομοθεσίας· καὶ τὴν μὲν πρώτην ψευδῶς ἀναφέρουσι (παρε­ξηγοῦντες) εἰς τὸν Μωσέα, τὴν δὲ δευτέραν εἰς τὸν ῥαββὶ Ἀκιβᾶν, καὶ τὴν τρίτην (ὡς λέγουσιν) εἰς Ἄνναν καὶ Ἰούδαν, τὴν δὲ τετάρτην εἰς τοὺς υἱοὺς τοῦ Νασσαμοναίου, οἵ τινες καὶ τὸ σάββατον ἐν τοῖς πολέμοις ἠθέτησαν. ταύτας οὖν τὰς ἰουδαϊκὰς αἱρέσεις πάσας ἀναθεμα­τίζω καὶ τοὺς αἱρεσιάρ­χας αὐτῶν καὶ τοὺς δευτε­ρωτὰς καὶ τὰς δευτερώσεις τοῦ Ταλμούθ.

Σὺν τούτοις δὲ ἀναθεματίζω καὶ τοὺς τὴν ἑορτὴν ἐπιτελοῦντας τοῦ λεγομένου Μαρδοχαίου, κατὰ τὸ πρῶτον σάββατον τῶν χριστιανικῶν νη­στειῶν. ξύλῳ γὰρ δῆθεν τὸν ἀμνὸν προσηλοῦντες, εἶτα μιγνύντες αὐτῷ τῷ τοῦ σταυροῦ σημείῳ κατακαίουσιν, ἐπιλέγοντες καί τινας ἐπῳδάς· τὴν δὲ στάκτην ἐκείνου κατέχουσιν εἰς ἀποτροπὴν (ὡς οἰόνται) ῥίγους καὶ πάσης ἄλλης ἀρρωστίας.

Ἔτι ἀναθεματίζω καὶ τοὺς κατὰ τὸν ἰούλιον μῆνα τὴν ἀνάμνησιν ἑορ­τάζοντας τῶν λεγομένων παρ’ αὐτοῖς «λυπηρῶν», εἴτουν τῆς ἁλώσεως ᾿Ιερουσαλὴμ ὑπὸ τοῦ Τίτου, κόνιν ταῖς κεφαλαῖς αὐτῶν ἐπιβάλλοντας καὶ νήστεις διατελοῦντας ἐφ’ ὅλον τὸ νυχθήμερον ἐκεῖνο, καὶ μετὰ μυρίων ὀδυρμῶν ἐπιφωνοῦντας ἑαυτοῖς τὸ «Οὐαὶ οὐαί».

Ἔτι ἀναθεματίζω πάντας τοὺς τὴν τοῦ Ἠλειμμέ­νου (μᾶλλον δὲ τὴν τοῦ ᾿Αντιχρίστου) προσδοκῶν­τας ἔλευσιν, ὃν καὶ τράπεζαν αὐτοῖς ἑτοιμάσειν μεγίστην ἐλπίζουσι, καὶ προσθήσειν εἰς ἑστίασιν τὸν τε Ζὶζ καὶ τὸν Μεγχεμὼθ καὶ τὸν Λευϊαθάν. εἶναι δέ, λέγουσι, τὸν μὲν Ζὶζ πτηνόν τι ζῷον, τὸν δὲ Μεγχεμὼθ τετράπουν, καὶ τὸν Λευϊαθὰν λέγουσιν ἐνάλιον· οὕτω μέγιστα καὶ πλήθον­τα ταῖς σαρξίν, ὥστε ἀρκεῖν ἕκαστον εἰς τροφὴν μυριάσιν ἀνθρώπων ἀπείροις.

Ἔτι ἀναθεματίζω πᾶν ἑβραϊκὸν ἔθος καὶ ἐπιτήδευμα μὴ παραδεδομέ­νον παρὰ Μωσέως, καὶ πᾶσαν αὐτῶν γοητείαν καὶ ἐπῳδὴν καὶ κληδωνι­σμὸν καὶ τελετάς, καὶ τὰ περιάμματα καὶ φυλακτήρια.

Ἔτι ἀναθεματίζω πάντα «ῥεμπὶ» (ἢ «ῥαμπὶ» ἢ «ῥαββὶ») παρὰ τὸν μωσαϊκὸν Νόμον διδάξαντα ἢ διδάσκοντα, καὶ πάντας τοὺς λεγομένους παρ’ αὐτῶν «ἀρχιφερεκίτας» (ἢ «ἀρχιρραββίτας» καὶ διδασκάλους), ὧν τὰς διδαχὰς «πατρικὰ» καλοῦσιν. ἀναθεματίζω πρὸς τοῖς παλαιοῖς «ἀρ­χιρραββίτας» τοὺς παρὰ τὸν νόμον διδάξαντας καὶ τοὺς νέους τῶν Ἰουδαί­ων διδασκάλους, Λάζαρον, φημί, τὸν τὴν ἄθεσμον ἑορτὴν ἐξευρόντα τὴν λε­γομένην παρ’ αὐτοῦ «μονοποδαρίαν», καὶ Ἠλίαν τὸν ἐκείνου κατὰ τὴν ἀσέβειαν οὐκ ἐλάττονα, Βενιαμίν τε καὶ Ζεβεδαῖον, Ἀβράμιον καὶ Συμπλί­κιον καὶ τοὺς λοιπούς. καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἀναθεματίζω καὶ καταναθε­ματίζω τὸν παρὰ Ἰουδαίων προσδοκώμε­νον ὡς Χριστὸν ἐλεύσεσθαι Μεσσί­αν, εἴτουν Ἠλειμμένον· μᾶλλον δὲ ἀντίχριστον ἐκεῖνον εἶναι ὁμολογῶ, καὶ ἀποτάσσομαι αὐτῷ.

Ἀποτασσόμενος δὲ τὰ ἰουδαϊκὰ πάντα τὰ σκιώδη καὶ πεπερασμένα, συντάσσομαι τῷ ἀληθινῷ θεῷ καὶ μόνῳ Χριστῷ, καὶ πιστεύω εἰς πατέρα υἱὸν καὶ ἅγιον πνεῦμα, τὴν ἁγίαν ὁμοούσιον καὶ ἀδιαίρετον τριάδα. καὶ τὴν ἔνσαρκον οἰκονομίαν καὶ τὴν πρὸς ἀνθρώπους ἐπιδημίαν ὁμολογῶ τοῦ τῆς ἁγίας τριάδος ἑνὸς μονογενοῦς υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ θεοῦ, τοῦ ἐκ τοῦ πατρὸς πρὸ πάντων τῶν αἰώνων γεννηθέντος, δι᾿ οὗ τὰ πάντα ἐγένετο. αὐτὸν ὑπάρχειν πιστεύω τὸν παρὰ τοῦ Νόμου καὶ τῶν Προφητῶν προκη­ρυχθέντα Μεσσίαν· ὃν καὶ ἢδη ἐλθόντα ἐπὶ γῆς πληροφοροῦμαι διὰ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους τὴν σωτηρίαν καὶ γενέσθαι κατὰ ἀλήθειαν ἄνθρωπον, μὴ ἐκστάντα τῆς οἰκείας θεότητος, καὶ εἶναι αὐτὸν θεὸν ἀληθῶς καὶ ἄν­θρωπον ἀληθῶς, ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως καὶ ἀναλλοιώτως, ἐν ὑποστάσει μιᾷ καὶ δύσι φύσεσιν· ἑκουσίως τὰ πάντα παθεῖν καὶ σταυρωθῆναι σαρκί, τῆς θεότητος ἀπαθοῦς μεινάσης, καὶ ταφῆναι καὶ τριήμερον ἀναστῆναι καὶ εἰς οὐρανοὺς ἀναληφθῆναι· ὃς καὶ ἥξει ἐν δόξῃ κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς.

Καὶ τὴν κατὰ σάρκα τοῦτον τεκοῦσαν ἁγίαν παρθένον Μαρίαν, καὶ μείνασαν μετὰ τόκον παρθένον, κυρίως καὶ ἀληθῶς θεοτόκον πιστεύω καὶ λέγω, ὡς κατὰ ἀλήθειαν μητέρα θεοῦ ἐνανθρωπήσαντος, καὶ διὰ τοῦτο κυ­ρίαν καὶ δέσποιναν γεγενημένην πάσης τῆς κτίσεως.

Προσκυνῶ καὶ τιμῶ καὶ τὸν παρὰ χριστιανοῖς ἱερουργούμενον ἄρτον καὶ οἶνον, ὃν ἐν ταῖς θείαις τελεταῖς μετα­λαμ­βάνουσι. πείθομαι καὶ ὁμο­λογῶ καὶ πιστεύω σάρκα καὶ αἷμα κατὰ ἀλήθειαν εἶναι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, μεταβαλλόμενον τῇ ἐκείνου θεϊκῇ δυνάμει ὑπὲρ πᾶσαν φυσικὴν ἔννοιαν, ὡς οἶδε μόνος αὐτός· καὶ οὕτω κἀγὼ μεταλήψεσθαι τούτων τῶν μυστηρίων συντίθεμαι, εἰς ἁγιασμὸν ψυχῆς τε καὶ σώματος καὶ εἰς ζωὴν τὴν αἰώνιον καὶ βασιλείας οὐρανῶν κληρονομίαν, ἣν χαρίζεται τοῖς ἐξ αὐτῶν τῶν μυστηρίων ἐν πίστει τελείᾳ μετέχουσι καὶ μεταλαμβάνουσι.

Καὶ τὸ ἅγιον τοῦ Χριστοῦ βάπτισμα μετὰ καθαρᾶς καὶ ἀδόλου ψυχῆς καὶ καρδίας καὶ πίστεως εἰλικρινοῦς ἐπιζητῶ δέξασθαι, πληροφορούμενος ἀληθῶς κάθαρσιν αὐτὸ νοητὴν εἶναι καὶ ἐξάλειψιν τοῦ προπα­τορικοῦ ἁμαρτήματος καὶ ἀναγέννησιν ψυχῆς τε καὶ σώματος.

Καὶ τὸν σεβάσμιον δὲ σταυρὸν τοῦ αὐτοῦ ἀληθινοῦ Χριστοῦ καὶ θεοῦ ἡμῶν ὡς οὐκέτι φθορᾶς ὄργανον καὶ ἀρᾶς, ἀλλ᾿ ἐλευθερίας καὶ ζωῆς αἰω­νίου καὶ σημεῖον τῆς κατὰ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου νίκης· ἔτι δὲ καὶ τὰς σεβασμίας εἰκόνας τῆς τε μετὰ σαρκὸς πρὸς ἀνθρώπους ἐπιφανείας τοῦ θεοῦ Λόγου, καὶ τῆς ἀφράστως αὐτὸν τεκούσης ἁγνῆς παρθένου καὶ θεοτό­κου καὶ τῶν θεοειδῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων πάντων, ὡς σύμβολα τῶν πρωτοτύπων καὶ δέχομαι καὶ τιμῶ καὶ σχετικῶς προσκυνῶ καὶ ἀσπάζομαι. αὐτοὺς δὲ τοὺς ἱεροὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους πάντας, οὐ μόνον προπά­τορας καὶ προφήτας ἀλλὰ καὶ ἀποστόλους καὶ μάρτυρας καὶ ὁμολογητὰς καὶ διδασκάλους καὶ ὁσίους, καὶ πάντας ἁπλῶς τοὺς τῷ ἤδη ἐλθόντι Χρι­στῷ εὐαρεστήσαντας, ὡς δούλους ἐκείνου καὶ πιστοὺς θεράποντας τιμῶ καὶ σεβάζομαι διὰ τὴν πρὸς ἐκεῖνον τιμήν.

Καὶ ὄντως ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας καὶ προαιρέσεως ἀληθοῦς προσ­έρχομαι ἀναγεννηθῆναι διὰ τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου βαπτίσματος· καὶ χριστι­ανίσαι θέλω μετὰ πίστεως καὶ ἀγάπης πολλῆς, ἀποθέμενος τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον τὸν φθειρόμενον καὶ ἐνδυσάμενος τὸν νέον τὸν ἀνακαινούμενον διὰ λουτροῦ παλιγγενεσίας.

Εἰ δὲ μεθ’ ὑποκρίσεως καὶ δόλου ταῦτα φημὶ καὶ οὐκ ἐκ πίστεως εἰλι­κρινοῦς καὶ ὁλοψύχου καρδίας τὸν ἥδη ἐλθόντα Χριστὸν ἀγαπώσης, ἀλλ’ ὡς βουλόμενος ἀμύνασθαι χριστιανοῖς, ἐντεῦθεν ὡς ζηλευτὴς τοῦ παλαιοῦ Νόμου, ἄρτι μὲν σχηματίζομαι χριστιανός, ὕστερον δὲ θελήσω ἀρνήσασθαι καὶ πρὸς τὴν ἰουδαϊκὴν ἐπιστρέψαι πάλιν θρησκείαν, ἢ εὑρεθῶ συνεσθίων τοῖς Ἰουδαίοις ἢ συνεορτάζων ἢ συνομιλῶν αὐτοῖς λάθρα καὶ τὸν χριστιανι­σμὸν καταβάλλων, ἢ πρὸς τὰς συναγωγὰς αὐτῶν καὶ προσευχὰς ἀπίων ἢ ἀνανεῶν ἢ περιποιούμενος ταύτας, καὶ οὐχὶ μᾶλλον φανερῶς ἐλέγχων τού­τους καὶ τὰς τούτων πράξεις καὶ ἀθετῶν τὴν ματαίαν πίστιν αὐτῶν καὶ θρησκείαν, νῦν ἔλθοιεν ἐπ᾿ ἐμὲ πᾶσαι αἱ κατάραι, ἃς ἐν τῷ Δευτερονομίῳ Μωσῆς ἔγραψε, καὶ ὁ τρόμος τοῦ Κάιν καὶ ἡ λέπρα τοῦ Γιεζῆ. πρὸς δέ, καὶ τὸ ταῖς ποιναῖς τῶν πολιτικῶν νόμων εἶναί με ὑπεύθυνον ἀπαραιτήτως. κατὰ δὲ τὸν μέλλοντα αἰῶνα εἴη μοι τὸ ἀνάθεμα, καὶ ἡ ψυχή μου ταχθείη με­τὰ τοῦ σατανᾶ καὶ τῶν πονηρῶν δαιμόνων ἐν πυρὶ ἀσβέστῳ καὶ σκότει ἐξωτέρῳ.

* Ιωάννης Καρμίρης,
Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας,
εν Αθήναις, 1953,
τόμ. 2, σσ. 1042-1046.


Friday, May 31, 2013

Με αφορμή
τις κωδωνοκρουσίες των Καλαβρύτων:
Υπάρχει ορθόδοξος εθνικισμός;
του Ευστάθιου Χ. Λιανού Λιάντη /

Is there an Orthodox nationalism?





Ανιχνεύοντας την ιδεολογική παραφθορά
του χριστιανικού μηνύματος


 του Ευστάθιου Χ. Λιανού Λιάντη


και είπε Κύριος· τί πεποίηκας;
φωνή αίματος του αδελφού σου βοά προς με εκ της γης
Γεν. 4:10

Τζέικομπ Λώρενς, από τη σειρά «Μετανάστευση», 1940-1941
Τζέικομπ Λώρενς,
από τη σειρά «Μετανάστευση», 1940-1941


Στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία υφίσταται ένα παραγνωρισμένο χαρακτηριστικό, το οποίο μπορεί να δώσει την απάντηση στην αποδοχή ή την απόρριψη του εθνικισμού από το σώμα της. Αυτό είναι η εκκλησιολογική τεκμηρίωση της αγιότητας των ονομαζόμενων «στρατιωτικών αγίων», μιας αγιολογικής κατηγορίας, η οποία, παρά τις προσπάθειες αλλοτρίωσης της ταυτότητάς της από τους κρατικούς θεσμούς, παραμένει η πλέον επαναστατική και αντιεξουσιαστική. Οι άγιοι Γεώργιος, Δημήτριος, Σεβαστιανός, για να αναφερθούμε μόνον στους επιφανέστερους, δεν ήταν στρατιωτικοί που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία· ήταν αξιωματικοί που διακήρυξαν τη χριστιανική τους πίστη, αρνούμενοι την αυτοκρατορική/εθνική λατρεία και την κρατική θρησκευτική πολιτική. Έτσι, ήλθαν αντιμέτωποι με την εξουσία, που τους επέβαλε μαρτυρικό θάνατο. Την καθοριστική τους μάχη την έδωσαν μη μαχόμενοι, ενώ τη στιγμή του θανάτου στάθηκαν άοπλοι, «άδοξοι» για την εγκόσμια «εν όπλοις» δόξα.

Όταν η αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, τέθηκε το ζήτημα της ιερότητας των πολέμων, που διεξήγαγε, και ζητήθηκε από την Εκκλησία η αναγνώριση ως αγίων των στρατιωτών οι οποίοι έχαναν τη ζωή τους πολεμώντας υπό τα λάβαρα του χριστιανού αυτοκράτορα. Όμως, η βυζαντινή θεολογία γνώριζε τα όρια των περιχωρήσεων των θεσμών. Η απάντηση της συνόδου του Πατριαρχείου στον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, ήταν: «Πώς αυτοί που φονεύουν και φονεύονται στους πολέμους θα μπορούσαν να λογισθούν μάρτυρες ή εφάμιλλοι των μαρτύρων, όταν οι θείοι κανόνες τους επιβάλουν επιτίμιο, εμποδίζοντάς τους για τρία χρόνια από την ιερή μετάληψη;». Κανένας πόλεμος για τη βυζαντινή Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι ιερός, διότι αυτό θα αλλοίωνε την καθαυτή υπόστασή της ως Εκκλησία του Χριστού. Ο πόλεμος, ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε έθνη και η αντιπαλότητά τους είναι χαρακτηριστικά του «κόσμου τούτου». Και οι ιεράρχες θεολόγοι της εποχής δεν λησμονούσαν ότι ακόμη κι αν βρίσκονταν εντός του κόσμου, και αναγκάζονταν σε συμβιβασμούς, δεν ανήκαν σ’ αυτόν· «εκ του κόσμου ουκ εισίν καθώς εγώ εκ του κόσμου ουκ ειμί» Ιω. 17:16.

Σήμερα οι ορθόδοξοι αρχιερείς φέρουν αμφίεση παρόμοια μ’ εκείνη του βυζαντινού αυτοκράτορα· ένα τυπολογικό ιδίωμα που διατηρείται προκειμένου να επισημανθεί η νοητή συνέχεια της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής. Παρότι ο τύπος εμμένει, η ουσία επιλανθάνεται. Και τούτο δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τη θεολογία αλλά και με την «κοσμοθεωρία» της αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο ήταν πολυεθνικό και «υπερεθνικό» σε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες. Αφομοίωνε και ενέτασσε λαούς όχι με εθνολογικούς αλλά με πολιτιστικούς όρους. Και οι «αλλοεθνείς» έφθαναν έως το ύπατο αξίωμα. Ο αρμενικής καταγωγής Ηράκλειος ήταν αυτός που θέσπισε ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας την ελληνική. Τη δυναστεία του Ηρακλείου διαδέχθηκε η συριακή δυναστεία των Ισαύρων, για ν’ ακολουθήσουν οι Φρύγες του Αμορίου. Έναντι, λοιπόν, ποιας πολιτιστικής κληρονομιάς ή παράδοσης μπορεί ένας ιεράρχης να ιδεολογικοποιεί τον ρατσισμό, να προπηλακίζει τους μετανάστες ως ανεπιθύμητους, να μιλάει για εθνική καθαρότητα;

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, ανάστημα κεφαλαιώδες για την Εκκλησία της Ελλάδος, αναρωτήθηκε κάποτε: «Πώς μπορούμε εγώ και ο αδελφός μου από την άλλη μεριά των συνόρων, ως ορθόδοξοι επίσκοποι, να ευλογούμε στρατεύματα, που αν χρειαστεί, θα διεξάγουν μια φονική μάχη μεταξύ τους;». Οι λόγοι αυτοί εκφράζουν την αναγκαία θεολογική ευαισθησία, το συνειδησιακό ενέργημα, του χριστιανού ποιμένα, ο οποίος αντιλαμβάνεται το σύνορο ως εμπόδιο της αδελφοσύνης. Εδώ έγκειται και η διαφορά, εκκλησιολογική και κανονική, της περιφεριοποίησης της εκκλησιαστικής διοίκησης, που υφίστατο από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες για την εξυπηρέτηση ποιμαντικών αναγκών με τον ψευδο-νεωτερικό εθνικό διαχωρισμό των Εκκλησιών.

Η πράξη του εθνικού διαχωρισμού συνιστά αίρεση για την Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνα με τον Όρο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 1872). Το κείμενο του Όρου αποκόπτει από το εκκλησιαστικό σώμα όσους πρεσβεύουν ή εφαρμόζουν εθνοφυλετικές αντιλήψεις και πρακτικές: «Αποκηρύττουμε, επικρίνοντας και καταδικάζοντας, τον φυλετισμό, δηλαδή τις φυλετικές διακρίσεις και τις εθνικές έριδες και φθόνους και διαιρέσεις στην Εκκλησία του Χριστού […]. Εκείνους που αποδέχονται αυτόν τον φυλετισμό και πάνω του τολμούν να θεμελιώνουν καινοφανείς φυλετικές παρασυναγωγές, τούς κηρύττουμε, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, αποκομμένους από τη μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και ως εκ τούτου σχισματικούς».

Η απάντηση, λοιπόν, στους ιερωμένους που σηκώνουν τα εθνικιστικά λάβαρα δεν είναι ότι δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν γιατί είναι «εκκλησιαστικοί». Έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται, όπως κάθε κοινωνική τάξη σε μια δημοκρατική χώρα. Η απάντηση, που οφείλει να δοθεί από τους προοδευτικούς φορείς, είναι ότι αυτές οι θέσεις τους είναι απροκάλυπτα αντιχριστιανικές και τους καθιστούν υπόλογους στην ίδια την Εκκλησία. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήριζε αυτούς τους επισκόπους «λύκους βαρείς, που διασπούν το ποίμνιο του Χριστού»· και είναι όντως «λύκοι βαρείς» όσοι εγκολπώνονται τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τον ναζισμό, ειδικά όταν οι ίδιοι φέρουν εγκόλπιο με τη μορφή του Χριστού.


Ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης είναι θεολόγος και επιμελητής εκδόσεων


* Πηγή:
Ενθέματα, 26 Μαΐου 2013.


Friday, February 22, 2013

The cherem
pronounced on Baruch Spinoza
on July 27, 1656 /

Το χερέμ (ανάθεμα)
που επιβλήθηκε στον Μπαρούχ Σπινόζα
στις 27 Ιουλίου 1656



Baruch Spinoza / Μπαρούχ Σπινόζα


The Lords of the ma'amad, having long known of the evil opinions and acts of Baruch de Spinoza, have endeavored by various means and promises, to turn him from his evil ways. But having failed to make him mend his wicked ways, and, on the contrary, daily receiving more and more serious information about the abominable heresies which he practiced and taught and about his monstrous deeds, and having for this numerous trustworthy witnesses who have deposed and born witness to this effect in the presence of the said Espinoza, they became convinced of the truth of this matter; and after all of this has been investigated in the presence of the honorable chachamim, they have decided, with their consent, that the said Espinoza should be excommunicated and expelled from the people of Israel. By decree of the angels and by the command of the holy men, we excommunicate, expel, curse and damn Baruch de Espinoza, with the consent of God, Blessed be He, and with the consent of the entire holy congregation, and in front of these holy scrolls with the 613 precepts which are written therein; cursing him with the excommunication with which Joshua banned Jericho and with the curse which Elisha cursed the boys and with all the castigations that are written in the Book of the Law. Cursed be he by day and cursed be he by night; cursed be he when he lies down and cursed be he when he rises up. Cursed be he when he goes out and cursed be he when he comes in. The Lord will not spare him, but then the anger of the Lord and his jealousy shall smoke against that man, and all the curses that are written in this book shall lie upon him, and the Lord shall blot out his name from under heaven. And the Lord shall separate him unto evil out of all the tribes of Israel, according to all the curses of the covenant that are written in this book of the law. But you that cleave unto the Lord your God are alive every one of you this day.

Οι πρεσβύτεροι, γνωρίζοντας από καιρό τις κακές απόψεις και πράξεις του Μπαρούχ ντε Σπινόζα, προσπάθησαν με διάφορους τρόπους και υποσχέσεις να τον επαναφέρουν από την κακή του πορεία. Αλλά αφού δεν κατάφεραν να τον κάνουν να διορθώσει την πονηρή του πορεία, και αφού, αντιθέτως, καθημερινά πληροφορούνταν ολοένα και περισσότερο για τις αποκρουστικές αιρέσεις που ασκεί και διδάσκει και για τις τερατώδεις πράξεις του, και αφού έχουν πολλές αξιόπιστες μαρτυρίες που έχουν συγκεντρωθεί και καταμαρτυρούν για το σκοπό αυτό ενώπιον του εν λόγω Εσπινόζα, πείστηκαν για την αλήθεια αυτού του ζητήματος· και αφού ερευνήθηκαν όλα αυτά ενώπιον των αξιότιμων χαχάμηδων, αποφάσισαν, με τη συγκατάθεσή τους, ότι ο εν λόγω Εσπινόζα θα πρέπει να αφοριστεί και να αποβληθεί από το λαό του Ισραήλ. Με διάταγμα των αγγέλων και με εντολή των αγίων ανδρών, αφορίζουμε, αποπέμπουμε, καταριόμαστε και καταδικάζουμε τον Μπαρούχ ντε Εσπινόζα, με τη συγκατάθεση του Θεού, ας είναι Ευλογητός, και με τη συγκατάθεση όλης της άγιας σύναξης, και ενώπιον αυτών των αγίων ρόλων με τις 613 εντολές που είναι γραμμένες σε αυτούς· τον καταριόμαστε με τον αφορισμό με τον οποίο τιμώρησε ο Ιησούς του Ναυή την Ιεριχώ και με την κατάρα που ο Ελισσαιέ καταράστηκε τα αγόρια και με όλες τις πληγές που είναι γραμμένες στο βιβλίο του Νόμου. Καταραμένος να είναι τη μέρα και καταραμένος να είναι τη νύχτα· καταραμένος να είναι όταν ξαπλώνει και καταραμένος να είναι όταν σηκώνεται. Καταραμένος να είναι όταν εξέρχεται και καταραμένος να είναι όταν εισέρχεται. Ο Κύριος να μην τον λυπηθεί, αλλά και η οργή ​​του Κυρίου και η ζηλοτυπία του να καπνίσουν εναντίον αυτού του ανθρώπου, και όλες οι κατάρες που είναι γραμμένες σε αυτό το βιβλίο να έρθουν πάνω του, και ο Κύριος να εξαλείψει το όνομά του από κάτω από τον ουρανό. Και ο Κύριος θα τον διαχωρίσει για κακό από όλες τις φυλές του Ισραήλ, σύμφωνα με όλες τις κατάρες της διαθήκης που είναι γραμμένες σε αυτό το βιβλίο του νόμου. Αλλά εσείς που προσκολλάστε στον Κύριο τον Θεό σας είστε όλοι σας ζωντανοί αυτή τη μέρα.


* Steven Nadler,
Spinoza: A Life,
Cambridge University Press 1999,
p./σ. 120.
#

%

@

 

Friday, January 4, 2013

Η αποκοπή
στην Ορθόδοξη εκκλησία /

Disfellowshipping
in the Orthodox Church










Παρθένιος Α' Κπόλεως,
Parthenii Patriarchae Constant. Decretum Synodale
super Calvinianis dogmatibus (
1643)
p./σ. 30.


Το επιτίμιο της ακοινωνησίας
στους Κληρικούς και Μοναχούς,
κατά τους ιερούς Κανόνες

του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου,
για το Αmen.gr
3 Ιανουαρίου 2013, 15:19


Η παρουσία του Επισκόπου στην Εκκλησία είναι σημαντική, γιατί αυτός είναι διάδοχος των αγίων Αποστόλων, αυτός είναι «εις τύπον και τόπον της παρουσίας του Χριστού», και σε αυτόν δίνει την εξουσία ο Θεός δια της Εκκλησίας για να ποιμάνη το συγκεκριμένο ποίμνιο στο οποίο συγκαταλέγονται τόσο οι Κληρικοί όσο και οι μονάζοντες και οι λαϊκοί. Ο Επίσκοπος είναι συνεκτικός και συνδεκτικός κρίκος ενότητος του εκκλησιαστικού πληρώματος, γι  αυτό και οι Πρεσβύτεροι δεν μπορούν να τελούν καμμιά εκκλησιαστική ακολουθία, ιδιαιτέρως την θεία Λειτουργία, χωρίς να μνημονεύουν το όνομα του Επισκόπου στον οποίον ανήκουν. Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος γράφει: «Μηδείς χωρίς του επισκόπου τι πρασσέτω των ανηκόντων εις την εκκλησίαν. Εκείνη βεβαία ευχαριστία ηγείσθω, η υπό επίσκοπον ούσα ή ώ αν αυτός επιτρέψη. Όπου αν φανή ο επίσκοπος, εκεί το πλήθος έστω, ώσπερ όπου αν ή Χριστός Ιησούς, εκεί η καθολική εκκλησία. Ουκ εξόν εστιν χωρίς του επισκόπου ούτε βαπτίζειν ούτε αγάπην ποιείν  αλλ' ό αν εκείνος δοκιμάση, τούτο και τώ Θεώ ευάρεστον, ίνα ασφαλές ή και βέβαιον πάν ό πράσσεται» (Επιστολή Σμυρναίοις).

Μέσα στις ποιμαντικές αρμοδιότητες του Επισκόπου για την σωτηρία των μελών της Τοπικής Εκκλησίας και για την συγκρότηση της ενότητος του ποιμνίου της συγκεκριμένης Επισκοπής είναι και το επιτίμιο της ακοινωνησίας. Όταν η παράβαση ενός Κληρικού αναφέρεται σε Συνοδικές Αποφάσεις, τότε την ποινή της ακοινωνησίας την επιβάλλη η Ιερά Σύνοδος.

Τα όσα θα γραφούν στην συνέχεια θα αναφερθούν στο επιτίμιο της ακοινωνησίας που δίνεται στους Κληρικούς και τους λαϊκούς, ήτοι την απομάκρυνση από το Θυσιαστήριο, όπως διαγράφεται στους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας και όχι στο επιτίμιο του μεγάλου αφορισμού, την εκκοπή, δηλαδή, ενός Χριστιανού από το πλήρωμα της Εκκλησίας, γιατί υπάρχει διαφορά μεταξύ της ποινής της ακοινωνησίας, της καθαιρέσεως και του μεγάλου αφορισμού.

Βέβαια, για το επιτίμιο της ακοινωνησίας ισχύει ό,τι και για τα άλλα επιτίμια, ότι δηλαδή δεν είναι πράξεις τιμωρητικές, αλλά ιατρικές για την θεραπεία των αρρώστων μελών της Εκκλησίας. Μέσα από αυτήν την προοπτική βλέπουμε τους ιερούς Κανόνες, όπως το περιγράφει ο ρδ' Κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου.

Σύμφωνα με τον Κανόνα αυτό η αμαρτία θεωρείται «αρρώστεια», «ψυχής έλκος», «νόσος»  οι Κληρικοί θεωρούνται «θεραπεύοντες»  η αντιμετώπιση της πνευματικής ασθενείας εκλαμβάνεται ως «θεραπεία» που αποβλέπει στο να οδηγήση τον άνθρωπο «πρός την άνω λαμπροφορίαν»  και η όλη αντιμετώπιση των αμαρτημάτων, των σχισμάτων κλπ. θεωρείται ως «ιατρική εν Πνεύματι επιστήμη». Αυτός ο σκοπός των ιερών Κανόνων ισχύει και για το επιτίμιο της ακοινωνησίας, και αυτό πρέπει να έχει υπ' όψη του ότι αναγνώστης, διαβάζοντας το κείμενο αυτό.

1. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης για την ακοινωνησία

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ερμηνεύοντας τον ν' Αποστολικό Κανόνα, που ορίζει «εί τις ακοινωνήτω, κάν εν οίκω συνεύξηται, ούτος αφοριζέσθω», δηλαδή αν κάποιος προσευχηθή ακόμη και στο σπίτι με έναν που είναι ακοινώνητος, τότε αυτός να αφορίζεται, καταγράφει τις τρεις περιπτώσεις των ακοινωνήτων.

Η πρώτη περίπτωση ακοινωνήτου είναι όταν κάποιος παρευρίσκεται στην θεία λατρεία, αλλά δεν μεταλαμβάνει του Σώματος και Αίματος του Χριστού, δηλαδή «δηλοί τον συνεστώτα μεν εν τη εκκλησία και συμπροσευχόμενον με τους λοιπούς Χριστιανούς, μη κοινωνούντα δε τα θεία Μυστήρια». Η δεύτερη περίπτωση ακοινωνήτου είναι αυτή που κάποιος ούτε συμμετέχει ούτε κοινωνεί των Αχράντων Μυστηρίων ούτε προσεύχεται με τους πιστούς στην Εκκλησία. «Δηλοί τον μήτε κοινωνούντα, μήτε συνιστάμενον εν τη εκκλησία, αλλά αφοριζόμενον από αυτούς και ευγαίνοντα έξω της εκκλησίας και προσευχής». Και η τρίτη περίπτωση ακοινωνήτων είναι αυτή που καθαιρείται κάποιος. «Δηλοί, κάθε κληρικόν οπού γένη από τον κλήρον ακοινώνητος», δηλαδή καθαιρεθή από Κληρικός.

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης μετά την αναφορά στις τρεις κατηγορίες ακοινωνήτων, γράφει ότι ο αποστολικός αυτός Κανόνας που παρατέθηκε στην αρχή αναφέρεται στην δεύτερη κατηγορία, δηλαδή όχι σε αυτόν που συμπροσεύχεται και δεν κοινωνεί των θείων Μυστηρίων, ούτε στον Κληρικό που καθαιρείται, αλλά σε αυτόν που δεν μπορεί ούτε να κοινωνήση ούτε και να συμπροσευχηθή με άλλους πιστούς. Γράφει: «Ο δε παρών Κανών, ακοινώνητον εκλαμβάνει κατά την δευτέραν σημασίαν. Δι' ό και λέγει  όποιος ήθελε συμπροσευχηθή με εκείνον οπού δια αμαρτίας αφωρίσθη από την ομήγυριν, και την προσευχήν των πιστών, κάν και δεν ήθελε συμπροσευχηθή μέσα εις την εκκλησίαν, αλλά μέσα εις οίκον, ο τοιούτος, ή ιερωμένος είναι, ή λαϊκός, άς αφορίζεται ομοίως με εκείνον, από την εκκλησίαν, και την μετά των Χριστιανών προσευχήν» (Πηδάλιον, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1970, σελ. 13).

Είναι φανερόν ότι η ακοινωνησία ως αποκοπή από την θεία Κοινωνία και την σύναξη είναι κανονικό παράπτωμα και επιβάλλεται από την Εκκλησία για παραπτώματα κανονικά και εκκλησιαστικά, τα οποία προσδιορίζονται από άλλους κανόνες. Η Εκκλησία τηρεί απαρασαλεύτως τους ιερούς Κανόνες, όπως άλλωστε καταγράφεται και στον Καταστατικό της Χάρτη: «Η Εκκλησία της Ελλάδος, ούσα θείον καθίδρυμα και έχουσα κεφαλήν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, είναι αναποσπάστως ηνωμένη δογματικώς μετά της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης και πάσης άλλης Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, στοιχούσα τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και τηρούσα απαρασαλεύτως ως και πάσαι αι λοιπαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι τα δόγματα, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς Κανόνας και τάς ιεράς παραδόσεις».

Και επειδή μερικοί μπορεί να ισχυρισθούν ότι οι ιεροί Κανόνες περί ακοινωνήτων περιέπεσαν σε αχρησία και δεν ισχύουν σήμερα, είναι καλό να αναφερθή ο κανόνας της Πρωτοδευτέρας Οικουμενικής Συνόδου, επί Μεγάλου Φωτίου: «Ουδέν γάρ των παρανόμως και ατάκτως παρυφισταμένων το πρόκριμα των κανονικώς συνισταμένων αποφέρεσθαι δύναται», δηλαδή «τίποτε από αυτά που γίνονται παράνομα και χωρίς τάξη δεν μπορεί να παραβλάψη την καθιερωμένη τάξη όσων γίνονται κανονικά».

Όσοι ισχυρίζονται ότι σήμερα τα θέματα αυτά ρυθμίζονται από τους υφιστάμενους νόμους, τότε αυτοί είναι πολιτειοκράτες και υπονομεύουν το κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας.

Στην συνέχεια θα δούμε μερικούς ιερούς Κανόνας που αναφέρονται στο επιτίμιο της ακοινωνησίας.

2. Ο ε' Κανόνας της Α' Οικουμενικής Συνόδου για τους ακοινωνήτους

Καθοριστικός και σημαντικός Κανόνας είναι ο ε' Κανόνας της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Θα τον παραθέσω ολόκληρο και θα καταγράψω μερικές παρατηρήσεις πάνω σε αυτόν. Γράφει ο Κανόνας αυτός:

«Σχετικά μ’ αυτούς που έγιναν «ακοινώνητοι» από τους επισκόπους κάθε επαρχίας, είτε είναι κληρικοί είτε λαϊκοί, άς ισχύει η απόφαση σύμφωνα με τον κανόνα που ορίζει όσοι αφορίστηκαν από κάποιους (επισκόπους) να μη γίνωνται δεκτοί από άλλους (επισκόπους). Όμως να εξετάζεται μήπως έχουν αφοριστή εξαιτίας μικροψυχίας ή φιλονικίας ή κάποιας παρόμοιας εμπάθειας του επισκόπου. Για να εξετάζεται λοιπόν αυτό όπως αρμόζει, αποφασίστηκε ότι είναι καλό κάθε έτος να γίνωνται σύνοδοι σε κάθε επαρχία δύο φορές το χρόνο, για να εξετάζωνται τα τέτοιου είδους ζητήματα από κοινού, αφού συγκεντρωθούν όλοι οι επίσκοποι της επαρχίας στον ίδιο τόπο, και έτσι αυτοί που δικαιολογημένα κατά κοινή ομολογία έχουν συναντήσει την αντίδραση του επισκόπου να φανούν σε όλους ότι δικαιολογημένα έχουν αποκλειστή από τη ζωή της Εκκλησίας, ώσπου η σύνοδος των επισκόπων να αποφασίση να εκφέρη γι’ αυτούς φιλανθρωπότερη κρίση. Οι σύνοδοι να γίνωνται μία πριν από τη σαρακοστή, για να προσφέρεται στο Θεό καθαρό το δώρο, αφού εκλείψει κάθε μικροψυχία, και η δεύτερη την εποχή του φθινοπώρου» (Προδρόμου Ακανθόπουλου, Κώδικας Ιερών Κανόνων και Εκκλησίαστικών Νόμων, Β' έκδοση, εκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995, σελ. 52-53).

Πάνω στον Κανόνα αυτόν μπορούμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα:

Κατ  αρχάς λέγεται ότι ακοινώνητοι γίνονται και οι Κληρικοί και οι λαϊκοί. «Περί των ακοινωνήτων γενομένων, είτε των εν κλήρω, είτε των εν λαϊκώ τάγματι».

Έπειτα σαφώς λέγεται ότι η ακοινωνησία, ήτοι ο μικρός αφορισμός, δίδεται από τον Επίσκοπο της Επαρχίας, αφού αυτός είναι φορεύς της Αρχιερατικής Χάριτος σε μια Επαρχία και στην εξουσία αυτού υπάγονται οι Κληρικοί. Γράφει ο Κανόνας: «υπό των καθ  εκάστην επαρχίαν επισκόπων, κρατείτω η γνώμη». Ο Ζωναράς, ερμηνεύοντας τον Κανόνα αυτό, λέγει «μή δέχεσθαι παρά τινων τους παρά των ιδίων επισκόπων αφορισθέντας». Φαίνεται ότι ταυτίζεται ο αφορισμός με την ακοινωνησία. Αυτό κατ  επέκταση σημαίνει ότι ο Επίσκοπος είναι εκείνος που επιβάλλει το επιτίμιο της ακοινωνησίας, αλλά και εκείνος είναι που το λύει, όταν φυσικά εκφρασθή μετάνοια. Ο Αριστηνός αναφέρει την παροιμία «ο τρώσας και ιάσεται» λέγοντας «τόν τρώσαντα επαγαγείν και την ίασιν  και μη τον υπό του ιδίου επισκόπου αφορισθέντα...».

Ο επιτιμηθείς Κληρικός από τον Επίσκοπό του δεν γίνεται δεκτός σε εκκλησιαστική κοινωνία από άλλους Επισκόπους, όσο καιρό βρίσκεται κάτω από την εξουσία του επιτιμίου της ακοινωνησίας. Γράφει ο Κανόνας: «τούς υφ  ετέρων αποβληθέντας υφ  ετέρων μη προσίεσθαι». Και πιο κάτω γράφει: «οι ομολογουμένως προσκεκρουκότες τώ επισκόπω, κατά λόγον ακοινώνητοι παρά πάσιν είναι δόξωσι, μέχρις αν τώ κοινώ των επισκόπων δόξη την φιλανθρωποτέραν υπέρ αυτών εκθέσθαι ψήφον». Ο Ζωναράς ερμηνεύει ότι οι επιτιμηθέντες από έναν Επίσκοπο δεν πρέπει να γίνωνται δεκτοί από άλλους Επισκόπους «ήγουν δικαίως ακοινώνητοι έσονται παρά πάσι, μέχρις αν κοινώς τοίς επισκόποις δόξη φιλανθρωπότερόν τι περί αυτών αποφήνασθαι». Ο Βαλσαμών γράφει: «τούς παρά τινων επισκόπων αφορισθέντας, και μη λυθέντας, ωρίσθη μη παρ  ετέρων δέχεσθαι». Ο Αριστηνός γράφει: «οι εξ ετέρων αφοριζόμενοι, υφ  ετέρων μη προσδεχέσθωσαν...».

Επειδή είναι δυνατόν το επιτίμιο της ακοινωνησίας να δοθή από τον Επίσκοπο σε Κληρικό από μικροψυχία και αδίκως, γι'  αυτό και ο ιερός Κανόνας ορίζει και τον τρόπο αποκαταστάσεως της ενδεχομένης αδικίας. Γράφει ο Κανόνας: «Εξεταζέσθω δέ, μη μικροψυχία, ή φιλονεικία, ή τινι τοιαύτη αηδία του επισκόπου, αποσυνάγωγοι γεγένηνται». Για τον λόγον αυτό το θέμα αυτό πρέπει να αναφέρεται στην Σύνοδο των Επισκόπων.

Ο Ζωναράς γράφει: «τήν δε εξέτασιν παρά των επισκόπων της επαρχίας γίνεσθαι... εν δε ταίς συνόδοις ταύταις εξετάζεσθαι τα τοιαύτα ζητήματα διετάξαντο». Ο Αριστηνός προσδιορίζει και την αιτιολογία για την οποία πρέπει να εξετάζεται από την Σύνοδο των Επισκόπων. Γράφει: «Ίνα γούν μήτε οι αφοριζόμενοι, ως έτυχεν, αφορίζωνται, μήτε οι αφορίζοντες αυτούς επίσκοποι καταφρονώνται». Δηλαδή το επιτίμιο της ακοινωνησίας χαρακτηρίζεται ως αφορισμός –προφανώς πρόκειται για τον λεγόμενο αφορισμό, που είναι αρμοδιότητα του Επισκόπου– και βεβαίως πρέπει να λαμβάνεται σοβαρή μέριμνα, ώστε ούτε οι Κληρικοί να επιτιμώνται αδίκως, αλλά ούτε και οι Επίσκοποι, οι οποίοι εξαναγκάσθηκαν να επιτιμήσουν να καταφρονώνται. Η λύση και του ζητήματος αυτού, όπως γράφει ο Αριστηνός, πρέπει να γίνεται «κοινή γνώμη πάντων των επισκόπων της αυτής επαρχίας».

3. Οι ιεροί Κανόνες περί του επιτιμίου της ακοινωνησίας

Τά βασικά αὐτά σημεῖα τά ὁποῖα διαλαμβάνει ὁ Κανόνας που παρετέθη προηγουμένως, μπορούμε να τα συναντήσουμε και σε άλλους Κανόνες Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, όπως επίσης και στους Κανόνες των Αγίων Αποστόλων. Θα γίνη μια αναφορά στους κυριοτέρους Κανόνες, για να δούμε πώς δίνεται το επιτίμιο της ακοινωνησίας και με ποιόν τρόπο λύεται.

α) Ο στ' Κανόνας της Β' Οικουμενικής Συνόδου κάνει λόγο για τους ακοινωνήτους και αναφερόμενος στις κατηγορίες που γίνονται εναντίον των Επισκόπων για σοβαρά προβλήματα που είναι κωλυτικά της Ιερωσύνης, λέγει ότι πρέπει να εξετάζωνται σοβαρά όχι μόνον οι καταγγελίες, αλλά πρωτίστως εκείνοι που καταγγέλλουν τον Επίσκοπο. Δηλαδή δεν πρέπει να λαμβάνεται υπ'  όψη η μαρτυρία των αιρετικών, των αποκεκομμένων από την Εκκλησία, των ακοινωνήτων ή ακόμη και εκείνων που κατηγορήθηκαν για διάφορα αμαρτήματα και δεν έχουν αποδείξει την αθωότητά τους. Για το θέμα των ακοινωνήτων ο ιερός Κανόνας διαλαμβάνει:

«Έπειτα ούτε κι εκείνοι, που είχαν αποκηρυχτή και αποβληθή από την Εκκλησία εξαιτίας κατηγοριών ή είχαν αποκλειστή από την "κοινωνία" είτε των κληρικών είτε των λαϊκών, επιτρέπεται να κατηγορούν  έναν επίσκοπο πριν να αποβάλουν προηγουμένως την κατηγορία που τους βαρύνει. Το ίδιο ούτε και όσοι βαρύνονται από προγενέστερη κατηγορία να γίνωνται δεκτοί σε κατηγορία επισκόπου ή άλλων κληρικών, προτού να αποδείξουν ότι οι ίδιοι είναι αθώοι απέναντι στις κατηγορίες που τους αποδίδονται» (Προδρόμου Ακανθόπουλου, ένθ. ανωτ. σελ. 66-67).

Ο Ζωναράς, ερμηνεύοντας τον κανόνα αυτόν γράφει: «τούς δε προς καιρόν αφορισθέντας εδήλωσαν οι θείοι Πατέρες δια του ειπείν ακοινωνήτους, κάν κληρικοί είεν οι τοιούτοι, κάν λαϊκοί».

Στόν Κανόνα αυτό και την ερμηνεία του φαίνεται ότι οι ακοινώνητοι έχουν λάβει τον λεγόμενο μικρό αφορισμό που είναι προσωρινός, έως ότου εκδηλωθή μετάνοια από τον δεχθέντα το επιτίμιο της ακοινωνησίας γι  αυτό χαρακτηρίζεται ακοινώνητος «πρός καιρόν». Επίσης φαίνεται ότι το επιτίμιο της ακοινωνησίας δίνεται και στους Κληρικούς και τους λαϊκούς.

β) Το επιτίμιο της ακοινωνησίας στους Κληρικούς επιβάλλεται από τον Επίσκοπο. Ο λβ' Αποστολικός Κανόνας γράφει: «Εί τις πρεσβύτερος, ή διάκονος, υπό επισκόπου γένηται εν αφορισμώ...». Ο Ζωναράς, ερμηνεύοντας τον λθ' Αποστολικό Κανόνα, σύμφωνα με τον οποίον «οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι, άνευ γνώμης του επισκόπου μηδέν επιτελείτωσαν  αυτός γάρ έστιν ο πεπιστευμένος τον λαόν του Κυρίου, και τον υπέρ των ψυχών αυτών λόγον απαιτηθησόμενος», γράφει ότι οι πρεσβύτεροι και διάκονοι δεν πρέπει να πράττουν όσα ανήκουν στην αρχιερατική εξουσία «οίον επιτιμάν, και αφορίζειν ούς βούλονται, και οπηνίκα  ή λύειν αφορισμόν, ή μειούν, ή επιτείνειν». Το ίδιο ερμηνεύει και ο Βαλσαμών ότι «η διοίκησις, φησίν ο κανών, των επισκοπικών πραγμάτων, και αι ψυχαί του λαού τώ επισκόπω επιστεύθησαν».

Ο η' Κανόνας της Δ' Οικουμενικής Συνόδου σαφώς αναφέρεται στο ότι «οι κληρικοί των πτωχείων, και μοναστηρίων, και μαρτυρίων, υπό την εξουσίαν των εν εκάστη πόλει επισκόπων, κατά την των αγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν...». Και όσοι επιδιώκουν να ανατρέψουν αυτήν την τάξη πρέπει να υπόκεινται σε επιτίμια. Ο Βαλσαμών ερμηνεύοντας τον Κανόνα αυτόν λέγει ότι, επειδή μερικοί ισχυρίζονταν ότι μόνον οι Κληρικοί της Επισκοπής ή της Μητροπόλεως υπόκεινται στον Επίσκοπο όχι δε και οι μοναχοί ή οι Κληρικοί των ορφανοτροφείων, των γηροκομείων, των θείων ναών και των εκκλησιών των μαρτυρίων, γι  αυτό ο ιερός Κανόνας επιτάσσει ότι όλοι οι Κληρικοί και μοναχοί υπάγονται στον Επίσκοπο της Επαρχίας και έτσι οι Κληρικοί να επιτιμώνται «παρά του επισκόπου, κατά το δοκούν αυτώ  μονάζοντας δέ, ή λαϊκούς, ακοινωνήτους είναι, ήγουν αφωρισμένους».

Ο στ' Κανόνας της Αντιοχείας σαφώς προσδιορίζει ότι υπό του Επισκόπου επιβάλλεται το επιτίμιο της ακοινωνησίας: «εί τις υπό του ιδίου επισκόπου ακοινώνητος γέγονε... ο αυτός δε όρος επί λαϊκών, και πρεσβυτέρων, και διακόνων, και πάντων των εν τώ κανόνι». Το ότι το επιτίμιο της ακοινωνησίας επιβάλλεται στους Κληρικούς από τον Επίσκοπό τους φαίνεται και από τον ιγ' της Σαρδικής.

Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να τεθή και το γραφόμενο από τον θ' Κανόνα της Δ' Οικουμενικής Συνόδου ότι ο Κληρικός, που καταφεύγει στα κοσμικά δικαστήρια παραθεωρώντας τον Επίσκοπό του, υπόκειται στα κανονικά επιτίμια, γι  αυτό συνιστά: «πρότερον την υπόθεσιν γυμναζέτω παρά τώ ιδίω επισκόπω, ή γούν, γνώμη αυτού του επισκόπου».

γ) Οι ιεροί Κανόνες διαγορεύουν ότι το επιτίμιο της ακοινωνησίας που επιβάλλεται από τον Επίσκοπο σε κάποιον Κληρικό του πρέπει να γίνεται σεβαστό από τους άλλους Επισκόπους.

Ο ιγ' Κανόνας των αγίων Αποστόλων γράφει: «Ει δε αφωρισμένος είη, επιτεινέσθω αυτώ ο αφορισμός, ως ψευσαμένω, και απατήσαντι την εκκλησίαν του Θεού». Ο Κανόνας αυτός αναφέρεται σε περίπτωση Κληρικών που είναι χειροτονημένοι και δέχθηκαν αφορισμό, ήτοι επιτίμιο ακοινωνησίας και παρά ταύτα πορεύθηκαν σε άλλον Επίσκοπο, αποκρύπτοντας ότι έχουν το επίτιμιο της ακοινωνησίας. Ο Ζωναράς λέγει ότι ο Κληρικός αυτός ο οποίος «μετά τον αφορισμόν αποδυσπετήσας, ετέρω προσήλθεν αρχιερεί, και εδέχθη παρ  εκείνου, τον αφορισμόν αγνοούντος  τώ γούν τοιούτω επιτείνεσθαι κελεύει ο κανών τον αφορισμόν». Το ίδιο ισχυρίζεται και ο Αριστηνός. Ο στ' της Αντιοχείας διαλαμβάνει το ίδιο: «Εί τις υπό του ιδίου επισκόπου ακοινώνητος γέγονε, μη πρότερον αυτόν παρ  ετέρων δεχθήναι, ει μη υπ  αυτού παραδεχθείη του ιδίου επισκόπου, ή, συνόδου γενομένης...». Μάλιστα ο ιγ' της Σαρδικής λέγει ότι εκείνος που γίνεται ακοινώνητος δεν πρέπει να γίνεται δεκτός από άλλον επίσκοπο ώστε «μή χρήναι τώ επισκόπω και αδελφώ αυτού ύβριν ποιούντα, παρέχειν αυτώ κοινωνίαν». Κατά τον Αριστηνόν και εκείνος ο Επίσκοπος που θα δεχθή κάποιον αφορισθέντα από άλλον Επίσκοπο και συλλειτουργήση μαζί του «ουκ ανεύθυνος, αλλά αφορισθήσεται και αυτός». Και αυτό έγινε δεκτό από την Σύνοδο της Σαρδικής, όπως φαίνεται από τον ιγ' Κανόνα, γιατί αυτό συντελεί στην ειρήνη και την ομόνοια της Εκκλησίας. «Αύτη η κρίσις και την ειρήνην πάντοτε διαφυλάξει, και διατηρήσει την πάντων ομόνοιαν».

δ) Συνέπεια του προηγουμένου είναι ότι κανείς δεν μπορεί να λύση το επιτίμιο αυτό παρά μόνον ο ίδιος ο Επίσκοπος που το επέβαλε ή, μετά την κοίμηση του Επισκόπου που το επέβαλε, η Σύνοδος στην οποία κατέφυγε ο επιτιμηθείς ή ακόμη και κάποιος άλλος Μητροπολίτης στον οποίο θα καταφύγη ο επιτιμηθείς.

Κατά τον λβ' των αγίων Αποστόλων «άν κάποιος πρεσβύτερος ή διάκονος αφοριστή από επίσκοπο, αυτός να μήν επιτρέπεται να γίνη δεκτός από άλλον (επίσκοπο), παρά μόνο από τον επίσκοπο που τον αφόρισε, εκτός αν τύχη να πεθάνη ο επίσκοπος  που τον αφόρισε». Σε περίπτωση που αποθάνει ο Επίσκοπος που επέβαλε τον αφορισμό, τότε κατά τον Βαλσαμώνα «ή ο μετ  αυτόν επίσκοπος λύει τον αφορισμόν, ή ο τον τελευτήσαντα προβαλόμενος πρώτος αρχιερέα, πατριάρχης δηλαδή, ή μητροπολίτης, πλήν μετά εξέτασιν. Το δε ετέρας παροικίας επίσκοπον λύειν τον αφορισθέντα μετά τελευτήν του αφορίσαντος, ουκ επιτέτραπται». Και ο Αριστηνός, ερμηνεύοντας αυτόν τον Κανόνα, γράφει: «Άδεκτος ετέροις ο εξ ετέρου περιόντος αφωρισμένος. Ο αφορισθείς παρά του ιδίου επισκόπου πρεσβύτερος, ή διάκονος, ζώντος του αφορίσαντος αυτόν επισκόπου, ουδέ παρ  ετέρου προσδεχθήναι οφείλει».

Ο Ζωναράς, ερμηνεύοντας τον λθ' των Αγίων Αποστόλων σχετικά με τα επισκοπικά δίκαια τα οποία δεν έχουν ούτε πρέπει να υφαρπάζουν οι Πρεσβύτεροι, αναφέρει ότι αυτά είναι όχι μόνον το να επιβάλη επιτίμια, αλλά και το «λύειν αφορισμόν, ή μειούν, ή επιτείνειν  ταύτα γάρ της αρχιερατικής εισιν εξουσίας».

Ο στ' Κανόνας της Αντιοχείας λέγει ότι ο επιτιμηθείς, με το επιτίμιο της ακοινωνησίας Κληρικός από τον Επισκοπό του δεν πρέπει να γίνεται δεκτός από άλλον Επίσκοπον «ει μη υπ  αυτού παραδεχθείη του ιδίου επισκόπου».

ε) Επειδή όμως, όπως γράφηκε προηγουμένως, ενδέχεται ο Κληρικός που επιτιμήθηκε με το επιτίμιο της ακοινωνησίας να αδικήθηκε, γι  αυτό και οι ιεροί Κανόνες δίνουν το δικαίωμα της εξετάσεως του επιτιμίου από την Σύνοδο με την προεδρεία του πρώτου, ήτοι του Μητροπολίτου και του Πατριάρχου. Πέρα από όσα λέγονται στον ε' Κανόνα της Α' Οικουμενικής Συνόδου που παραθέσαμε πιο πάνω υπάρχουν και άλλοι ιεροί Κανόνες που αναφέρονται στο θέμα αυτό. Και δεν ήταν δυνατόν να συμβή διαφορετικά, γιατί και η εξουσία του Επισκόπου δεν είναι αυθαίρετη και αυτόνομη, αλλά ελέγχεται από την Σύνοδο των Επισκόπων μιας επαρχίας.

Κατ'  αρχάς πρέπει να υπογραμμισθή η κανονική αλήθεια ότι η διαφορά που έχει ο Πρεσβύτερος με τον Επίσκοπό του πρέπει να αντιμετωπίζεται από την Σύνοδο. Ο θ' Κανόνας της Δ' Οικουμενικής Συνόδου, όπως είδαμε προηγουμένως, απαγορεύει στον Κληρικό να καταφεύγη στα κοσμικά δικαστήρια εναντίον άλλου Κληρικού, αλλά οφείλει να απευθύνεται στον Επίσκοπό του. Και εάν ακόμη ο Πρεσβύτερος έχη προβλήματα με τον Επίσκοπό του, πρέπει να καταφεύγη στην Σύνοδο και όχι στα πολιτικά δικαστήρια. Ο ιερός Κανόνας διακελεύει: «Εί δε κληρικός πράγμα έχει προς τον ίδιον, ή και προς έτερον επίσκοπον, παρά τη συνόδω της επαρχίας δικαζέσθω».

Αυτή η βασική κανονική αρχή ισχύει και για την λύση του επιτιμίου της ακοινωνησίας. Άν το επιτίμιο επιβλήθηκε άδικα, και εάν ο Επίσκοπος που το επέβαλε δεν το λύη, για διαφόρους λόγους, τότε το θέμα οδηγείται προς την Σύνοδο για να εξετασθή.

Ο στ' Κανόνας της Αντιοχείας λέγει ότι το επιτίμιο της ακοινωνησίας λύεται από τον Επίσκοπο «ή, συνόδου γενομένης, απαντήσας απολογήσεται, πείσας τε την σύνοδον, καταδέξοιτο ετέραν απόφασιν. Ο αυτός δε όρος επί λαϊκών, και πρεσβυτέρων, και διακόνων, και πάντων των εν τώ κανόνι».

Ο ιδ' της Σαρδικής αναφέρεται διεξοδικώς στο θέμα αυτό. Κατ  αρχάς λέγει ότι ο επιτιμηθείς από τον Επίσκοπό του έχει το δικαίωμα να αναφερθή στον Μητροπολίτη της συγκεκριμένης επαρχίας. «Ο εκβαλλόμενος εχέτω εξουσίαν επί τον επίσκοπον της μητροπόλεως της αυτής επαρχίας καταφυγείν». Έπειτα λέγεται ότι κατά τον καιρόν της κρίσεως της υποθέσεως αυτής από την Σύνοδο, αφ  ενός μεν ο Επίσκοπος πρέπει να αντιμετωπίση το θέμα αυτό με γενναιότητα, έως ότου βγή τελεσίδικη απόφαση, «καί ή κυρωθή αυτού η απόφασις, ή διορθώσεως τύχη», αφ  ετέρου δε ο ακοινώνητος δεν θα πρέπει να παραβή τον αφορισμό πριν εξαχθή απόφαση. «Πρίν δε επιμελώς και μετά πίστεως έκαστα εξετασθή, ο μη έχων την κοινωνίαν προ της διαγνώσεως του πράγματος, εαυτώ ουκ οφείλει εκδικείν την κοινωνίαν». Εάν όμως οι Κληρικοί της Επισκοπής διαπιστώσουν την υπεροψία και την αλαζονεία του επιτιμηθέντος Κληρικού με το να μη υπακούη στον Επίσκοπό του, τότε πρέπει να συνέλθουν και με πικρά και επιπληκτικά λόγια να τον φέρουν σε υποταγή και ταπείνωση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, κατά τον Βαλσαμώνα, δεν είναι υβριστικό για τον Επίσκοπο να ζητή ο αφορισθείς να εξετασθή η αιτία του αφορισμού, αλλά και ο επιτιμηθείς οφείλει να δέχεται τον αφορισμό και να αναμένη την εξέταση του θέματος αυτού. Γράφει: «Σημείωσαι ούν από του παρόντος κανόνος, ότι ουκ έστιν υβριστικόν τώ επισκόπω το τον αφορισθέντα ζητείν κατεξετασθήναι την αιτίαν του αφορισμού  και ότι, κάν όπως αν αφορισθή ο κληρικός, οφείλει δέχεσθαι τον αφορισμόν, και αναμένειν την εξέτασιν».

Βέβαια η Σύνοδος των Επισκόπων δεν ασχολείται μόνον με το θέμα εάν δικαίως ή αδίκως ο Επίσκοπος επέβαλε το επιτίμιο της ακοινωνησίας, αλλά επιλαμβάνεται του θέματος και εάν κάποιος Επίσκοπος δέχθηκε έναν Κληρικό σε κοινωνία, ενώ επιτιμήθηκε από άλλον Επίσκοπο και δεν έχει λυθή το επιτίμιο. Ο ιγ' της Σαρδικής γράφει: «Ει δε τολμήσοι τούτο ποιήσαι, γινωσκέτω, συνελθόντων επισκόπων, απολογία εαυτόν υπεύθυνον καθεστάναι».

στ) Οι Κανονικές ποινές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και το επιτίμιο της ακοινωνησίας, έχουν καθαρά «ευχαριστιακό χαρακτήρα», αφού η θεία Ευχαριστία αποτελεί το κέντρο της εκκλησιαστικής ζωής. Μέ τους Κανόνες η Εκκλησία καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα προσέρχεται κανείς στην θεία Ευχαριστία και την μετάληψη του Σώματος και Αίματος του Χριστού. Έτσι, καθορίζονται τα στάδια των μετανοούντων, εν αναφορά προς την θεία Ευχαριστία και την θεία Κοινωνία. Είναι οι «[προσκλαίοντες», οι «ακροώμενοι», οι «υποπίπτοντες», οι «συνιστάμενοι» και τέλος οι «κοινωνούντες» του Σώματος και Αίματος του Χριστού.

Ο κθ' Κανόνας της Καρθαγένης αποφαίνεται: «Επίσης έγινε δεκτό από όλη την σύνοδο, εκείνος που αποκλείστηκε από την "κοινωνία" εξαιτίας της ραθυμίας του, είτε επίσκοπος είτε οποιοσδήποτε κληρικός, αν τολμήση να έρθη σε "κοινωνία" κατά το διάστημα που είναι αποκλεισμένος απ' αυτήν, πριν να γίνη δεκτός σε ακρόαση, να θεωρηθή ότι ο ίδιος έχει βγάλει εναντίον του εαυτού του την απόφαση της καταδίκης του» (βλ. Προδρόμου Ακανθόπουλου, ένθ. ανωτ. σελ. 313).

Αυτό σημαίνει ότι όποιος τελεί κάτω από το επιτίμιο της ακοινωνησίας, πρέπει να σεβαστή αυτήν την απόφαση και να απόσχη από την θεία Ευχαριστία και την θεία Κοινωνία, διαφορετικά είναι αυτοκατάκριτος. Όπως, όμως, ερμηνεύει τον Κανόνα αυτό ο Ιωάννης Ζωναράς, αυτοί που αφορίζονται «χρή, κάν μη δικαίως λέγωσιν επιτιμηθήναι, εμμένειν τώ επιτιμίω, έως αν ακουσθώσι παρά τον έχοντα δίκαιον ανακρίνειν τα τοιαύτα». Εάν όμως ο ακοινώνητος «τολμήσει εις κοινωνίαν ελθείν προ του εξετασθήναι», «αυτός εαυτόν, φησι, κατεδίκασε».

Το ίδιο περιεχόμενο συναντάμε και στον ιδ' Κανόνα της Σαρδικής, τον οποίον ανέφερα προηγουμένως. Γράφεται: «Πρίν όμως να εξετασθεί το καθετί με προσοχή και με ακρίβεια, δεν πρέπει να απαιτεί την "κοινωνία" για τον εαυτό του αυτός που έχει αποκλεισθή από αυτήν (δηλ. ο ακοινώνητος) πριν από την έρευνα της υπόθεσης».

Εάν όμως προχωρήση σε εκκλησιαστική κοινωνία, τότε οι Κληρικοί βλέποντες «τήν υπεροψία και αλαζονείαν αυτού», «πρέπει να τον επαναφέρουν αυτόν στην τάξη με πιο αυστηρά και σκληρά λόγια, ώστε να υπηρετούν και να υπακούουν σ' αυτόν που προστάζει τα πρέποντα».

Κατά τον Ιωάννη Ζωναρά «ο αφωρισμένος ουκ οφείλει προ της διαγνώσεως αναιδώς προσιέναι τη κοινωνία». Ο δε Θεόδωρος Βαλσαμών ερμηνεύει ότι εκείνος που είναι ακοινώνητος «οφείλει φυλάττειν τον αφορισμόν», όπως και αν επιβλήθηκε «καί μη καταφρονείν αυτού, μέχρις αν δοκιμασθή η τούτου αιτία».

Από όσα κατεγράφησαν πιο πάνω φαίνεται καθαρά ότι ο Επίσκοπος έχει την εξουσία να επιβάλη το επιτίμιο της ακοινωνησίας στους Κληρικούς του, αφού αυτό αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά του, που απορρέει από την αρχιερατική του εξουσία, που συνδέεται με το «δίκαιο των χειροτονιών» και το «δίκαιο των κρίσεων». Δεν είναι δυνατόν το επιτίμιο της ακοινωνησίας να επιβάλλεται σε κάποιον Κληρικό από τον Μητροπολίτη της Επαρχίας ή από την Σύνοδο και όχι από τον Επίσκοπο στον οποίο ανήκει ο συγκεκριμένος Κληρικός.

Σε όλη την βιβλικοπατερική παράδοση ο Επίσκοπος είναι διδάσκαλος και ιατρός. Μέ τις ιδιότητες αυτές διδάσκει αλλά και θεραπεύει. Μέ την αρμοδιότητά του αυτή έχει την δυνατότητα να δίδη κάθε φορά τα απαραίτητα φάρμακα, αλλά ενίοτε να κάνη και χειρουργικές επεμβάσεις. Κανείς δεν μπορεί να στερήση τον Επίσκοπο αυτής της αρμοδιότητός του, αρκεί να γίνεται με διάκριση και αγάπη, η οποία ελέγχεται από την Σύνοδο των Επισκόπων.

Ο επιτιμηθείς οφείλει να υπακούση στην απόφαση του Επισκόπου του, καθώς επίσης και οι άλλοι Επίσκοποι οφείλουν να σεβασθούν την απόφαση του επιτιμήσαντος Επισκόπου. Άν ο ακοινώνητος προσέλθη σε κοινωνία «αναιδής», τότε ο ίδιος είναι «αυτοκατάδικος» μεγαλυτέρας ποινής.

Εκείνος που επέβαλε το επιτίμιο έχει την αρμοδιότητα και να το λύση, όταν βέβαια υπάρξη μετάνοια εκ μέρους του επιτιμηθέντος.

Όμως η Σύνοδος των Επισκόπων επιλαμβάνεται του θέματος καί, κατόπιν επιμελούς εξετάσεως, ή επικυρώνει τελεσίδικα την απόφαση αυτή του Επισκόπου ή μειώνει το επιτίμιο ακοινωνησίας ή το λύει. Βέβαια και στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται να υπάρχη μετάνοια ή λύεται εάν, μετά από την επιμελή εξέταση, διαπιστωθή ότι επιβλήθηκε αδίκως από τον Επίσκοπο στον Κληρικό.

Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος σε σχετικό ερώτημα Μητροπολίτου της Εκκλησίας της Ελλάδος απεφάνθη ότι η επιβολή του επιτιμίου της ακοινωνησίας μπορεί να επιβληθή από τον οικείο Επίσκοπο:

«Όσον αφορά δε το θέμα της επιβολής του επιτιμίου της ακοινωνησίας εις την εν τοίς ύπερθεν διαλαμβανομένην Μοναχήν, η Ιερά Σύνοδος έκρινεν ότι η υμετέρα Σεβασμιότης ορθώς ενήργησε εντός των κανονικών πλαισίων της αρμοδιότητος και της ποιμαντικής μερίμνης αυτής» (505/677/4-4-2008 Ιεράς Συνόδου).

Επίσης, η Σύνοδος των Επισκόπων επιβάλλει το επιτίμιο της ακοινωνησίας με την γνώμη του οικείου Επισκόπου, όταν παραβαίνωνται σαφώς εκκλησιαστικές αποφάσεις, όπως για παράδειγμα η μη τήρηση των αποφάσεων των Συνοδικών Δικαστηρίων, προκειμένου να διασφαλισθή το κύρος της Εκκλησίας και η ενότητά της. Στις περιπτώσεις αυτές το επιτίμιο της ακοινωνησίας δεν το επιβάλλει ο Επίσκοπος, αλλά η Σύνοδος με την συγκατάθεση του οικείου Επισκόπου.

Ακόμη, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος σε ερώτημα Μητροπολίτου απεφάνθη ότι οι ιεροτελεστίες οι οποίες τελούνται από ακοινώνητο Κληρικό είναι άκυρες. Συγκεκριμένως απεφάνθη:

«Αι υπό του εν ακοινωνία τελούντος Αρχιερέως γενόμεναι ιεροτελεστίαι, εν αίς ο εγκαινιασμός ναών, τυγχάνουσιν κανονικώς άκυροι και δέον όπως επαναληφθώσι υπό του κανονικού Αρχιερέως» (2730/1219/15-10-1996 Ι.Σ.).

Όλα πρέπει να γίνωνται για την ενότητα της Εκκλησίας. Και το κύρος του επισκοπικού βαθμού πρέπει να διαφυλάσσεται, αλλά και η δικαιοσύνη να επικρατή. Αυτό θα το δούμε στην επόμενη ενότητα.

4. Η ποινή της ακοινωνησίας, κατά τον Καθηγητή Βλάσιο Φειδά

Ο Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς στο βιβλίο του «Ιεροί Κανόνες και Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος» (Αθήνα 1997) και στις σελίδες 113 κ.εξ. αναφέρεται στην ποινή της ακοινωνησίας κατά το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας, ήτοι τους ιερούς Κανόνες και τους ερμηνευτές τους.

Θα τονισθούν τα βασικά σημεία από το κείμενο αυτό.

Σε όλο το κείμενο γίνεται διάκριση μεταξύ του πνευματικού επιτιμίου της ακοινωνησίας, που επιβάλλεται από τον εξομολόγο στον εξομολογούμενο στα πλαίσια της θεραπευτικής παρέμβασης, της ποινής της ακοινωνησίας από τον Επίσκοπο και την Σύνοδο, της ποινής του μεγάλου αφορισμού και της ποινής της αργίας που επιβάλλονται από τα αρμόδια Συνοδικά Όργανα κατόπιν της σχετικής διαδικασίας.

Η ποινή της ακοινωνησίας κείται μεταξύ του πνευματικού επιτιμίου της ακοινωνησίας και της ποινής του μεγάλου αφορισμού και μάλιστα συγγενεύει τόσο με το πνευματικό επιτιμίο της ακοινωνησίας, που επιβάλλεται από τον εξομολόγο, όσο και με την ποινή του μεγάλου αφορισμού, «αλλά δεν συμπίπτει πλήρως προς την κανονική ποινή του αφορισμού».

Δηλαδή, «η ποινή της ακοινωνησίας παραδίδεται από την κανονική παράδοση ως μία ιδιώνυμη ποινή με ιδιαίτερο περιεχόμενο και διαφορετικό χαρακτήρα από τις συγγενείς ή συνώνυμες εκκλησιαστικές ποινές του αφορισμού, της αργίας ή και του πνευματικού επιτιμίου της ακοινωνησίας. Η ακοινωνησία, ως "αποκοπή εκ της εκκλησιαστικής κοινωνίας", είναι πράγματι μια εκκλησιαστική ποινή και όχι απλώς ένα πνευματικό επιτίμιο».

«Ωστόσο, η ποινή της ακοινωνησίας είναι βαρυτέρα τόσο σε σύγκριση προς το επιτίμιο της ακοινωνησίας, όσο και σε σύγκριση προς την ποινή της αργίας».

Επομένως, η ακοινωνησία ως «αποκοπή εκ της εκκλησιαστικής κοινωνίας» είναι εκκλησιαστική ποινή και όχι ένα πνευματικό επιτίμιο που επιβάλλεται από τον εξομολόγο στα πλαίσια του μυστηρίου της Ιεράς Εξομολογήσεως. Διαφέρει δε από το πνευματικό επιτίμιο της ακοινωνησίας, διότι επιβάλλεται προληπτικώς και σωφρονιστικώς και «ανεξάρτητα από την εφαρμογή ή μη των καθιερωμένων δικονομικών τύπων στην άσκηση της δικαστικής δικαιοδοσίας της Εκκλησίας».

Το πνευματικό επιτίμιο της ακοινωνησίας επιβάλλεται από τον εξομολόγο στα πλαίσια του Μυστηρίου της ιεράς Εξομολογήσεως και δεν μπορεί ο επιτιμηθείς να κοινωνήση των Αχράντων Μυστηρίων.

Η ποινή της ακοινωνησίας επιβάλλεται από τον Επίσκοπο και από την Ιερά Σύνοδο: «Στην ποινή της ακοινωνησίας η αρμοδία εκκλησιαστική αυθεντία (Επίσκοπος, Σύνοδος)...».

Η ποινή της αργίας επιβάλλεται από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα σε έναν Κληρικό και δεν μπορεί να λειτουργήση ή να τελέση κάποια ιεροπραξία, αλλά μπορεί να κοινωνήση από άλλον κανονικό Κληρικό.

Όμως ο επιτιμηθείς με την ποινή της ακοινωνησίας Κληρικός επιτιμήθηκε από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα και επί πλέον όχι μόνον δεν μπορεί να τελέση το Μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και άλλες ιεροπραξίες, αλλά και δεν μπορεί να κοινωνήση από άλλον κανονικό Κληρικό.

Ακόμη, η ποινή της ακοινωνησίας «επιβάλλεται από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα για συγκεκριμένα εκκλησιαστικά παραπτώματα (αίρεση, σχίσμα, παρασυναγωγή, απειθαρχία κλπ.), όπως ακριβώς και οι άλλες εκκλησιαστικές ποινές».

Η ποινή της ακοινωνησίας επιβάλλεται και σε Κληρικούς και σε λαϊκούς, αλλά έχει τρεις ιδιαιτερότητες:

Έχει προληπτικό χαρακτήρα και σκοπεύει αφ  ενός μεν στην επισήμανση του ποιμαντικού προβλήματος, αφ  ετέρου δε στην μετάνοια αυτού που δέχθηκε το επιτίμιο της ακοινωνησίας. «Η ποινή της Ακοινωνησίας, η οποία επιβάλλεται προληπτικώς στους κληρικούς και τους λαϊκούς για παραπτώματα πίστεως ή και κανονικής τάξεως», αίρεται όταν εκφράση δημόσια την μεταμέλειά του.

Επιβάλλεται σε κληρικούς και λαϊκούς για ορισμένο και αόριστο χρονικό διάστημα και για συγκεκριμένο σκοπό, που είναι η δημόσια μεταμέλειά τους. Η ποινή της ακοινωνησίας επιβάλλεται «γιά ορισμένο ή και για αόριστο χρόνο και αποσκοπεί αφ  ενός μεν στην ποιμαντική επισήμανση του προβλήματος, αφ  ετέρου δε στην πρόσκληση του αποκοπτόμενου από την εκκλησιαστική κοινωνία να εκφράση δημόσια τη μεταμέλειά του, οπότε και αίρεται αυτομάτως η ποινή».

Για την ποινή της ακοινωνησίας δεν απαιτείται η τήρηση «τών καθιερωμένων δικονομικών τύπων», δηλαδή δεν απαιτείται απαγγελία κατηγορίας, ανακρίσεις, απολογία κλπ.

5. Το Συμβούλιο της Επικρατείας για το επιτίμιο της ακοινωνησίας

Είναι σημαντικές τρεις αποφάσεις του Σ.τ.Ε. για το επιτίμιο της ακοινωνησίας, οι οποίες αποφάσεις εξεδόθησαν ύστερα από προσφυγή Κληρικών και μοναχών, στους οποίους επεβλήθηκε το επιτίμιο της ακοινωνησίας.

Η πρώτη απόφαση αναφέρεται στο ότι το επιτίμιο της ακοινωνησίας δεν προβλέπεται από τον πολιτειακό νόμο, αλλά επιβάλλεται από την Εκκλησία, σύμφωνα με τους ιερούς Κανόνες. Συγχρόνως προσδιορίζεται το περιεχόμενο του επιτιμίου της ακοινωνησίας, ήτοι ο ακοινώνητος δεν μπορεί να κοινωνήση των αχράντων Μυστηρίων, δεν μπορεί να μεταδώση την θεία Κοινωνία στους πιστούς, δεν μπορεί να τελέση την θεία Λειτουργία και άλλες ιεροπραξίες.

«Επειδή, όπως έχει κριθεί, το επιτίμιο της ακοινωνησίας, που επιβάλλεται από την Εκκλησία στους λειτουργούς της, δεν προβλέπεται από πολιτειακό νόμο. Ανάγεται στην εσωτερική μυστηριακή σχέση κοινωνίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους λειτουργούς της, στη σχέση δε αυτή οι τελευταίοι αυτοπροαιρέτως προσχωρούν δια της ιερωσύνης. Το επιτίμιο αυτό επιβάλλεται από την Εκκλησία ως πνευματικό οργανισμό και προβλέπεται από ιερούς κανόνες πνευματικής φύσεως. [Κανών 5 Α' Οικουμενικής Συνόδου, Κανών 8 Δ' Οικουμενικής Συνόδου, Κανόνες 2 και 17 Συνόδου Αντιοχείας, Κανόνες 29 (37) και 79 (87) Συνόδου Καρθαγένης κ.α.]. Η επιβολή δε του επιτιμίου της ακοινωνησίας, ως πράξη πνευματικού περιεχομένου μη προβλεπομένη από πολιτειακό νόμο και συνεπαγομένη την στέρηση της μεταλήψεως της θείας κοινωνίας, την αδυναμία μεταδόσεως της θείας κοινωνίας στους πιστούς, καθώς και την απαγόρευση τελέσεως της θείας λειτουργίας και των άλλων ιεροπραξιών, δεν είναι εκτελεστή διοικητική πράξη όπως αυτή νοείται στο άρθρο 95 παρ. 1 α' του Συντάγματος και στο άρθρο 45 του π.δ 18/1989 (Α'8) και δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2976-2991/1996 Ολομ., 616/2004 κ.α)» (Σ.τ.Ε. 685/2011).

Η δεύτερη απόφαση του Σ.τ.Ε. αναφέρεται στο ότι ο ακοινώνητος «στερείται εκκλησιολογικής ικανότητας ασκήσεως πνευματικών καθηκόντων ηγουμένου». Αυτό σημαίνει ότι ο ακοινώνητος όχι μόνον δεν μπορεί να λειτουργήση, να κοινωνήση, να μεταδώση την θεία Κοινωνία στους πιστούς και να τελέση ιεροπραξίες, αλλά και δεν μπορεί να ασκήση και τα καθήκοντα ηγουμένου.

«Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο ηγούμενος Ιεράς Μονής της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει καθήκον α) της οργανώσεως και προαγωγής του πνευματικού βίου θρησκευτικού καθιδρύματος κατά τους ιερούς κανόνες της Ορθοδόξου Εκκλησίας και β) της διοικήσεως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά τους νόμους του Κράτους. Η κτήση και η διατήρηση της θέσεως του ηγουμένου, για την άσκηση του διττού αυτού καθήκοντος, προϋποθέτει την εκκλησιολογική ικανότητά του να ασκεί τα πνευματικά του καθήκοντα, η οποία όμως παύει να υφίσταται σε περίπτωση κατά την οποία αυτός καθίσταται ακοινώνητος λόγω επιβολής του επιτιμίου της ακοινωνησίας σε βάρος του, που έχει ως συνέπεια την αδυναμία του να τελεί θεία λειτουργία και κάθε άλλη ιεροπραξία και να μετέχει του μυστηρίου της θείας ευχαριστίας (πρβλ. ΣτΕ 2979/1996 Ολομ.). Εν προκειμένω, το άμεσο και προσωπικό έννομο συμφέρον του πρώτου αιτούντος για την ακύρωση της υπ' αριθμ. 9/2006 πράξεως του Δευτεροβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου της Ελλάδος για Πρεσβυτέρους, Διακόνους και Μοναχούς (καί, συναφώς, για την ανάκτηση της θέσεως του ηγουμένου, από την οποία εξέπεσε δυνάμει αυτής της πράξεως), το οποίο ήταν πρόδηλο κατά το χρόνο της εκδόσεως της πράξεως αυτής και το χρόνο της ασκήσεως της αιτήσεως ακυρώσεως, δεν υφίσταται και κατά το χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τον οποίο ο ίδιος στερείται εκκλησιολογικής ικανότητας ασκήσεως πνευματικών καθηκόντων ηγουμένου Ιεράς Μονής λόγω διατηρήσεως, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, του επιτιμίου της ακοινωνησίας που επεβλήθη σε βάρος του με την από 4.9.2007 πράξη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Συνεπώς, δεδομένου ότι, όπως παγίως γίνεται δεκτό, προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως ακυρώσεως είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του εκάστοτε αιτούντος και κατά το χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη και καθ' ο μέρος ασκείται από τον πρώτο αιτούντα» (Σ.τ.Ε. 686/2011).

Η τρίτη απόφαση του Σ.τ.Ε. αναφέρεται στο ότι η επιβολή του επιτιμίου της ακοινωνησίας «ανάγεται στην εσωτερική μυστηριακή σχέση κοινωνίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους κληρικούς και τους μοναχούς της, στην οποία αυτοί αυτοπροαιρέτως προσχωρούν δια της ιερωσύνης και του μοναχισμού». Αυτό σημαίνει ότι οι Κληρικοί και οι μοναχοί εγνώριζαν αυτό το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας και ελευθέρως προσέρχονται στην Εκκλησία. Επομένως, δεν μπορούν να προσβάλλουν τις αποφάσεις επιβολής του επιτιμίου της ακοινωνησίας και τις συνέπειές τους.

«Επειδή, καμιά από τις διατάξεις της αναφερόμενης στην προηγούμενη σκέψη πολιτειακής νομοθεσίας (ν. 5383/1932, όπως ισχύει) δεν προβλέπει το επιτίμιο της ακοινωνησίας ως πειθαρχική ποινή επιβαλλόμενη στους κληρικούς και μοναχούς της Εκκλησίας της Ελλάδος. Το επιτίμιο της ακοινωνησίας προβλέπεται μόνο από ιερούς κανόνες πνευματικής φύσεως (Κανών 5 Α' Οικουμενικής Συνόδου, Κανών 7 Δ' Οικουμενικής Συνόδου, Κανόνες 2 και 17 Συνόδου της Αντιοχείας, Κανόνες 29 (37) και 79 (87) Συνόδου της Καρθαγένης κ.α.) και η επιβολή του ανάγεται στην εσωτερική μυστηριακή σχέση κοινωνίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους κληρικούς και τους μοναχούς της, στην οποία αυτοί αυτοπροαιρέτως προσχωρούν δια της ιερωσύνης και του μοναχισμού. Για το λόγο αυτό, οι πράξεις επιβολής του επιτιμίου της ακοινωνησίας δεν είναι εκτελεστές διοικητικές πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 95 παρ. 1 α' του Συντάγματος και του άρθρου 45 του π.δ. 18/1989 (Α'8) και δεν υπόκεινται σε ακυρωτικό έλεγχο από το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ 2976-2991/1996 Ολομ. 616/2004 κ.α.). Για την ταυτότητα δε του λόγου δεν έχουν εκτελεστότητα και δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Δικαστηρίου ούτε οι πράξεις των εκκλησιαστικών δικαστηρίων που εκδίδονται επί "εφέσεων" κατά πράξεων επιβολής του επιτιμίου της ακοινωνησίας, οι οποίες τυχόν ασκούνται κατ' επίκληση των διατάξεων του ν. 5383/1932» (Σ.τ.Ε. 687/2011).

Επομένως, οι Κληρικοί και μοναχοί πρέπει να σέβωνται το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας και να μη το υπονομεύουν με ενέργειες και πράξεις αντιεκκλησιαστικές.

Συμπεράσματα

Από την ανάλυση αυτή της ερμηνείας των Ιερών Κανόνων εξάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα:

1. Η ποινή της ακοινωνησίας βρίσκεται μεταξύ του πνευματικού επιτιμίου της ακοινωνησίας που επιβάλλεται από τον εξομολόγο και την ποινή του μεγάλου αφορισμού, την τελεία αποκοπή από το εκκλησιαστικό σώμα.

2. Η ποινή της ακοινωνησίας επιβάλλεται από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα, ήτοι τον Επίσκοπο και την Σύνοδο.

3. Η ποινή της ακοινωνησίας έχει σαφώς προληπτικό και σωφρονιστικό χαρακτήρα.

4. Η ποινή της ακοινωνησίας επιβάλλεται, κατά τον Βλάσιο Φειδά, «γιά ορισμένο ή και αόριστο χρόνο» και βέβαια αν ο Κληρικός εμμένη στην νοοτροπία του και εξακολουθή να πράττη τις αντικανονικές ενέργειές του, τότε το ίδιο το επιτίμιο της ακοινωνησίας, που έχει προληπτικό και σωφρονιστικό χαρακτήρα, «εμπεριέχει την κανονική υποχρέωση για την μελλοντική κίνηση της τακτικής διαδικασίας του εμμένοντος στα κανονικά παραπτώματα κληρικού».

5. Για την επιβολή της ποινής της ακοινωνησίας δεν είναι αναγκαία η τήρηση των καθιερωμένων δικονομικών τύπων με την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια κρίση κληρικού ή μοναχού.

Σε άλλο σημείο του κειμένου του ο Βλάσιος Φειδάς γράφει: «Η επιβολή της προληπτικής ποινής της ακοινωνησίας για βεβαιωμένες και επίμονες αντικανονικές πράξεις δεν προϋποθέτει την τήρηση των καθιερωμένων δικονομικών κανόνων μιας ακροαματικής διαδικασίας, όπως και η άρση της ποινής της ακοινωνησίας δεν απαιτεί την τήρηση της διαδικασίας αυτής, αφού μπορεί να γίνη μονομερώς και αμέσως μετά τη θεραπεία των αντικανονικών πράξεων». Και αλλού γράφει: «Ο προληπτικός χαρακτήρας της ποινής της ακοινωνησίας και κατά συνέπειαν η χωρίς προηγούμενη ακροαματική διαδικασία επιβολή της από την αρμόδια εκκλησιαστική αρχή είναι κοινός τόπος στο Κανονικό Δίκαιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Η ποινή της ακοινωνησίας μπορεί να επιβληθή ακόμη και χωρίς την ακρόαση του Κληρικού και Επισκόπου, δηλαδή χωρίς την απολογία του. «Συνεπώς, η ποινή της ακοινωνησίας σε επίσκοπο ή σε άλλο κληρικό είναι δυνατόν να επιβληθή "πρό του ακουσθήναι" από τα αρμόδια συνοδικά όργανα, ο δε τιμωρηθείς κληρικός οφείλει να σεβασθή την ποινή, αφού σε αντίθετη περίπτωση, περιφρονήσεως δηλαδή της ποινής, ο κληρικός θεωρείται αυτοκατάκριτος».

6. Μέσα στα πλαίσια αυτά η ποινή της ακοινωνησίας έχει κανονικό έρεισμα και αποτελεί στοιχείο της εκκλησιαστικής παραδόσεως. «Υπό την έννοια της προληπτικής σωφρονιστικής ποινής, η εκκλησιαστική ακοινωνησία όχι μόνο έχει όλα τα χαρακτηριστικά και τις συνέπειες μιας εκκλησιαστικής ποινής, αλλά είναι και η συνηθέστερη ποινή σε όλες τις περιόδους του ιστορικού βίου της Εκκλησίας».

7. Ο ακοινώνητος Κληρικός και μοναχός «στερείται εκκλησιολογικής ικανότητος ασκήσεως πνευματικών καθηκόντων» (Σ.τ.Ε. 686/2011) και πρέπει να σεβασθή αυτήν την ποινή. Όποιος, παρά το επιτίμιο της ακοινωνησίας ασκεί τα πνευματικά του καθήκοντα, «λειτουργεί», «κοινωνεί» του Σώματος και του Αίματος του Χριστού και τελεί άλλες ιεροπραξίες ή ασκεί διοικητικά καθήκοντα, υπέχει βαρύτατες κανονικές ευθύνες. Κατά τον Βλάσιο Φειδά: «Ο τιμωρηθείς Κληρικός οφείλει να σεβασθή την ποινή (τής ακοινωνησίας), αφού σε αντίθετη περίπτωση, περιφρονήσεως δηλαδή της ποινής, ο Κληρικός θεωρείται αυτοκατάκριτος («αυτός καθ' εαυτώ της καταδίκης την ψήφον εξενηνοχέναι»)».

8. Τα «Μυστήρια», μεταξύ των οποίων και το «Μυστήριο της θείας Λειτουργίας», τα οποία τελούνται από ακοινώνητο Κληρικό, είναι άκυρα και όσοι διαπράττουν αυτό το αδίκημα υπέχουν ευθύνες, καθώς επίσης και οι Χριστιανοί που συμμετέχουν σε τέτοια «Μυστήρια» υπέχουν ευθύνες έναντι του Θεού και της Εκκλησίας.

Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι η ποινή της ακοινωνησίας προβλέπεται από τους ιερούς Κανόνες, έχει ιδιαίτερο κανονικό περιεχόμενο και αποβλέπει στην σωτηρία των μελών της Εκκλησίας και την διατήρηση της ενότητος Αυτής. Και όποιος δεν σέβεται το πολίτευμα της Εκκλησίας, τους ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, δείχνει στην πράξη ότι δεν έχει εκκλησιαστικό φρόνημα και εν τοίς πράγμασιν απομακρύνεται από την Εκκλησία.–


*
*