.

Showing posts with label ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΙΣΜΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΙΣΜΟΣ. Show all posts

Wednesday, March 14, 2012

Britannica on the forms of eschatology:
Messianism, apocalypticism & millennialism/

H Britannica για τις μορφές εσχατολογίας:
Μεσσιανισμός, αποκαλυπτικισμός & χιλιετισμός





The forms of eschatology

Historical eschatology appears in one of three distinct forms— messianism, millennialism, or apocalypticism. Messianic hopes are directed toward a single redemptive figure who, it is believed, will lead the people of God, now suffering and oppressed, into a better historical future. Messianism sometimes promotes visions of the vengeance and justice that befall tyrannical political and religious leaders. In these instances, local historical expectations shape the belief in the fulfillment of history before its end. Apocalypticism, on the other hand, promises a sudden, cataclysmic intervention by God on the side of a faithful minority. According to this view, "this world," unable to bear the "justice of God," will be destroyed and replaced by a new world founded on God’s righteousness. Millenarian, or chiliastic, hope is directed toward the 1,000-year earthly kingdom of peace, fellowship, and prosperity over which Christ and his saints will reign following the destruction of the forces of evil and before the final end of history.

Messianism

The term messiah, or mashiah (Hebrew: "anointed"), has been applied to a variety of “redeemers,” and many movements with an eschatological or utopian-revolutionary message have been termed messianic. Although messianic movements have occurred throughout the world, they seem to be especially characteristic of the Jewish and Christian traditions. Therefore, many of the terms used to describe messianic phenomena are derived from the Bible and from Judeo-Christian beliefs—prophetic, millenarian, and chiliastic movements. Moreover, the scientific study of messianic beliefs and movements—originating in the Western theological and academic tradition—initially concerned phenomena that occurred mainly in Christian history or in cultures exposed to Western colonial and missionary influences. Because the Western origins of messianic terms and concepts give discussions of messianism an almost unavoidable Judeo-Christian slant, sociologists and anthropologists prefer more neutral terminology—nativistic, renewal, or revitalization movements and crisis cults. Many of these terms, however, fail to convey the essential features of the phenomena. Thus, recent scholarship has preferred the term millennial (used by Church Fathers and anthropologists alike) to describe movements of collective redemption.

Apocalypticism

Apocalypticism refers to Western eschatological views and movements that focus on cryptic revelations about a sudden, dramatic, and cataclysmic intervention by God in history, the judgment of all men, and the rule of the elect with God in a renewed heaven and earth. The archetypal apocalyptic work in the Judeo-Christian tradition, The Book of Daniel, is the only apocalyptic book to be admitted to the canon of the Hebrew Bible, just as the Revelation to John is the only apocalypse included in the canon of the New Testament. There are many noncanonical apocalyptic works from both Jewish and Christian authors, including the three Books of Enoch, the Second Book of Esdras, the Ascension of Isaiah, and the Apocalypse of Peter. Nonetheless, all the apocalyptic works written during the first efflorescence of millennialism, including the Revelation to John, owe much of their shape and style to Daniel.

Millennialism

Millennialism (from the Latin word for “1,000 years”) is the branch of eschatology concerned with the earthly prospects of the human community, rather than the worldly and eternal prospects of the individual. Millennialism focuses on collective, public salvation and asserts that humanity will endure the great cataclysms of the coming Endtime before fulfilling the age-old dream of dwelling in an earthly paradise. The term is derived from a passage in the Revelation to John (Revelation 20) that describes a vision of Satan bound and thrown into a bottomless pit and of Christian martyrs raised from the dead to reign with Christ for a 1,000-year period, the millennium.

Millennialism has had broad appeal throughout history. The original Jewish and Christian millennial treatises of the Hellenistic Age (c. 300 bc to c. ad 300), particularly the books of Daniel and Revelation, provided the building blocks from which the successive millennial structures were erected (as they had done for apocalypticism). In constant repetition the motifs, leading characters, symbols, and chronologies of these works have arisen in the teaching of some prophet of the end of the world, each time taking on new significance from associations with contemporaneous events. Jesus, according to some scholars, was a millennialist who announced the imminent arrival of the earthly kingdom of God. Millennialism also remains active in a number of modern Protestant groups, including the Adventists, the Jehovah’s Witnesses, and certain Evangelical and fundamentalist Christian denominations. Anthropologists, historians, and sociologists also have found millennialist currents in non-Western cultures.


* "eschatology." Encyclopædia Britannica. Encyclopædia Britannica Online.
Encyclopædia Britannica Inc., 2012. Web. 14 Mar. 2012.
<http://www.britannica.com/EBchecked/topic/192308/eschatology>.


Sunday, February 6, 2011

Γ. Πατρώνος περί Αποκάλυψης Ιωάννη:
Είναι και δεν είναι αποκαλυπτικό έργο; /

G. Patronos on Revelation of John:
An apocalyptic and not an apocalyptic work?






Η Αποκάλυψη του Ιωάννη, αν και χρησιμοποιεί έντονα μια φιλολογική «αποκαλυπτική γλώσσα και ορολογία», δεν είναι αποκαλυπτικό κείμενο και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ενταχθεί στην αποκαλυπτική γραμματεία, απόκρυφη ή μη, όπου το μελλοντολογικό στοιχείο είναι κυρίαρχο και απόλυτο και τα πάντα εκεί εσχατολογικοποιούνται. Η Αποκάλυψη του Ιωάννη δεν μπορεί να νοηθεί ότι προβάλλει μια «μελλοντική εσχατολογία» (future eschatology). [...]

Από όλα αυτά φαίνεται καθαρά ότι η αποκαλυπτική, όπως ήδη τονίσθηκε, είναι ένα είδος φιλολογικής γραφής πολύ γνωστής στην ιουδαϊκή αλλά και στη χριστιανική γραμματεία της συγκεκριμένης περιόδου που περιβάλλει τα γεγονότα της Κ. Διαθήκης. Στα κείμενα αυτά έχουμε συνήθως μιαν αρνητική τοποθέτηση για τον παρόντα κόσμο και το πρόβλημα της σωτηρίας θεωρείται ως υπόθεση ενός κόσμου πλήρως ανακαινισμένου στον μέλλοντα αιώνα. Γι' αυτό και οι πιστοί καλούνται πάντοτε να δείξουν υπομονή και καρτερία μέσα στους δύσκολους καιρούς του παρόντος.

Αντιπροσωπευτικά κείμενα αυτού του είδους της αποκαλυπτικής φιλολογίας, εκτός βέβαια της κύριας απόκρυφης γραμματείας, έχουμε στην Π. Διαθήκη από το βιβλίο του Δανιήλ τα κεφ. 7-12, από τον Ησαΐα τα κεφ. 21-27, από τον Ιεζεκιήλ τα κεφ. 38-39, από τον Ιωήλ το κεφ. 2 και από τον Ζαχαρία τα κεφ. 9-14, ενώ από την Κ. Διαθήκη το πιο εκφραστικό κείμενο αυτής της μορφής είναι η Αποκάλυψη του Ιωάννη, όλο το βιβλίο βασικά στο σύνολό του.



Tuesday, November 16, 2010

What is the meaning of "Messianism"? /

Τι σημαίνει ο όρος «Μεσσιανισμός»;


«Messianism is a category of Jewish thought comprised of two basic elements. The first is the certainty of the coming of a blessed world in some indefinable future moment. The second element, closely linked with the first, is the conviction that this blessed future world will not be the work of human force alone, but also of a mediator, endowed by God with particular charisms. [...] The figure of any mediator of salvation, whatever its nature, [might be called] messiah.»

«Ο Μεσσιανισμός αποτελεί κατηγορία της ιουδαϊκής σκέψης η οποία αποτελείται από δύο βασικά στοιχεία. Το πρώτο είναι η βεβαιότητα της έλευσης ενός ευλογημένου κόσμου σε κάποια ακαθόριστη μελλοντική στιγμή. Το δεύτερο στοιχείο, στενά συνδεδεμένο με το πρώτο, είναι η πεποίθηση ότι αυτός ο ευλογημένος μελλοντικός κόσμος δεν θα είναι έργο ανθρώπινης δύναμης και μόνο, αλλά επίσης ενός μεσίτη, προικισμένου από τον Θεό με ειδικά χαρίσματα. [...] Η μορφή οποιουδήποτε μεσίτη σωτηρίας, ανεξάρτητα από τη φύση του, [μπορεί να ονομαστεί] μεσσίας».


* Paolo Sacchi *,
Jewish Apocalyptic and Its History,
[Η Ιουδαϊκή Αποκαλυπτική και η Ιστορία της]
Sheffield Academic Press, 1996,
p./σ. 150.

Monday, April 5, 2010

Σάββα Αγουρίδη,
"Πολιτική Ορθοδοξία": το θεοκρατικό Βυζάντιο & η Εσχατολογία του /
Savvas Agourides,
"Political Orthodoxy": the theocratic Byzantium & its Eschatology


Σάββας Αγουρίδης
Ο Σάββας Αγουρίδης ήταν ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Πολιτική Ορθοδοξία


Μερικά σοβαρά θέματα της πνευματικής ιστορίας (Geistesgeschichte) του τόπου μας δεν είναι επαρκώς γνωστά μεταξύ των διανοουμένων της χώρας· γι’ αυτό πρέπει να επανερχόμαστε σ' αυτά. Για να μη νομιστεί πως υπερβάλλω, αναφέρομαι για λόγους συντομίας στο λαμπρό έργο Η Bυζαντινή χιλιετία, που εξέδωσε το Mορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης (Αθήνα 1992), του οποίου το III Κεφάλαιο (σσ. 117-146) επιγράφεται όπως αυτό εδώ το άρθρο. Να τι σημειώνει ο Beck, στη σελ. 127: «Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιδέα του θεϊκού αυτοκράτορα δεν άφησε ανέγγιχτους ούτε τους χριστιανούς. Εκείνο που τους εντυπωσίαζε και αυτούς και τους συγκινούσε δεν ήταν η θεοποίηση του αυτοκράτορα με οντολογική έννοια, αλλά με κατάδηλη, εντυπωσιακή και πανηγυρική εξύψωση του σε σφαίρες που βρίσκονται πάνω από την ανθρώπινη τύρβη, μια ιδιαίτερη σχέση του μονάρχη με το θεό, πέρα από όλες τις νομικές ή ακόμα και κανονιστικές κατηγορίες, σε μια "μεταφυσική” που δεν μπορεί να ξεφύγει από τα εισαγωγικά... Πρόκειται για τη γενική νοοτροπία μιας ολόκληρης εποχής, ανεξάρτητα από κάθε ειδικότερο θρησκευτικό πιστεύω. Για τους ανθρώπους που έτρεφαν αυτόν τον πόθο, ο εκχριστιανισμός του Κωνσταντίνου ήταν η θεία παρουσία, η θεία έλευση, η εκπλήρωση παλιών ελπίδων μιας εποχής που ζητάει μια θεία τάξη πραγμάτων στα εγκόσμια».

Το περίεργο στην υπόθεση αυτή είναι το γεγονός πως το κύριο σημείο σύγκρουσης μεταξύ της χριστιανικής εκκλησίας και του ρωμαϊκού κράτους ήταν ακριβώς το αδύνατο από μέρους της εκκλησίας να αναγνωρίσει θείο χαρακτήρα στο κράτος, όπως αυτός εκφραζόταν με τη «λατρεία του αυτοκράτορα». Η Ρώμη επέτρεπε παντού όλες τις θρησκείες και όλες τις θεότητες. Δεν είχε καμιά αντίρρηση σ' αυτές να προστεθεί και η θεότητα του Ιησού Χριστού, αρκεί οι χριστιανοί, ανεξάρτητα απi το ποιο θεό λάτρευαν, να αναγνώριζαν απαραίτητα και τη λατρεία του αυτοκράτορα, και να πρόσφεραν τις καθιερωμένες προς αυτόν θυσίες. Κατά την κατάλυση της Δημοκρατίας στο ρωμαϊκό κράτος και την εγκαθίδρυση της μοναρχίας, η λατρεία του αυτοκράτορα κατέστη πολιτικός κρίκος που ένωνε όλη εκείνη την τεράστια ποικιλία εθνών και θρησκειών που αποτελούσαν την αυτοκρατορία. Οι τρεις πρώτοι αιώνες ζωής της εκκλησίας σημαδεύονται από την άρνηση των χριστιανών να λατρεύουν τον αυτοκράτορα. Οι διωγμοί της εκκλησίας δεν έγιναν γιατί οι χριστιανοί πίστευαν τον Χριστό ως θεό, αλλά γιατί αδυνατούσαν να δεχτούν ως θεό τον αυτοκράτορα. Το θέμα αυτό είναι πολύ γνωστό και απλό, και βέβαια δεν χρειάζεται εδώ να αναπτυχθούν οι πολιτικές, οι κοινωνικές, οι θρησκευτικές κ.ά. επιπτώσεις που συνεπάγονταν.

Από μας χαρακτηρίζεται ως περίεργο στην υπόθεση αυτή το γεγονός ότι, ύστερα από τριών αιώνων σκληρούς διωγμούς και ανταγωνισμούς μεταξύ εκκλησίας και Ρώμης, όταν ο Κωνσταντίνος αναγνώρισε την εκκλησία ως επιτρεπόμενη θρησκεία και, σιγά σιγά, την ενίσχυσε με αρκετά προνόμια, εντελώς ξαφνικά και περίεργα η εκκλησία άρχισε να δέχεται από την περιρρέουσα την εποχή εκείνη περί εξουσίας θεολογία πάρα πολλά στοιχεία, έτσι που η αυτοκρατορική εξουσία έγινε στην πράξη, όπως την περιγράφει ο Beck, ένα είδος άσκησης θείας εξουσίας επί της γης.

Στην εκκλησία αυτά έγιναν πολύ γρήγορα και με τη συμβολή πολλών παραγόντων. Ενδεικτικά θα αναφερθούν κάποιοι απ’ αυτούς. Τόσο η παλαιά διάσταση εκκλησίας και κράτους, όσο και η σύγχρονη μας διάκριση μεταξύ των δύο, από τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου κι έπειτα και καθόλη τη βυζαντινή περίοδο, ήταν κάτι χωρίς νόημα· ο αυτοκράτορας ευθυνόταν τόσο για τη σωστή πίστη και λατρεία εντός της αυτοκρατορίας, όσο και για τα πολιτικά θέματα. Ο εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος ο Καισαρείας υπήρξε ένας από τους κύριους εκπονητές αυτής της θεωρίας (265-340 μ.Χ.), ιδίως στο έργο του Bίος του Κωνσταντίνου. Στο στόμα του αυτοκράτορα, ως προς τις ευθύνες του για την ορθή πίστη των υπηκόων του, βάζει τα εξής λόγια: «Ποιο είναι το υψηλότερο καθήκον που έχω βάσει του αυτοκρατορικού μου αξιώματος; Δεν είναι να διαλύω τις πλάνες και να πατάξω επιπόλαιες απερισκεψίες, κι έτσι να βοηθήσω όλους τους ανθρώπους να προσφέρουν την αληθινή θρησκεία στο Μεγαλοδύναμο, τίμια συνεννόηση και την οφειλόμενη λατρεία;» Ο Ευσέβιος πιστεύει ότι ο αυτοκράτορας είναι επί της γης η ζωντανή εικόνα του Θεού εν τοις ουρανοίς. «Ό,τι κάνει ο Θεός στον ουρανό, πράττει και ο αντιβασιλέας του επί της γης, ο αυτοκράτορας: ατενίζοντας προς τον ουράνιο βασιλέα, κατευθύνει και οδηγεί τους ανθρώπους επί της γης κατά το ουράνιο πρότυπο. Όπως ο θεός νομοθετεί τη φυσική τάξη μέσα στον κόσμο, ο αυτοκράτορας ρυθμίζει επί της γης την κοινωνική...» Κι αν κάποιος από περιέργεια ρωτήσει πώς μπορούν να κάνουν όλα αυτά αυτοκράτορες πρώην ειδωλολάτρες και διώκτες του χριστιανισμού, δεν θα δυσκολευτεί να βρει στους εκκλησιαστικούς και τους βυζαντινούς συγγραφείς συστατικά για τη Ρώμη που, αντί να τη διαφοροποιούν, τη συνδέουν με τις χριστιανικές αυτοκρατορίες που τη συνέχισαν. Ο Θεοδώρητος ο Κύρου, π.χ., πιστώνει τη Ρώμη με την εισαγωγή της Μοναρχίας, που είναι κατά τον Αριστοτέλη το τέλειο πολίτευμα, ως ουσιώδη προετοιμασία της δημιουργίας της χριστιανικής μοναρχίας. Έτσι, πολλοί συγγραφείς της εποχής αυτής τονίζουν πως η Ρώμη και η αυτοκρατορία της αποτελεί από θεόν ιστορική προϋπόθεση για τον ερχομό ενός παγκόσμιου χριστιανικού κράτους. Σιγά σιγά μάλιστα, το ίδιο το βυζαντινό κράτος, κατά το πρότυπο του Ιουδαϊσμού και της αποκαλυπτικής του θεολογικής παράδοσης, ερμηνεύει τον εαυτό του ως την τελική πραγματοποίηση της χριστιανικής ελπίδας, ως τον εσχατολογικό προθάλαμο της Bασιλείας του Θεού. Η Δεύτερη Παρουσία του Χριστού, κατά τους Bυζαντινούς, από την εποχή του Ιουστινιανού κι έπειτα, δεν θα είναι παρά η επιβεβαίωση πως η βασιλεία του Χριστού πραγματοποιήθηκε ήδη στο Bυζάντιο, που έτσι κυριαρχείται από μια πολιτική εσχατολογία ή από μια εσχατολογική ιδεολογία περί κράτους. Η έκταση αυτού του άρθρου δεν επιτρέπει να παραθέσω εδώ τους βυζαντινούς συγγραφείς, χρονογράφους κυρίως ή άλλους οποιουσδήποτε σχολιαστές των κεφ. 2 και 7 του βιβλίου του προφήτη Δανιήλ, που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αναμιγνύουν τη βασιλεία του Καίσαρα με τη βασιλεία του Χριστού. Έχουμε, δηλαδή, μπροστά μας μια πολιτικοποίηση της εσχατολογίας, όπου η αυτοκρατορία μπερδεύεται με τη βασιλεία του Θεού και ο αυτοκράτορας με τον Ιησού Χριστό, όπως τους βλέπουμε μέχρι σήμερα στην ωραία πύλη στα εικονοστάσια όλων των ορθόδοξων ναών. Περί των ανωτέρω μπορεί ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης να βρει πλήρη στοιχεία στην εμπεριστατωμένη μελέτη του R. Podskalsky, Byzantinische Reichseschatologie, Fink Verlag, Munchen 1972. Έχει τόσο από το χρόνο η «πολιτική αυτή ορθοδοξία» στερεοποιηθεί, ώστε και η ίδια η πτώση της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους να μην την επηρεάσει. Γράφει σχετικώς ο Podskalsky τα εξής: «Η ίδια η καταστροφή του 1453 δεν άλλαξε τίποτε με συνέπεια· παρέπεμψε στην επανάκτηση της Πρωτεύουσας κι αυτή (η επανάκτηση) οδήγησε ad absurdum, τον πολιτικό τύπο της ιδεολογίας στο θρησκευτικό· όταν κάποιος ακόμα και μέσα στην αδυναμία του θεωρεί τον εαυτό του ως κάτι ασύγκριτο προς τις ζωόμορφες παγκόσμιες δυνάμεις, το αξιολογικό μέτρο της πολιτικής δύναμης στην πράξη χάνει τη σημασία του» (ό.π., σ. 75).

Αυτή η πλήρης ταύτιση της χριστιανικής ελπίδας προς την ιστορία του Βυζαντίου είχε, κατά τους αιώνες που ακολούθησαν, τεράστια σημασία τόσο για τον Ελληνισμό όσο και για την Ορθοδοξία. Αυτή είναι η «Πολιτική Ορθοδοξία» περί της οποίας γίνεται εδώ λόγος — η ταύτιση, δηλαδή, σε κάποια δραστήρια πνευματικά στρώματα του γένους εσχατολογίας και βυζαντινής αυτοκρατορίας. Σε λεπτομέρειες για το ζήτημα αυτό, κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας και του νέου ελληνισμού, δεν μπορούμε να επεκταθούμε, θα αναφερθούν κάποια πολύ χαρακτηριστικά [σημεία] που δείχνουν, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι η Πολιτική Ορθοδοξία δεν υπήρξε απλά μια λαϊκή θεωρία που παρηγόρησε το γένος κατά τα χρόνια της δουλείας, αλλά χρησιμοποιήθηκε πολλάκις ως πολιτικό κίνητρο μέσα σε μια πολιτική προσπάθεια αποκατάστασης του Βυζαντίου. Θα περιοριστούμε, λοιπόν, και εδώ σε χαρακτηριστικά παραδείγματα, που όμως δείχνουν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι όχι μόνο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά και στα χρόνια του Νέου Ελληνισμού μέχρι σήμερα, υπό περισσότερο ή λιγότερο έντονη μορφή, η Πολιτική Ορθοδοξία έκανε αισθητή την παρουσία της.

Ο καθηγητής στο Στρασβούργο Αστέριος Αργυρίου, στο βιβλίο του Les Exegeses Greques de l' Apocalypse a l' epoque Turque (1453-1821), Thessalonique 1982, βρήκε πάνω από 35 ερμηνείες της Αποκάλυψης τον Ιωάννη, μεταξύ των ετών 1700-1821· κείμενα, δηλαδή, που εξαγγέλουν την κατά κάποιον εσχατολογικό τρόπο αποκατάσταση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, είτε από μόνους τους Έλληνες είτε με τη βοήθεια του ξανθού ορθόδοξου βασιλιά από το Βορρά. Όσον αφορά τη «Μεγάλη Ιδέα» που κατηύθυνε ενίοτε την ελληνική πολιτική, υπάρχουν πολλές μελέτες, μαζί μ' αυτές και μια δική μου, που είναι μέσα σε συλλογική έκδοση από την «Κίνηση Πολιτών κατά του Ρατσισμού», όπου υπάρχει και σχετική βιβλιογραφία. Σ’ αυτή εδώ τη σύντομη μελέτη θα αναφερθούμε μόνο σε κάποια χαρακτηριστικά παραδείγματα, τα οποία όμως μιλάνε πολύ εύγλωττα για το είδος αυτών των πολιτικών δονήσεων μέσα από μια ορθόδοξη βυζαντινή εσχατολογία.

Από τις ερμηνείες της Αποκάλυψης παν παραθέτει στην έρευνα του ο κ. Αργυρίου, εντυπωσιάζεται κανείς από την καλλιέργεια αυτού του φιλολογικού είδους, όπως και με τις ιστορικές πληροφορίες που ο ερευνητής μπορεί να αντλήσει απ’ αυτού του τύπου τα ερμηνευτικά υπομνήματα. Ο προκάτοχος του Παλαιών Πατρών Γερμανού είχε δημοσιεύσει πολύτομο υπόμνημα στην Αποκάλυψη, το οποίο γνώρισε τέσσερις διαδοχικές εκδόσεις, εντός των οποίων, μελετώντας τις εμφανιζόμενες διαφορές, ανακαλύπτει τις ιστορικές εξελίξεις της περιόδου της δεκαετίας περίπου που κατέλαβαν αυτές οι επανειλημμένες εκδόσεις.

Από τα χρόνια του νεαρού ελληνικού βασιλείου, ποιον άλλο να αναφέρουμε στη συνάφεια αυτή παρά τον Μακρυγιάννη, με τα Οράματα και θάματα. Πρόκειται για συγκλονιστική μαρτυρία της σύνδεσης της βυζαντινής εσχατολογίας με την ιστορική αποκατάσταση του ελληνικού έθνους. Αυτός ο τόσο νουνεχής αλλά και ψυχικά τραυματισμένος άνθρωπος, τίς οίδε υπό ποίες καταστάσεις πίεσης έφτασε στο σημείο όχι απλώς να ελπίζει αλλά και να οργανώνει στα οράματα του την ανύψωση του σε αυτοκράτορα των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, μετά την επανάκτηση της από τους Τούρκους! Αυτά περί το 1840 μ.Χ.!!!

Από τη λόγια παράδοση πρέπει, στη συνάφεια αυτή περί πολιτικής ορθοδοξίας ή Μεγάλης Ιδέας, να αναφερθεί οπωσδήποτε ο Απόστολος Μακράκης, εξέχουσα πνευματική μορφή του δεύτερου μισού του περασμένου αιώνα, και ιδιαίτερα το έργο του Η Αποκάλυψις του αποστόλου Ιωάννου, εκδ. Ιωάννης ο Βαπτιστής, Αθήναι 1882. Από τη μια μεριά ίδρυσε τη Σχολή του Λόγου και πολέμησε γενναία το κατεστημένο της εκκλησιαστικής διαφθοράς των χρόνων του· από την άλλη όμως, κατόρθωνε να βρει μέσα στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, δηλαδή σε ένα βιβλίο του τέλους του πρώτου μ.Χ. αιώνα, όλα τα γεγονότα της εποχής του που αφορούσαν τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολη και την Αθήνα, τους Σιμωνιακούς πατριάρχες και αρχιεπισκόπους της εποχής του, ακόμα και το σύγχρονο του Μητροπολίτη Αθηνών!

Είναι γεγονός πως αναφερόμαστε σε μια εποχή αβεβαιότητας μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων σχετικώς με την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πρέπει, σχετικώς με τον ελληνικό μεγαλοϊδεατισμό, να σημειωθεί ότι, ενώ υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ μιας λόγιας μερίδας του έθνους, επηρεασμένης από τις δυτικές απόψεις του Διαφωτισμού και του Ορθολογισμού, και μιας ίσως μικρότερης επηρεασμένης από την «Πολιτική Ορθοδοξία», λόγω της πολιτικής ρευστότητας στην ευρύτερη πολιτική περιοχή της Μεσογείου, δεν είναι δυνατό να σταθμίσουμε με κάποια σχετική ακρίβεια κάποιο μετακινούμενο ρεύμα της κοινής γνώμης που δημιουργείται κάτω από τόσο ρευστές καταστάσεις.

Αυτό που μπορούμε να πούμε με απόλυτη βεβαιότητα είναι ότι η οδυνηρότατη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 αποτέλεσε το καταληκτικό όριο των όποιων μετακινήσων της ελληνικής κοινής γνώμης, είτε της λαϊκής είτε ακόμα και της λόγιας. Ένα καλό και διαφωτιστικό παράδειγμα επί του προκειμένου είναι όσα συνέβησαν με τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Σχολή αυτή ιδρύθηκε και λειτούργησε πάνω σε ευρωπαϊκά πρότυπα. Η δυτική όμως επίδραση ήταν περιορισμένη, γιατί ο εκκλησιαστικός κλήρος ήταν τελείως άμοιρος πανεπιστημιακής μόρφωσης, ενώ η εκκλησιαστική ηγεσία της χώρας ήταν συνήθως επιρρεπής προς την Πολιτική Ορθοδοξία. Για τη θεολογική Σχολή, τα χρόνια εκείνα, κατά ευρωπαϊκή μίμηση, η εσχατολογία αποτελούσε απλώς το τελευταίο κεφάλαιο της δογματικής διδασκαλίας της εκκλησίας, το οποίο αναφέρεται αποκλειστικώς στα μετά θάνατον και δεν ασχολείται καθόλου με ζητήματα της Πολιτικής Ορθοδοξίας. Και όμως, παρόλο αυτόν το δυτικό προσανατολισμό της θεολογικής Σχολής, ήρθαν στιγμές που μας έδωσαν μια διαφορετική εικόνα. Ένα παράδειγμα που παραθέτω μιλάει από μόνο του: ένας καθηγητής γερμανοσπουδασμένος, με αξιόλογο ερμηνευτικό στα Ευαγγέλια συγγραφικό έργο, ένας ψυχρός όπως δείχνει αναλυτής της επιστήμης του, ο Νικόλαος Δαμαλάς, σε πανηγυρικό λόγο του στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου, εξεφώνησε λόγο κατά την κρίση του πολεμικού έτους 1897, στον οποίο, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο συμπαθέστατος Δαμαλάς ερμήνευσε τον αριθμό 666 της Αποκάλυψης ως αναφερόμενο στον Μωάμεθ και τα κεφ. 9-14 του ίδιου βιβλίου ως αναφερόμενα στην ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας!! Το παράδειγμα αυτό είναι ενδεικτικό της αβεβαιότητας που οι κρατούσες στην περιοχή ρευστές συνθήκες μετέδιδαν όχι μόνο στις λαϊκές μάζες αλλά και στο χώρο των διανοουμένων.

Έχουμε την εντύπωση ότι η τραγωδία της Μικρασιατικής καταστροφής ήταν για τον Ελληνισμό το τέλος της «Κωνσταντίνειας εποχής». Κι αυτά που ακολούθησαν δεν ήταν δυνατό να χαρακτηρίζονται από μια ομαλότητα στην ανάπτυξη τους, έτσι όπως έγιναν κάτω από τραυματικές καταστάσεις. Οι θεολογικές σχολές επέλεξαν μια συντηρητική γραμμή, αλλά στη γενική κατεύθυνση σύμφωνη με συντηρητικά δυτικά πρότυπα! Δεν περνάει ούτε καν η ιδέα σε κανέναν καθηγητή, δογματικό ή μη, να απασχοληθεί με το θέμα της Πολιτικής Ορθοδοξίας. Σαν να μην υπήρξε ποτέ! Οι «Δογματικές...», των καθηγητών Χρ. Ανδρούτσου, Παναγ. Τριμπέλα και Ιωάννη Καρμίρη, πραγματεύονται τα έσχατα με την έννοια της εκκλησιαστικής διδαχής περί των μετά θάνατον. Εξάλλου, η εκκλησιαστική Ιεραρχία, μετά τα τραγικά γεγονότα, κλείστηκε ακόμα περισσότερο στο λειτουργικό και τελετουργικό καβούκι, χωρίς προοπτική και διέξοδο. Ο παπάς έπαψε να παίζει το ρόλο του Παπαφλέσσα και ο «Δεσπότης» άρχισε να νιώθει λίγο στενόχωρα με το βυζαντινό αυτό τίτλο και τη βασιλική φορεσιά. Μάλιστα, βρέθηκε κάποιος επίσκοπος ο οποίος στη δεκαετία του ’50 έγραψε στον Εθνικό Κήρυκα σειρά άρθρων, διαμαρτυρόμενος για τον εθναρχικό ρόλο που η ιστορία φόρτωσε στους λειτουργούς της εκκλησίας, οι οποίοι προορίζονταν μόνο για το πνευματικό έργο του χριστιανού επισκόπου! Ήταν ο μητροπολίτης Καρυστίας κ. Παντελεήμων.

Στο λαϊκό επίπεδο, οι ιδέες της Πολιτικής Ορθοδοξίας φυτοζωούσαν μετά τη Μικρασία σε περιορισμένους κύκλους. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν ο μικρός κύκλος της αξιοσέβαστης κυρίας Κωνσταντίνας Ζολώτα είναι ο μόνος άξιος μνείας, χωρίς αυτό να σημαίνει ευρύτερη επίδραση. Ούτε στις μεγάλες θρησκευτικές οργανώσεις που αναπτύχθηκαν πολύ κατά τις δεκαετίες που μας ενδιαφέρουν εμφανίστηκαν στοιχεία Πολιτικής Ορθοδοξίας. Το σύνθημα περί «Ελλάδας του Χριστού» δεν είχε την έννοια κάποιου πολιτικού ιδεολογήματος ή κάποιας θρησκευτικής εσχατολογίας. Εκκοσμικευμένες [εκδόσεις] αυτού του συνθήματος υπήρξαν «ο Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός» της δικτατορίας του Μεταξά και το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» της Χούντας των Συνταγματαρχών. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το slogan έχει καθαρά πολιτικό χαρακτήρα, ακαθόριστο όμως σε περιεχόμενο.

Τα περί αποστολής του ελληνικού έθνους και της Ορθοδοξίας ως προς τα άλλα ορθόδοξα έθνη παρουσιάστηκαν κατά τα εγγύς σε μας χρόνια, ιδίως μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Τα κηρύγματα περί «Ορθοδόξου Τόξου», εκτεινόμενου προς Ανατολάς μέχρι τη Μόσχα και προς Δυσμάς μέχρι τη Βοσνία, είχε για τους κήρυκες του την έννοια της ώρας του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας, είχε εσχατολογικό-πολιτικό νόημα. Επρόκειτο περί ενός ανόητου κατασκευάσματος, στη διαμόρφωση του οποίου έπαιξαν ρόλο πρόσωπα ηγούμενα της εκκλησίας σήμερα, αλλά και κάποια μέλη του Κοινοβουλίου! Για να μην πούμε εδώ τίποτε άλλο, περιοριζόμαστε στα εξής: Η Πολιτική Ορθοδοξία, οσάκις δοθεί κάποιο ισχυρό έναυσμα, αναβιώνει κατά κάποιον τρόπο, ενώ φιλόδοξοι και επιτήδειοι άνθρωποι εκμεταλλεύονται πάντοτε αυτές τις καταστάσεις. Επρόκειτο, βέβαια, και πάλι για «μπαλόνι»: όχι μόνο εκτεθήκαμε ως χώρα αλλά και ως Ορθοδοξία έχασε μια ευκαιρία να αναθεωρήσει τον εαυτό της εκ βάθρων. Κάποια ΜΜΕ μάζεψαν όλα τα σκουπίδια από την υπόθεση αυτή και τα συνδύασαν με κάποια τυχοδιωκτική πολιτική έναντι γειτόνων μας λαών. Όλα αυτά τα φρόκαλα περί «ορθόδοξου τόξου», περί αποστολής της Ελλάδας προς όλες τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες και προς ολόκληρο τον κόσμο (!) θύμισαν βυζαντινά πολιτικο-θρησκευτικά ιδεολογήματα. Τι βγήκε απ' όλα αυτά; Βγήκε, σε παγκόσμια κλίμακα, η ταπείνωση της χώρας.

Η έξαψη που επικρατεί στις σχέσεις μας με την Τουρκία συντηρεί ορισμένους κύκλους, ιδίως εκκλησιαστικούς, σε «εγρήγορση», από την οποία ξεπηδούν συχνά συνθήματα της Πολιτικής Ορθοδοξίας, που σε κάποιους κύκλους, ευτυχώς περιορισμένους, προσλαμβάνουν τη μορφή υστερίας. Εκείνο που διερωτάται ο φρόνιμος πολίτης είναι τούτο: Γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο για τη χώρα από την εκτροφή τέτοιων εστιών δίνουν μάλιστα ενίοτε την εντύπωση πως οι ομάδες αυτές σε κάποιους τομείς εξυπηρετούν το πρόγραμμα τους! Ενώ για τον απλό έλληνα πολίτη υπάρχει ένα αξίωμα: «Όχι φούμαρα. Μόνο μια ακριβής και λογικά σωστή ανάλυση της κατάστασης μπορεί να οδηγήσει στη λύση των προβλημάτων».


Αναπαραγωγή από:

* Σάββας Αγουρίδης, «Πολιτική Ορθοδοξία»,
Ουτοπία: διμηνιαία έκδοση θεωρίας και πολιτισμού
[ISSN: 1105-9141] (τεύχ. 34), Μάρτ.- Απρ. 1999, σσ. 61-66.
[Greek/Ελληνικά PDF]

Wednesday, February 3, 2010

Ζητείται αποκαλυπτικός Ιησούς /
In need of an apocalyptic Jesus


«Ever since Albert Schweitzer’s devastating critique of the "Liberal" Lives, it has been assumed that one of the surest ways to guard against domesticating Jesus is to stress his apocalyptic outlook. Jesus, it is emphasised, believed in an imminent and cataclysmic appearance of God, a judgment of humanity, and the dawn of a new age. I should perhaps make it clear from the start that I am wholly persuaded by the apocalyptic Jesus; there is clearly some element of the "here and now" in Jesus' message, but he clearly expected some dramatic divine intervention in the not too distant future. My question isn’t whether Jesus held an apocalyptic outlook, but whether the apocalyptic Jesus is really as alien to modern people as once he was.

Against this background, a non-apocalyptic Jesus sounds oddly complacent, stuck in an 80s time warp, when the only thing to rail about was conspicuous consumption and social inequalities. Of course, these things are important, and I don’t doubt that Jesus had something to say on the matter, but in a modern context these reconstructions seem to lack an important dimension. There is no point in teaching others to fiddle a better tune if Rome is about to burn all around you».

[«Από τότε που ο Albert Schweitzer άσκησε την καταλυτική του κριτική στους "Φιλελεύθερους" Βίους [ενν. του Ιησού], θεωρήθηκε ότι ένας από τους ασφαλέστερους τρόπους προστασίας του Ιησού από ευτελισμό είναι η έμφαση στην αποκαλυπτική του προοπτική. Ο Ιησούς, τονίζεται, πίστευε σε μια επικείμενη και κατακλυσμιαία εμφάνιση του Θεού, στην κρίση της ανθρωπότητας, και στην αυγή μιας νέας εποχής. Θα έπρεπε ίσως να διευκρινήσω εξαρχής ότι είμαι εντελώς πεπεισμένη από τον αποκαλυπτικό Ιησού· υπάρχει σαφώς κάποιο στοιχείο του "εδώ και τώρα" στο μήνυμα του Ιησού, αλλά σαφώς περίμενε κάποια δραματική θεϊκή παρέμβαση στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον. Το ζήτημα κατ' εμέ δεν είναι το αν ο Ιησούς είχε μια αποκαλυπτική προοπτική, αλλά αν ο αποκαλυπτικός Ιησούς είναι πράγματι τόσο ξένος στους σύγχρονους ανθρώπους όπως ήταν κάποτε.

Σε αντιδιαστολή με αυτό το σκηνικό, ο μη αποκαλυπτικός Ιησούς ακούγεται παράξενα εφησυχασμένος, κολλημένος σε μια στροφή του χρόνου της δεκαετίας του 1980, όταν το μόνο πράγμα για να αντιταχθεί κανείς ήταν η επιδεικτική κατανάλωση και οι κοινωνικές ανισότητες. Φυσικά, αυτά είναι σημαντικά ζητήματα, και δεν αμφισβητώ ότι ο Ιησούς είχε κάτι να για αυτό το ζήτημα, αλλά στην σημερινή πραγματικότητα φαίνεται να λείπει σε αυτές τις ανακατασκευές μια σημαντική διάσταση. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν εντελώς επουσιώδες».]
* Helen K. Bond,
«The Relevance of an Apocalyptic Jesus»
[Η αναγκαιότητα ενός Αποκαλυπτικού Ιησού],
The Bible and Interpretation, February/Φεβρουάριος 2010.