.

Showing posts with label MAGDALINO PAUL. Show all posts
Showing posts with label MAGDALINO PAUL. Show all posts

Tuesday, August 10, 2010

The Byzantine concept
of being the new Israel and the chosen people /
Η αντίληψη του Βυζαντίου
ως νέου Ισραήλ και εκλεκτού λαού


Η Νέα Ιερουσαλήμ
(Bamberger Apokalypse Folio 55)


«The concepts of new Israel and chosen people corresponded to two beliefs that the Byzantines held about the place of their society in the world and in history. One was their sense of Orthodoxy, by which they meant not only right belief but also, increasingly from the seventh century, right practice in ritual and worship. The other was their theory of theocracy: the divine institution of the Christian empire, and the Christ-loving emperor’s co-kingship with Christ. Both Byzantine Orthodoxy and Byzantine theocracy were fundamentally incompatible with Judaism. At the base of the orthodoxy defined by the early Church councils were the doctrines of the Trinity, and the Virgin Birth, Crucifixion, and Resurrection of Christ as the incarnate God; Orthodoxy also came to embrace the cult of the Virgin Mary, the veneration of icons, and reverence for the monastic life. All these features of Christianity were strenuously rejected by the Jews, as by Islam. Byzantine theocracy was based on the principle that the Christian empire was the earthly manifestation and anticipation of the kingdom of Christ, which superseded all other terrestrial realms; in other words, it was the messianic kingdom announced by the Old Testament prophets and awaited by the Jews along with the true Anointed of God. It is thus not surprising that the three most forceful medieval expressions of the theocratic argument that the Christian empire is not the fourth, iron kingdom of Daniel’s prophecy, but the eternal “fifth monarchy,” all occur in the context of refutations of the Jews. The need to refute Jewish messianic expectations based on the Bible also helps to explain why Byzantine apocalyptic texts foresee such a negative role for the Jews in the Last Things, as the supporters of Antichrist (i.e., their “false Messiah”), and as the obdurate Christ-killers who refuse to recognize the Supreme Judge until it is too late.»



«Οι αντιλήψεις περί νέου Ισραήλ και εκλεκτού λαού βρήκαν το αντίστοιχό τους σε δύο πεποιθήσεις τις οποίες διακρατούσαν οι Βυζαντινοί σχετικά με τη θέση της κοινωνίας τους στον κόσμο και στην ιστορία. Η μία αφορούσε το αίσθημα Ορθοδοξίας, με την οποία δεν εννοούσαν μόνο το ορθό πιστεύω αλλά επίσης, όλο και περισσότερο από τον έβδομο αιώνα και έπειτα, την ορθή πρακτική στο τελετουργικό και τη λατρεία. Η άλλη ήταν η θεωρία περί θεοκρατίας: το θεϊκό καθίδρυμα της χριστιανικής αυτοκρατορίας και η συμβασιλεία του χριστολάτρη αυτοκράτορα μαζί με τον Χριστό. Αμφότερες η Βυζαντινή Ορθοδοξία και η Βυζαντινή θεοκρατία ήταν ριζικά ασύμβατες με τον Ιουδαϊσμό. Στη βάση της ορθοδοξίας όπως ορίστηκε από τις πρώιμες εκκλησιαστικές συνόδους ήταν τα δόγματα της Τριάδας και της Παρθενογέννησης, της Σταύρωσης και της Ανάστασης του Χριστού ως ενσαρκωθέντος Θεού· η Ορθοδοξία επίσης κατέληξε στην υιοθέτηση της λατρείας της Παρθένου Μαρίας, της τιμητικής ευλάβειας προς τις εικόνες και της τιμητικής ευλάβειας προς τον μοναστικό βίο. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά του Χριστιανισμού απορρίπτονταν σθεναρά από τους Ιουδαίους, όπως επίσης και από το Ισλάμ. Η βυζαντινή θεοκρατία βασιζόταν στην αρχή ότι η χριστιανική αυτοκρατορία αποτελούσε την επίγεια έκφραση και προεικόνιση της βασιλείας του Χριστού, η οποία αντικατέστησε όλα τα άλλα γήινα βασίλεια· με άλλα λόγια, ήταν η μεσσιανική βασιλεία που ανήγγειλαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και ανέμεναν οι Ιουδαίοι μαζί με τον αληθινό Χρισμένο του Θεού. Δεν προκαλεί συνεπώς έκπληξη ότι οι τρεις πιο δυναμικές μεσαιωνικές εκφράσεις του θεοκρατικού επιχειρήματος ότι η χριστιανική αυτοκρατορία δεν είναι η τέταρτη, σιδερένια βασιλεία της προφητείας του Δανιήλ, αλλά η αιώνια «πέμπτη μοναρχία», όλες εμφανίζονται εν μέσω έργων που αντέκρουαν τους Ιουδαίους. Η ανάγκη για να αντικρουστούν οι ιουδαϊκές μεσσιανικές προσδοκίες που βασίζονταν στη Βίβλο βοηθάει επίσης στην εξήγηση του λόγου για τον οποίο τα βυζαντινά αποκαλυπτικά κείμενα προβλέπουν έναν τόσο αρνητικό ρόλο για τους Ιουδαίους κατά τα Έσχατα, ως υποστηρικτών του Αντιχρίστου (δηλαδή, του «ψευδομεσσία» τους) και ως πεισματικών Χριστοκτόνων που αρνούνται να αναγνωρίσουν τον Υπέρτατο Κριτή πριν να είναι πολύ αργά».



* Nicholas De Lange, Robert Nelson & Paul Magdalino,
The Old Testament in Byzantium
[Η Παλαιά Διαθήκη στο Βυζάντιο],
Harvard University Press, 2009,
pp./σσ. 28, 29.

Tuesday, June 15, 2010

Paul Magdalino:
Εσχατολογικές ερμηνείες προφητειών στο Βυζάντιο /
Eschatological interpretations of prophecies at Byzantium

Αλληγορία της Άνω Ιερουσαλήμ, εικόνα, περίπου 1500.
Κέρκυρα, Μονη Πλατυτέρας: Η οχυρωμένη Ιερουσαλήμ,
επάνω δεξιά στην κορυφή του βουνού, περιγράφεται στην Αποκάλυψη 21:10-27.
Κάτω αριστερά διακρίνεται η τειχισμένη Βαβυλών, "μήτηρ των βδελυγμάτων της γης".
(Π. Βοκοτάπουλος, Βυζαντινές εικόνες, σ. 178. εικ. 160.)


«Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός (527-565) προώθησε δραστήρια την έλευση της βασιλείας του Χριστού με την επιβολή θρησκευτικής ομοιομορφίας και με την ανέγερση της Αγίας Σοφίας, του υπέρτατου ναού. Η δυστυχία που προκάλεσε με τους πολέμους του και τις διώξεις, μαζί με τους καταστρεπτικούς λοιμούς και σεισμούς της βασιλείας του, τον έκαναν να μοιάζει εντόνως με τον Αντίχριστο. Οι ορδές των Αβάρων και των Σλάβων, που διέτρεχαν τη βαλκανική χερσόνησο επί μισό αιώνα μετά τον Ιουστινιανό, ταίριαζαν με την περιγραφή των Γωγ και Μαγώγ, και όταν στη δεκαετία του 620 η εισβολή τους κορυφώθηκε, συμπίπτοντας με τον αγώνα ζωής ή θανάτου που έκανε η αυτοκρατορία με την Περσία των Σασσανιδών, όλες οι προφητείες έμοιαζαν να εκπληρώνονται. Η Ιερουσαλήμ, όπου αναμενόταν να συμβεί η Δευτέρα Παρουσία, ξεχώρισε ιδιαίτερα κατά τον περσικό πόλεμο. Οι Πέρσες κατέλαβαν την πόλη το 616 και την βεβήλωσαν με μεγάλη σφαγή και με την υποτιθέμενη συνεργασία των Εβραίων, οι οποίοι αναμενόταν ότι θα καλωσόριζαν τη βασιλεία του Αντίχριστου. Οι Πέρσες πήραν επίσης το τμήμα του Τιμίου Σταυρού που φυλασσόταν στην Ιερουσαλήμ, και όταν ο αυτοκράτορας Ηράκλειος νίκησε στον πόλεμο, έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην επαναφορά του ιερού κειμηλίου με μεγάλη επισημότητα.

[...] Στη συνέχεια ο βασιλεύς των Ελλήνων θα βασιλεύσει στην Ιερουσαλήμ επί δέκαμισι χρόνια, ώσπου να εμφανιστεί ο Αντίχριστος, οπότε ο βασιλεύς θα στήσει τον Σταυρό στον Γολγοθά, θα κρεμάσει επάνω του το στέμμα του και θα παραδώσει την ψυχή του. Αυτό θα αποτελέσει την έναρξη της βασιλείας του Αντίχριστου, της Δευτέρας Παρουσίας και της Τελικής Κρίσεως.

Η διάρκεια της περιόδου της ειρήνης δεν δίνεται· αν εννοείται όμως ότι ο αυτοκράτορας που θα καταστρέψει το Ισλάμ και ο τελευταίος αυτοκράτορας είναι το ίδιο πρόσωπο, είναι απίθανο ο ψευδο-Μεθόδιος να οραματίσθηκε περισσότερα από πενήντα χρόνια ανάμεσα στο 691-2 και στο τέλος του κόσμου. Ένα σύγχρονο κείμενο, οι ομιλίες για το Εξαήμερον, που αποδίδεται στον Αναστάσιο τον Σιναΐτη, εικάζει, βασιζόμενο σε δύο παραβολές του Ευαγγελίου, ότι το τέλος μπορεί να συμβεί το έτος 6250 από Δημιουργίας, το οποίο αντιστοιχεί στο 741-2 μ.Χ. Η χρονολόγηση αυτή είναι η παλαιότερη σαφής μαρτυρία μιας προσπάθειας να τεθεί ένα χρονικό όριο σύμφωνα με τις κλασματικές διαιρέσεις της έβδομης χιλιετίας. Αναμφίβολα, η ιδέα αυτή υπήρχε και πριν από τα τέλη του έβδομου αιώνα, αλλά το γεγονός ότι εκφράζεται ταυτόχρονα με την προφητεία του ψευδο-Μεθόδιου είναι ασφαλώς σημαντικό.

Η προφητεία του ψευδο-Μεθόδιου είχε τεράστια επιτυχία σε όλο τον χριστιανικό κόσμο και σύντομα εμφανίστηκαν ελληνικές και λατινικές μεταφράσεις της. Η ιδέα του τελευταίου αυτοκράτορα συσχετίστηκε με πολλούς ηγεμόνες, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, σε ολόκληρο τον Μεσαίωνα, και επηρέασε τα ποικίλα "Οράματα του Δανιήλ" που κυκλοφόρησαν τον όγδοο και τον ένατο αιώνα».

* Paul Magdalino,
«Το τέλος του χρόνου στο Βυζάντιο»
Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 75, Ιούνιος 2000,
pp./σσ. 27, 28.
[Greek/Ελληνικά PDF]

Saturday, March 6, 2010

Η Κωνσταντινούπολη, το Τέλος του Κόσμου & ο Αποκαλυπτικισμός των Βυζαντινών /
Constantinople, the End of Time & the Apocalypticism of the Byzantines


«While the fate of the empire continued to play a part in western apocalyptic thought, especially among those circles that borrowed and exploited the motif of the Last Roman Emperor, it remained much more central to eastern visions of the end, which, moreover, came to focus on the fate of Constantinople to a degree that was unmatched by western concern for any one place, including Rome. Constantinople, as the New Rome, not only embodied the power and the identity of the fourth and last world empire; it also inherited the role of Old Rome as the Babylon the Great of apocalyptic imagination, which would suffer violent destruction at the end of time. Its apocalyptic significance was further enhanced by its alternative identity as the New Jerusalem of the New Israel, a holy city full of relics and churches, including the temple to end all temples, Hagia Sophia. Jerusalem itself could only come into its own as the scene of the Last Things once Constantinople was no longer there to overshadow it. The end of Constantinople was therefore a necessary precondition for the end of the world, and between the one and the other there was not much to look forward to: at most, a brief transfer of imperial power to some other centre, the invasions of the unclean peoples, Gog and Magog, and their extermination by the Last Emperor before his abdication in Jerusalem, leading to the short reign of Antichrist, the Second Coming and the Last Judgement. In this post-Constantinople scenario, the only event that really interested the writers and readers of Byzantine apocalyptic texts was the role of the Jews in the  reign of Antichrist and their fate at the Last Judgement. Otherwise, the important part of the drama as far as they were concerned was set in Constantinople; not only that, but according to the tenth-century Patria of Constantinople and Latin writers of the thirteenth century, the story was actually narrated in the sculptures and the inscriptions of the monuments set up by Constantine and other early Christian emperors.

This almost exclusive concentration on the fate of the empire and its capital meant that the signs of the approaching end to which Byzantines were most attuned were those that announced the destruction of Constantinople –whether by invasion, plague, fire, wind, earthquake or submersion in the sea. The corollary was a relative indifference to those indicators that affected the fate of mankind in general. Most significantly, after the sixth century, there is no evidence that Byzantium was seriously concerned with the preaching of the Gospel among all the peoples of the earth, which Christ had ordained as a necessary precondition of the End (Mt 24, 14). The conversion of Byzantium’s neighbours to the Byzantine form of Christianity happened almost by default. By contrast, the Latin West had a pro-active missionary policy from the time of Gregory the Great, and the idea of realising Christ’s prophecy was always present».

[«Μολονότι η μοίρα της αυτοκρατορίας συνέχισε να παίζει κάποιο ρόλο στη δυτική αποκαλυπτική σκέψη, ειδικά μεταξύ των κύκλων που δανείστηκαν και εκμεταλλεύτηκαν το μοτίβο του Τελευταίου Ρωμαίου Αυτοκράτορα, παρέμεινε πολύ περισσότερο στο επίκεντρο των ανατολικών οραμάτων του τέλους, τα οποία, επιπρόσθετα, έφτασαν ως το σημείο να εστιάσουν στη μοίρα της Κωνσταντινούπολης σε βαθμό που δεν είχε το προηγούμενό του στο δυτικό ενδιαφέρον για κάποιο τόπο, περιλαμβανομένης και της Ρώμης. Η Κωνσταντινούπολη, ως Νέα Ρώμη, όχι μόνο ενσωμάτωσε την εξουσία και την ταυτότητα της τέταρτης και τελευταίας παγκόσμιας αυτοκρατορίας· κληρονόμησε επίσης το ρόλο της Παλιάς Ρώμης ως Βαβυλώνας της Μεγάλης της αποκαλυπτικής φαντασίας, η οποία θα υπέφερε βίαιη καταστροφή στον καιρό του τέλους. Η αποκαλυπτική της σημασία αυξήθηκε περαιτέρω από την εναλλακτική της ταυτότητα ως Νέας Ιερουσαλήμ του Νέου Ισραήλ, μιας πόλης γεμάτης με λείψανα και εκκλησίες περιλαμβανομένου και του ναού που θα ήταν ο τελευταίος όλων των ναών, της Αγίας Σοφίας. Η Ιερουσαλήμ δεν θα μπορούσε να επανακτήσει τη θέση της ως το σκηνικό των Εσχάτων παρά μόνο όταν δεν θα υπήρχε πια η Κωνσταντινούπολη για να την επισκιάζει. Το τέλος της Κωνσταντινούπολης ήταν συνεπώς μια απαραίτητη προϋπόθεση για το τέλος του κόσμου, και στο μεταξύ τους διάστημα δεν υπήρχαν και πολλά πράγματα στα οποία να αποβλέπουν: το πολύ, μια σύντομη μεταφορά της αυτοκρατορικής ισχύος σε κάποιο άλλο κέντρο, οι εισβολές των ακάθαρτων λαών, του Γωγ και του Μαγώγ, και ο αφανισμός τους από τον Τελευταίο Αυτοκράτορα πριν την παραίτησή του στην Ιερουσαλήμ, που θα οδηγούσε στην σύντομη διακυβέρνηση του Αντιχρίστου, τη Δευτέρα Παρουσία και την Τελική Κρίση. Σε αυτό το μετακωνσταντινουπολίτικο σενάριο, το μόνο γεγονός που ενδιέφερε τους συγγραφείς και τους αναγνώστες των βυζαντινών αποκαλυπτικών κειμένων ήταν ο ρόλος των Ιουδαίων στη διακυβέρνηση του Αντιχρίστου και η μοίρα τους στην Τελική Κρίση. Διαφορετικά, το σημαντικό μέρος του δράματος στο βαθμό που τους αφορούσε θα λάβαινε χώρα στην Κωνσταντινούπολη· και όχι μόνο αυτό, αλλά σύμφωνα με τα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως του δεκάτου αιώνα και Λατίνους συγγραφείς του δεκάτου τρίτου αιώνα, η αφήγηση της ιστορίας βρίσκονταν στα γλυπτά και τις επιγραφές των μνημείων που ανεγέρθηκαν από τον Κωνσταντίνο και άλλους πρώιμους χριστιανούς αυτοκράτορες.
Αυτή η σχεδόν αποκλειστική επικέντρωση στη μοίρα της αυτοκρατορίας και στην πρωτεύουσά της σήμαινε ότι τα σημεία του επερχόμενου τέλους με τα οποία ήταν πιο εξοικειωμένοι οι Βυζαντινοί ήταν εκείνα που ανήγγειλαν την καταστροφή της Κωνσταντινούπολης –μέσω εισβολής, μάστιγας, φωτιάς, ανέμου, σεισμού ή βύθισης στη θάλασσα. Το επακόλουθο ήταν μια σχετική αδιαφορία για τις ενδείξεις εκείνες που επηρέαζαν τη μοίρα της ανθρωπότητας συνολικά. Το πιο σημαντικό είναι ότι, μετά τον έκτο αιώνα, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το Βυζάντιο ενδιαφερόταν σοβαρά να κηρύξει το Ευαγγέλιο ανάμεσα στους λαούς της γης, το οποίο είχε προκαθορίσει ο Χριστός ως την απαραίτητη προϋπόθεση για το Τέλος. (Ματ 24:14) Η μεταστροφή των γειτόνων του Βυζαντίου στη βυζαντινή μορφή του Χριστιανισμού έγινε σχεδόν χωρίς καμία ενέργεια. Αντίθετα, η Λατινική Δύση είχε μια πολιτική ιεραποστολικής προεργασίας από τον καιρό του Μεγάλου Γρηγορίου, και η ιδέα της πραγματοποίησης της προφητείας του Χριστού ήταν πάντα παρούσα».]
* Paul Magdalino,
«The End of Time in Byzantium»
[«Το Τέλος του Κόσμου στο Βυζάντιο»]
in/στο: Wolfram Brandes & Felicitas Schmieder,
Eschatologie in den monotheistischen Weltreligionen,
Berlin, New York/Βερολίνο, Νέα Υόρκη (Walter de Gruyter) 2008, pp./σσ.  121, 122.