.

Showing posts with label ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΧΙΛΙΑΣΜΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ: ΧΙΛΙΑΣΜΟΣ. Show all posts

Thursday, December 29, 2011

Η Βασιλεία του Θεού:
Βίαιη ανατροπή
ή βαθμιαία χριστιανοποίηση
του κόσμου; /

The Kingdom of God:
Violent overthrow
or gradual Christianization
of the world?



Στ. Ζουμπουλάκης (επιμ.),
Η μεσσιανική ιδέα και οι μεταμορφώσεις της.
Από την Παλαιά Διαθήκη ως τους πολιτικούς μεσσιανισμούς του 20ου αιώνα

(Συναντήσεις 1), εκδ. ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ, Αθήνα 2011.

Ο εισηγητής [Αντ. Πινακούλας] ξεκινάει αναφερόμενος στην ιδέα της Βασιλείας του Θεού. Κατά την άποψή του, αυτή εμφανίζεται συνήθως με δύο τρόπους:
«Είτε ως χιλιαστική προσδοκία βίαιης ανατροπής του αμαρτωλού κόσμου είτε ως πρόγραμμα βαθμιαίας χριστιανοποίησής του» (σελ. 129).
Πράγματι, θα συμφωνήσω ότι ο χριστιανικός χιλιασμός, στη γνήσια μορφή του, σημαίνει τη βίαιη ακύρωση και αντικατάσταση των ανθρώπινων κυβερνήσεων από την ουράνια κυβέρνηση. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση θεωρείται ότι η ουράνια κυβέρνηση εκφράζεται μέσω των ανθρώπινων κυβερνήσεων. Εν προκειμένω, ο
«βυζαντινός μεσσιανισμός είναι η συνείδηση των κατοίκων του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους ότι η αυτοκρατορία ήταν η πραγμάτωση του χριστιανικού ιδεώδους από τη στιγμή που την κυβέρνησή της ανέλαβαν οι χριστιανοί» (σελ. 130).
Βέβαια, ένα καλό ερώτημα είναι πώς και γιατί έγινε η μετάβαση από τον χιλιασμό στον βυζαντινό μεσσιανισμό. Ο εισηγητής αναφέρει ότι την οδό προετοίμασαν Πατέρες όπως ο Μελίτων Σαρδέων και ο Ωριγένης. Τούτοι υποστήριξαν την κοινή μοίρα και τη σύγκλιση μεταξύ Αυτοκρατορίας και Εκκλησίας κατά τη βούληση του Θεού, έτσι ώστε να μπορεί να λεχθεί μάλιστα ότι οι διωγμοί δεν αποτέλεσαν παρά ατυχήματα λόγω άγνοιας της εξουσίας (σελ. 131, 134). Ο εισηγητής παρατηρεί ότι αυτή η αντίληψη
«κυοφορήθηκε για έναν αιώνα μετά τη διάψευση ενός επικείμενου τέλους της ιστορίας, που προσδιοριζόταν στην αρχή στα όρια μιας γενιάς» (σελ. 133).
Πράγματι, φαίνεται ότι η απογοήτευση για το ότι δεν εγκαθιδρύθηκε η χιλιετής βασιλεία του Θεού τόσο σύντομα όσο αναμενόταν άνοιξε τον δρόμο για την «επανερμηνεία» του μεσσιανισμού (Βλ. Ματθαίος 25:5· Λουκάς 20:11, 12). Ως αποτέλεσμα, με τον καιρό, παρά την αρχική «αρνητική θεώρηση του ρωμαϊκού κράτους», «χρωματίζεται όλο και πιο θετικά η θέση του ανάμεσα στον παρόντα χρόνο και σε εκείνον του Αντιχρίστου» (σελ. 141).








* earlychristiandoctrine,
«Από τον χιλιασμό στη βυζαντινή Βασιλεία του Θεού»,
29 Δεκεμβρίου 2011.

Thursday, December 30, 2010

Α chiliastically eschatological interpretation
by the Greek Orthodox Church
concerning current political events /

Μια χιλιαστικά εσχατολογική ερμηνεία
της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας
σε σύγχρονα πολιτικά γεγονότα


«Το έναυσμα της επικριτικής αποτίμησης της εκκλησιαστικής πολιτικής των Φιλελευθέρων έδωσε ο Κασσανδρείας Ειρηναίος, ο οποίος ανέγνωσε σχετικό υπόμνημά του. Ο Ειρηναίος αναφέρθηκε σε διάφορα επιτεύγματα της κυβέρνησης των Φιλελευθέρων, για να τα αντιπαραβάλλει με την εκκλησιαστική της πολιτική και να καταστήσει πιο εμφανείς τις αδυναμίες της τελευταίας. Το καινοτόμο στοιχείο που εισήγαγε η συλλογιστική του Ειρηναίου δεν ήταν η κριτική προς την κυβέρνηση, αλλά το ερμηνευτικό εργαλείο που δεν ήταν άλλο από την επίκληση της υπονομευτικής και παγκόσμιας δράσης του Σιωνισμού και του Μασονισμού. Βασιζόμενος στα 'Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών', τα οποία γνώρισαν ευρύτατη απήχηση στη Θεσσαλονίκη, τα έτη 1924 και 1928, υποστήριξε στη Σύνοδο [στις 14 Ιουνίου 1929] ότι η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας ελεγχόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από το Μασονισμό και ότι οι Σιωνιστές «εξαπολύουσι ανά τον Κόσμον όλας τας ανατρεπτικάς κοινωνιστικάς θεωρίας και ιδρύουσι Σωματεία οίον κομμουνισμόν, μπολσεβικισμόν, χιλιασμόν, χριστιανικάς αδελφότητας κτλ., δι' ων επιδιώκεται ο κλονισμός εν γένει των θρησκευτικών πεποιθήσεων του ανθρωπίνου γένους, η καταπολέμησις ιδία του Χριστιανισμού, η ηθική διαφθορά του Λαού, η διάλυσις των Χριστιανικών Πολιτειών και η επιβολή της βασιλείας του αντίχριστου». Το σχήμα αυτό υπήρξε ιδιαίτερα χρήσιμο για τον Ειρηναίο και όσους το αποδέχονταν, επειδή μπορούσε να αξιοποιηθεί για να ερμηνευτούν όλες σχεδόν οι πτυχές των σχέσεων του κράτους με την Εκκλησία. Παράλληλα όμως, η παραδοξότητά του έγκειτο στο γεγονός ότι γινόταν το εφαλτήριο για την ενδυνάμωση του αιτήματος των διακριτών ρόλων των δύο φορέων εξουσίας, με πρωτοβουλία μάλιστα όχι της Πολιτείας, αλλά της Εκκλησίας».


* Θεοδόσης Τσιρώνης,
Εκκλησία πολιτευόμενη Ο πολιτικός λόγος και ρόλος της Εκκλησίας της Ελλάδος 1913-1941,
εκδ. Επίκεντρο, 2010,
pp./σσ. 266, 267.

Saturday, June 12, 2010

Δημήτρης Κυρτάτας:
Η έναρξη της Έκτης Χιλιετίας & η πρωτοχριστιανική Εκκλησία /
The beginning of the Sixth Millennium & the Early Christian Church



Mausoleum of Galla Placidia in Ravenna, Italy


«Όπως ισχυριζόταν ο προφήτης Ιωάννης στην Αποκάλυψη, ο Ιησούς θα βασίλευε με τους αγίους του επί χίλια χρόνια. Καθώς πλησίαζε το έτος έξι χιλιάδες από τη δημιουργία του κόσμου, ορισμένοι σκέφτηκαν ότι η επόμενη χιλιετία δεν θα μπορούσε παρά να έχει κάποιο νόημα στο θεϊκό σχέδιο. Ο Θεός είχε πλάσει τον κόσμο μέσα σε έξι ημέρες και την έβδομη αναπαύτηκε. Σύμφωνα με τους Ψαλμούς, στα μάτια του Θεού χίλια χρόνια είναι σαν μία μέρα των ανθρώπων». Τα έξι χιλιάδες χρόνια αντιστοιχούσαν, όπως έδειχναν τα πράγματα, στις έξι πρώτες ημέρες της δημιουργίας. Η ερχόμενη χιλιετία δεν θα μπορούσε παρά να είναι η χιλιετία του τέλους.

Στις αρχές του πέμπτου αιώνα, μερικές δεκαετίες πριν από τη συμπλήρωση έξι χιλιάδων χρόνων από τη βιβλική δημιουργία, η ανησυχία άρχισε να απλώνεται στον χριστιανικό κόσμο. Με μια εμπεριστατωμένη ανάλυση ο Αυγουστίνος (354-430) επεχείρησε να ανατρέψει την κρατούσα άποψη. Ισχυρίστηκε ότι η χιλιετής βασιλεία του Ιησού είχε ήδη αρχίσει με την πρώτη εμφάνιση και την οικοδόμηση της Εκκλησίας. Οι πιστοί όφειλαν να αναμένουν πια την ολοκλήρωσή της. Η οικοδόμηση της Εκκλησίας, που σύμφωνα με τον Αυγουστίνο σήμανε την έναρξη της χιλιετίας, είχε αρχίσει με την Πεντηκοστή. Κατά συνέπεια, τα χίλια χρόνια της βασιλείας του Ιησού θα συμπληρώνονταν γύρω στο δικό μας έτος 1030».

* Δημήτρης Κυρτάτας [Demetrios Kyrtatas],
«Οι καιροί και οι χρόνοι. Η διαμόρφωση της ιστορικής συνείδησης στον κόσμο των πρώτων χριστιανών»,
Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 74, Μάρτιος 2000,
p./σ. 74.
[Greek/Ελληνικά PDF]

Sunday, February 28, 2010

Μιλλεναρισμός / χιλιασμός στην Ανατολική Ορθόδοξη εκκλησία /
Millenarianism / chiliasm in Eastern Orthodox Church


Είχε η Εκκλησία εθνική συνείδηση;

Αν η Εκκλησία δεν είχε την τεχνογνωσία
της προσαρμογής σε διαδοχικές εξουσίες και καταστάσεις,
δεν θα είχε επιβιώσει επί δύο χιλιετίες

«Ηταν ακατανόητο για τους χριστιανούς το γεγονός ότι ο Θεός έδωσε τη νίκη στους «ασεβείς» μωαμεθανούς το 1453. Συνέβη προς εξαγνισμό των αμαρτιών τους; Ο Γεώργιος Σχολάριος, ο πρώτος πατριάρχης μετά την Αλωση, θεωρούσε την πτώση της Πόλης σημάδι της συντέλειας του κόσμου, που την περίμενε το 1492. To μοιραίο αυτό έτος θα συμπληρώνονταν 7.000 χρόνια από τη δημιουργία του κόσμου, σύμφωνα με το εκκλησιαστικό ημερολόγιο, και εφόσον «μια ημέρα Κυρίου, χίλια έτη επί γης», η περίοδος αυτή αντιστοιχούσε σε μια εβδομάδα του Θεού, επομένως μπορούσε να κλείσει ο κύκλος που άρχισε με τη δημιουργία του κόσμου.


Ο παροξυσμός του μαρτυρίου

Η ένταση των αποκαλυπτικών αναμονών δημιούργησε απτά γεγονότα. Ο παροξυσμός του μαρτυρίου είναι ένα από αυτά. Ο κόσμος των ιδεών και των παραστάσεων των νεομαρτύρων παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία με αντιλήψεις των χρησμολόγων. Υπήρξαν κινήματα, όπως του Διονυσίου του Φιλοσόφου, που ελαύνονταν από παρόμοιες εσχατολογικές αντιλήψεις. Στις περισσότερες ερμηνείες της Αποκάλυψης θεωρούνταν ότι ο Μωάμεθ είχε προαναγγελθεί ως το τέταρτο θηρίο. Σε άλλα εκκλησιαστικά κείμενα παρουσιάζεται ως γιος του Διαβόλου. Από τις αντιλήψεις αυτές γεννήθηκε η ιδέα ότι το Ισλάμ δημιουργήθηκε βάσει «σατανικού» σχεδίου, ενώ ο Μωάμεθ στάλθηκε στη γη ως αντίβαρο του Χριστού. Αν όμως η Τουρκοκρατία ισοδυναμούσε με την κυριαρχία του Αντιχρίστου, όπως είχε προφητεύσει η Αποκάλυψη, τι επιφύλασσε το μέλλον για τους χριστιανούς; Θεολόγοι όπως ο Γεώργιος Κορέσιος ή ο Αναστάσιος Γόρδιος και o Νεκτάριος Τέρπος υποστήριζαν ότι ύστερα από το εσχατολογικό αυτό γεγονός θα επέλθει η συντέλεια του κόσμου. Αλλοι, όπως ο Πανταζής ο Λαρισαίος, ο Λίνδιος, ο Θεοδώρητος και ο Κύριλλος, διακήρυσσαν ότι μετά την πτώση του μωαμεθανισμού και του παπισμού θα επικρατούσε στον κόσμο η αναμενόμενη χιλιετής βασιλεία του Χριστού με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η περιοδολόγηση της ιστορίας σε τέσσερις αυτοκρατορίες, σύμφωνα με το όραμα του προφήτη Δανιήλ, αποτελούσε το υπόβαθρο της ιστορικής τους αντίληψης. Πού βρισκόμαστε τώρα, σε ποιο σημείο της ιστορίας, αναρωτιόταν ο Αναστάσιος Γόρδιος (18ος αι.), βέβαιος ότι η ιστορική πορεία είχε προδιαγραφεί στη Βίβλο.
«Αραγε ποία είναι η βασιλεία του Μωάμεθ και εις ποίαν αράδα ευρίσκεται μέσα εις την Θείαν Γραφήν; Διατί η Θεία Γραφή τέσσαρας βασιλείας μεγάλας του κόσμου φανερώνει πως έχουν να κυριεύσουν όλον τον κόσμον, μία κατόπιν την άλλην, και εις την τετάρτην βασιλεία μέλλει να γίνει η συντέλεια του κόσμου».
Η έννοια της εθνικής απελευθέρωσης ήταν απλώς έξω από κάθε δυνατότητα σκέψης στα εκκλησιαστικά περιβάλλοντα. Ηταν, δηλαδή, αδιανόητη. Η αποκαλυπτική πίστη ήταν τόσο διαδεδομένη ώστε τα αποκαλυπτικά κείμενα, οι προφητείες, οι χρησμοί αποτελούσαν μέρος της καθημερινής λαϊκής κουλτούρας. Οι διατριβές των Α. Αργυρίου («Οι ελληνικές ερμηνείες στην Αποκάλυψη») και Αλ. Καριώτογλου («Η περί του Ισλάμ και της πτώσεως αυτού ελληνική χρησμολογική γραμματεία») δείχνουν έναν κόσμο πεποιθήσεων που θα ξάφνιαζε τον ιστορικά εγγράμματο σημερινό αναγνώστη. Αυτόν τον κόσμο δεν μπορούσαμε να τον δούμε παλαιότερα, αρχικά εξαιτίας της αναδρομικής προβολής επάνω του της εθνικής ιδέας και στη συνέχεια επειδή υπερεκτιμήθηκε η εμβέλεια του Διαφωτισμού.
Ωστόσο η αναμονή του τέλους της ιστορίας δεν εμπόδισε τον Σχολάριο να διαπραγματεύεται με τον Μωάμεθ τον κατακτητή προνόμια για την Εκκλησία και να την εντάσσει στα φορολογητέα υποκείμενα της αυτοκρατορίας.
Η ικανότητα προσαρμογής

Οπως μας έδειξε πρόσφατα η Τόνια Κιουσοπούλου στο βιβλίο της «Βασιλεύς ή Οικονόμος; Πολιτική εξουσία και ιδεολογία πριν την Αλωση» (Πόλις, 2007), η Εκκλησία είχε αρχίσει να παίρνει αποστάσεις από την πολιτική εξουσία ήδη πριν από την άλωση της Πόλης, όταν αντιλήφθηκε ότι το κράτος θα ναυαγούσε ενώ η ίδια θα επιβίωνε. Εξάλλου η Εκκλησία επί τέσσερις αιώνες πριν από την Αλωση συμβίωνε με τους Οθωμανούς που είχαν καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος της παλιάς αυτοκρατορίας. Βαθμιαία η Εκκλησία αυτονομήθηκε και υποκατέστησε συμβολικά την αυτοκρατορία. Το βλέπει κανείς και στις αλλαγές στην εικονογραφία. Μετά την Αλωση εμφανίστηκε η εικόνα του Δεσπότη Χριστού με αυτοκρατορική αμφίεση και βασιλική μίτρα. Σε μικρούς αυτοκράτορες μεταμφιέστηκαν από τότε και οι ορθόδοξοι επίσκοποι. Η αυτονόμηση της Εκκλησίας φυσικά διευκολύνθηκε και από την ενωτική πολιτική των Παλαιολόγων και ο θρίαμβος των Τούρκων επισφράγισε τη νίκη των Ανθενωτικών. Με την Αλωση η Εκκλησία απελευθερώθηκε από τον σφιχτό εναγκαλισμό της χριστιανικής εξουσίας.
Το χαμένο ραντεβού ανάμεσα στην Αλωση και στη συντέλεια αποδέσμευσε και τα λόγια στρώματα από την αποκαλυπτική παράδοση. Σιγά σιγά μικρές ομάδες από τη σημειολογική επικράτεια του αποκαλυπτικού χρόνου άρχισαν να περνούν στη σημειολογική επικράτεια της αναβίωσης του αρχαίου κόσμου, σε ένα άλλο δηλαδή χρονικό σχήμα, ακολουθώντας βέβαια ανάλογες διανοητικές μετατοπίσεις στην Ιταλία, με την οποία άλλωστε αυτές οι ομάδες συνδέονταν. Τον αυτοπροσδιορισμό Έλληνες ή Ελληνορωμαίοι άρχισαν να τον χρησιμοποιούν μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα γενικού εξαρχαϊσμού, στα οποία οι Τούρκοι ονομάζονταν Αχαιμενίδες ή Πέρσες, οι Μουσουλμάνοι Ισμαηλίτες ή Αγαρινοί και οι Ιταλοί Λατίνοι. Αυτά τα συμφραζόμενα άλλωστε οδηγούσαν και στον άκρατο εξαρχαϊσμό της γλώσσας. Σε αυτή την κατεύθυνση ωθήθηκαν βέβαια και από άλλους λόγους. Σε μια ατμόσφαιρα αναβίωσης των ελληνικών και λατινικών σπουδών που προκάλεσε η Αναγέννηση, η επίκληση της ελληνικότητας αποτελούσε ισχυρό πολιτισμικό κεφάλαιο. Βέβαια αυτή η τάση αφορούσε ελάχιστους κύκλους. Οι περισσότεροι ονόμαζαν «Ελληνες» τους παγανιστές και τους αλλόδοξους.
Το 1774 και οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι ήταν γεγονότα που πυροδότησαν εκ νέου προφητείες. Η απογοήτευση από τον πόλεμο αυτόν έδωσε τη στροφή προς την εκκοσμικευμένη αντίληψη της ιστορίας. Διεύρυνε, δηλαδή, τον κύκλο όσων διαπίστωναν την πλήρη ανεπάρκεια των παλαιών κωδίκων για την ανάγνωση του κόσμου και την ανάγκη υιοθέτησης ενός νέου κώδικα. Αυτή η μετάβαση από το ένα σύστημα σκέψης στο άλλο, δηλαδή από την αποκάλυψη και τη θεωρία των τεσσάρων αυτοκρατοριών στην αναβίωση του αρχαίου έθνους και από την προεγγραφή των γεγονότων στην ακολουθία αιτίας - αποτελέσματος, ήταν η αναγκαία συνθήκη ώστε να γίνει το πέρασμα και στην ιδέα του έθνους. Χωρίς την εγκατάλειψη της πίστης στη συντέλεια του κόσμου δεν μπορούσε να γεννηθεί η συνείδηση του έθνους. Αν χρησιμοποιήθηκαν αργότερα παρόμοιες χρησμολογίες για να εμψυχώσουν εθνικά κινήματα, αυτό έγινε με εντελώς εργαλειακό τρόπο και δείχνει πόσο εμπεδωμένες ήταν στο λαϊκό φαντασιακό οι αποκαλυπτικές ιδέες ως η μορφή που έπαιρνε το μέλλον.
Η προφητεία και η ιστορία

Η αναδίφηση των παλιών αποκαλυπτικών κειμένων αυτής της εποχής δείχνει ότι τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά από την εικόνα συμπόρευσης Εκκλησίας και εθνικού απελευθερωτικού πνεύματος. Η προφητεία εξηγούσε την ιστορία, και όχι το αντίθετο. Και η προφητεία δεν μίλαγε για εθνική απελευθέρωση αλλά για τη συντέλεια του κόσμου και τη χιλιετή βασιλεία του Θεού. Η έννοια «έθνος», για να συνειδητοποιηθεί, απαιτούσε ένα άλλο, πολύ διαφορετικό μοντέλο ιστορικής συνείδησης από το αποκαλυπτικό.
Τις δυσκολίες και τα πρώτα αδέξια βήματα στη δημιουργία αυτής της νέας συνείδησης έρχεται τώρα να μας δείξει το βιβλίο του Νίκου Ροτζώκου «Εθναφύπνιση και εθνογένεση» (Βιβλιόραμα, 2007) εντοπίζοντας τις δυναμικές διαφοροποιήσεις στα 50 χρόνια που προηγήθηκαν της Επανάστασης. Το εκπληκτικό βέβαια είναι πώς μέσα σε λίγα χρόνια μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους η Εκκλησία κατόρθωσε να πείσει για τον δικό της πρωταγωνιστικό ρόλο στην ιδέα του έθνους και να τον επιβάλει στη διδασκαλία της ιστορίας στην εκπαίδευση. Ταυτίστηκε μάλιστα τόσο με την ιδέα αυτή ώστε να κατακεραυνώνει όσους της αμφισβητούσαν την πρωτοκαθεδρία στους εθνικούς αγώνες. Βέβαια αυτός ο εναγκαλισμός Ορθοδοξίας και εθνικισμού μετά από τον 19ο αι. και εξής συνέβη με όλες τις βαλκανικές χώρες, και δεν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να απορούμε. Αν η Εκκλησία δεν είχε την τεχνογνωσία της προσαρμογής σε διαδοχικές εξουσίες και καταστάσεις, δεν θα είχε επιβιώσει επί δύο χιλιετίες. Και από την άποψη ενός θεσμού με δισχιλιετή ιστορία, ένα κράτος όπως το ελληνικό, που δεν συμπλήρωσε ακόμη ούτε 200 χρόνια ύπαρξης, δεν είναι παρά επεισόδιο στη ζωή του».

* Αντώνης Λιάκος,
«Είχε η Εκκλησία εθνική συνείδηση;»,
Το Βήμα, 25ης Μαρτίου 2007.