Thursday, March 31, 2011

Νικόδημος ο Αγιορείτης:

Που βρίσκεται η ψυχή του ανθρώπου; /


Nicodemus the Hagiorite:

Where is located the human soul?





Νικόδημος Αγιορείτης,



Mark Goodacre on the Synoptic problem:
A free e-book on-line /

Ο Mark Goodacre για το πρόβλημα των Συνοπτικών:
Η-βιβλίο του στο Ιντερνέτ


 



Mark Goodacre,

The synoptic problem: A way through the maze
[Το πρόβλημα των Συνοπτικών: Λύση στο λαβύρινθο],

2001, T & T Clark International.

[English/Αγγλικά, PDF]




Contents / Περιεχόμενα



Γ. Α. Ράλλη - Μ. Ποτλή:
Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων /

G. A. Rallēs - M. Potlēs:
Syntagma tōn Theiōn kai Hierōn Kanonōn




Γ. Α. Ράλλη - Μ. Ποτλή,

Σύνταγμα των Θείων και Ιερών Κανόνων


Τόμος 1 / Vol. 1 (1852)

Τόμος 2 / Vol. 2 (1852)

Τόμος 3 / Vol. 3 (1853)

Τόμος 4 / Vol. 4 (1854)

Τόμος 5 / Vol. 5 * (1855)

Τόμος 6 / Vol.6 * (1859)


[Ελληνικά/Greek, PDF]

Ματθαίος Βλάσταρις:
Σύνταγμα κατά Στοιχείον
των εμπεριειλημμένων απασών υποθέσεων
τοις θείοις και ιεροίς κανόσι
(1335) /

Matthew Blastares:
Syntagma Canonum (1335)





Monday, March 28, 2011

Exodus 24:10 / Έξοδος 24:10:

They saw the God of Israel
or the place where He stood? /

Είδαν τον Θεό του Ισραήλ
ή τον τόπο όπου Αυτός στεκόταν;




וַיִּרְאוּ, אֵת אֱלֹהֵי יִשְׂרָאֵל

and they saw the God of Israel

και είδαν τον Θεό του Ισραήλ




καὶ εἶδον τὸν τόπον, οὗ εἱστήκει ὁ Θεὸς τοῦ ᾿Ισραήλ

and they saw the place where the God of Israel stood

και είδαν τον τόπο που στεκόταν ο Θεός του Ισραήλ




* See / Βλέπε:

James Barr,
Theophany and Anthropomorphism in the Old Testament
[Θεοφάνεια και Ανθρωπομορφισμός στην Παλαιά Διαθήκη],
VTSup 7 (1959),
pp./σσ. 31-33.
[English/Αγγλικά, PDF]


Sunday, March 27, 2011

Μια έκδοση των Εξαπλών του Ωριγένη
(Ψαλμοί 1-41) /

An Origen's Hexapla edition
(Psalms 1-41)


Ψαλμός 1 / Psalm 1





Η «αντεθνική και αντιθρησκευτική» δράση των «Χιλιαστών»:
Μια μετεμφυλιακή μαρτυρία



Ομάδα Μαρτύρων του Ιεχωβά
διανέμει περιοδικά (1962)

Αλλά ποία είναι η διδασκαλία του Χιλιασμού και ποία τα σημεία αυτής, τα οποία καθιστούν αυτόν αντεθνικήν και αντιθρησκευτικήν οργάνωσιν;

Ο Χιλιασμός είναι αντιθρησκευτική οργάνωσις, διότι είναι τελείως άθρησκος και δεν ανήκει εις ουδεμίαν θρησκείαν ή θρησκευτικήν απόχρωσιν. «Είμεθα εξ ολοκλήρου απηλλαγμένοι και χωρισμένοι από κάθε θρησκείαν και αίρεσιν...», γράφει εις τα περιοδικά του ο Χιλιασμός. (Σκοπιά τ. 23/46 σελ. 2) και αλλαχού λέγουν, οι Χιλιασταί, ότι έχουσιν αποχωρήσει εαυτούς εξ όλων των θρησκευτικών αποχρώσεων (Απελευθέρωσις 218).

Εάν δε λάβωμεν υπ' όψιν μας τα λόγια του Πλουτάρχου προς τον επικούρειον Κολώτην, ότι «είναι δυνατόν να εύρωμεν πόλεις χωρίς τείχη και αγραμμάτους, χωρίς θέατρα και γυμναστήρια, αλλά πόλεις χωρίς ιερά και χωρίς θρησκείαν, δεν ευρίσκομεν ουδαμού», τότε, κατόπιν της ανωτέρω διαβεβαιώσεως των Χιλιαστών, βλέπομεν, ότι, εκείνο το οποίον δεν υπήρχε προ Χριστού, υπάρχει σήμερον, ότι υπάρχουν δηλαδή σήμερον άνθρωποι χωρίς ιερά, χωρίς σεβάσματα και χωρίς θρησκείαν, υπάρχουν οι Χιλιασταί, οι οποίοι είναι άθρησκοι....«και εξ ολοκλήρου απηλλαγμένοι και χωρισμένοι από κάθε θρησκείαν» και διά τούτο θέλουν να κάμουν αθρήσκους κοινωνίας, άθρησκα και υλόφρονα έθνη, πράγμα δηλαδή πρωτάκουστον και παράδοξον, διότι ουδέποτε, από της εμφανίσεως του ανθρώπου μέχρι σήμερον, επαρουσιάσθη τοιούτον φαινόμενον επί της γης.

Αλλ' εκτός τούτου ο Χιλιασμός είναι αντίθρησκος οργάνωσις και διότι διαπνέεται από ένα άσπονδον μίσος εναντίον πάσης θρησκείας και πάσης θρησκευτικής οργανώσεως. Τας θρησκείας και τας πάσης φύσεως θρησκευτικάς οργανώσεις τας αποκαλεί «οργανώσεις του Σατανά» (Απελευθ. 210). [...]




Ο Στ. Σάκκος σε ομιλίες του
υπό το σύνθημα «Έξω οι Ιεχωβάδες»

Κυρίως, όμως, ο Χιλιασμός είναι αντιχριστιανική οργάνωσις, διότι τρέφει άσπονδον μίσος εναντίον όλων των Χριστιανικών Εκκλησιών, της Ορθοδόξου, της Καθολικής και της των Διαμαρτυρομένων και γενικώς ολοκλήρου του Χριστιανισμού. Τας Χριστιανικάς Εκκλησίας τας ονομάζει «κατ' όνομα Εκκλησίας», «οργανωμένην Χριστιανοσύνην», τον δε Χριστιανισμόν «ειδωλολατρείαν», «ανωφελή φιλοσοφίαν, δεισιδαιμονίαν και τυπικισμόν» (Απελευθ. 208, Κυβέρνησις 11, Ποίος θα κυβερνήση τον κόσμον 12),#  ότι «διατελεί υπό την εποπτείαν και εξουσίαν του Διαβόλου και ότι αποτελεί μέρος της ορατής αυτού οργανώσεως» (Απελευθ. 224). [...]

Είναι άρα εχθρός της Εκκλησίας μας. Αλλ' η Εκκλησία μας δεν είναι κάτι το ξένο προς την Ελλάδα και προς το Ελληνικόν Έθνος. Είναι στοιχείον της εννοίας του Ελληνικού Έθνους, είναι «Εθνική Εκκλησία», διότι το Ελληνικόν Έθνος δέχεται, ότι το κράτος ημών πρέπει να έχη θρησκείαν και μάλιστα την Ορθόδοξον Θρησκείαν με ιδρυτήν αυτής τον Κ[ύριον] η[μών] Ι[ησούν] Χ[ριστόν]. Αυτό δε δεν έχει δικαίωμα κανείς να το αμφισβητήση. Καταπολεμών, επομένως ο Χιλιασμός την «Εθνικήν μας Θρησκείαν» είναι εχθρός της Εκκλησίας μας και εχθρός του Έθνους μας, της έννοιας του οποίου σπουδαίον στοιχείον αποτελεί η Εκκλησία μας. [...]

Κατά ταύτα ο Χιλιασμός είναι εχθρός της Εκκλησίας, εχθρός του Έθνους μας, εχθρός του Εθνικού Στρατού μας, εχθρός του ιερού αγώνος, το οποίον διεξάγη σήμερον το έθνος μας, εχθρός παντός έθνους. Δια τούτο πολλών κρατών αι Κυβερνήσεις, έλαβον κατά του Χιλιασμού αυστηρά μέτρα, τα οποία υπηγόρευσε το δικαίωμα και το καθήκον  της εθνικής αμύνης κατά των πολλαπλών κινδύνων της αντιχριστιανικής διαδασκαλίας των Χιλιαστών και της αντεθνικής προπαγάνδας των. Τοιαύτα δε μέτρα δέον να λάβη και η ιδική μας Κυβέρνησις, διότι ο Χιλιασμός εις την Ελλάδα, δια της αντεθνικής και αντιχριστιανικής του διαδασκαλίας, δημιουργεί πλείστους κινδύνους, ακόμη και δημοσίας τάξεως τοιούτους. [...]

Κατά ταύτα ο Χιλιασμός είναι αναρχικός, είναι ιδιόρρυθμος επαναστάτης, ενεργεί προς κοινωνικήν εξάρθρωσιν της εθνικής μας μηχανής και εξαθλίωσιν του κρατικού μηχανισμού. Είναι στοιχείον διαβρωτικόν, το οποίον δρα δραστηρίως, δια την αποσύνθεσιν του Έθνους μας. Ως τοιούτον δε στοιχείον ο Χιλιασμός είναι αντεθνική οργάνωσις, εμπίπτουσα, δια της επαναστατικής, ανατρεπτικής και αντισυνταγματικής ενεργείας της εις τας διατάξεις του κοινού Ποινικού Δικαίου και ως τοιαύτη αναρχική οργάνωσις πρέπει να κριθεί υπ' αυτού.

Αλλά καίτοι ο Χιλιασμός πολεμεί όλας τα Κυβερνήσεις, όλα τα πολιτεύματα και όλας τας νομοθεσίας, εν τούτοις, προπαγανδίζει υπέρ της ιδρύσεως μιας νέας κυβερνήσεως, κυβερνήσεως Ιουδαϊκής, η οποία πρόκειται να κυριαρχήση και να κυβερνήση όλα τα Κράτη της γης και της οποίας τα σπουδαιότερα κυβερνητικά όργανα θα είναι οι Χιλιασταί. Ιδού δε τι γράφουν δια την Κυβέρνησιν αυτήν.

Η νέα αόρατος κυβέρνησις θα αποτελήται εκ του Χριστού Ιησού, όστις θα είναι ο ανώτατος Διοικητής [...]

* Αναστάσιος Β. Αντωνόπουλος,
Ο Χιλιασμός Μεγάλος εχθρός του σημερινού αγώνος της Ελλάδος,
Πάτραι 1951,
σσ. 12-17.

Οικουμενικός Πατριάρχης ΚΠόλεως Αθηναγόρας Α':
«Η αντιχιλιαστική εργασία του κ. Αναστ. Αντωνοπούλου είναι τόσον χρήσιμος, υπό τας σημερινάς μάλιστα περιστάσεις, ώστε καθίσταται απαραίτητος όχι μόνον εις πάντα κληρικόν, αλλά και εις πάντα Χριστιανόν».

# Στην πραγματικότητα, πρόκειται για απόσπασμα από το έργο The old Roman world: the grandeur and failure of its civilization (1867, σ. 561) του John Lord που παραθέτει η πηγή Απελευθέρωσις! (σ. 208) και όχι για αυτούσια δήλωση του συγγραφέα της πηγής, όπως του αποδίδεται.

Friday, March 25, 2011

Γεώργιος Μαντζαρίδης:

Πόλεμος & στράτευση,
χριστιανοσύνη & Ιστορία


Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης


Επάνω όμως από την κρατική εξουσία υπάρχει ο Θεός, ο Κύριος του κόσμου και της ιστορίας, από τον οποίο δημιουργήθηκε και στον οποίο έχει ο Χριστιανός την τελική αναφορά. Όταν οι απαιτήσεις της κρατικής εξουσίας συγκρούονται με το θέλημα του Θεού, ο κανόνας γι' αυτόν είναι: «Πειθαρχεῖν δεῖ θεῷ μᾶλλον ἢ ἀνθρώποις». [...]

Και ο ιερός Αυγουστίνος, μολονότι δεν αποδέχεται την ύπαρξη δίκαιων πολέμων, κατανοεί τους λόγους που δικαιολογούν τη διεξαγωγή τους για την υπεράσπιση αδικούμενων λαών.

Το Ευαγγέλιο του Χριστού δεν αφήνει περιθώρια για δικαίωση του πολέμου. Kαι η Εκκλησία δεν παρουσίασε ποτέ διδασκαλία για «δίκαιο πόλεμο», γιατί ο πόλεμος έχει πάντοτε στη βάση του κάποια ή κάποιες αδικίες. Αναγκάστηκε όμως να ανεχθεί κατ' οικονομίαν ως «έλαττον κακόν» τον αμυντικό πόλεμο, στον όποιο καταφεύγει εξανάγκης ο προκαλούμενος ή αδικούμενος και καταδυναστευόμενος, προκειμένου να περισώσει σπουδαιότερα πράγματα. Παρόλα αυτά το «έλαττον κακόν» εδώ είναι πολύ σχετικό. Στην πραγματικότητα δέν υπάρχει μεγαλύτερη αμαρτία από τον πόλεμο, γιατί αυτός σχεδόν ανεξαιρέτως παρασύρει όλους σε ηθική συμμετοχή στους φόνους. Όλοι επιθυμούν από την πλευρά τους τη νίκη. Γι' αυτό και όσοι ακόμα δεν φονεύουν συνευδοκούν για τους φόνους σε βάρος των αντιπάλων. Το τραγικότερο μάλιστα φαινόμενο είναι ότι σήμερα με την τηλεόραση ο πόλεμος έγινε και ενδιαφέρον θέαμα, που «απολαμβάνει» ο άνθρωπος με γαλήνη και απάθεια στη θαλπωρή του σπιτιού του.

Ειδικότερα σε σχέση με τη στράτευση και τη συμμετοχή των Χριστιανών στους πολέμους η στάση της Εκκλησίας κατά τους πρώτους αιώνες της ιστορίας της ήταν αρνητική. Η στάση αυτή δεν ήταν άσχετη και με την άμεση σχέση του στρατού με την επίσημη εθνική θρησκεία και τη λατρεία του αυτοκράτορα. Όταν τελικά αναγνωρίστηκε η Εκκλησία από το κράτος, οι Χριστιανοί δέχθηκαν υπεύθυνες κρατικές θέσεις και την άσκηση στρατιωτικών καθηκόντων.

Τον τρίτο αιώνα, οπότε ο Χριστιανισμός δεν είχε ακόμα αναγνωρισθεί από το κράτος ως επίσημη θρησκεία, ο Ωριγένης αποκρούοντας την αξίωση των εθνικών να στρατεύονται οί Χριστιανοί και να μην αποφεύγουν τους φόνους, γράφει: Όπως οι ιερείς των ειδώλων δεν στρατεύονται στους πολέμους, για να έχουν αναίμακτα και καθαρά από φόνους τα χέρια τους στις θυσίες, έτσι και οι Χριστιαvoί δεν μετέχουν στους πολέμους, συγκροτούν όμως ιδιαίτερο στρατόπεδο ευσεβείας με τις προσευχές τους για το κράτος και τον αυτοκράτορα. Αντίθετα ο Τερτυλλιανός κατά την ίδια περίοδο παρατηρεί ότι οι Χριστιανοί υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία μαζί με τους εθνικούς. Ί'έλος είναι γνωστό ότι ήδη από τις αρχές του τέταρτου αιώνα έχουμε στρατιωτικούς αγίους και ότι στον στρατό του Μ. Κωνσταντίνου υπήρχαν πολλοί Χριστιανοί.

Παρά την προσέγγισή της όμως με την πολιτεία, η Εκκλησία δεν άφησε να παραμεριστεί εντελώς η ουσιαστική αντίθεσή της προς τον πόλεμο και τη συμμετοχή των μελών της σε αυτόν. Η αντίθεση αυτή εκφράζεται και με τη μη συμμετοχή των κληρικών της στον πόλεμο. Από την αλλη πλευρά η ευλογία των πιστών που στρατεύονται και μετέχουν στον πόλεμο γίνεται κατανοητή από τη θέση στην οποία βρίσκεται ως μητέρα μπροστά σε κάποιο μεγάλο κακό που δεν μπορεί να αποτρέψει. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό οτι η αναγνώριση της στρατιωτικής αρετής και του πολεμικού ηρωισμού δεν εμπόδιζε την Εκκλησία να επισημαίνει παράλληλα και την ουσιαστική αντίθεσή της προς οποιαδήποτε πράξη βίας. Ο Μ. Αθανάσιος γράφει σχετικά τα έξης: «Φονεύειν οὐκ ἔξεστιν, ἀλλ᾿ ἐν πολέμοις ἀναιρεῖν τοὺς ἀντιπάλους καὶ ἔννομον καὶ ἐπαίνου ἄξιον. Ὥστε τὸ αὐτό κατά τι μὲν καὶ κατὰ καιρόν οὐκ ἔξεστι, κατά τι δὲ καὶ εὐκαίρως ἀφίεταί καὶ συγκεχώρηται». Όπως εύστοχα παρατηρήθηκε, ο Μ. Αθανάσιος δεν διατυπώνει εδώ τη θέση της Εκκλησίας για τους φόνους που γίνονται στους πολέμους, αλλά τη γνώμη της πολιτείας και των πολιτών. Γι' αυτό άλλωστε χρησιμοποιεί τον όρο «έννομον» και όχι τον όρο «χριστιανικόν» ή άλλο συνώνυμο του. Το νόμιμο δεν είναι οπωσδήποτε και χριστιανικό. Τέλος ο δέκατος τρίτος κανόνας του Μ. Βασιλείου λέει ότι οι φόνοι που γίνονται στους πολέμους δεν καταλογίζονται ως φόνοι. Ταυτόχρονα όμως σε όσους φονεύουν στον πόλεμο επιβάλλει τριετή αποχή από τη θεία Κοινωνία.

Σε ολόκληρη την ιστορία του Βυζαντίου, αλλά και αργότερα στην ιστορία του νεώτερου Ελληνισμού, οι πόλεμοι δεν είχαν μόνο πολιτικό αλλά και θρησκευτικό χαρακτήρα. Αυτό συνέβαινε, γιατί συνήθως οι εχθροί του κράτους ήταν και εχθροί της Εκκλησίας. Έτσι και η υπεράσπιση του κράτους συνέβαινε να συμπίπτει με την υπεράσπιση της Εκκλησίας. Εδώ μάλιστα πρέπει να σημειωθεί και η ιδιάζουσα αντίληψη των Βυζαντινών για τον χαρακτήρα της αυτοκρατορίας ως θεοφρούρητης πολιτείας. Η αντίληψη αυτή προσέδωσε στο κράτος ιερό χαρακτήρα και στους αγώνες που γίνονταν για την υπεράσπισή του θρησκευτικό νόημα. Στην προοπτική αυτήν κατανοούνται και οι ύμνοι της Εκκλησίας που ψάλλονται ως σήμερα για τις νίκες των βασιλέων και την προστασία της χριστεπώνυμης πολιτείας από τους εχθρούς της.

Η στενή συνεργασία της Εκκλησίας με το κράτος άμβλυνε τη σαφή αντίθεσή της προς τον πόλεμο, ενώ ταυτόχρονα επηρέασε το κράτος με το ειρηνοποιό πνεύμα της. Από την άλλη πλευρά η συνεργασία Εκκλησίας και κράτους δεν κατέλυσε τα όρια των δύο περιοχών ούτε οδήγησε την Εκκλησία στην εγκατάλειψη των αρχών της. Όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Νικηφόρος Φωκάς (963-969) ζήτησε από την Εκκλησία να αναγνωρίζονται ως μάρτυρες οι στρατιώτες που σκοτώνονται στους πολέμους, το αίτημά του δεν έγινε αποδεκτό. Το σκεπτικό, με το οποίο ο Πατριάρχης και οι άλλοι γύρω από αυτόν απέρριψαν το αίτημα του αυτοκράτορα, ήταν το εξής: «Πώς θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως μάρτυρες ή ισότιμοι προς τους μάρτυρες αυτοί που σκοτώνουν και σκοτώνονται στους πολέμους, τη στιγμή που οι θείοι κανόνες τούς υποβάλλουν σε επιτίμιο και τους εμποδίζουν για τρία χρόνια να προσέλθουν στη θεία Κοινωνία»;

Γενικά μπορεί να λεχθεί οτι η Εκκλησία αγκαλιάζοντας όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής ακολούθησε ευρύτερη τακτική. Ενώ στο πρωτογενές επίπεδο των προσωπικών σχέσεων καταδίκασε απόλυτα και κατηγορηματικά τη βία και τον φόνο, στο δευτερογενές επίπεδο των θεσμών τήρησε διαλεκτική στάση. Από τη μία μεριά καταδίκασε τον πόλεμο και τη βία, ενώ από την άλλη έδειξε επιείκεια σε όσους μετείχαν σε πολέμους αγωνιζόμενοι για το κοινό καλό. Αυτονόητο βέβαια είναι ότι οι αγώνες αυτοί εννοούνται πάντα στο πλαίσιο αμυντικών και όχι κατακτητικών πολέμων. Αν όμως στο παρελθόν μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ο πόλεμος παρόλη την αποκρουστικότητα και φρικαλεότητά του εξυπηρετούσε κάπως και το κοινό καλό, σήμερα αυτό φαίνεται μάλλον αδύνατο.

Ο Κάντιος στην περίφημη διατριβή του για την αιώνια ειρήνη (Zum ewigen Frieden) υποστήριξε ότι μια τέτοια ειρήνη μεταξύ των κρατών δεν είναι ουτοπική, αλλά σε γενικές γραμμές δυνατή. Πρότεινε μάλιστα συγκεκριμένους τρόπους για την πραγματοποίησή της και υπογράμμισε την ηθική υποχρέωση που έχουν όλοι οι άνθρωποι να εργαστούν για τον σκοπό αυτόν. Τέλος η γένεση της Κοινωνιολογίας συνδέθηκε με αισιόδοξες για την κατάργηση του πολέμου θεωρίες. Έτσι υποστηρίχθηκε οτι η βιομηχανική ανάπτυξη θα εξαφανίσει τον πόλεμο. Στην ιστορία όμως τα πράγματα εξελίχθηκαν διαφορετικά. Ειδικότερα μάλιστα η σύγχρονη τεχνολογία ενίσχυσε τον πόλεμο και τον έκανε ακόμα πιο φοβερό, γιατί έθεσε στην υπηρεσία του τεράστια μέσα και ασύλληπτες δυνάμεις αφανισμού. Αλλά και μόνο οι οικολογικές μολύνσεις και καταστροφές με τις απεριόριστες επιπτώσεις τους στην υγεία και τη ζωή των ανθρώπων είναι αρκετές, για να καταδείξουν τον παραλογισμό του πολέμου. [...]

Η συμμετοχή του Χριστιανού σε οποιονδήποτε πόλεμο έρχεται σε φανερή αντίθεση προς την πίστη του. Αλλά και η ανοχή της αδικίας που συντελείται σε βάρος αθώων ανθρώπων είναι ένοχη. Τελικά αποδεικνύεται ότι ο άνθρωπος μέσα στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να ζήσει αυθεντικώς χριστιανικά. Γι' αυτό, το μόνο, που μπορεί να κάνει ο Χριστιανός, είναι να πεθάνει, ή ακριβέστερα να πεθαίνει διαρκώς χριστιανικά, όπως έκανε ο Απόστολος Παύλος. Πολλοί που συνειδητοποιούν την αλήθεια αυτήν, εγκαταλείπουν τον κόσμο πεθαίνοντας γι' αυτόν, πριν φθάσουν στά τέλη της ζωής τους, ή παραμένουν μέσα στον κόσμο, βλέποντας τα αδιέξοδά του και παρακαλώντας διαρκώς να έχουν «χριστιανά τα τέλη της ζωής» τους.

Η πονηρή θέληση μπορεί να προκαλέσει μεγάλες καταστροφές. Με τις δυνατότητες μάλιστα που υπάρχουν στην εποχή μας, και ειδικότερα με τη σύγχρονη πολεμική τεχνολογία, με τα όπλα μαζικής καταστροφής, αλλά και με τα μέσα μαζικής παραπληροφορήσεως τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο και προσλαμβάνουν τρομακτικές διαστάσεις. Ύστερα μάλιστα από την τρομοκρατική επίθεση της ενδεκάτης Σεπτεμβρίου του 2001 στην Νέα Υόρκη πραγματοποιήθηκε μια σημαντική αλλαγή στην ίδια την έννοια του πολέμου, που καταργεί ουσιαστικά την κλασική αντίληψη γι' αυτόν. Ταυτόχρονα προβλήθηκε η τρομοκρατία ως το μέγιστο κακό, για την εξάλειψη του οποίου ζητήθηκε η πολεμική συστράτευση όλων των κρατών που δεν θα ήθελαν να χαρακτηρισθούν ως υποστηρικτές της τρομοκρατίας, και εφαρμόσθηκε ο «προληπτικός πόλεμος». Αν όμως ο πόλεμος μπορεί από πολλούς να εκληφθεί ως έσχατο μέσο της πολιτικής, ο προληπτικός πόλεμος παραμένει ακατανόητος.

Η πραγματική όμως αντιμετώπιση της τρομοκρατίας δεν γίνεται με την προβολή άλλης μορφής τρόμου, αλλά με την εξάλειψη των αιτίων που την υποθάλπουν. Όπως εύστοχα τονίστηκε, αν θέλουμε να μειώσουμε την τρομοκρατία, υπάρχει ένας εύκολος τρόπος, που δεν αναφέρεται ποτέ. Είναι να σταματήσουμε να συμμετέχουμε σε αυτήν.

Από χριστιανική όμως σκοπιά τα πράγματα δεν τελειώνουν εδώ. Δεν αρκεί μόνο να μη συμμετέχει κάποιος στον πόλεμο ή στην τρομοκρατία, αλλά χρειάζεται να φροντίζει και για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη. Πολύ περισσότερο βέβαια χρειάζεται να μην προβαίνει σε πράξεις αδικίας και στείρας εκδικήσεως, που επαυξάνουν το κακό. Γι' αυτό το πρώτο που χρειάζεται για την αντιμετώπιση του πολέμου και της τρομοκρατίας είναι η αυτοκριτική και η προώθηση της δικαιοσύνης και της ειρήνης. Κι επειδή αυτά, όπως άλλωστε και όλα τα καλά η τα κακά, δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν απρόσωπα αλλά μόνο από συγκεκριμένα πρόσωπα, γι' αυτό η αυτοκριτική και η φροντίδα για δικαιοσύνη και ειρήνη προβάλλουν ως υποχρεώσεις τού καθενός ξεχωριστά και του συνόλου.

* Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης,
Χριστιανική Ηθική ΙΙ,
εκδ. Πουρναράς, 2010,
σσ. 473-482.


Wednesday, March 23, 2011

The context of "Being Ready" parables of Jesus
(Matthew 25:1-46) /

Το πλαίσιο
των παραβολών τύπου "Γρηγορεῖτε" του Ιησού
(Ματθαίος 25:1-46)


Jesus' parables on being ready for his coming do not begin in Matthew's Gospel only at 25:1. Already in 24:43-51 two short parables have underlined the call to be ready for the coming of the Lord at a time when he is not expected. In 24:43 the simple analogy of a burglar, whose success depends on the element of surprise, provides the basis for the call in 24:44 to "be ready." Then in 24:45-51 a rather more elaborate parable underlines the same point: A man goes away, leaving his slave in charge of his household, and everything depends on what the houseowner finds when he returns; if the house is in good order, the slave will be rewarded, but if he has taken advantage of his master's absence he will be caught out and severely punished.

The focus in these two mini-parables is on the unexpectedness of Jesus' future coming — that is, the burglar's surprise appearance and the master's unannounced return. The time of the Lord's coming is unknown (24:36). It can be prepared for not by attempting to calculate the date, but by behaving in such a way that one is ready whenever it may occur. It is this theme that is taken up and developed in the first parable of chapter 25, that of the bridesmaids in 25:1-13. The parable of the talents that follows in 25:14-30 takes up the theme again in depicting a master going away and leaving his slaves with responsibilities during his absence, and the different ways in which they acquit themselves until the time of his return. There can be little doubt, therefore, of the intended application of these parables at the point where they occur in Matthew's Gospel. For Jesus — having "gone away" in his death, resurrection, and ascension to heaven — will one day come back. But no one knows when that will be. His disciples must therefore be ready at all times. If they are not, there is the prospect of judgment.

But the call to be ready raises the important question regarding what that readiness consists of. Just how is one supposed to prepare for the unexpected coming of the Lord? As we work our way through chapter 25, this question becomes more urgent. Throughout the chapter, in fact, it begins to receive an answer — though, admittedly, by the end of the chapter the answer may not be as specific as we might wish.

It has long been fashionable to assume that Jesus' parables have mostly been adapted by the first-century church to address their own concerns, which may have been quite different from the thoughts of Jesus himself or the reactions of his disciples at the time when the story was first told. Paul's letters leave us in no doubt that the return of Jesus was a prominent concern of Christian congregations in the middle of the first century, and that many believed it would be soon. The relevance of these parables to that concern is obvious. As years went by, however, such a feeling of urgency may well have faded, with the result that "parousia delay" came to loom larger in their consciousness than imminence. Features having to do with the delay of Jesus' parousia are prominent in these parables (cf. 24:48; 25:5; 25:19, "after a long time"). This may reflect a concern of church leaders that people should not become complacent, since in each story the delay is followed by a sudden arrival.

But the relevance of these stories to the concerns of the middle and latter part of the first century does not necessarily mean that they were coined then, even if they were later modified by the church to speak to issues regarding the delay of Christ's parousia. The question is: Can the focus of these stories on a future "coming" be also understood as appropriate to the setting in which Matthew has placed them — that is, immediately before the cross and resurrection of Jesus? Our answer to this question depends largely on whether we accept that Jesus did, in fact, teach his disciples, while he was still with them, that after his death and resurrection he would one day return. This belief is so firmly established in what is perhaps the earliest of Paul's letters, that is, in his letters to his Thessalonian converts (cf. esp. 1 Thess 4:13-5:11; 2 Thess 2:1-12), that it is  hard to explain where else it could have come from so quickly.

In the Gospels we have sayings of Jesus that speak of such a future event — not only in the discourse of Matthew 24-25, but also in Luke 12:35-48; 17:20-37; and 18:8. On the basis of such teaching, therefore, it is not difficult to believe that the disciples had already grasped this parousia concept sufficiently to need to ask the question that Matthew attributes to them in 24:3: "Tell us, when will this happen, and what will be the sign of your coming and of the end of the age?" And if they were already concerned to know the time of Jesus' future coming, it is no surprise that, having told them that they could not know the time of it (24:36), he went on to warn them about the need to be always ready for it. Moreover, a prospect of judgment and themes regarding rewards and punishments occur frequently throughout the recorded sayings of Jesus. So these stories of Matthew 25 deal with matters with which the disciples would not have been unfamiliar.

* Richard T. France,
"On Being Ready (Matthew 25:1-46)"
["Περί του Γρηγορείτε (Ματθαίος 25:1-46)"],
Richard N. Longenecker (ed.),
The Challenge of Jesus' Parables (McMaster New Testament Studies),
Wm. Β. Eerdmans Publishing Co., 2000,
pp./σσ. 178-180.

Tuesday, March 22, 2011

Extinction:
Is it the future of Religion? /

Εξαφάνιση:
Το μέλλον της Θρησκείας;



BBC News:
"Religion may become extinct in nine nations, study says"

Η Καθημερινή:
"Η θρησκεία οδεύει προς εξαφάνιση σε εννέα χώρες
Σύμφωνα με στατιστικό μοντέλο επιστημόνων
που βασίστηκε στις απογραφές πληθυσμού
"


The tools of statistical mechanics and nonlinear dynamics have been used successfully in the past to analyze models of social phenomena ranging from language choice to political party affiliation to war and peace. In this work, we focus on social systems comprised of two mutually exclusive groups in competition for members. We compile and analyze a new dataset quantifying the declining rates of religious affiliation in a variety of regions worldwide and present a theory to explain this trend.

People claiming no religious affiliation constitute the fastest growing religious minority in many countries throughout the world. Americans without religious affiliation comprise the only religious group growing in all 50 states; in 2008 those claiming no religion rose to 15 percent nationwide, with a maximum in Vermont at 34 percent. In the Netherlands nearly half the population is religiously unaffiliated. Here we use a minimal model of competition for members between social groups to explain historical census data on the growth of religious non-affiliation in 85 regions around the world. According to the model, a single parameter quantifying the perceived utility of adhering to a religion determines whether the unaffiliated group will grow in a society. The model predicts that for societies in which the perceived utility of not adhering is greater than the utility of adhering, religion will be driven toward extinction.

* Daniel M. Abrams & Haley A. Yaple, Richard J. Wiener,
A mathematical model of social group competition with application to the growth of religious non-affiliation *
[Μαθηματικό μοντέλο του ανταγωνισμού κοινωνικών ομάδων με εφαρμογή στην αύξηση της θρησκευτικής μη ένταξης],
Research Corporation for Science Advancement, University of Arizona,
January/Ιανουάριος 2011.
[Εnglish/Αγγλικά, PDF]

Η φράση «υἱοῦ θεοῦ» στον Μάρκο 1:1 /

The "Son of God" at Mark 1:1



The disputed words [i.e. «υἱοῦ θεοῦ» ("Son of God")] are enclosed in square brackets in UBS4 and NA27 and they are omitted from SBLGNT. Most modern translations and commentators include the words. Recently, however, several scholars, most notably Peter Head, Bart Ehrman, and Adela Yarbro Collins, have argued for the shorter version of  Mark 1:1. Perhaps the strongest argument in favour of the short reading, which was first brought forth by Jan Slomp and subsequently developed by Head and Ehrman, is the unlikelihood of an accidental omission in the opening words of a work. [...]

Among English versions only the 1946 edition of the Revised Standard Version of the New Testament, the New World Translation, and the Today’s New International Version of 2002 have the shorter version (the longer version was subsequently restored in the Revised Standard Version 1952, and the New International Version 2011). In his survey of available commentaries (in 1991), Peter Head found that practically all English commentaries included the words, whereas Continental commentaries differed widely. See Peter Head, ‘Text-Critical Study’, pp. 621–2; cf. Greeven and Guting, Textkritik, p. 44. The situation after 1991 is basically the same, although a few American commentators have recently argued for the short reading, e.g. Joel Marcus, Mark 1–8: A New Translation with Introduction and Commentary (AB 27; New York: Doubleday, 2000), p. 141; Adela Yarbro Collins, Mark: A Commentary (Hermeneia; Minneapolis: Fortress Press, 2007), p. 130.

* Tommy Wasserman,
"The ‘Son of God’ was in the Beginning (Mark 1:1)"
"Η φράση 'Υιός Θεού' υπήρχε Εξαρχής (Μάρκος 1:1)",
Journal of Theological Studies,
March/Μάρτιος 2011,
doi: 10.1093/jts/flr013


Sunday, March 20, 2011

Τhe Spiritual Christians (Dukhobors & Molokans):
Α Christian restorationistic movement
at Russia /

Οι Πνευματικοί Χριστιανοί (Ντουχόμποροι & Μολοκάνοι):
Ένα κίνημα αποκατάστασης του Πρωτοχριστιανισμού
στη Ρωσία


Nicholas Breyfogle,
Heretics and Colonizers: Forging Russia’s Empire in the South Caucasus
(Ithaca, N.Y.: Cornell University Press, 2005)


With its violent images of heavenly and earthly combat, the book of Revelation has been criticized for promoting a vengeful and distorted version of Christ’s teachings. Gerd Lüdemann, for example, has attacked the book as part of the “dark side of the Bible,” and Jonathan Kirsch believes that the pernicious influence of Revelation “can be detected in some of the worst atrocities and excesses of every age, including our own.” Yet, surprisingly, nonviolent pacifists have also drawn on the Apocalypse for encouragement and support. This was especially true for generations of Russian Spiritual Christians (dukhovnye khristiane), a significant religious minority whose roots trace at least as far back as the 1760s, when the first “spirituals” (dukhovnye) were arrested and tried in Russia’s southern provinces of Tambov and Voronezh. Although they drew upon apocalyptic martial imagery, the Spiritual Christians were pacifists, some of whom came to identify themselves with the Woman Clothed in the Sun of Revelation 12.

Spiritual Christians refused to recognize the sacraments, clergy, and icons of the state church; rather than kiss and bow to icons, they kissed and bowed to one another, and thus venerated human beings, who were the true image—or icon (ikona, obraz)—of God. Convinced that the world was coming to an end, these Spiritual Christians openly ridiculed the most sacred Orthodox rituals, and they looked forward to the return of Christ and God’s direct instruction by the Holy Spirit. Although they recognized the Bible, these Spiritual Christians—later labeled “spirit-wrestlers” (dukhobortsy or Dukhobors) by heresiologists after the (completely unrelated) fourth-century heresy of the pneumatomakhoi—believed that their own oral tradition and contemporary divine inspiration took precedence over the scriptures. [...]

Over the course of the nineteenth century, the most radical Dukhobors and Molokans also embraced an uncompromising pacifism, which was expressed most dramatically in 1895 when Dukhobors organized a mass burning of arms as a protest against war. Shortly afterward, in 1898 to 1899, some 7,500 Dukhobors emigrated to Canada, their voyage financed in part by the writer Leo Tolstoy (1828–1910), who devoted the profits from his last long novel, Resurrection, to the Dukhobor cause. The Molokans likewise began a mass emigration in 1904, in part to escape military service in the Russo–Japanese War. In their new home in the United States, the Spiritual Christian-Molokans called on the images of Revelation—especially the Woman Clothed in the Sun of Revelation 12—to express their conception of their community and to support their fierce opposition to registration for the draft in 1917.



Με τις εικόνες βίας ουράνιων και επίγειων συγκρούσεων, το βιβλίο της Αποκάλυψης έχει επικριθεί ότι προωθεί μια εκδικητική και διαστρεβλωμένη εκδοχή των διδασκαλιών του Χριστού. Ο Gerd Lüdemann, για παράδειγμα, έχει επιτεθεί στο βιβλίο υποστηρίζοντας ότι είναι μέρος της "σκοτεινής πλευράς της Βίβλου" και ο Jonathan Kirsch πιστεύει ότι η ολέθρια επίδραση της Αποκάλυψης "μπορεί να εντοπιστεί σε κάποιες από τις χειρότερες ωμότητες και υπερβολές κάθε εποχής, περιλαμβανομένης και της δικής μας". Εντούτοις, προς έκπληξη, οι μη βίαιοι ειρηνιστές στηρίχτηκαν επίσης στην Αποκάλυψη για ενθάρρυνση και υποστήριξη. Αυτό ήταν ιδιαίτερα αληθινό για τις γενιές των Ρώσων Πνευματικών Χριστιανών (ντουκχόβνιε κχριστιάνε), μιας σημαντικής θρησκευτικής μειονότητας της οποίας οι ρίζες ανάγονται προς το παρελθόν τουλάχιστον ως τη δεκαετία του 1760, τότε που οι πρώτοι "πνευματικοί" (ντουκχόβνιε) συνελήφθησαν και δικάστηκαν στις νότιες επαρχίες της Ρωσίας Ταμπόφ και Βορονέζ. Μολονότι στηρίζονταν σε ένα αποκαλυπτικιστικό σύνολο εικόνων πολέμου, οι Πνευματικοί Χριστιανοί ήταν ειρηνιστές, κάποιοι από τους οποίους κατέληξαν να ταυτίζονται με τη Γυναίκα που είναι Ντυμένη με τον Ήλιο της Αποκάλυψης κεφάλαιο 12.

Οι Πνευματικοί Χριστιανοί αρνούνταν να αναγνωρίσουν τα μυστήρια, τον κλήρο και τις εικόνες της κρατικής εκκλησίας· αντί να φιλούν και να προσκυνούν εικόνες, φιλούσαν και προσκυνούσαν ο ένας τον άλλον κι έτσι απέδιδαν τιμή σε ανθρώπινα όντα, τα οποία αποτελούσαν την πραγματική εικόνα (ομπράζ) του Θεού. Πεπεισμένοι ότι ο κόσμος οδηγούνταν στο τέλος του, αυτοί οι Πνευματικοί Αδελφοί διακωμωδούσαν τις πιο ιερές Ορθόδοξες τελετές και απέβλεπαν στην επιστροφή του Χριστού και στην άμεση καθοδήγηση του Θεού μέσω του Αγίου Πνεύματος. Μολονότι αναγνώριζαν τη Βίβλο, αυτοί οι Πνευματικοί Χριστιανοί—που αποκλήθηκαν αργότερα πνευματομάχοι (ντουκχόμπορστι ή Ντουχόμποροι) από τους αιρεσιολόγους με βάση την (παντελώς άσχετη) αίρεση του τέταρτου αιώνα των πνευματομάχων—πίστευαν ότι η δική τους προφορική παράδοση και η σύγχρονη θεϊκή έμπνευση είχαν αποκτήσει το προβάδισμα ως προς τις γραφές. [...]


Leo Toltsoy /
Λέων Τολστόι
Στη διάρκεια του δεκάτου εννάτου αιώνα, οι πιο ριζοσπαστικοί Ντουχόμποροι και Μολοκάνοι υιοθέτησαν επίσης έναν ασυμβίβαστο φιλειρηνισμό, ο οποίος εκδηλώθηκε με δραματικό τρόπο το 1895 οπότε οι Ντουχόμποροι οργάνωσαν μια μαζική καύση όπλων ως διαμαρτυρία κατά του πολέμου. Σύντομα μετά από αυτό, το 1898 προς 1899, περίπου 7.500 Ντουχόμποροι μετανάστευσαν στον Καναδά, το ταξίδι των οποίων χρηματοδοτήθηκε εν μέρει από τον συγγραφέα Λέων Τολστόι (1828-1910), ο οποίος αφιέρωσε τα κέρδη από το τελευταίο μεγάλο μυθιστόρημά του, την Ανάσταση, στην υπόθεση των Ντουχομπόρων. Οι Μολοκάνοι παρόμοια ξεκίνησαν να μεταναστεύουν μαζικά το 1904, εν μέρει για να ξεφύγουν από την στρατιωτική υπηρεσία στον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο. Στο νέο τους σπίτι στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι Πνευματικοί Χριστιανοί-Μολοκάνοι προσέφυγαν σε εικόνες της Αποκάλυψης—ειδικά της Γυναίκας που είναι Ντυμένη με τον Ήλιο της Αποκάλυψης κεφ. 12—για να εκφράσουν την αντίληψη που είχαν για την κοινότητά τους και να υποστηρίξουν την οξεία αντίθεσή τους στην εγγραφή τους στα στρατιωτικά μητρώα το 1917.


* Eugene Clay,
"The Woman Clothed in the Sun: Pacifism and Apocalyptic Discourse among Russian Spiritual Christian Molokan-Jumpers"
[Η Γυναίκα που είναι Ντυμένη με τον Ήλιο: Φιλειρηνισμός και Αποκαλυπτική Θεματική μεταξύ των Ρώσων Πνευματικών Χριστιανών Μολοκάνων-Αναπηδώντων]
Church History 80:1 (March/Μάρτιος 2011),
American Society of Church History, 2011,
doi:10.1017/S0009640710001587,
pp./σσ. 110-112.

Saturday, March 19, 2011

Η Σοφία Σειράχ
& η αποφυγή χρήσης του Τετραγράμματου /

Wisdom of Sirach
& abstaining from using the Tetragrammaton




Ὀνομασίᾳ τοῦ Ἁγίου μὴ συνεθισθῇς. (Ο')

Μην προφέρεις του Θεού συχνά τ' όνομα το άγιο. (ΜΠΚ)

Neither use thyself to the naming of the Holy One. (KJ)


– Σοφία Σειράχ / Wisdom of Sirach 23:9b

Friday, March 18, 2011

Αυγουστίνος & Βάρρων:
Ο Ιόβε (ή, Ιούπιτερ, λατ. Iόβις, ελλ. Ζευς)
ως ο Θεός των Ιουδαίων /

Augustine & Varro:
Jove (or, Jupiter, Lat. Iovis, Gr. Zeus)
as the God of the Jews


Istae, inquiunt, fabulae sunt aut interpretandae a sapientibus aut ridendae; nos autem Iovem colimus, de quo ait Maro: Iovis omnia plena, id est omnia vivificantem spiritum. Merito ergo et Varro Iovem opinatus est coli a Iudaeis, quia dicit per prophetam: Caelum et terram ego impleo.

These narratives of yours, say they, are but fables which have to be interpreted by the wise, or else they are fit only to be laughed at; but we revere that Jupiter of whom Maro says that “All things are full of Jove,” [Virgil Eclogues iii.v.60]; that is to say, the spirit of life that vivifies all things. It is not without some reason, therefore, that Varro thought that Jove was worshipped by the Jews; for the God of the Jews says by His prophet, “I fill heaven and earth.” [Jeremiah 23:24]

Αυτές οι διηγήσεις σας, με αυτά που λένε, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μύθους οι οποίοι θα πρέπει να ερμηνεύονται από τους σοφούς, γιατί διαφορετικά τους αξίζουν μόνο γέλια· αλλά εμείς είμαστε ευλαβείς στον Ιόβε [ή, Ιούπιτερ, ο Ζευς των Ελλήνων] για τον οποίο ο Μάρων λέει ότι "Τα πάντα είναι γεμάτα από τον  Ιόβε [αρχαϊκή μορφή του όρου Ιούπιτερ]" (Βιργίλιος, Εκλογές iii.v.60)· δηλαδή με άλλα λόγια, από το πνεύμα της ζωής που ζωοποιεί τα πάντα. Ορθά, λοιπόν, και ο Βάρρων είναι της άποψης ότι ο Ιόβε λατρεύεται από τους Ιουδαίους· διότι ο Θεός των Ιουδαίων λέει μέσω του προφήτη Του: "Εγώ γεμίζω τους ουρανούς και τη γη". (Ιερεμίας 23:24)

* Augustine of Hippo / Αυγουστίνος Ιππώνος,
De Consensu Evangelistarum / The Harmony of the Gospels / Περί της Ευαγγελικής Αρμονίας 23:31.

Buth's Notes on the pronunciation system
of Koine Greek
/

Σημειώσεις για το σύστημα προφοράς
της Κοινής Ελληνικής
του Buth





Wednesday, March 16, 2011

Sebastian Castellio:
Michael Servetus' being burned at the stake
& the freedom of conviction /

Σεμπάστιαν Καστέλιο:
Η καύση στην πυρά του Μιχαήλ Σερβέτου
& η ελευθερία πεποίθησης


Sebastian Castellio /
Ο Σεμπάστιαν Καστέλιο


To seek truth and to utter what one believes to be true can never be a crime. No one must be forced to accept a conviction. Conviction is free.

«Η αναζήτηση της αλήθειας και η έκφραση αυτού που πιστεύει κάποιος ότι είναι αληθινό δεν μπορεί ποτέ να αποτελεί έγκλημα. Κανείς δεν πρέπει να εξαναγκάζεται να αποδεχτεί μια πεποίθηση. Η πεποίθηση είναι ελεύθερη».

Sebastian Castellio [Martinus Bellius] *,
De haereticis an sint persequendi
et omnino quomodo sit cum eis agendum doctorurn virorum
turn veterum tum recentiorum sententiae
[Concerning heretics,
whether they should be persecuted
,
and what is to be done about them,
illustrated by the opinions of learned authors both old and new]
*
(1554).



Stefan Zweig
,
The Right to Heresy,
Hallam edition, 1951,
p./σ. 293.
[English/Αγγλικά, DJVU]




After John Calvin had Michael Servetus burned at the stake, he considered the matter ended. Servetus had denied the Trinity, a crime that Calvin could not see unpunished. After the execution, Calvin was reimbursed from the property of Servetus for his own expenses and the rest of Servetus’ money was turned over to the public treasury of Geneva.

Calvin was glad to see the matter finished. Melanchthon, Luther’s colleague, wrote that it was a deed well done. In general the matter seemed to be ended. But Calvin had not reckoned on Sebastian Castellio, a mild professor of Greek Literature in nearby Basle.
I.

The death of Servetus was defended by Calvin in a book. He called Servetus monstrous and attempted to show the dreadful harm his teachings would spread. But the damage was done. The death of Servetus, who had done nothing but disagree with Calvin’s opinions, opened discussions Calvin could not stop. In Calvin’s book he nowhere expressed the least regret at what he had done and showed loathing and contempt for Servetus as a very monster of iniquity, applying to him the foulest epithets. Seldom if ever in religious history has posthumous insult been more violent or odious, or more self-righteously used in the pretended service of God. Calvin called Servetus, among other things, detestable infidel, rabid magician, great pest, vomit, obscene dog, stupid, ferocious beast, and several others best not translated from the Latin.

Sebastian Castellio was a Professor of Greek Literature and a biblical scholar. He was born in 1515, near Geneva. At first he was friendly to Calvin and Calvin made him rector of the school system. When it was found that Castellio did not believe certain parts of the creed and that he questioned the literal accuracy of the Bible, it became prudent for him to leave Geneva.

Castellio’s reaction to the death of Servetus, whom he never knew personally, was immediate. He wrote Calvin, “If those thus butchered had been, I will not say horses, but only swine, every prince would have considered he had sustained a grave loss.” “I doubt,” he groaned, “whether in any epoch of the world’s history so much blood can have been shed as in our own.” “To seek truth and to utter what one believes to be true can never be a crime. No one must be forced to accept a conviction. Conviction is free.”


* Rev. J. Frank Schulman,
"Unitarianism Begins: II. Sebastian Castellio", 2003.

Sunday, March 13, 2011

Η ιδεολογική & πολιτική κληρονομιά του Βυζαντίου /

The ideological & political legacy of Byzantium


Διαφορετικές εξελίξεις σημειώθηκαν την ίδια περίοδο στην καθ' ημάς Ανατολή. Το Βυζάντιο, όπως επικράτησε να ονομάζεται η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, παρήκμασε και κατέρρευσε την εποχή που σημαδεύτηκε από την ακμή των χωρών της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης, στη δε παρακμή και την κατάρρευση της αυτοκρατορίας συνέβαλαν σοβαρά και τα πλήγματα που δέχτηκε από τη Δύση. Ωστόσο αυτά, ιδίως η δράση των Δυτικών Σταυροφόρων, δεν ήταν η κύρια αιτία· ήταν σύμπτωμά της. Η αυτοκρατορία που λάμπρυνε με τον πολιτισμό της τον μεσαιωνικό κόσμο κατέρρευσε επειδή δεν κατόρθωσε να παρακολουθήσει την Ευρώπη στα οικονομικά, πολιτικά, επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα που την απομάκρυναν από τον Μεσαίωνα και την ανανέωσαν.

Η βυζαντινή πολιτεία ήταν η πολιτεία των χριστιανών, του νέου Ισραήλ. Οι βάρβαροι και οι άπιστοι που την απειλούσαν, οι Πέρσες, οι Αραβες και οι Σλάβοι, αλλά και οι Λατίνοι, δηλαδή οι καθολικοί χριστιανοί, καθώς και οι Τούρκοι στο τελευταίο στάδιο της μακραίωνης ιστορίας της, ήταν οι Αιγύπτιοι και οι Ασσύριοι των Ισραηλιτών της Παλαιάς Διαθήκης, ήταν τα όργανα του θεού για να συγκρατούνται οι χριστιανοί στον δρόμο της ορθής πίστης. Όταν νικούσαν οι βάρβαροι και οι άπιστοι, οι νίκες τους οφείλονταν όχι στην υπεροχή τους, αλλά στις αμαρτίες των χριστιανών. Ακόμα και «αλούσα», η πρωτεύουσα της πολιτείας αυτής συνέχιζε να είναι η Νέα Ιερουσαλήμ, και ταυτόχρονα η Νέα Ρώμη, ανέμενε δε τη λύτρωση της όταν θα έφτανε το πλήρωμα του χρόνου. Η ανάκτηση της κληρονομιάς του πρώτου Βυζαντινού αυτοκράτορα, του αυτοκρατορα των Ρωμαίων Κωνσταντίνου, παρέμενε βασικό στοιχείο της κοσμοθεωρίας της βυζαντινής πολιτείας.

Άλλο βασικό στοιχείο της ήταν μια βαθιά αίσθηση ανωτερότητας που χαρακτήριζε τη στάση των Βυζαντινών απέναντι στους χριστιανούς της Δύσης, ακόμα και όταν οι Δυτικοί είχαν να επιδείξουν προφανή υπεροχή σε πολλούς τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Επρόκειτο για μια οίηση καλλιεργημένη και βαθιά εμπεδωμένη, ένα είδος συμπλέγματος υπεροχής που επιδεινώθηκε με τον καιρό αντί να υποχωρήσει. Η επαφή με τους Δυτικούς, ιδίως μετά τον 12ο αιώνα, με τους Σταυροφόρους αλλά και με τους Γενουάτες και τους Βενετούς εμπόρους, ενίσχυσε την περιφρόνηση των Βυζαντινών απέναντι τους και την πεποίθησή τους ότι αυτοί αποτελούσαν τον περιούσιο λαό του Θεού, ενώ οι Δυτικοί ήταν βάρβαροι και αιρετικοί.

Σήμερα δεν είναι εύκολο να κατανοηθεί αυτή η οίηση των Βυζαντινών, ιδίως μάλιστα όταν έγινε πασίδηλη η ισχύς και η υπεροχή των Δυτικών, όπως και η οργή τους όταν οι Δυτικοί αναφέρονταν στον αυτοκράτορα του Βυζαντίου όχι με τον τίτλο του «αυτοκράτορα των Ρωμαίων», αλλά με αυτόν του «αυτοκράτορα των Γραικών» όταν η Ανατολική Αυτοκρατορία ήταν από κάθε άποψη ελληνική. Ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων συνέχιζε να είναι ο εκλεκτός του Θεού και ο εκπρόσωπός του επί της γης, εξουσίαζε δε τα πάντα και τους πάντες. Η σχέση αυτή του αυτοκράτορα με τον Θεό αποτελούσε θεμελιώδες αξίωμα που δεν απαιτούσε εξήγηση· η δε αμφισβήτησή του, κατά τους Βυζαντινούς, φανέρωνε είτε άγνοια είτε αίρεση.

Ανάλογη οίηση χαρακτήριζε τη στάση των Βυζαντινών και προς τους όμορους λαούς. Στην προκειμένη περίπτωση την οίηση συνόδευαν αρχαίες ονομασίες, όπως Τριβαλλοί (Σέρβοι), Μυσσοί (Βούλγαροι), Παίονες (Ούγγροι) κ.ο.κ., που φανερώνουν ίσως όχι τόσο άγνοια της ιστορίας και της γεωγραφίας του τόπου, όσο εμμονή σε όλα εκείνα τα γνωρίσματα του κόσμου που θεωρούνταν από τους Βυζαντινούς καθιερωμένα και σταθερά. Άγνοια μάλλον φανερώνουν ονομασίες όπως Φράγκοι ή Κέλτες για τους Ιταλούς, και Ιταλοί για τους Καταλανούς - ήταν άγνοια ηθελημένη, που πήγαζε από την περιφρόνηση των Βυζαντινών προς τους λαούς της Δύσης.

Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, κάθε άλλο παρά εχθρός της Δύσης, στο έργο του De Administrando imperio συμβούλευε τον γιο του να μην φανερώνει τα μυστικά της αυτοκρατορίας στους βαρβάρους της Δύσης, ούτε να συνάπτει γάμους με τους απογόνους τους. Όταν δε, μετά τον 10ο αιώνα, αυξήθηκαν οι πιέσεις των Δυτικών αυτοκρατόρων να αναγνωριστούν αυτοί αντί των Βυζαντινών αυτοκρατόρων ως ηγεμόνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενισχύθηκε η παλαιά θεωρία του 6ου αιώνα ότι η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν η «Δεύτερη Ρώμη» αλλά η «Νέα Ρώμη», την οποία είχε «μεταφέρει» ο Κωνσταντίνος θεία εντολή. Δοξασίες όπως αυτή αποτελούσαν, έως το τέλος της αυτοκρατορίας, θεμελιώδη αξιώματα των Βυζαντινών, που ενίσχυαν την καχυποψία και το μίσος προς τους Δυτικούς, όσο οι Δυτικοί αμφισβητούσαν, με ανάλογες δοξασίες, αυτές των Βυζαντινών.

Έως τον 12ο αιώνα οι Βυζαντινοί είχαν απολέσει την πρωτοβουλία των κινήσεων στις διεθνείς σχέσεις προς όφελος των Δυτικών, φαίνεται δε πως είχαν επίγνωση αυτής της απώλειας. Στην κρίσιμη αυτή καμπή της ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αντί να αποδεχτούν τη νέα κατάσταση και να εξασφαλίσουν, σε συνεννόηση με τη Δύση, τη δέουσα θέση της στις νέες συνθήκες, προτίμησαν να αποστρέψουν το πρόσωπο από τη Δύση και να συνεννοηθούν με τους Τούρκους. Μετά δε την Δ׳ Σταυροφορία (1204) και τις συνακόλουθες καταστροφές και ταπεινώσεις, δεν ήταν εύκολο να πεισθούν και εκείνοι που ήταν διατεθειμένοι να διατηρήσουν διαύλους επικοινωνίας με τους Δυτικούς πως οι τελευταίοι ήταν καλής πίστης συνομιλητές και πως πράγματι αποσκοπούσαν στη συνδιαλλαγή και τη συμφιλίωση, και όχι στην υποταγή του Βυζαντίου. Από την άποψη αυτή, το μεγαλύτερο θύμα αυτής της Σταυροφορίας ήταν οι «Ενωτικοί» του Βυζαντίου, εκείνοι που επιζητούσαν τη συμφιλίωση και την ένωση με τη Δύση. Στο εξής ενισχύθηκε όσο ποτέ άλλοτε η θέση των συντηρητικών δυνάμεων της αυτοκρατορίας, και αντίστοιχα αποδυναμώθηκε αυτή των φιλοδυτικών, όσων προσέβλεπαν στη Δύση για τη σωτηρία της αυτοκρατορίας. Οι τελευταίοι, τόσο αυτοί που εξιδανίκευαν τη Δύση όσο και εκείνοι που ήταν σε θέση να την αξιολογήσουν ρεαλιστικά, αδυνατούσαν πλέον επηρεάσουν την πολιτική ή τη θρησκευτική εξουσία. Η αποδοχή της ένωσης των Εκκλησιών, το 1274, από τον Μιχαήλ Η׳ Παλαιολόγο, τον επονομασθέντα «Λατινόφρονα», για να εξευμενιστεί η Δύση προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση της Εκκλησίας, η οποία του αρνήθηκε, όταν πέθανε, χριστιανική ταφή. Εξίσου ατελέσφορη υπήρξε και η προσπάθεια, έναν αιώνα αργότερα, του Ιωάννη Ε׳ Παλαιολόγου να εξασφαλίσει τη βοήθεια των Δυτικών εναντίον των Τούρκων, που προκάλεσε την οργή τόσο της Εκκλησίας, όσο και των υπηκόων του όταν έσπευσε στη Ρώμη για να προσκυνήσει τον πάπα. Ανάλογη αντίδραση προκάλεσε και η επίσκεψη το 1399 του γιου του, του Μανουήλ Β׳ Παλαιολόγου, στη Βενετία, το Παρίσι και το Λονδίνο. Η τελευταία προσπάθεια να σωθεί η παραπαίουσα αυτοκρατορία, αυτή του Ιωάννη Η׳ Παλαιολόγου το 1439 στη Φλωρεντία, όπου έγινε δεκτή η ένωση των Εκκλησιών, ήρθε πολύ αργά.

Ο θάνατος της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπήρξε μια μακρόσυρτη διαδικασία. Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 απο τους Τούρκους ήταν η ανεπιθύμητη αλλά αναπόδραστη κατάληξη μιας συνειδητής πολιτικής τόσο της θρησκευτικής όσο και της πολιτικής ηγεσίας της αυτοκρατορίας.

Η περιφρόνηση και το μίσος προς την «αιρετική» και «αλαζόνα» Δύση αποτέλεσαν το ένα σκέλος της βυζαντινής κληρονομιάς στους Έλληνες των νεώτερων χρόνων· η αποδοχή της υποταγής στους Τούρκους ως έργου της θείας πρόνοιας το άλλο σκέλος. Οι Τούρκοι κατέλαβαν την αυτοκρατορία όχι μόνο δια των όπλων, αλλά και ως σύμμαχοι συχνά ή ως μισθοφόροι των Βυζαντινών αυτοκρατόρων. Οι γάμοι Βυζαντινών πριγκιπισσών με Τούρκους ηγεμόνες και ευγενείς για πολιτικούς λόγους ήταν άλλος ένας παράγοντας που διευκόλυνε τη διείσδυση των Τούρκων. Εξάλλου οι μαζικές εξωμοσίες στη Μικρά Ασία μετέτρεψαν την τουρκική διείσδυση σε κατάληψη των ανατολικών εδαφών της αυτοκρατορίας. Από τον 11ο έως τον 15ο αιώνα εξισλαμίστηκε και ουσιαστικά εκτουρκίστηκε το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας, σε αντίθεση με το δυτικό, το οποίο κατακτήθηκε τον 14ο αιώνα και διατήρησε το μεγαλύτερο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού του. Η μακρά διείσδυση των Τούρκων στο ανατολικό και κύριο τμήμα της αυτοκρατορίας, σε συνδυασμό με τις συμμαχικές τους υπηρεσίες εναντίον των Δυτικών, τους κατέστησε κληρονόμους της· τους συνέδεσε επίσης με την κοσμοθεωρία των ηγετικών ομάδων της Βασιλεύουσας.

Η τουρκική κατάκτηση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν η επιβληθείσα τιμωρία «διά τας αμαρτίας» των βασιλέων της, και ταυτόχρονα το μέσο για τον εξαγνισμό της. Ο Τούρκοι εξάλλου είχαν σταλεί από τη θεία πρόνοια για να προστατεύσουν τους ορθόδοξος χριστιανούς από τους «λύκους» της Δύσης, τους «αιρετικούς» Λατίνους. Η αποδοχή του Τούρκου σουλτάνου ως νόμιμου ηγεμόνα της αυτοκρατορίας ήταν σχεδόν αναπόφευκτη. Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν και παρέμενε η μόνη αυτοκρατορία, και έδρα της ήταν και παρέμενε η Κωνσταντινούπολη. Ο νέος της ηγεμόνας, ο Μωάμεθ Β׳, ήταν ο «βασιλιάς» της, ορισθείς από τον Θεό: Ήταν ο κληρονόμος του τελευταίου χριστιανού βασιλιά, ο μόνος επί γης αληθινός «αυτοκράτορας» των Ρωμαίων, όπως και ο Μέγας Κωνσταντίνος. Σε συνδυασμό με την επίκληση της ευαγγελικής ρήσης «Τα του καίσαρος τω καίσαρι, τα του Θεού τω Θεώ», η ερμηνεία αυτή της τουρκικής κατάκτησης απέβη το ιδεολογικό βάθρο στο οποίο στηρίχθηκε η πολιτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας έναντι τόσο των Τούρκων όσο και των Δυτικών καθ' όλη τη διάρκεια της τουρκικής κυριαρχίας.

* Θάνος Βερέμης & Γιάννης Κολιόπουλος,
Ελλάς: Η σύγχρονη συνέχεια από το 1821 μέχρι σήμερα,
εκδ. Καστανιώτη, 2006,
σσ. 27-30.