Tuesday, May 31, 2011

Spinoza on the Law given to Moses /

Ο Σπινόζα περί του Νόμου που δόθηκε στον Μωυσή



Next I inquired, why the Hebrews were called God's chosen people, and discovering that it was only because God had chosen for them a certain strip of territory, where they might live peaceably and at ease, I learnt that the Law revealed by God to Moses was merely the law of the individual Hebrew state, therefore that it was binding on none but Hebrews, and not even on Hebrews after the downfall of their nation.

Κατόπιν εξέτασα το γιατί οι Εβραίοι αποκαλούνταν εκλεκτός λαός του Θεού και ανακαλύπτοντας ότι ήταν αποκλειστικά εξαιτίας του ότι ο Θεός είχε επιλέξει γι' αυτούς μια ορισμένη λωρίδα γης, όπου θα μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά και άνετα, έμαθα ότι ο Νόμος που αποκαλύφθηκε από τον Θεό στον Μωυσή ήταν απλώς ο νόμος του συγκεκριμένου εβραϊκού κράτους, και συνεπώς ότι δεν ήταν δεσμευτικός για κανέναν άλλον παρά μόνο για τους Εβραίους, και ούτε καν για τους Εβραίους μετά την κατάπτωση του έθνους τους.

Tractatus theologico-politicus,
The Hague/Χάγη, 1665,
English translation by/αγγλική μετάφραση υπό R.H.M. Elwes
London, George Bech, 1882,
[English/Αγγλικά, PDF]

Saturday, May 28, 2011

Jews were behind the Byzantine Iconoclasm:
An anti-Jewish tale dated at the 8th cent.
written down by the name of John of Damascus /

Οι Εβραίοι ήταν η αιτία της Εικονομαχίας:
Ένας αντιιουδαϊκός θρύλος του 8ου αι.
καταγραμμένος υπό το όνομα του Ιωάννη του Δαμασκηνού




Καὶ γὰρ ὁ τὴν αἵρεσιν ἐμπνεύσας πρῶτος, ψεύστης ὢν καὶ ὕπουλος, τῆς βασιλείας ἐδράξατο. Κόνων γὰρ ὀνομαζόμενος, Λέοντος προσηγορίαν ἑαυτῷ περιεβάλλετο, ἐξ Ἑβραίων τοῦτον τὸν σκοπὸν καὶ τὸ φρόνημα εἰληφώς. Καὶ γὰρ περιπατοῦντος αὐτοῦ, μήπω τῆς βασιλείας αὐτοῦ χειρισθέντος, φησὶ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἑβραῖος· Βασιλεὺς μέλλεις γένεσθαι. Ἀλλὰ τὸν λόγον ὃν εἴπω σοι, ἐὰν κρατήσῃς, ἔσται πολυχρόνιος ἡ βασιλεία σου καὶ ἡ τιμή σου. Ἀποβαλοῦ τὴν προσηγορίαν, ἥνπερ κέκτησαι, ὀνομασθεὶς Λέων. Ἐν γὰρ ταῖς ἡμέραις τῆς βασιλείας σου καταστραφήσονται τὰ ἰνδάλματα εἰκόνων, ὧνπερ οἱ Χριστιανοὶ πιστεύουσι. Διὸ δός μοι λόγον τοῦ καταστρέψαι αὐτὰ ἐν τοῖς καιροῖς τῆς βασιλείας σου. Δελεασθεὶς οὖν ὁ βύθιος δράκων, δέδωκεν αὐτῷ, τὴν τιμὴν τῆς ἀξίας ἔχων εἰς ἐπιθυμίαν ὁ ἀνάξιος· καὶ τῶν πραγμάτων ἐλθόντων εἰς ἐμφάνισιν, ἐδράξατο τῆς βασιλείας τὰ σκῆπτρα. Καὶ μετὰ δεκατὸν χρόνον τοῦ ὁδηγοῦ τῆς ἀπωλείας ὑπαντήσαντος ἐπὶ προελεύσεως, καὶ δεδωκότος αὐτῷ τὴν χάρτην, ὡς δῆθεν δεητικοῦ, καὶ ἀναγνόντος αὐτὸν τοῦ παρανόμου, παρ’ αὐτὰ τὸν Ἑβραῖον εἰς τὰ βασιλεῖα ἐκέλευσεν εἰσελθεῖν, καὶ λαβὼν αὐτὸν ἀπὸ τότε συμμύστην καὶ συῤῥάμμονα τῆς αὐτοῦ ἀνομίας, ὡς ἀληθῶς ὁ ἄγριος θὴρ, τῇ Ἐκκλησίᾳ εἰσεπήδησε, καὶ πολλοὺς ἐξ αὐτῆς ἀπέσπασε, καὶ ἐκ τῶν κόλπων αὐτῆς ἐσπάραξε, καὶ οὕσπερ αὕτη ἀνοδύνως ἐγέννησε, καὶ ἐθρέψατο τοῖς τῶν Πατέρων δόγμασιν, οὗτος αὐτοὺς ἀλλοτρίους ἐποίησε, καὶ ξένους τῆς μητρικῆς αὐτῶν ἀγχιστείας.


The first man to give the inspiration to this heresy [iconoclasm] was named Konon, but adopted the name Leo. He acquired that dark notion from the Hebrews. Before his accession, while he was out for a walk, a Hebrew said to him, "You shall become emperor and if you will adhere to the advice which I now give you, your reign and glory will be long-lasting. Discard your present name and call yourself Leo, for during your reign, the images in which the Christians believe, will be overthrown. So give me your word to overthrow them during your reign." Taken in by this, "the dragon of the deep" promised accordingly [...] Ten years after his accession, upon going out, he met his guide to destruction, who handed him a paper, no doubt containing his request. The emperor recognized the Hebrew, immediately invited him into the palace, and accepted him from then on as collaborator in his impious work. [...]

* Ψευδοιωάννης Δαμασκηνός,
Λόγος αποδεικτικός περί των Αγίων και Σεπτών Εικόνων προς βασιλέαν Κωνσταντίνον τον Καβαλίνον /
De sacris imaginibus contra Constantinum Cabalinum,
MPG vol./τ. 95  col./στ. 336D-337A*

Οι έκπτωτοι άγγελοι
ως οἱ Υἱοὶ τοῦ Θεοῦ [Γε 6:2] /

The fallen angels
as the sons of God [Ge 6:2]


Alexandre Cabanel, Fallen Angel (1868)


Clement [of Alexandria] adapted the motif of the fallen angels, as it provided a picturesque representation of the fall of spiritual beings under the power of sensual attraction, pleasure (εἰς ἡδονὰς). The angels were led by sensual desire for the women, and ipso facto they lost their spiritual status. This interpretation can be found in Book 5 of the Stromateis:
To which also we shall add, that the angels who had obtained superior rank, having sunk into pleasures, revealed to the women the secrets which had come to their knowledge; while the rest of the angels kept the secret until the coming of the Lord.
The motif of dangerous sensual attraction, which so tragically misled the angels with catastrophic consequences, is repeated also on other occasions in the Paedagogue: “The example of these are the angels, who renounced the beauty of God for a beauty which fades, and so fell from heaven to earth”, and in the Stromateis: “Even some angels when they lost self-control being caught by sexual desire, ultimately fell from heaven to earth.”


Ο Κλήμης [ο Αλεξανδρέας] προσάρμοσε το μοτίβο των έκπτωτων αγγέλων, καθώς παρέσχε μια γλαφυρή αναπαράσταση της πτώσης των πνευματικών όντων υπό την εξουσία της αισθησιακής έλξης, εἰς ἡδονὰς. Οι άγγελοι οδηγήθηκαν από την αισθησιακή επιθυμία τους για τις γυναίκες και εκ των πραγμάτων έχασαν την πνευματική τους θέση. Αυτή η ερμηνεία μπορεί να βρεθεί στο Βιβλίο 5 των Στρωματέων [5:1.10.2]:
Οἷς δὴ κἀκεῖνα προσθήσομεν, ὡς οἱ ἄγγελοι ἐκεῖνοι οἱ τὸν ἄνω κλῆρον εἰληχότες κατολισθήσαντες εἰς ἡδονὰς ἐξεῖπον τὰ ἀπόρρητα ταῖς γυναιξίν, ὅσα γε εἰς γνῶσιν αὐτῶν ἀφῖκτο, κρυπτόντων τῶν ἄλλων ἀγγέλων, μᾶλλον δὲ τηρούντων εἰς τὴν τοῦ Κυρίου παρουσίαν.
Το μοτίβο της επικίνδυνης αισθησιακής έλξης, η οποία τόσο τραγικά παροδήγησε τους αγγέλους με καταστροφικές συνέπειες, επαναλαμβάνεται επίσης και σε άλλα σημεία στον Παιδαγωγό [3:2.14.2]: «δεῖγμά σοι τούτων οἱ ἄγγελοι τοῦ θεοῦ τὸ κάλλος καταλελοιπότες διὰ κάλλος μαραινόμενονκαὶ τοσοῦτον ἐξ οὐρανῶν ἀποπεσόντες χαμαί» και στους Στρωματείς [3:7.59.2]: «ἤδη δὲ καὶ ἄγγελοί τινες ἀκρατεῖς γενόμενοι ἐπιθυμίᾳ ἁλόντες οὐρανόθεν δεῦρο καταπεπτώκασιν».


* Piotr Ashwin-Siejkowski,
Clement of Alexandria on Trial: The Evidence of ‘Heresy’ from Photius’ Bibliotheca
[Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας σε Δίκη: Τα Τεκμήρια "Αίρεσης" από τη Βιβλιοθήκη του Φώτιου]
(Supplements to Vigiliae Christianae vol./τόμ. 101),
Brill, 2010,
σ./p. 153.



Friday, May 27, 2011

Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ή Θεὸς ὁ Υἱός; /

Son of God or God the Son?





In Hebrew theology the idea that the eschatological Messiah was called ‘the son of God’ had a long tradition but it did not suggest literarily the divine origin of the Messiah. The Hebrew monotheism does not allow seeing any kind of ‘division’ within God and it put strong limits on the anthropomorphic image of YAHWE. Therefore all references to the idea of ‘sonship’, either particular individual or the whole nation, were read in the context of their symbolical and pedagogical function and their place within the rhetoric of Hebrew theology. Christian theologians, however, crossed over this boundary. The important transition from the title ‘the son of God’ to the new epithet ‘God the Son’ took place at the end of the first and during the early second century, and was later ultimately confirmed and proclaimed by the Creed of Nicaea (325 CE).


Στην εβραϊκή θεολογία η ιδέα ότι ο εσχατολογικός Μεσσίας αποκαλούνταν "ο γιος του Θεού" είχε μακρά παράδοση αλλά δεν σήμαινε κυριολεκτικά τη θεϊκή προέλευση του Μεσσία. Ο εβραϊκός μονοθεϊσμός δεν επιτρέπει  τη θεώρηση οποιασδήποτε 'διαίρεσης' εντός του Θεού και έθετε αυστηρά όρια στην ανθρωπομορφική εικόνα του ΙΑΧΒΕ. Συνεπώς όλες οι αναφορές στην ιδέα της 'υιότητας', είτε ενός συγκεκριμένου ατόμου είτε του έθνους συνολικά, αναγιγνώσκονταν στην συνάφεια της συμβολικής και παιδαγωγικής τους λειτουργίας και της θέσης τους εντός της ρητορικής της εβραϊκής θεολογίας. Οι χριστιανοί θεολόγοι, όμως, ξεπέρασαν αυτά τα όρια. Η σημαντική μετάβαση από τον τίτλο 'ο γιος του Θεού' στο νέο επίθετο 'Θεός ο Γιος' έλαβε χώρα στα τέλη του πρώτου και στη διάρκεια του δεύτερου αιώνα και αργότερα επικυρώθηκε και επιβεβαιώθηκε ολοκληρωτικά από το Σύμβολο Πίστης της Νίκαιας (325 Κ.Χ.).



The Apostle's Creed: The Apostle's Creed and its early Christian context
[Το Σύμβολο Πίστης των Αποστόλων: Το Σύμβολο Πίστης των Αποστόλων και η πρώιμη χριστιανική του συνάφεια],
T&T Clark International 2009,
pp./σσ. 29, 30.


Monday, May 23, 2011

Π. Τρεμπέλας:
Η ταυτότητα του Ψευδοδιονύσιου Αρεοπαγίτη /

P. Trempelas:
The identity of Pseudo-Dionysius the Areopagite


Βεβαίως o Ψευδοδιονύσιος οσονδήποτε και εάν ήθελε θεωρηθή «ως πρωτότυπος και ουχί πλαγιάτωρ ή συμπιλητής ως μεταχειριζόμενος τα νεοπλατωνικά στοιχεία και χριστιανικά στοιχεία κατά τρόπον προσωπικόν» (Β. Στεφανίδου, Εκκλ. Ιστορία σελ. 304), δεν είναι δυνατόν να καταριθμηθή εις τους αγίους Πατέρας, οίτινες πάντες υπήρξαν ονομαστοί και πεφημισμένοι μεταξύ του χριστιανικού πληρώματος, ως πεπαρρησιασμένως «εν τη πίστει και τη καθολική κοινωνία αγίως, σοφώς, σταθερώς βιούντες, διδάσκοντες και εγκαρτερούντες και είτε να αποθάνωσιν εν Χριστώ πιστώς, είτε και να θανατωθώσιν υπέρ Χριστού μακαρίως ηξιώθησαν» κατά τον από Λειρίνου Βικέντιον (Commonit. 28 PL, 50,675). Αντιθέτως ο υπό ψευδωνυμίαν κρυπτόμενος συγγραφεύς των Αρεοπαγιτικών επεζήτησε και εν σοβαρώ μέτρω επέτυχε να υφαρπάση και σφετερισθή κύρος αποστολικού πατρός επιβληθείς διά της πλαστοπροσωπείας προκαταβολικώς επί πατέρων ορθοδόξου ομολογίας υπέρ αυτής αγωνισαμένων και αθλησάντων, οίος μεταξύ άλλων παλαιότερος και πρωτεύων Μάξιμος ο Ομολογητής. Ακριβώς δε, διότι η μεγάλη αύτη της Ορθοδόξου καθολικής Εκκλησίας προσωπικότης, η και ως αγία τιμωμένη εν τε τη Ανατολή και τη Δύσει, παρεπλανήθη υπό της πλαστογραφίας ταύτης, εκλαμβάνουσα τά Αρεοπαγιτικά ως γνήσιον έργον του Διονυσίου τού εις το κήρυγμα του θείου Παύλου πιστεύσαντος καί επιστραφέντος και μετ' ευλαβείας σχολιάσασα και αποκαθάρασα αυτά εν μέτρω ικανώ κακοήχων διατυπώσεων, οφείλεται το ότι ταύτα δεν εξεβλήθησαν εκ της περιοχής της Ορθοδόξου Γραμματείας ευθύς άμα τη εμφανίσει των. Πράγματι: είναι ήδη μεμαρτυρημένον (Mansi VIII 817), ότι κατά την εν Κων/πόλει εν έτει 532-533 επίσημον συνέντευξιν μεταξύ Ορθοδόξων και Μονοφυσιτών, όταν οι τελευταίοι ούτοι ανεφέρθησαν εις τα Αρεοπαγιτικά, ο εξ ονόματος των Ορθοδόξων τον λόγον λαμβάνων επίσκοπος Εφέσου Υπάτιος απέκρουσε μετά οξύτητος και βιαιότητος την αναφοράν ταύτην, υποστηρίξας, ότι τα συγγράμματα ταύτα είναι όλως άγνωστα εις τους παλαιούς. Όντως δε αι παλαιότεραι μαρτυρίαι περί τούτων εύρηνται εις τα συγγράμματα του Σεβήρου Αντιοχείας (512-518), καθαιρεθέντος διά τα μονοφυσιτίζοντα φρονήματα αυτού, εξ αυτού δε προήλθον και οι αποκληθέντες και κατακριθέντες ως αιρετικοί Σεβηριανοί. Επί πλέον και αυτός ο Ψευδοδιονύσιος πρώτος εποιήσατο περί της ενεργείας του Χριστού την διατύπωσιν «καινήν τινα την θεανδρικήν ενέργειαν» (Επιστ. Δ. PG 3,1072), ήτις ισχυρώς επεκροτήθη υπό των Σεβηριανών. Κατεκρίθη όμως υπό της εν έτει 649 υπό Μαρτίνου Α συγκληθείσης εν Λατερανώ συνόδου διά του 15 κανόνος αυτής. Και η κατάκρισις αύτη ίσχυσεν έως ού ο υπέρ του δόγματος των δύο εν Χριστώ θελημάτων και ενεργειών αθλήσας και εν φυλακή αποθανών Μάξιμος ο Ομολογητής, ο τα Αρεοπαγιτικά ως γνήσια και αποστολικά εκλαβών και σχολιάσας, απεσάφησε και επεξήγησεν αυτήν ορθοδόξως κατά την περί τριών θελημάτων εν τω Χριστώ αδιάβλητον δογματικήν διδασκαλίαν.


* Παναγιώτης Ν. Τρεμπέλας,
Μυστικισμός - Αποφατισμός. Καταφατική θελογία, Τεύχος Α',
Εν Αθήναις, 1974,
σ. 28.










*





Saturday, May 21, 2011

Κώστας Μπέης:
Τι είναι προσηλυτισμός; /

Kostas Beys:
What is proselytism?


Eίναι αλήθεια ότι στο απώτερο ιστορικό παρελθόν η χριστιανική Eκκλησία, με τη δύναμη της βυζαντινής αυτοκρατορικής εξουσίας, που ενδιαφερόταν για την ιδεολογική ενότητα του κράτους, καταδίωξε αγρίως κάθε απόκλιση από την κυρίαρχη ερμηνεία των ιερών κειμένων, με κορύφωμα, στη Δύση την απαίσιας μνήμης Iερά Eξέταση των μεσαιωνικών χρόνων.

Aκόμη ώς τις μέρες μας η ελληνική κυβέρνηση κατ' επανάληψη σύρθηκε εγκαλούμενη στην Eυρωπαϊκή Eπιτροπή και στο Eυρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Aνθρώπου, επειδή τα όργανα του ελληνικού κράτους δεν σέβονται τη θρησκευτική ελευθερία των μειονοτήτων.

H ελληνική έννομη τάξη ευλόγως απαγορεύει τον προσηλυτισμό. Kαι τον απαγορεύει, όχι μόνον υπέρ, αλλά και κατά της επίσημης (της κρατούσας) Eκκλησίας. Ο «προσηλυτισμός», τον οποίο απαγορεύει η έννομη τάξη μας, συνίσταται σε τούτο: ότι γίνεται εκμετάλλευση της ανάγκης των φτωχών ανθρώπων, και με το δέλεαρ οικονομικής αρωγής παραπείθονται να εγκαταλείψουν τις θρησκευτικές παραδόσεις τους και να προσχωρήσουν στην πίστη εκείνου που απλόχερα τους ελεεί. Aυτή η εκμετάλλευση, όπως κάθε εκμετάλλευση, είναι ασφαλώς απεχθής. Aκόμη και όταν στις αφρικανικές χώρες ωραιοποιείται με έναν άλλο όρο, δηλαδή εκείνον της «ιεραποστολής»!

Οπωσδήποτε επί δεκαετίες εισαγγελικοί λειτουργοί και ποινικά δικαστήρια παρερμήνευαν την έννοια του «προσηλυτισμού» και καταδίκαζαν όποιον επιχειρούσε να διαδώσει με έντυπα ή με προφορικό λόγο τη διδασκαλία της δικής του θρησκευτικής ομάδας.

Tο φαινόμενο λοιπόν ότι «δεκάδες ομάδες δρουν, κινούνται, παρασυνάγουν και προσηλυτίζουν, ακόμη και στα προαύλια των ναών» εφ' όσον δεν γίνεται εκμετάλλευση της ανάγκης των κατατρεγμένων της κοινωνίας, δεν είναι καθόλου αθέμιτο. Aντιθέτως, συνιστά άσκηση θεμελιακού δικαιώματος κάθε ανθρώπου που, κατοχυρωμένου από την Eυρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Aνθρώπου, η οποία στο άρθρο 9 με έμφαση τονίζει ότι το θεμελιακό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας περιλαμβάνει ειδικότερα «την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς, δημοσία ή κατ' ιδίαν». Στην έγκυρη ερμηνεία της EυρΣΔA των Frowein-Peukert1 τονίζεται με έμφαση ότι αυτή η ελευθερία περιλαμβάνει και το δικαίωμα για διάδοση της διδασκαλίας της θρησκείας.

Γίνεται έτσι φανερό ότι, αν η εκκλησιαστική πρακτική δεν αγγίζει τις ευαισθησίες κάποιων, αποκλείεται πια να τους συγκρατήσει με την αρωγή της κρατικής βίας. Οι καιροί -ευτυχώς- άλλαξαν.

Πρόβλημα υπάρχει. Kαι αυτό εντοπίζεται στην ώς τώρα αδιαφορία της κυρίαρχης εκκλησιαστικής διοίκησης για τις θρησκευτικές ευαισθησίες πολλών από τους πιστούς. H Eκκλησία μας συνήθισε να βλέπει το πλήρωμά της ως «ποίμνιο», το οποίο δεν έχει άλλη επιλογή από του ν' ακολουθεί τυφλά. Δεν είναι λίγες οι φορές που γράφεται ή λέγεται ότι η Eκκλησία είναι δεδομένη. Δεν αλλάζει. Tων πιστών είναι υποχρέωση να συγκλίνουν με αυτήν. Kαι όχι δικό της χρέος να προσαρμοστεί στις σύγχρονες τάσεις.

Aς δούμε πρακτικά αυτήν την αντίληψη. Kάθε καλλιεργημένος άνθρωπος που προσέρχεται σε μια συναυλία ή σ' ένα επιστημονικό συμπόσιο, ύστερα από μια το πολύ ώρα νιώθει την ανάγκη για κάποιο διάλειμμα. H ικανότητά του για αυτοσυγκέντρωση δεν μπορεί να επαρκέσει για πάρα πέρα. Πολύ περισσότερο ο ακροατής, που δεν έχει ιδιαίτερη μουσική ή επιστημονική παιδεία. Γι' αυτό οι οργανωτές τέτοιων εκδηλώσεων, φροντίζουν, όχι μόνο να υπάρχουν καθίσματα για όλους τους ακροατές, αλλά και να μην ταλαιπωρείται η αυτοσυγκέντρωσή τους πέραν της ώρας.

Aυτήν την απλή πρακτική αλήθεια δεν έδειξε ποτέ να κατανοεί η δική μας εκκλησιαστική διοίκηση. Οι περισσότεροι παρακολουθούμε τη λειτουργία και τις ακολουθίες όρθιοι, επί δύο -τη Mεγάλη Eβδομάδα ώς και τέσσερις- ώρες, σε κείμενο, το οποίο -αν το παρακολουθεί- απλώς διαισθάνεται ο πιστός και με εκφραστικά μουσικά μέσα, τα οποία -κατά τον επιεικέστερο χαρακτηρισμό- τον κουράζουν. Eτσι, γρήγορα ο πιστός εγκαταλείπει την προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης και πιάνει ψιλή κουβέντα με το διπλανό του για τα πιο απίθανα ζητήματα, που μόνον ως ασέβεια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Tο αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί από τους νέους μας αναζητούν διέξοδο ακόμη και σε ινδουιστικές θρησκευτικές κοινότητες, όπου έχουν τη δυνατότητα να ψάλουν συναρπαστικές μελωδίες, που ανεβάζουν την πονεμένη ψυχή του ανθρώπου στους ουρανούς.

Σημαίνει άραγε αυτή η επισήμανση ότι πρέπει να καταργηθεί η βυζαντινή παράδοση; Kάθε άλλο. Aπλώς να διατηρηθεί για όσους την αντέχουν ή νιώθουν τη γοητεία της. Kάποτε πρέπει να δοθεί η δυνατότητα και σ' εμάς τους άλλους, να προσεγγίσουμε το Θείο Λόγο με τα δικά μας εκφραστικά μουσικά μέσα, και πάντως σε χρονική διάρκεια που να σέβεται τα όρια αντοχής μας. Aυτήν την απλή αλήθεια κατανοώντας οι πατέρες της Eκκλησίας είχαν περικόψει τη μακρόσυρτη λειτουργία του Iακώβου στο συγκριτικά μικρότερο κείμενο της λειτουργίας του Bασιλείου, και στο ακόμη μικρότερο κείμενο της λειτουργίας του Xρυσοστόμου.

Aυτή η αδιαφορία για τα όρια αντοχής και τις ψυχικές ανάγκες των πιστών έχουν τη ρίζα τους, καθώς ήδη επισημάνθηκε, στην υποβάθμιση του πληρώματος σε θέση «δούλων του Kυρίου» ή -κάπως καλύτερα- άβουλου «ποιμνίου».

Γίνεται έτσι φανερή η ανάγκη, τα μεσαιωνικά τείχη να περιοριστούν στην οπωσδήποτε γοητευτική -αλλά ξένη προς τις σύγχρονες ανάγκες μας- μουσειακή τους διάσταση, έτσι ώστε να γίνουν σεβαστές -επιτέλους- και στην Eκκλησία μας η δημοκρατική αρχή και οι δικαιοκρατικές διαστάσεις.

Στην «Aυγή» της Kυριακής διαβάζω για τα οικονομικά σκάνδαλα, για τα διαπλεκόμενα συμφέροντα μνηστήρων του αρχιεπισκοπικού θρόνου, καθώς και τραπεζικών και άλλων οικονομικών οργανισμών, που λειτουργούν, χρησιμοποιώντας ως αιχμή του δόρατος τα Mέσα Mαζικού Eπηρεασμού, που έχουν υπό τον έλεγχό τους. Διαβάζω στην ίδια εφημερίδα για τους «βαρόνους» της Eκκλησίας («πρίγκιπες της Eκκλησίας» είχα ακούσει πριν από πολλά χρόνια να χαρακτηρίζει εαυτόν και τους αδελφούς του ο μακαριστός Σύρου Φιλάρετος).

Σε άλλες εφημερίδες διάβασα αυτές τις ημέρες για τις 200.000 δραχμές, τις οποίες, σε αντίθεση προς τον τόσο διαβληθέντα από τα Mέσα Mαζικού Eπηρεασμού προκάτοχό του Iερώνυμο Kοτσώνη, εισέπραττε ημερησίως ο κοιμηθείς αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ από τα λεγόμενα «τυχερά», με την επεξήγηση ως επρόκειτο για τη «μίζα» του από τα «τυχερά», που εισέπρατταν οι βοηθοί επίσκοποι της δικαιοδοσίας του για λειτουργίες και ακολουθίες που εκαλούντο να τελέσουν πάνω στην ασεβή βάση «εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν». Διάβασα ακόμη για το «παλάτι της Φιλοθέης», το ανάκτορο δηλαδή αρχιεπισκοπικής κατοικίας, όπου διέμενε ο Σεραφείμ, και πάλι σε αντίθεση προς τον προκάτοχό του, που έμενε σ' ένα κελί της Mονής Πεντελής και πλήρωνε από το μισθό του τα τροφεία του στη Mονή.

Kαι φυσικά η σεμνή χριστιανική ταφή του προέδρου K. Kαραμανλή, όμοια όπως του Eλύτη, του Xατζιδάκι και του δασκάλου μου Tάσου Xριστοφιλόπουλου, καθηγητή του Eκκλησιαστικού Δικαίου, μας άφησαν παρακαταθήκη ένα ήθος, άγνωστο στις τυμπανοκρουσίες, στους εκτυφλωτικούς προβολείς της τηλεόρασης και στις ωραιολογίες, ου μην αλλά και στους δημόσιους χαριεντισμούς που -δυστυχώς- σφράγισαν την ταφή της κεφαλής της ελληνικής Ορθοδοξίας.

Aυτού του κλίματος φυσικό επακόλουθο είναι το μεγάλο έλλειμμα δημοκρατικής αρχής και δικαιοκρατικών δομών που χαρακτηρίζει τη διοίκηση της Eκκλησίας μας. Kαι είναι επίσης φυσικό ν' αποπροσανατολίζεται η προσοχή των πιστών διαμέσου της καλλιέργειας αισθημάτων μίσους και διωκτικών διαθέσεων εναντίον όσων -σκανδαλιζόμενοι- έχουν πάψει να νιώθουν την πατροπαράδοτη Eκκλησία μας ως γέφυρα, μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν.

* Κώστας Μπέης,
Ελευθεροτυπία 24 Απριλίου 1998,
«Ορθοδοξία, "προσηλυτισμός" και αιρέσεις».

Thursday, May 19, 2011

Οι περί ηθικής συνοδικοί κανόνες,
η χαλιναγώγηση της σεξουαλικής ηδονής
& η θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος
κατά τον Χρήστο Γιανναρά




Η θρησκειοποίηση μοιάζει να διαπλέκεται πολλές φορές δυσδιάκριτα με το εκκλησιαστικό φρόνημα, ακόμα και στα έργα Πατέρων και διδασκάλων της Χριστιανοσύνης, αλλά και στην υμνολογία, ευρύτερα στη λατρεία, στη λειτουργία των διοικητικών θεσμών, στην ασκητική πρακτική, στη λαϊκή ευσέβεια. Και διαιωνίζει, κατά κανόνα, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των απαιτήσεων που πρώτοι, προέβαλαν στον εκκλησιαστικό βίο οι Ιουδαΐζοντες: Την ανάγκη Νόμου (: κωδικοποιημένων εντολών, διαβάθμισης ενοχών, προκαθορισμού ποινών για «εξαγορά» της ατομικής «δικαίωσης»). Την ανάγκη εξωτερικών τύπων που να αντικειμενοποιούν αισθητά (όπως η περιτομή) το δεδομένο ότι το άτομο ανήκει στη χριστιανική συλλογικότητα. Την ανάγκη χαλιναγώγησης της σεξουαλικής ηδονής, ανάγκη που επιθετικά εκφράζει η περιτομή.

Γίνεται ευδιάκριτη η διαπλοκή της θρησκειοποίησης με το εκκλησιαστικό φρόνημα κυρίως από τα τέλη του 7ου πια αιώνα, όταν, όπως ήδη αναφέραμε, θεσμοποιείται από τη λεγόμενη Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο η καθολική επιβολή «Κανόνων» ρυθμιστικών του ατομικού βίου των Χριστιανών.

Και το πρόβλημα δεν είναι ο παράλογα στυγνός ηθικισμός κάποιων κανόνων (σύμφωνα με τα όσα αυτοί οι κανόνες ορίζουν και που ισχύουν φυσικά ως σήμερα, το σύνολο σχεδόν των επί γης Χριστιανών υπόκειται σε αφορισμό). Το οδυνηρότερο πρόβλημα είναι η σύγχυση που δημιουργείται γύρω από την έννοια της αμαρτίας: Η αμαρτία, όπως την προϋποθέτουν οι θρησκευτικής νοοτροπίας κανόνες, δεν έχει σχέση με την αποτυχία του ανθρώπου να εγκεντρισθεί στο ευχαριστιακό ήθος της Εκκλησίας, την υπαρκτική αστοχία του. Δεν είναι η αμαρτία αφορμή για την αυτοπαράδοση στη Χάρη, για τον θρίαμβο της αγάπης του Θεού, για τη φανέρωση της Εκκλησίας ως μυστηρίου Σταυρού και Ανάστασης. Η αμαρτία είναι παράβαση νόμου, αντικειμενικό παράπτωμα, υπάγεται σε διάταξη που την προβλέπει επακριβώς και την τιμωρεί με προκαθορισμένο επιτίμιο.

Και μόνον ο όρος Κανονικό Δίκαιο (μεθοδικά αρθρωμένο δικαιικό σύστημα κανονιστικών διατάξεων που καλύπτουν ευρύτατη περιπτωσιολογία παραβατικής συμπεριφοράς) φανερώνει αναποδογυρισμένες τις προϋποθέσεις του εκκλησιαστικού γεγονότος. Οι κανόνες που αφορούν στον ατομικό βίο των πιστών και η συστηματοποίησή τους βεβαιώνουν τη διαπίστωση πως η θρησκειοποίηση παρακολουθεί τον εκκλησιαστικό βίο από την εποχή των Ιουδαϊζόντων της Καινής Διαθήκης ως σήμερα. Νόμο και περιτομή απαιτούσαν οι Ιουδαΐζοντες, νομικό σύστημα κανονιστικών διατάξεων και, μέσω των κανόνων, επιθετική χαλιναγώγηση της σεξουαλικής ήδονης προσφέρει εξακολουθητικά η θεσμοποιημένη θρησκειοποίηση.


(3η έκδ.), εκδ. Ίκαρος, 2007,
σσ. 210-212.

Andrew Sharf:

The law Codes of the Byzantine Empire
& their regulations concerning the Jews /

Οι Κώδικες νόμων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας
& οι διατάξεις τους περί Ιουδαίων


The same theological reasoning which protected the status of the Jews and their religion assigned to them a position of permanent inferiority. The Codes gave legal form to this principle in three ways. First of all, they progressively disabled the Jews from performing public functions. In 404, they were excluded from certain government posts, in 418 from a great many more. In 425, all posts, whether civil or military, were closed to them. It was this last regulation which was repeated by Justinian. Yet there was one public function which the Jews were not only allowed, but compelled to perform. Together with all other financially qualified citizens, they had to accept membership of city councils, to serve as `decurions'; for this service could mean serious financial loss. The decurions had to collect the local taxes and make up the deficit from their own pockets, a system intended to compensate the treasury for the growing poverty of the cities in the Western provinces. The large number of edicts, beginning in 330, reaffirming Jewish responsibilities shows how often Jews, no less than others, tried to evade this honour. But here, too, there was progressive discrimination. According to the Theodosian Code, the Jew, in common with the Christian on whom the lot fell, was allowed to pay for a substitute, particularly if the Jew held an official position in his own community. Some such rights remained in the Code of Justinian, but they were all abolished by a `novel' or separate promulgation in 537, which stressed the principle involved: the Jews must never enjoy the fruits of office but only suffer its pains and penalties.

Secondly, the Jews were not allowed to own Christian slaves. This disability was also punitive. Slavery, as we have seen, was important to the economy and there was no disapproval of Christian slavery as such. The later sections of the Theodosian Code tended to prohibit purchase, as distinct from ownership, which was permitted on certain conditions, particularly if acquired by inheritance. Penalties were confined to the loss of the slaves, usually by means of a forced sale for the price paid. Justinian abolished this distinction and increased the penalties. Any non-Christian lost his Christian slaves without compensation and had to pay a fine of 30 lbs. in gold. A Jew might suffer death.

Thirdly, the same theological principle that enjoined the preservation of Judaism emphasized that it must not be allowed to flourish. No new synagogues could be built. The repair of old ones could be a risky step since, if building operations were judged outside that category, the structure was confiscated and a fine of 50 lbs. in gold had to be paid. In 545, Justinian published a novel making the whole issue legally problematic: possession of a synagogue which could be shown to occupy a site belonging to an ecclesiastical institution was automatically null and void. While existing Judaism was thus restricted, its spread was of course strictly forbidden. One motive for the prohibition of the possession by Jews of Christian slaves was that their conversion to Judaism by their masters was thought to be the most likely way in which the spread of Judaism might be attempted. In both Codes, the penalty for circumcizing a Christian slave was the old Roman penalty for castration –death and confiscation of property. Justinian, when he repeated the permission for Jews to circumcize their own children, declared this penalty for circumcizing any non-Jewish child. The penalty for circumcizing a free adult was normally confiscation of property and exile for life. Here again Justinian introduced the possibility of a death penalty –even for attempted conversion. A Christian who had become a Jew was also subject to penalties –though they were lighter. He might be restricted in his testamentary powers, or his property might be entirely confiscated. These laws imply that the Codes recognized, while they condemned, the Jew by conversion as they did the Jew by birth.


Η ίδια θεολογική λογική που προστάτευε το στάτους τον Ιουδαίων και τη θρησκεία τους ήταν αυτή που τους όριζε σε μια θέση μόνιμης κατωτερότητας. Οι Κώδικες έδιναν νομική μορφή σε αυτή την αρχή με τρεις τρόπους. Πρώτα απ' όλα, οι νόμοι σταδιακά περιόριζαν τους Ιουδαίους ώστε να μην μπορούν να αναλάβουν δημόσια αξιώματα. Το 404 αποκλείστηκαν από συγκεκριμένες κυβερνητικές θέσεις, το 418 από πολύ περισσότερες. Το 425 όλες οι θέσεις, πολιτικές ή στρατιωτικές, έπαψαν να είναι διαθέσιμες γι' αυτούς. Αυτό δε το διάταγμα επαναλήφθηκε και από τον Ιουστινιανό. Εντούτοις, υπήρχε ένα δημόσιο αξίωμα στο οποίο όχι δεν επιτρεπόταν στους Ιουδαίους να το κατέχουν αλλά μάλλον τους επιβαλλόταν να το κατέχουν. Μαζί με άλλους οικονομικά προνομιούχους πολίτες, όφειλαν να αποδεχτούν την ιδιότητα του μέλους στα συμβούλια των πόλεων, να υπηρετούν ως "δεκουρίωνες"· διότι αυτό το αξίωμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές οικονομικές απώλειες. Οι δεκουρίωνες όφειλαν να συγκεντρώσουν τους τοπικούς φόρους και να καλύψουν τα ελλείμματα από τη δική τους τσέπη, ένα σύστημα το οποίο αποσκοπούσε στην αποζημίωση του κρατικού ταμείου εξαιτίας της αυξανόμενης φτώχειας των πόλεων των δυτικών επαρχιών. Το μεγάλο πλήθος των εδίκτων, αρχής γενομένης το 330, τα οποία επικυρώνουν τις υποχρεώσεις των Ιουδαίων φανερώνει πόσο συχνά Ιουδαίοι, όχι λιγότερο από τους υπόλοιπους, επιδίωκαν να αποκτήσουν αυτό το τιμητικό αξίωμα. Αλλά και εδώ, επίσης, άρχισε να υπάρχει μια σταδιακή διάκριση σε βάρος τους. Σύμφωνα με τον Θεοδοσιανό Κώδικα, στους Ιουδαίους –μαζί με τον χριστιανό στον οποίο θα έπεφτε ο κλήρος– επιτρεπόταν να πληρώσουν για να τους αντικαταστήσει κάποιος, ειδικά αν ο Ιουδαίος κατείχε μια δημόσια θέση στην κοινότητα που ζούσε. Κάποια τέτοια δικαιώματα παρέμειναν στον Ιουστινιανό Κώδικα αλλά όλα καταργήθηκαν από μία "νεαρά" ή ξεχωριστό διάταγμα το 537, η οποία τόνιζε τη σχετική αρχή: οι Ιουδαίοι δεν πρέπει ποτέ να απολαμβάνουν τους καρπούς ενός αξιώματος αλλά μόνο να υφίστανται τα παθήματα και τις τιμωρίες που προέρχονται από αυτά.

Δεύτερον, δεν επιτρεπόταν στους Ιουδαίους να κατέχουν χριστιανούς δούλους. Και αυτός ο περιορισμός είχε τιμωρητικό χαρακτήρα. Η δουλεία, όπως είδαμε, ήταν σημαντική για την οικονομία και δεν αποδοκιμαζόταν η δουλεία από μέρους των χριστιανών. Τα μεταγενέστερα τμήματα του Θεοδοσιανού Κώδικα έτειναν προς την απαγόρευση της αγοράς, διαφοροποιούμενης από την ιδιοκτησία, η οποία επιτρεπόταν υπό ορισμένες συνθήκες, ειδικά αν επρόκειτο για κληρονομική ιδιοκτησία. Οι ποινές που επιβάλονταν ήταν η απώλεια των δούλων, συνήθως μέσω επιβεβλημένης πώλησης στην τιμή που είχε πληρωθεί. Ο Ιουστινιανός κατήργησε αυτή τη διάκριση και αύξησε τις ποινές. Οποιοσδήποτε μη χριστιανός έχανε τους χριστιανούς δούλους του χωρίς αποζημίωση και έπρεπε να πληρώσει πρόστιμο 14 κιλών χρυσάφι. Ο ιουδαίος θα υφίστατο θανάτωση.

Τρίτον, η ίδια θεολογική αρχή που διέτασσε τη διατήρηση του ιουδαϊσμού τόνιζε ότι δεν έπρεπε να τους επιτρέπεται να αναπτυχθούν. Καμία νέα συναγωγή δεν μπορούσε να χτιστεί. Η επιδιόρθωση των παλιών θα μπορούσε να είναι επικίνδυνο εγχείρημα καθώς, αν οι οικοδομικές εργασίες κρίνονταν ότι ήταν εκτός αυτής της κατηγορίας, το οικοδόμημα δημευόταν και θα έπρεπε να πληρωθεί πρόστιμο 23 κιλών σε χρυσάφι. Το 545, ο Ιουστινιανός εξέδωσε μια νεαρά που καθιστούσε το όλο ζήτημα νομικά προβληματικό: η κατοχή μιας συναγωγής η οποία θα εμφανιζόταν ότι καταλαμβάνει χώρο που ανήκει σε εκκλησιαστικές εγκαταστάσεις ήταν αυτομάτως άκυρη και ανυπόστατη. Ενώ ο υφιστάμενος ιουδαϊσμός περιστελλόταν κατ' αυτό τον τρόπο, η διάδοσή του φυσικά απαγορευόταν αυστηρά. Ένα κίνητρο για την απαγόρευση κατοχής χριστιανών δούλων από τους ιουδαίους ήταν το ότι η μεταστροφή τους στον ιουδαϊσμό από τους κυρίους τους θεωρούνταν η πιο πιθανή οδός μέσω της οποίας μπορεί να επιχειρούνταν η διάδοση του ιουδαϊσμού. Και στους δύο Κώδικες, η ποινή για την περιτομή ενός χριστιανού δούλου ήταν η αρχαιορωμαϊκή ποινή για τον ευνουχισμό –θάνατος και δήμευση της περιουσίας. Ο Ιουστινιανός, όταν επανέλαβε την άδεια για τους ιουδαίους να περιτέμνουν τα παιδιά τους, διέταξε την ποινή αυτή για την περιτομή οποιουδήποτε μη ιουδαίου παιδιού. Η ποινή για την περιτομή ενός ελεύθερου ενήλικα ήταν κανονικά η δήμευση της περιουσίας και η ισόβια εξορία. Εδώ και πάλι ο Ιουστινιανός εισηγήθηκε τη δυνατότητα θανατικής ποινής –ακόμη και για την απόπειρα μεταστροφής. Ο χριστιανός που είχε γίνει ιουδαίος επίσης υφίστατο ποινές –αν και ήταν ελαφρύτερες. Θα του περιορίζονταν οι δυνατότητες κληροδοσίας ή θα δημευόταν το σύνολο της περιουσίας του. Αυτοί οι νόμοι υπονοούν ότι οι Κώδικες αναγνώριζαν –παρά το ότι τους καταδίκαζαν– τους ιουδαίους μέσω μεταστροφής όπως ακριβώς και τους ιουδαίους από καταγωγής.

* Andrew Sharf,
Byzantine Jewry: From Justinian to the Fourth Crusade,
[Ο Βυζαντινός Ιουδαϊκός Πληθυσμός: Από τον Ιουστινιανό έως την Τέταρτη Σταυροφορία]
Routledge & K. Paul, 1971,
pp./σσ. 21, 22.

Charles Augustus Briggs
& the historical criticism of the Holy Scripture /

Ο Charles Augustus Briggs
& η ιστορική κριτική της Αγίας Γραφής



The Holy Scripture, as given by divine inspiration to holy prophets, lies buried beneath the rubbish of centuries. It is covered over with the debris of the traditional interpretations of the multitudinous schools and sects. The intellectual and moral conflicts which have raged about it have been vastly more costly than all the battles of armed men. For this conflict has never ceased. This battle has taxed and strained all the highest energies of our race. It has been a struggle in the midst of nations and of families, and has torn many a man's inmost soul with agony and groanings.

The valleys of biblical truth have been filled up with the debris of human dogmas, ecclesiastical institutions, liturgical formulas, priestly ceremonies, and casuistic practices. Historical criticism is digging through this mass of rubbish. Historical criticism is searching for the rock-bed of divine truth and for the massive foundations of the Divine Word, in order to recover the real Bible. Historical criticism is sifting all this rubbish. It will gather out every precious stone. Nothing will escape its keen eye.




Η Αγία Γραφή, όπως δόθηκε υπό θεία έμπνευση στους άγιους προφήτες, βρίσκεται θαμμένη κάτω από τα σκουπίδια αιώνων. Είναι καλυμμένη με τα μπάζα των παραδοσιακών ερμηνειών των πολυπληθών σχολών και σεκτών. Οι πνευματικές και ηθικές συγκρούσεις που έχουν διεξαχθεί εξαιτίας της στοίχησαν πολύ περισσότερο απ' ό,τι όλες οι μάχες μεταξύ ενόπλων. Διότι αυτή η σύγκρουση δεν έπαψε ποτέ. Αυτή η μάχη συνέλεξε ως φόρο και στράγγιξε όλη την υψηλότερη ενεργητικότητα της φυλής μας. Πρόκειται για μια πάλη στο μέσο εθνών και οικογενειών και έχει ξεσκίσει την εσώτερη ψυχή πολλών ανθρώπων με οδύνη και πόνο.

Οι κοιλάδες της βιβλικής αλήθειας γέμισαν με τα μπάζα των ανθρώπινων δογμάτων, των εκκλησιαστικών θεσμών, των λειτουργικών τύπων, των ιερατικών τελετών και των περιπτωσιολογικών πρακτικών. Η ιστορική κριτική είναι το σκάψιμο μέσα από τον όγκο αυτών των σκουπιδιών. Η ιστορική κριτική είναι η αναζήτηση του βραχώδους στρώματος της θεϊκής αλήθειας και των συμπαγών θεμελίων του Θείου Λόγου, ούτως ώστε να ανακτηθεί η πραγματική Βίβλος. Η ιστορική κριτική είναι το σείσιμο όλων αυτών των σκουπιδιών. Θα ξεδιαλέξει όλους τους πολύτιμους λίθους. Τίποτα δεν θα ξεφύγει από το άγρυπνο μάτι της.


[Γενική εισαγωγή στη μελέτη της Αγίας Γραφής],
T. & T. Clark, 1899,
p./σ. 531.
[English/Αγγλικά, PDF]

Tuesday, May 17, 2011

History sources
seen through orthodox spectacles /

Πηγές ιστορίας
ιδωμένες μέσα από oρθόδοξα πρίσματα




These dominant forms of Judaism and Christianity determined which sources were transmitted from antiquity, and thus they profoundly influenced the formative tradition of Western culture. For the historian of antiquity, this situation produces a closed circle in two respects:

a. The actual textual corpus is "filtered." What was transmitted to the present was for the most part such as reinforced the claims and position of the eventually dominant varieties of Christianity and Judaism. Concepts like canon, apostolic authority, and oral Torah provided an ideological underpinning for this endeavour. The books that survived were those visible through the spectacles of orthodoxy, and they were often, through one strategy or another, provided with the imprimatur of divine authority.

b. The preserved data are themselves selected by the orthodoxies of a period later than that of their creation, and scholars perceive in them evidence that accords with and buttresses those orthodoxies. Indeed, it is those orthodoxies that have formed the cultural context of the scholars' own days, for, to a great extent, the scholars' contemporary cultural context determines what they perceive. Consequently, they tend to privilege the elements that are in focus through those particular "spectacles," even if other phenomena are present in the same data. This selectivity is, for the most part, not deliberate.



Αυτές οι κυρίαρχες μορφές ιουδαϊσμού και χριστιανισμού καθόρισαν ποιες πηγές θα μεταδοθούν από την αρχαιότητα και έτσι επηρέασαν βαθιά τη διαμορφωτική παράδοση του δυτικού πολιτισμού. Για τον ιστορικό που μελετάει την αρχαιότητα, η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα κλειστό κύκλο με δύο σημεία αναφοράς:

α. Το κειμενικό corpus καθαυτό έχει «φιλτραριστεί». Αυτό που μεταδόθηκε τελικά ως την εποχή μας ήταν ως επί το πλείστον ό,τι θα ενίσχυε τους ισχυρισμούς και τη θέση των τελικά κυρίαρχων μορφών χριστιανισμού και ιουδαϊσμού. Έννοιες όπως ο κανόνας, η αποστολική αυθεντία και η προφορική Τορά παρείχαν το ιδεολογικό υπόστρωμα για την ανάπτυξη αυτού του εγχειρήματος. Τα βιβλία που επέζησαν ήταν όσα μπορούσαν να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της ορθοδοξίας και συχνά παρέχονταν, μέσω της μιας στρατηγικής ή της άλλης, με την επικύρωση της θεϊκής εξουσίας.

β. Τα δεδομένα που διασώθηκαν έχουν επιλεχθεί καθαυτά από τις ορθοδοξίες που ήταν μεταγενέστερες από εκείνες της περιόδους συγγραφής τους και οι μελετητές προσλαμβάνουν από αυτά στοιχεία που εναρμονίζονταν και υποστήριζαν αυτές τις ορθοδοξίες. Πράγματι, αυτές οι ορθοδοξίες είναι που διαμόρφωσαν το πολιτιστικό πλαίσιο των ημερών που έζησαν οι ίδιοι οι μελετητές, διότι, σε μεγάλο βαθμό, το σύγχρονό τους πολιτιστικό πλαίσιο καθόρισε αυτά που προσλάμβαναν. Κατά συνέπεια, τείνουν να ευνοούν τα στοιχεία που βρίσκονται στο επίκεντρο μέσα από το δικό τους πρίσμα, έστω κι αν υφίστανται και άλλα φαινόμενα στα ίδια δεδομένα. Η επιλεκτικότητα αυτή, ως επί το πλείστον, δεν ήταν εκ προθέσεως.

* Michael E. Stone,
Ancient Judaism: New Visions and Views
[Αρχαίος Ιουδαϊσμός: Νέες Οπτικές και Απόψεις],
Eerdmans, 2011,
p./σ. 11.

From the time that it was
a serious penal crime
not to adhere to the Trinity doctrine /

Από την εποχή που αποτελούσε
σοβαρό ποινικό αδίκημα
η μη αποδοχή του δόγματος της Τριάδας






[Η δίκη του William Whiston, υπαλλήλου γραφείου:
Για δυσφήμηση και απόρριψη της Αγίας Τριάδας,
ενώπιον του Λόρδου Αρχιδικαστή Reason
]

Society for the Encouragement of Learning,
London and Westminster, 1739,


[English/Αγγλικά, PDF]




Monday, May 16, 2011

Μπορούν τα θρησκευτικά σύμβολα
να βρίσκονται στο δημόσιο σχολείο;

Συνοπτική παρουσίαση
της υπόθεσης Lautsi κατά Ιταλίας






Μια δικαστική υπόθεση που φέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είχε τη δυναμική να αποτελέσει ορόσημο για την προάσπιση της κοσμικότητας στην Ευρώπη. Εντούτοις, αυτό δεν συνέβη καθώς το Μάρτιο του 2011 η προσφυγή της Ιταλίας στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου πέτυχε να αντιστρέψει την αρχική απόφαση του Δικαστηρίου που λήφθηκε το Νοέμβριο του 2009.
Η απόφαση του Δικαστηρίου1 υποστήριξε ότι η δημόσια παρουσία του εσταυρωμένου δεν αποτελεί «κατήχηση» και ότι είναι κατά συνέπεια επιτρεπτή. Η Ευρωπαϊκή Ανθρωπιστική Ένωση εξέδωσε δελτίο τύπου στο οποίο αναφέρονταν μεταξύ άλλων τα εξής:
«Αυτή η εξαιρετικά θλιβερή απόφαση αποτελεί υπαναχώρηση ως προς τη σαφήνεια της αρχικής απόφασης ότι το κράτος και τα ιδρύματά του θα πρέπει είναι αμερόληπτα, να μην ευνοούν τη μία θρησκεία ή πίστη σε βάρος κάποιας άλλης. Αυτή η αρχή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν το κράτος απευθύνεται προς μαθητές σχολικής ηλικίας, καθώς αυτοί δεν είναι μόνο ανώριμοι και εύπλαστοι αλλά επίσης αποτελούν ένα ακροατήριο με σχέση εξάρτησης».
»Ευελπιστούμε ότι οι δικαστές δεν υπέκυψαν στην τεράστια πολιτική πίεση που άσκησε πάνω τους η Ιταλία και η όμοια με την «Ιερά Συμμαχία» των Καθολικών και των Ορθόδοξων κρατών που υποστήριξαν το αίτημά της και από το Βατικανό, από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος και άλλα αντιδραστικά θρησκευτικά συμφέροντα των οποίων οι φόβοι για την απώλεια της επιρροής σε μια αυξανόμενα κοσμική Ευρώπη θα οδηγούνταν σε υποχώρηση ως αποτέλεσμα αυτής της απόφασης».2

Η υπόθεση
Στην υπόθεση Lautsi κατά Ιταλίας, ένας γονέας (η κα Soile Lautsi) υποστήριξε επιτυχώς ότι ο διοικητικός νόμος της Ιταλίας που απαιτεί τη δημόσια παρουσία του εσταυρωμένου σε κάθε δημόσια σχολική αίθουσα παραβίαζε το δικαίωμα των γονέων ως προς την «εξασφάλιση [της εκπαίδευσης των παιδιών τους] σε συμμόρφωση με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις». (Άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου 1 στης Σύμβασης, το οποίο ανέγνωσε το Δικαστήριο σε συνάρτηση με το άρθρο 9.)
Η κα Lautsi υποστήριξε ότι η παρουσία των εσταυρωμένων στις αίθουσες που χρησιμοποιούνται ως εκλογικά κέντρα για την ψηφοφορία στις πολιτικές εκλογές αποτελεί παραβίαση της αρχής του κοσμικού κράτους, ότι η δημόσια παρουσία σε σχολικές αίθουσες είναι «παραβίαση της αρχής της κοσμικότητας» και ότι αποτελεί «παραβίαση της αρχής της αμεροληψίας της δημόσιας διοίκησης».
Από την άλλη πλευρά, η Ιταλία υποστήριξε ότι «ο σταυρός έχει καταστεί μέρος των πολιτικών αξιών του ιταλικού Συντάγματος και ότι αντιπροσωπεύει τις αξίες της πολιτικής ζωής». «Οι σημερινές δημοκρατικές αξίες είναι ριζωμένες στο ...μήνυμα του Ευαγγελίου. Το μήνυμα του σταυρού είναι μήνυμα ανθρωπισμού, το οποίο μπορεί να προσληφθεί ανεξάρτητα από τη θρησκευτική του διάσταση, καθώς αποτελεί ένα σύνολο αρχών και αξιών που σχηματίζουν τη βάση των δημοκρατιών μας». Συνεπώς, «η δημόσια παρουσία του σταυρού δεν υπονομεύει το κοσμικό κράτος», και εφόσον «δεν υπάρχει καμία ευρωπαϊκή ομοφωνία σχετικά με το πώς να ερμηνευτεί στην πράξη η αντίληψη περί κοσμικότητας ...τα κράτη θα πρέπει να έχουν ευρύτερη ευχέρεια στο ζήτημα αυτό».
Το Νοέμβριο του 2009 εφτά δικαστές πήραν ομόφωνα την απόφαση κατά της Ιταλίας. Το κείμενο της απόφασης καθιστούσε σαφές ότι αυτή η απόφαση κατά της Ιταλίας συμμορφωνόταν με το Σύνταγμα της Ιταλίας, το οποίο είναι κοσμικό από το 1985 όταν «ο ομολογιακός χαρακτήρας του κράτους εγκαταλείφθηκε πλήρως».
Στην απόφαση του δικαστηρίου3 περιέχονται αρκετά σημεία τεράστιας γενικής σημασίας:
«Ο σεβασμός των πεποιθήσεων των γονέων είναι δυνατός μέσω μιας εκπαίδευσης ικανής να παρέχει ένα σχολικό περιβάλλον που είναι ανοιχτό και συμπεριληπτικό μάλλον παρά αποκλειστικό, ανεξάρτητα από το περιβάλλον, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και την εθνικότητα του παιδιού. Το σχολείο δεν θα πρέπει να αποτελεί πεδίο προσηλυτισμού ή κηρύγματος, θα πρέπει να είναι τόπος συνάντησης διαφορετικών θρησκευτικών και φιλοσοφικών πεποιθήσεων, όπου οι μαθητές μπορούν να αποκτούν κατανόηση των αντίστοιχων ιδεών και παραδόσεων...»
»Το κράτος, καθώς εκπληρώνει τις αναμενόμενες από αυτό λειτουργίες που αφορούν την εκπαίδευση και την κατάρτιση, θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες ή οι γνώσεις που περιέχονται στα σχολικά προγράμματα μεταδίδονται με τρόπο αντικειμενικό, κριτικό και πολυφωνικό. Είναι απαγορευμένο να επιδιώκεται κάποιος κατηχητικός σκοπός ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν σέβεται τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων. Αυτό αποτελεί το όριο το οποίο δεν πρέπει να ξεπεραστεί...»
»Το καθήκον της ουδετερότητας και της αμεροληψίας του κράτους είναι ασύμβατο με οποιαδήποτε απόφαση εκ μέρους του σχετικά με τη νομιμότητα των θρησκευτικών απόψεων ή του τρόπου έκφρασής τους. Στα συμφραζόμενα της εκπαίδευσης, η ουδετερότητα θα πρέπει να διασφαλίζει την πολυφωνία...»
»Η σχολική εκπαίδευση των παιδιών είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα επειδή στην περίπτωση αυτή, η δεσμευτική εξουσία του κράτους επιβάλλεται σε διάνοιες οι οποίες ακόμη αδυνατούν (ανάλογα με το επίπεδο ωριμότητα του παιδιού) ως προς την κριτική ικανότητα που θα τα επιτρέψει να αποστασιοποιηθούν από το μήνυμα που υπονοείται από μια προνομιακή επιλογή η οποία εκφράζεται από το κράτος σε θρησκευτικά ζητήματα...»
»Η δημόσια παρουσία... θρησκευτικών συμβόλων δεν μπορεί να δικαιολογηθεί είτε από το αίτημα άλλων γονέων που θέλουν θρησκευτική εκπαίδευση που είναι συνεπής με τα πιστεύω τους ούτε από ...έναν αναγκαστικό συμβιβασμό με πολιτικά κόμματα χριστιανικής έμπνευσης. Ο σεβασμός για τα πιστεύω των γονέων θα πρέπει να λαβαίνει υπόψη τη συμμόρφωση με τα πιστεύω άλλων γονέων. Το κράτος υποχρεούται σε θρησκευτική ουδετερότητα στη δημόσια εκπαίδευση όπου η παρακολούθηση απαιτείται ασχέτως θρησκείας και θα πρέπει να επιζητάει να ενσταλάξει στους μαθητές την κριτική σκέψη».

Οι αντιδράσεις
Η απόφαση έγινε δεκτή με υστερία και ύβρεις στην Ιταλία και αλλού. Τα παιδιά της οικογένειας Lautsi-Albertin δέχτηκαν βίαιες επιθέσεις στο σχολείο και έξω από το σπίτι τους σχεδιάστηκαν σταυροί.4 Ένα δείγμα των έντονων αντιδράσεων ήταν ο Ιταλός υπουργός άμυνας ο οποίος ξέσπασε οργισμένος αδιάκοπα σε μια τηλεοπτική εκπομπή για τέσσερα λεπτά.5 Αυτό ανάγκασε την κα. Soile Lautsi και το σύζυγό της κ. Massimo Albertin να δημοσιεύσουν μια ανοιχτή επιστολή στην οποία εξέφραζαν την έκπληξή τους –μεταξύ άλλων-- για το ότι δεν υπήρξε καμία αντίδραση σε αυτές τις δηλώσεις από άλλα μέλη της κυβέρνησης.6
Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια ομάδα Ιταλών Ευρωβουλευτών κατέθεσε μια Δήλωση αποδοκιμασίας της απόφασης, την οποία ακολούθησε μια ανταπαντητική Δήλωση από την Ευρωβουλευτή Sophie in’t Veld η οποία χαιρέτιζε την απόφαση.
Κομματικές ομάδες κατέθεσαν επίσης κείμενα δηλώσεων. Μεταξύ αυτών, η Σοσιαλιστική Ομάδα συντάχθηκε με τα κόμματα της δεξιάς πτέρυγας στην καταδίκη της απόφασης. Στη δήλωση7 που εξέδωσαν έθεταν σε δεύτερο επίπεδο τα ανθρώπινα δικαιώματα και υποστήριξαν «την ελευθερία των Κρατών Μελών να εκθέτουν οποιοδήποτε θρησκευτικό σύμβολο δημόσια». Οι Πράσινοι υποστήριξαν την απόφαση του Δικαστηρίου.8
Στις 2 Φεβρουαρίου μια πρωτοφανής λίστα9 που περιλάμβανε περισσότερες από 100 ιταλικές οργανώσεις έστειλε μια κοινή ανοιχτή επιστολή10 σε όργανα του Ευρωκοινοβουλίου υποστηρίζοντας την απόφαση του Δικαστηρίου και καταδικάζοντας την «άγρια και βίαιη» αντίδραση πολλών στην Ιταλία. Καταδίκαζαν την επιβολή του Βατικανού πάνω στους Ιταλούς πολιτικούς παρά το ισχύον κοσμικό σύνταγμα και τον φθίνοντα αριθμό των πιστών, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Όσο λιγότεροι άνθρωποι ακολουθούν τα προστάγματά τους τόσο περισσότερα ζητάνε, αποζητούν προνόμια και τα χρήματα των φορολογουμένων, υψώνουν τη φωνή τους έτσι ώστε να επιβάλουν τη θέλησή τους στη ζωή και τη συμπεριφορά των μη Καθολικών».

Η έφεση της Ιταλίας
Η Ιταλία άσκησε το δικαίωμά της να εφεσιβάλλει την απόφαση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κάποιες χώρες και οργανισμοί ζήτησαν να παρέμβουν, τα αιτήματα των οποίων έγιναν για κάποιους δεκτά ενώ για άλλους απορρίφθηκαν.11 Καθορίστηκε η ακρόαση για τις 30 Ιουνίου 2010 και αναμενόταν να ληφθεί η απόφαση το φθινόπωρο του ίδιου έτους αλλά δεν βγήκε η απόφαση μέχρι τελικά τις 18 Μαρτίου 2011.
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου παραθέτει παλιότερες αποφάσεις του ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου (το οποίο δεν είχε καμία ανάμειξη σε αυτή την υπόθεση λόγω κάποιας νομικής τεχνικής λεπτομέρειας). Το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε το 2000 ότι «οι θεμελιώδεις αρχές της ισότητας όλων των πολιτών ανεξαρτήτων θρησκείας (άρθρο 3 του Συντάγματος) και η ίση ελευθερία όλων των θρησκειών ενώπιον του νόμου (άρθρο 8) υπαγορεύουν ότι η στάση του κράτους θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από αμεροληψία και τήρηση ίσων αποστάσεων». Οι λεγόμενες «κοινωνικές αντιδράσεις» θεωρούνται άνευ σημασίας. «Μια τέτοιου είδους τοποθέτηση με αμεροληψία και με τήρηση ίσων αποστάσεων αντανακλάει την αρχή της κοσμικότητας την οποία το Συνταγματικό Δικαστήριο την συνάγει από τα συνταγματικά πρότυπα και η οποία εγγενώς αποτελεί «υπέρτατη αρχή», η οποία χαρακτηρίζει το κράτος κατά την έννοια της πολυφωνίας. Είναι φανερό ότι η υπάρχουσα εν ισχύ ιταλική νομοθεσία είναι επαρκής ώστε αν εφαρμοστεί να δικαιώσει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας κας Lautsi.
Αποτελεί σπουδαία κατάκτηση η έμπρακτη εμπέδωση από μέρους της πολιτείας της αντίληψης ότι τα διάφορα πιστεύω, οι κουλτούρες και οι διαφορετικές παραδόσεις θα πρέπει να συνυπάρξουν σε καθεστώς ισότητας και ελευθερίας.



Βλέπε επίσης:

* «The European Court of Human Rights' Lautsi decision: Context, contents, consequences» [«Η απόφαση Lautsi του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Συμφραζόμενα, περιεχόμενο, συνέπειες»] του περιοδικού Journal for the Study of Religions and Ideologies [9,26 (Καλοκαίρι 2010): 47-74].12

* Utah Law Review με τίτλο «Religious Liberty–Freedom of Conscience or Freedom of Choice?» [«Θρησκευτική Ελευθερία–Ελευθερία Συνείδησης ή Ελευθερία Επιλογής;»] (Michael J. Sandel, 1989, σσ. 597-615).13




Υποσημειώσεις

1 http://cmiskp.echr.coe.int/tkp197/view.asp?action=html&documentId=883169&portal=hbkm&source=externalbydocnumber&table=F69A27FD8FB86142BF01C1166DEA398649.
Επίσης, http://www.echr.coe.int/echr/resources/hudoc/lautsi_and_others_v__italy.pdf
2 http://www.humanistfederation.eu/download/277-press%20release%20re%20Lautsi%20final%20judgement.pdf.
Επίσης, http://www.humanistfederation.eu/download/277-Critique%20of%20Lautsi%20appeal%20judgement.pdf.
3 http://www.humanistfederation.eu/download/162-ECHR%20judgement%20Lautsi%20v%20Italy.pdf
4 http://politicsreligion.eu/news/lautsi-v-italy/
5 http://www.youtube.com/watch?v=goWDmbvNGr0&NR=1&feature=fvwp
6 http://www.humanistfederation.eu/download/162-Lautsi%20Albertin%20statement.pdf
7 http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?type=MOTION&reference=B7-2009-0278&language=EN
8 http://www.europarl.europa.eu/sides/getDoc.do?type=MOTION&reference=P7-RC-2009-0275&language=EN
9 http://www.humanistfederation.eu/download/277-Italian%20open%20letter%20addressees.pdf
10 http://www.humanistfederation.eu/download/277-Italian%20open%20letter.pdf
11 http://www.humanistfederation.eu/download/277-ECtHR%20re%20third%20party%20interventions.pdf
12 http://www.humanistfederation.eu/download/277-GabrielAndreescu%20Lautsi%20paper.pdf
13 http://heinonline.org/HOL/Page?collection=journals&handle=hein.journals/utahlr1989&id=599


Is your religion determining
your financial destiny? /

Καθορίζει η θρησκεία σου
τον οικονομικό σου προορισμό;




May 11, 2011 / 11 Μαΐου 2011



 

Is Your Religion
Your Financial Destiny?

The economic differences among the country’s various religions are strikingly large, much larger than the differences among states and even larger than those among racial groups.

The most affluent of the major religions — including secularism — is Reform Judaism. Sixty-seven percent of Reform Jewish households made more than $75,000 a year at the time the Pew Forum on Religion and Public Life collected the data, compared with only 31 percent of the population as a whole. Hindus were second, at 65 percent, and Conservative Jews were third, at 57 percent.

On the other end are Pentecostals, Jehovah’s Witnesses and Baptists. In each case, 20 percent or fewer of followers made at least $75,000. Remarkably, the share of Baptist households making $40,000 or less is roughly the same as the share of Reform Jews making $100,000 or more. Overall, Protestants, who together are the country’s largest religious group, are poorer than average and poorer than Catholics. That stands in contrast to the long history, made famous by Max Weber, of Protestant nations generally being richer than Catholic nations.

Many factors are behind the discrepancies among religions, but one stands out. The relationship between education and income is so strong that you can almost draw a line through the points on this graph. Social science rarely produces results this clean.

What about the modest outliers — like Unitarians, Buddhists and Orthodox Christians, all of whom are less affluent than they are educated (and are below the imaginary line)? One possible explanation is that some religions are more likely to produce, or to attract, people who voluntarily choose lower-paying jobs, like teaching.

Another potential explanation is discrimination. Scott Keeter of Pew notes that researchers have used more sophisticated versions of this sort of analysis to look for patterns of marketplace discrimination. And a few of the religions that make less than their education would suggest have largely nonwhite followings, including Buddhism and Hinduism. Pew also created a category of traditionally black Protestant congregations, and it was somewhat poorer than could be explained by education levels. These patterns don’t prove discrimination, but they raise questions.

Some of the income differences probably stem from culture. Some faiths place great importance on formal education. But the differences are also self-reinforcing. People who make more money can send their children to better schools, exacerbating the many advantages they have over poorer children. Round and round, the cycle goes. It won’t solve itself.



* Source: / Πηγή:
A version of this article appeared in print on May 15, 2011, on page MM18 of the New York Times Sunday Magazine with the headline: IS YOUR RELIGION YOUR FINANCIAL DESTINY?.

Sunday, May 15, 2011

Johannine comma:
“’Tis never given up fairly,
till it be left out of our printed copies” of the NT /

Κόμμα Ιωάννου:
«Δεν θα τακτοποιηθεί ποτέ το ζήτημα ορθά,
αν δεν απομακρυνθεί από τα τυπωμένα αντίτυπά μας» της ΚΔ

(Thomas Emlyn, 1717)






Emlyn Thomas,

A full inquiry into the original authority of that text, I John v. 7
[Πλήρης διερεύνηση στην πρωτότυπη αυθεντία του κειμένου 1 Ιωάννη 5:7],

Printed by J. Darby, 1719,

p./σ. 53.

[English/Aγγλικά, PDF]


Johannine comma:
A note of manuscript testimony against it
in the early work of Bible textual criticism
Epanorthotes (1555) /

Κόμμα Ιωάννου:
Η επισήμανση της χειρογραφικής καταμαρτυρίας
στο πρώιμο έργο κριτικής του Βιβλικού κειμένου
Επανορθωτής (1555)









It may seem by what has been hitherto said, that this testimony is not to be found in the Greek manuscripts. Epanorthotes, whom Lucas Brugensis describes to be an ancient, accurate, full, and industrious collator of manuscripts, found it wanting in all those he met with. "Epanorthotes," saith Lucas, "deesse haec eadem Graecis libris, et antiquis Latinis annotat."

Μπορεί να γίνει φανερό απ' ό,τι έχει λεχθεί ως εδώ ότι η μαρτυρία αυτή δεν εντοπίζεται στα ελληνικά χειρόγραφα. Ο Επανορθωτής, τον οποίο ο Lucas Brugensis περιγράφει ότι είναι μια αρχαία, ακριβής, πλήρης και επίπονη συλλογή χειρογράφων, καταλήγει ότι απουσιάζει από όλα [ενν. τα ελληνικά χειρόγραφα] όσα εξέτασε. «Ο Επανορθωτής», λέει ο Lucas, «σημειώνει ότι απουσιάζουν τα ίδια πράγματα τόσο στα ελληνικά βιβλία όσο και στα αρχαία λατινικά».


—Sir Isaac Newton / Σερ Ισαάκ Νεύτων,
An historical account of two notable corruptions of scripture: in a letter to a friend (1754)
[Ιστορική παρουσίαση δύο αξιοσημείωτων παραποιήσεων της γραφής: σε μια επιστολή προς φίλο (1754)],
J. Green, 1841,
pp./σσ. 49, 50. *
[English/Αγγλικά, PDF]





Saturday, May 14, 2011

Johannine comma:
Who is ashamed of including it
in his Bible edition? /

Κόμμα Ιωάννου:
Ποιος νιώθει ντροπή
για το ότι το έχει συμπεριλάβει
στην Βίβλο που εκδίδει;




“Its spuriousness [i.e. the Johannine comma], however, is now generally acknowledged; and it is to be hoped the time will soon come when those who have the charge of preparing editions of the Bible for general circulation, will be ashamed of sending forth a known interpolation as a portion of the sacred text.”

«Η πλαστότητά του [ενν. του κόμματος Ιωάννη], όμως, είναι πλέον ευρέως αναγνωρισμένη· και θέλουμε να ελπίζουμε ότι θα έρθει σύντομα ο καιρός που εκείνοι που έχουν την ευθύνη της προετοιμασίας των εκδόσεων της Βίβλου για ευρεία κυκλοφορία, θα νιώθουν ντροπή να δημοσιεύσουν μια εγνωσμένη προσθήκη ως μέρος του ιερού κειμένου».

—John Scott Porter,
Principles of Textual Criticism
[Αρχές Κριτικής Κειμένου],
London/Λονδίνο, 1848,
p./σ. 510.
[English/Αγγλικά, PDF]



Overview of Porters book at Logos.com: /
Σύνοψη του βιβλίου του Porters από το Logos.com:

Overview

The first work of its kind in English, John Scott Porter's Principles of Textual Criticism stands at the beginning of a long tradition of text critical handbooks that extends to B. B. Warfield, A. T. Robertson, and Bruce Metzger. But while most textual criticism handbooks tend to focus on the New Testament, Porter's volume covers both the Old and New Testaments, thus providing the student with a much broader picture of textual criticism and showing how the same principles are applied to different texts.
Providing a complete introduction to textual criticism, Porter' volume begins with a summary of the goals of textual criticism and helpful discussion of why textual criticism should be viewed as a benefit to the Christian faith rather than a danger, followed by a discussion of general principles. These include discussions of the external and internal evidence, methods for determining the value of manuscripts and versions, and the classification of variant readings.

Key Features

  • Essential Reading for the history of textual criticism
  • Thorough coverage of both the Old and New Testaments
  • A helpful variety of manuscript pictures and plates

Praise for the Print Edition

The publication of Scott Porter's Principles of Textual Criticism (1848) came, indeed, at the opening of a new era in British textual studies. . . . and it first made accessible to the public the essentials for a knowledge of the true methods of critical research.
The Christian Life, Vol. 10
The distinguishing characteristic of Mr. Porter's mind was its clearness, directness, and decision.
Belfast Literary Society

Product Details

  • Title: Principles of Textual Criticism: With Their Application to the Old and New Testaments
  • Author: John Scott Porter
  • Publisher: Simms & McIntyre
  • Publication Date: 1848
  • Pages: xviii, 539

About John Scott Porter

John Scott Porter lived from 1801 to 1880. A student of Johann Griesbach, Porter was considered a pioneer in the field of textual criticism. For many years, he held the position of Professor of Sacred Criticism and Theology and eventually also of Hebrew and Cognate languages for the Association of Non-subscribing Presbyterians in Ireland. Academically, he was at ease in the Greek and Latin classics and well as the Hebrew, Aramaic, and Greek of the Old and New Testaments. Porter was also fluent in numerous languages beyond those of Scripture, including Syriac, Arabic, Latin, German, French, Italian, Spanish, and Irish. Beyond the study of ancient and modern languages, he was also heavily involved in the Irish archeology, particularly in County Londonderry in what is today Northern Ireland.