.

Showing posts with label ΠΡΩΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ. Show all posts
Showing posts with label ΠΡΩΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ. Show all posts

Saturday, April 3, 2010

Η Εκκλησία & ο Βιβλικός κανόνας /
The Church & the Biblical canon


«During the second and succeeding centuries, this authoritative word was found, not in the utterances of contemporary leaders and teachers, but in the apostolic testimony contained within certain early Christian writings. From this point of view the Church did not create the canon, but came to recognize, accept, affirm, and confirm the self-authenticating quality of certain documents that imposed themselves as such upon the Church. If this fact is obscured, one comes into serious conflict not with dogma but with history.»

[«Κατά τη διάρκεια του δεύτερου και των ακόλουθων αιώνων, αυτός ο έγκυρος λόγος βρισκόταν, όχι στα λόγια των σύγχρονων ηγετών και δασκάλων, αλλά στην αποστολική μαρτυρία που περιεχόταν σε ορισμένα πρώιμα χριστιανικά συγγράμματα. Από αυτή την άποψη η Εκκλησία δεν δημιούργησε τον κανόνα, αλλά κατέληξε στο να αναγνωρίσει, να αποδεχτεί, να βεβαιώσει και να επιβεβαιώσει την αυταπόδεικτη ποιότητα ορισμένων κειμένων τα οποία επιβλήθηκαν αφ' εαυτού τους ως τέτοια στην Εκκλησία. Αν συσκοτισθεί  αυτό το γεγονός, η κατάληξη είναι σύγκρουση όχι με το δόγμα αλλά με την ιστορία».]

* Bruce Manning Metzger,
The Canon of the New Testament: Its Origin, Development, and Significance
[Ο Κανόνας της Καινής Διαθήκης: Η Προέλευση, η Ανάπτυξη και η Σημασία του],
Oxford University Press, 1997, σ. 287.







Monday, November 30, 2009

Oνλάιν πηγές Βιβλικού ενδιαφέροντος

* Πρώιμοι Εκκλησιαστικοί Πατέρες: Προνικαϊκοί Πατέρες & Νικαϊκοί και Μετανικαϊκοί Πατέρες [ccel.org] (Αγγλ.)

* Πρώιμοι Εκκλησιαστικοί Πατέρες: Επιπρόσθετα κείμενα [earlychristianwritings.com] (Αγγλ.)

* Πρωτοχριστιανικά συγγράμματα [earlychristianwritings.com] (Αγγλ.)

* Ιουδαϊκά συγγράμματα [earlyjewishwritings.com] (Αγγλ.)

* Ιουδαϊκά συγγράμματα [sacred-texts.com] (Αγγλ.)

* Εβραϊκές Γραφές ("Παλαιά/Πρώτη Διαθήκη"): The Westminster Leningrad Codex [www.tanach.us] (Εβρ.)

* Εβραϊκές Γραφές ("Παλαιά/Πρώτη Διαθήκη"): Κώδικας Χαλεπίου (Aleppo Codex) [www.aleppocodex.org] (Εβρ.)

Διδαχή των Δώδεκα Αποστόλων: το ελληνικό κείμενο


«Οὐ μὴ ἐγκαταλίπηις ἐντολὰς κυρίου, ϕυλάξεις δὲ ἃ παρέλαβες, μήτε προστιϑεὶς μήτε ἀϕαιρῶν».

Το ελληνικό κείμενο της Διδαχὴς τῶν δώδεκα ἀποστόλων μπορεί να διαβάσει κανείς στον ιστότοπο της Bibliotheca Augustana.

* Διδαχὴ τῶν δώδεκα ἀποστόλων (Didache), in: Die apostolischen Väter I, ed. F. X. Funk/K. Bihlmeyer, Tübingen 1924.

Εκκλησιαστική Ιστορία Ευσέβιου Καισαρείας


«Ότι δὴ οὔτε τὸν πατέρα τις ἔγνω, εἰ μὴ ὁ υἱός, οὔτ' αὖτὸν υἱόν τις ἔγνω ποτὲ κατ' ἀξίαν, εἰ μὴ μόνος ὁ γεννήσας αὐτὸν πατήρ, τό τε φῶς τὸ προκόσμιον καὶ τὴν πρὸ αἰώνων νοερὰν καὶ οὐσιώδη σοφίαν τόν τε ζῶντα καὶ ἐν ἀρχῆι παρὰ τῶι πατρὶ τυγχάνοντα θεὸν λόγον τίς ἂν πλὴν τοῦ πατρὸς καθαρῶς ἐννοήσειεν, πρὸ πάσης κτίσεως καὶ δημιουργίας ὁρωμένης τε καὶ ἀοράτου τὸ πρῶτον καὶ μόνον τοῦ θεοῦ γέννημα, τὸν τῆς κατ' οὐρανὸν λογικῆς καὶ ἀθανάτον στρατιᾶς ἀρχιστράτηγον, τὸν τῆς μεγάλης βουλῆς ἄγγελον, τὸν τῆς ἀρρήτου γνώμης τοῦ πατρὸς ὑπουργόν, τὸν τῶν ἁπάντων σὺν τῶι πατρὶ δημιουργόν, τὸν δεύτερον μετὰ τὸν πατέρα τῶν ὅλων αἴτιον, τὸν τοῦ θεοῦ παῖδα γνήσιον καὶ μονογενῆ, τὸν τῶν γενητῶν ἁπάντων κύριον καὶ θεὸν καὶ βασιλέα τὸ κῦρος ὁμοῦ καὶ τὸ κράτος αὐτῆι θεότητι καὶ δυνάμει καὶ τιμῆι παρὰ τοῦ πατρὸς ὑποδεδεγμένον».

Το ελληνικό κείμενο των 10 βιβλίων της Ἐκκλησιαστικὴς ἱστορίας του εκκλησιαστικού ιστορικού και απολογητή Ευσέβιου Καισαρείας (περ. 260-340) μπορεί να βρεί κανείς στον ιστότοπο της Bibliotheca Augustana.

* Eusebii opera Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, in Patrologia Graeca 19 - 24, ed. J. P. Migne, Paris 1857.

Saturday, November 28, 2009

Η απώλεια της πρωτοχριστιανικής γραμματείας: αποτέλεσμα μεταγενέστερης ορθόδοξης «κανονικοποίησης»;

«Η πρωτοχριστιανική γραμματεία, ένεκα κυρίως της απωλείας του μεγίστου μέρους αυτής, παρουσιάζει απειρίαν προβλημάτων», αναφέρει ο Στυλιανός Παπαδόπουλος στο άρθρο «Οι πρεσβύτεροι και η παράδοσις του Παπίου» στο Δελτίο Βιβλικών Μελετών. (Τόμ. 2ος, τεύχ. 4ο, Ιούνιος 1974, σ. 218) Τι συνέβη όμως και χάθηκε ένας σημαντικός όγκος συγγραμμάτων που προέρχονταν από την αυξανόμενη χριστιανική κοινότητα;

Ικανοποιητική απάντηση στο ερώτημα αυτό αναπτύσσει ο καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας Δημήτρης Ι. Κυρτάτας, στο εξαίρετο έργο του Κατακτώντας την αρχαιότητα: Ιστοριογραφικές διαδρομές. (ISBN 9789608132818, εκδόσεις Πόλις, 2003) Ακολουθεί ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τις σελίδες 80 ως 84:

«Η ιστορία του δόγματος, όπως έχει γραφτεί από τους μεγάλους της μελετητές, είναι μια ιστορία απομάκρυνσης από τον ιουδαϊσμό και αφομοίωσης υψηλών ιδεών που αντλήθηκαν από την ελληνική φιλοσοφία».

»Παραβλέποντας το γεγονός ότι κανένα σύγγραμμα της Καινής Διαθήκης δεν μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα σε άνθρωπο που είχε γνωρίσει τον Ιησού, παρατηρούμε ότι τα ίδια τα γνωστά σε μας χριστιανικά κείμενα επιβεβαιώνουν την τελεολογική αυτή υπόθεση, αλλά με έναν περίεργο τρόπο. Πράγματι, με εξαίρεση τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, τα χριστιανικά συγγράμματα του πρώτου αιώνα και της αρχής του δεύτερου που έχουν σωθεί δεν προδίδουν συγγραφέα με υψηλό βαθμό θεολογικής ή φιλοσοφικής κατάρτισης. Από την αμέσως επόμενη γενεά δεν έχει σωθεί σχεδόν τίποτα. Ύστερα κάνουν την εμφάνιση τους ορισμένα χριστιανικά συγγράμματα από το μέσον του δεύτερου αιώνα. Και μόλις από το τέλος του δεύτερου αιώνα έχουμε πλούσια δείγματα χριστιανικής συγγραφικής παραγωγής. Από τα δείγματα αυτά πολλά, μπορούν να αποδοθούν σε συγγραφείς με ικανοποιητική μόρφωση».

»Με τα δεδομένα αυτά δεν είναι εύκολα να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την πρόοδο της πρωτοχριστιανικής σκέψης. Διαθέτουμε ωστόσο ορισμένες έμμεσες πληροφορίες για αρκετούς πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς. Όσα γνωρίζουμε για τους συγγραφείς αυτούς οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα έργα τους δεν απωλέστηκαν επειδή ήταν άνευ ενδιαφέροντος. Δεν υπάρχει άλλωστε κανένας ιστορικός νόμος σύμφωνα με τον οποίο οι χριστιανοί του πρώτου αιώνα θα πρέπει να ήταν απλοϊκότεροι από τους χριστιανούς του δεύτερου ή του τρίτου. Η θεωρία αυτή ισχύει μόνο αν αντιμετωπιστεί ο χριστιανισμός ως αυτοφυής οργανισμός, που γεννήθηκε από το μηδέν μέσα σε ένα πνευματικό κενό. Απεναντίας θα ήταν πολύ λογικότερο να υποθέσουμε ότι η τρομερή ορμή της νέας θρησκείας στα πρώτα της κιόλας βήματα οφειλόταν στο δυναμισμό, τις γνώσεις και το ταλέντο των αρχικών της αποστόλων και δασκάλων. Θα ήταν άλλωστε εξαιρετικά απίθανο να μην υπήρχαν σε ολόκληρο τον κόσμο των πρωτοχριστιανών άλλοι άνδρες με την κατάρτιση και την πνευματική ευφυία του Παύλου ή του Ιωάννη».

»Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Παπία, επισκόπου Ιεραπόλεως, που έζησε πριν από το μέσον του δεύτερου αιώνα και που πιθανότατα γεννήθηκε περί το 60 ή 70. Ο Παπίας, όπως πληροφορούμαστε από χριστιανούς συγγραφείς που γνώριζαν το έργο του, είχε γράψει, μεταξύ άλλων, πέντε τόμους με τον γενικό τίτλο Λόγων Κυριακών εξηγήσεις. Στο έργο αυτό, εκτός από ερμηνείες των λόγων του Ιησού, είχε συγκεντρώσει μαρτυρίες για τη δράση και τα λόγια των αποστόλων, καθώς και για τη συγγραφή των Ευαγγελίων. Οι πληροφοριοδότες του ήταν άνθρωποι που είχαν γνωρίσει τους ίδιους τους αποστόλους - ενδεχομένως και τον ίδιο τον Ιωάννη προσωπικώς. Τις πολύτιμες αυτές παραδόσεις τις διάβαζαν διάφοροι λόγιοι τουλάχιστον έως την εποχή του μέσου Βυζαντίου και κανείς, όσο γνωρίζουμε, δεν τις έκρινε ανυπόστατες. Από το έργο αυτό έχουν σήμερα διασωθεί ελάχιστες περικοπές που αντέγραψαν άλλοι συγγραφείς. Στο σύνολο τους δεν ξεπερνούν τις τέσσερις τυπωμένες σελίδες. Η απώλεια ενός συγγράμματος τόσο σημαντικού και τόσο γνωστού είναι εντυπωσιακή».

»Θα μέναμε με την απορία αυτή, εάν δεν συνέβαινε να γνωρίζουμε τις εσχατολογικές αντιλήψεις του Παπία. Σύμφωνα με αυτές προβλεπόταν μια επίγεια βασιλεία του Ιησού για χίλια χρόνια. Παρόμοια άποψη υποστήριζε η Αποκάλυψη του Ιωάννη, καθώς και οι περισσότεροι πρώιμοι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, για τους οποίους μπορούμε να σχηματίσουμε κάποια γνώμη από μεταγενέστερες μαρτυρίες. Η εύλογη υπόθεση είναι ότι η εσχατολογία αυτή, αν δεν ήταν η μοναδική στον κόσμο των πρώτων χριστιανών, γινόταν πάντως ευρύτατα αποδεκτή. Όταν οι χριστιανικές εκκλησίες την απέρριψαν, φρόντισαν να εξαφανίσουν τα ίχνη της. Ειδικώς ο Παπίας ήταν ένας επικίνδυνος συγγραφέας, όχι επειδή ήταν σμικρός τον νουν, όπως ισχυρίζεται ο Ευσέβιος, αλλά επειδή ήταν ενημερωμένος και αξιόπιστος. Τη γενικότερη αξιοπιστία του δέχεται άλλωστε ο ίδιος ο Ευσέβιος, ακόμα και όταν πρόκειται για πληροφορίες σχετικώς με την ανάσταση νεκρών. Έτσι όμως το σύγγραμμα ενός ανθρώπου που είχε συγκεντρώσει μαρτυρίες για τη διδασκαλία και τη δράση των αποστόλων από πρώτο χέρι γινόταν ένα ισχυρότατο όπλο στα χέρια των ανεπίδεκτων χιλιαστών».

»Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση είναι του Ηγήσιππου. Ο εκκλησιαστικός αυτός συγγραφέας, που έζησε τον δεύτερο αιώνα, είχε γεννηθεί, καθώς φαίνεται, στην Παλαιστίνη. Το έργο του για το οποίο έμεινε γνωστός περιλάμβανε πέντε τόμους, με τον γενικό τίτλο Υπομνήματα. Σε αυτά είχε ασχοληθεί με ζητήματα δόγματος, κατακρίνοντας τους γνωστικούς της εποχής του. Περιέλαβε όμως και πολλές πληροφορίες ιστορικού χαρακτήρα γύρω από τη διαδοχή των επισκόπων της Ρώμης. Από τα λιγοστά αποσπάσματα που σώζονται (σχεδόν όλα στην Εκκλησιαστική ιστορία του Ευσέβιου) διαπιστώνουμε ότι γνώριζε πολλά για τη χριστιανική κοινότητα της Παλαιστίνης. Ήταν μάλιστα ενήμερος για τις τύχες των πιστών που γλίτωσαν από την καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. Κάποια στιγμή είχε ταξιδέψει έως τη Ρώμη. όπου συναντήθηκε με την ηγεσία της τοπικής κοινότητας. Διάβαζε αραμαϊκά και συμβουλεύτηκε πηγές της χριστιανικής ιστορίας που δεν έφτασαν καθόλου έως εμάς. Η απώλεια ενός έργου που θα μας έφερνε τόσο κοντά στη διδασκαλία και τη δράση των μαθητών του Ιησού δεν μπορεί να εξηγηθεί εύκολα. Πόσο μάλλον που ήταν για αιώνες γνωστό. Πλήρη αντίγραφα του βρίσκονταν σε βιβλιοθήκες έως τον 16ο ή τον 17ο αιώνα. Το μόνο που θα μπορούσε να προσάψει κανείς στον Ηγήσιππο είναι ότι, αντί να παραπέμπει αποκλειστικώς στα τέσσερα Ευαγγέλια, που η Εκκλησία άρχισε στην εποχή του να αναγνωρίζει ως κανονικά, αυτός παρέπεμπε και σε Ευαγγέλια που τελικώς, χαρακτηρίστηκαν «απόκρυφα» και εξοβελίστηκαν».

»Την ίδια εποχή που έζησαν ο Παπίας και ο Ηγήσιππος, δηλαδή κατά τη διάρκεια των δύο περίπου γενεών που δεν μας άφησαν πολλά δείγματα χριστιανικής γραφής, ήταν δραστήριοι στην Αλεξάνδρεια και τη Ρώμη αρκετοί άλλοι επιφανείς χριστιανοί. Ανάμεσα τους ο Βασιλείδης, ο Βαλεντίνος και, λίγο αργότερα, ο Μαρκίων. Ο Βαλεντίνος και ο Μαρκίων μάλιστα διεκδίκησαν, καθώς λέγεται, τον επισκοπικό θρόνο της Ρώμης αλλά απέτυχαν. Οι χριστιανοί αυτοί είχαν αναμφιβόλως ελληνική παιδεία και μεγάλη φιλοσοφική κατάρτιση. Τα έργα τους χάθηκαν, όχι επειδή ήταν απλοϊκά, αλλά επειδή προωθούσαν στο εσωτερικό του χριστιανικού κινήματος γνωστικές ή γνωστικίζουσες απόψεις. Ειδικώς στην Αλεξάνδρεια φαίνεται ότι όλοι οι επιφανείς εκπρόσωποι του χριστιανισμού πριν από τον ύστερο δεύτερο αιώνα ήταν γνωστικής κατεύθυνσης. Η θεολογική τους καταδίκη οδήγησε στη διαγραφή τους από τη χριστιανική ιστορία. Ο Ευσέβιος προτίμησε να ισχυριστεί ότι για τον πρώιμο χριστιανισμό της Αιγύπτου δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα. Την άποψη αυτή την υιοθέτησαν και πλείστοι νεότεροι ιστορικοί του χριστιανισμού».

»Η διαγραφή των γνωστικών και των άλλων ετερόδοξων από την ιστορία του χριστιανισμού αποτελεί, από μόνη της σοβαρότατο πρόβλημα. Δυστυχώς ελάχιστοι μελετητές δείχνουν να το αντιλαμβάνονται αυτό. Οι περισσότερες και εγκυρότερες ιστορίες του χριστιανισμού, ακόμα και αυτές που γράφονται από επαγγελματίες ιστορικούς και όχι από θεολόγους, επιμένουν στο διαχωρισμό ορθοδοξίας και αίρεσης, όπως τον επέβαλαν οι εκκλησιαστικοί Πατέρες και ο Ευσέβιος. Ο ιστορικός ωστόσο που δεν υπηρετεί απολογητικούς σκοπούς είναι υποχρεωμένος να συνεξετάζει όλα τα δεδομένα και να παρακολουθεί όλες τις εκδοχές του χριστιανισμού με το ίδιο ενδιαφέρον και την ίδια προσοχή. Εάν εργαστεί με αυτό τον τρόπο, τότε δεν θα φωτίσει απλώς πληρέστερα και αντικειμενικότερα την ιστορία των χριστιανών θα φωτίσει επαρκέστερα και την ιστορία του δόγματος».

»Οι εκκλησιαστικοί Πατέρες και ο Ευσέβιος ισχυρίζονταν ότι η ορθοδοξία δεν όφειλε τίποτα στις αιρέσεις. Οι αιρέσεις, χωρίς χαμία εξαίρεση, αποτελούσαν για αυτούς απόκλιση από την ορθή διδαχή. Συμβαίνει ωστόσο να γνωρίζουμε ότι η πραγματικότητα ήταν συχνά διαφορετική. Προς το τέλος του δεύτερου αιώνα, για παράδειγμα, όταν η ορθόδοξη θεολογία αναφερόταν ακόμα περιφρονητικά στους εορτασμούς των χριστιανικών επετείων, οι γνωστικοί οπαδοί του Βασιλείδη είχαν από πολύ καιρό καθιερώσει την εορτή των Θεοφανίων, στις 6 Ιανουαρίου, ως μέγιστο θρησκευτικό γεγονός με ολονυκτία περισυλλογής και αναγνώσεων. Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε, κατά την εορτή αυτή γίνονταν μαζικές βαπτίσεις. Οι επίσημες εκκλησίες αποδέχτηκαν τόσο τον εορτασμό όσο και τη θεολογία που τον συνόδευε, χωρίς ποτέ να αναγνωρίσουν την οφειλή».

»Σημαντικότερη ακόμα ήταν η συμβολή του Μαρκίωνα στην κατάρτιση του κανόνα της Καινής Διαθήκης. Πρώτος αυτός συγκέντρωσε βασικά πρωτοχριστιανικά κείμενα και τους απέδωσε αξία ιερής Γραφής. Η θεολογία του τον υποχρέωσε να δεχτεί μόνον το Κατά Λουκάν ευαγγέλιο (με δικές του διορθώσεις, καθώς παραδίδεται) και δέκα από τις επιστολές του Παύλου. Με την πρωτοβουλία του αυτή υποχρέωσε την καθολική εκκλησία να συγκροτήσει και αυτή τον ιερό της κανόνα. Ο ιστορικός που δεν λαμβάνει υπόψη του μικρές λεπτομέρειες, όπως αυτή, δυσκολεύεται να αντιληφθεί πώς οι ορθόδοξες εκκλησίες οδηγήθηκαν σε ορισμένες βασικές επιλογές δόγματος και λατρείας χωρίς καμία σοβαρή αιτιολόγηση».

»Αντί λοιπόν να δεχτούμε ότι οι πρώτοι δάσκαλοι του χριστιανισμού ήταν αμόρφωτοι και απλοϊκοί, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι, ήδη στο ξεκίνημα, υπήρχαν πολλοί μορφωμένοι και φιλέρευνοι δάσκαλοι. Η άγνοια μας για αυτούς οφείλεται, πιθανότατα, στο γεγονός ότι δεν κρίθηκαν αποδεκτοί από τις επίσημες εκκλησίες των μεταγενέστερων αιώνων. Οι επίσημες αυτές εκκλησίες έχαναν, καθώς φαίνεται, μιαν αυστηρή επιλογή από τα έργα των μαθητών του Ιησού και των συνεργατών τους - επιφέροντας ίσως και κάποιες τροποποιήσεις. Άφησαν ολόκληρη την επόμενη παραγωγή να χαθεί και άρχισαν να συγκεντρώνουν τα κείμενα συγγραφέων του ύστερου δεύτερου αιώνα που προωθούσαν αποδεκτές απόψεις. Οι διαπιστώσεις αυτές είναι ακόμα πιο εντυπωσιακές, αν λάβουμε υπόψη ότι ορισμένα από τα λιγοστά λείψανα της πρώιμης χριστιανικής γραμματείας αποτελούν τυχαία ευρήματα της σύγχρονης εποχής».

Παρόμοια συλλογιστική έχει αναπτύξει στη σημαντική βιβλιογραφική παραγωγή του ο καθηγητής Bart D. Ehrman.