.

Showing posts with label ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ/ΠΡΟΡΡΗΣΗ. Show all posts
Showing posts with label ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ/ΠΡΟΡΡΗΣΗ. Show all posts

Tuesday, September 21, 2010

The Festinger's theory of "cognitive dissonance":
Two case studies from Sociology of Religion
denounce it as inadequate /

Η θεωρία του Φέστινγκερ περί "γνωστικής ασυμφωνίας":
Δύο μελέτες περίπτωσης της Κοινωνιολογίας της Θρησκείας
την καταδεικνύουν ανεπαρκή


COGNITIVE DISSONANCE

«The subject of prophetic failure is critical to an understanding of the development of any messianic faith. With this in mind, it is worth drawing on the theory of cognitive dissonance. In ‘‘When Prophecy Fails’’ (1956), Leon Festinger [and others] presented the salient features of this theory: The individual attempts to maintain his faith. If a person believes in something fervently; if he is committed to this faith and it has led him to take irreversible steps; then when confronted with irrefutable evidence that his faith is mistaken, the believer will only strengthen further his faith, making a renewed effort to convince and convert others to adopt his own worldview. Therefore, according to the theory, crisis of faith that results from prophetic failure may paradoxically lead to the strengthening of religious faith rather than to its dilution. While in logical terms the failure of the prophecy might be expected to weaken its justification, a diametrically opposite phenomenon sometimes develops, characterized by a strengthening of faith and religious practice in an attempt to set the messianic process back on course.

The difference between expectations and experience generates cognitive tension. According to Festinger, the dissonance creates discomfort, thus producing pressure to reduce it. To this end, individuals must either change their beliefs, opinions, or behavior; secure new information that mitigates the dissonance; or forget or belittle the importance of the information that embodies an internal contradiction. In order to succeed in this, the believers must receive support from either their psychological or their social environment. Without such support, the chances are that the effort to moderate the dissonance will prove unsuccessful. Thus prophetic failure increases the believers’ devotion and their proselytizing efforts. In some cases it is easier to cope with dissonance than to admit that a belief has failed. Accordingly, believers will not abandon their faith, but at the same time they cannot deny that it has failed to materialize. The believer must thus secure new information that corroborates their faith. This information lies in the determination that if more people can be convinced that their beliefs are correct, then clearly these beliefs indeed are correct.»
(Motti Inbari, «When Prophecy Fails? The Theology of the Oslo Process—Rabbinical Responses to a Crisis of Faith», pp. 306, 307.)


* George Chryssides,
«How Prophecy Succeeds: The Jehovah’s Witnesses and Prophetic Expectations»
[«Πώς Πετυχαίνει η Προφητεία: Μάρτυρες του Ιεχωβά και Προφητικές Προσδοκίες»],
International Journal for the Study of New Religions 1.1 (2010): 27–48, Equinox Publishing,
ISSN 2041-9511 (print), ISSN 2041-952X (online),
doi:10.1558/ijsnr.v1i1.27.

Abstract
Leon Festinger’s notion of prophecy as prediction that is liable to failure has been widely accepted in religious studies. The author argues that this understanding of prophecy is not shared by biblical scholars or by the Watch Tower Society. This article explores in detail the various calculations that the Society has used in devising its views on the last days, and how these have changed over time. Four periods of development are identified: (1) the era of founder-leader Charles Taze Russell; (2) the early Rutherford period; (3) a changed chronological system in 1935; and (4) the Society’s present-day understanding. Discussion is given to the key dates of 1914, 1918, 1925 and 1975, and to the Society’s changed understanding of the ‘generation that would not pass’ until the fulfilment of prophecy. It is argued that, although there have been failures in prophetic speculation, the changing views and dates of the Jehovah’s Witnesses are more largely attributable to changed understandings of biblical chronology than to failed predictions. For the Jehovah’s Witnesses prophecy serves more as a way of discerning a divine plan in human history than a means to predicting the future.
Σύνοψη
Η αντίληψη του Leon Festinger περί προφητείας ως πρόρρησης που υπόκειται σε αποτυχία έχει γίνει ευρέως αποδεκτή στις θρησκευτικές μελέτες. Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι αυτή την κατανόηση της έννοιας της προφητείας δεν την συμμερίζονται Βιβλικοί λόγιοι ή η Εταιρία Σκοπιά. Αυτό το άρθρο διερευνά λεπτομερώς τους διάφορους υπολογισμούς που έχει χρησιμοποιήσει η Εταιρία για να διαμορφώσει τις θέσεις της περί των τελευταίων ημερών και τον τρόπο με τον οποίο έχουν αλλάξει στο πέρασμα του χρόνου. Τέσσερις περίοδοι ανάπτυξης προσδιορίζονται: (1) η εποχή του ιδρυτή-ηγέτη Καρόλου Τέηζ Ρώσσελ· (2) η πρώιμη περίοδος του Ρόδερφορντ· (3) ένα τροποποιημένο χρονολογικό σύστημα το 1935· και (4) η σημερινή κατανόηση της Εταιρίας. Εξετάζονται οι καίριες χρονολογίες 1914, 1918, 1925 και 1975 και η τροποποιημένη κατανόηση της Εταιρίας για τη "γενιά που δεν θα παρέλθει" μέχρι να εκπληρωθεί η προφητεία. Υποστηρίζεται ότι, μολονότι υπήρξαν αποτυχίες στις προφητικές εικασίες, οι τροποποιημένες απόψεις και χρονολογίες των Μαρτύρων του Ιεχωβά αποδίδονται σε τροποποιημένες κατανοήσεις της Βιβλικής χρονολόγησης μάλλον παρά σε αποτυχημένες προρρήσεις. Για τους Μάρτυρες του Ιεχωβά η προφητεία λειτουργεί περισσότερο ως μέσο για την διάκριση του θεϊκού σχεδίου στην ανθρώπινη ιστορία μάλλον παρά ως μέσο για να γίνει πρόρρηση του μέλλοντος.


Also/Επίσης:
* «Jehovah’s Witnesses Changing Chronology»
[«Η Αλλαγή Χρονολογιών των Μαρτύρων του Ιεχωβά»],
 "They keep changing the dates". A paper presented at the CESNUR 2010 conference in Italy.   Tuesday, September 21, 2010 by George D. Chryssides.
[English/Αγγλικά, HTML]




* Motti Inbari,
«When Prophecy Fails? The Theology of the Oslo Process—Rabbinical Responses to a Crisis of Faith»
[«Πότε Αποτυγχάνει μια Προφητεία; Η Θεολογία των Εργασιών του Όσλο—Ραβινικές Αποκρίσεις στην Κρίση Πίστης»],
Modern Judaism (2009) 29(3): 303-325, Oxford University Press,
ISSN 0276-1114 (print), ISSN 1086-3273 (online),
doi: 10.1093/mj/kjp014.

Abstract
Secular Israeli reality presents a challenge for the religious structure
of religious Zionism, which has been obliged to re-examine its basic assumptions concerning the purpose of the State of Israel. Cognitive dissonance is a central component in understanding their attitude toward the state, and one that has far-reaching ramifications. A mystical response to stubborn reality will strengthen messianic expectations, while a realistic response will tend to retreat from these expectations.The article sought to expose additional features of the ways in which religious thought has coped with the secular world, examining the role of messianism as an activist phenomenon that continues to this day.



Σημείωση: Η αγγλική φράση "cognitive dissonance"
τείνει να παγιωθεί στα Ελληνικά ως "γνωστική ασυμφωνία
".
Ελπίζοντας να μην ξεπεραστούν τα όρια της λεξιπλασίας,
θα πρότεινα την απόδοση της φράσης ως "νοητική διαπάλη",
ή ακριβέστερα
"νοητική ενδοδιαπάλη",
(ίσως και
"νοητική διάσταση/αντινομία";).

Tuesday, August 31, 2010

Prophesying at Byzantium /

Προφητεία και πρόρρηση,
πρόβλεψη, πρόγνωση και προορατικότητα
στο Βυζάντιο



«Σε εποχές αστάθειας, πολιτικής αβεβαιότητας και ανακατατάξεων γίνεται χρήση των προρρήσεων ή ευνοείται η μεσολάβηση στις πολιτικές εξελίξεις διορατικών μοναχών, που προέρχονται από το περιβάλλον του επίδοξου αυτοκράτορα και είναι σαφώς ενήμεροι της πολιτικής κατάστασης. Η πρόρρηση των μοναχών με έμμεση αναφορά στη θεϊκή βούληση φαίνεται ότι καθιστούσε νόμιμη την άνοδο στο θρόνο αυτοκρατόρων που αναδεικνύονταν ύστερα από ένα πραξικόπημα. Από την άλλη πλευρά, η ανάμειξη των μοναχών στην πολιτική αντικατοπτρίζει τη μεσαιωνική κοινωνία των σκοτεινών αιώνων, μια κοινωνία απομονωμένη όπου κυριαρχεί η έμφαση στο υπερφυσικό.

[...] Η Ειρήνη η Αθηναία ανέλαβε τη βασιλεία παραδόξως θεόθεν, φράση, η οποία εγκλείει τη σημασία του θεϊκού θαύματος. Η Ειρήνη ανέβηκε στο θρόνο όχι ύστερα από κάποια πρόρρηση, αλλά με θεϊκή βούληση, επομένως η ανάδειξη της μπορεί να θεωρείται έγκυρη, ακόμα και μετά τον ύποπτο θάνατο του συζύγου της, αυτοκράτορα Λέοντος Δ' ( 775-780). Το 789 η επίκληση στη θεϊκή προέλευση της βασιλείας της Ειρήνης επαναλαμβάνεται, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Τότε η αυτοκράτειρα επεδίωξε να απομακρύνει από την εξουσία το γιο της Κωνσταντίνο ΣΤ' επικαλούμενη και πάλι τη θεοπρόβλητη βασιλεία, αλλά στηρίχτηκε επίσης και στις προφητείες των «προγνωστικών» (εκ προγνωστικών πληροφορηθέντες). Από το κείμενο του Θεοφάνη διαφαίνεται ότι οι «προγνωστικοί» προέρχονται μεν από το περιβάλλον της Ειρήνης, αλλά χαρακτηρίζονται ως «άνθρωποι πονηροί», οι οποίοι προέτρεψαν την αυτοκράτειρα να απαλλαγεί από το γιό της και αυτοί είναι που θεωρούνται από το κείμενο υπεύθυνοι για την τελική τύχη του Κωνσταντίνου. Είναι χαρακτηριστικό ότι εδώ δεν παραδίδεται η ανάμειξη προορατικών μοναχών και προφητείας, αλλά πρόγνωσης. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην προφητεία και την πρόγνωση, ενίοτε με δυσδιάκριτα όρια: η πρόρρηση αν και πολλές φορές συγχέεται με την πρόγνωση, παραπέμπει σε θεϊκή βούληση που αποκαλύπτεται μέσω της προφητείας, ενώ η πρόγνωση θα μπορούσε να είναι φυσική, ανθρώπινη, τεχνική δυνατότητα πρόβλεψης με βάση τη γνώση, ενίοτε και με διαβολική έννοια. Το κείμενο του Θεοφάνη, που θεωρείται ότι εξιστορεί αντιφατικά τη βασιλεία της Ειρήνης, δείχνει στο σημείο αυτό να γνωρίζει τη διάκριση ανάμεσα στην προφητεία-πρόρρηση και την πρόγνωση και για εμφανείς λόγους σκοπιμότητας δεν μιλάει καθόλου για προορατικούς μοναχούς, αλλά για ανθρώπους πονηρούς «προγνωστικούς», που κινούνται από το διάβολο, στους οποίους αποδίδει τις ευθύνες για την τύφλωση του Κωνσταντίνου ΣΤ' και προσπαθεί να άρει τις αντίστοιχες από την αυτοκράτειρα Ειρήνη.

[...] Τα αγιολογικά κείμενα επίσης είναι εξαιρετικά πλούσια σε προρρήσεις προπαγανδιστικού χαρακτήρα. Μπορούμε να αναφέρουμε για παράδειγμα τον Βίο Νικολάου Στουδίτου, που γράφτηκε πιθανότατα στα χρόνια 915-930, και αναφέρει ότι ο Θεόδωρος Στουδίτης είχε προφητεύσει τον οικτρό θάνατο του Νικηφόρου Α' δια την της μοιχοζευξίας αλόγιστον ένστασιν εν Βουλγαρία προφητευθέντα οίκτιστον θάνατον, κάτι που σαφώς αποτελεί μεταγενέστερη επινόηση και απηχεί τις απόψεις των Στουδιτών για θεϊκή, άρα δίκαιη τιμωρία του αυτοκράτορα εκείνου που είχε περιορίσει δραστικά τη δύναμη των Στουδιτών.

[...] Οι προρρήσεις αποτελούν τελικά ένα σημαντικό στοιχείο της μοναστικής ζωής. Τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν δείχνουν με καταφανή τρόπο ότι οι προρρήσεις χρησιμοποιήθηκαν για τη νομιμοποίηση της εξουσίας ενός σφετεριστή στο θρόνο. Οι σφετεριστές χρειάζονταν για να ισχυροποιήσουν την ανάρρηση τους τόσο τους πολιτειακούς παράγοντες, όσο και τη «θεϊκή πρόβλεψη» για να νομιμοποιήσουν το εγχείρημα τους.

Οι προρρήσεις πέρα από τον ενδεχόμενο επινενοημένο χαρακτήρα τους, παρουσιάζονται να παρεμβαίνουν στην πολιτική ζωή και δείχνουν πώς αντιδρά η μοναστική κοινότητα στις πολιτικές εξελίξεις. Υπήρχαν προρρήσεις, όπως αυτές για τον Λέοντα Γ' και τους Λέοντα Ε' και Μιχαήλ Β' που δημιουργήθηκαν εκ των υστέρων από προκατειλημμένες πηγές, που προσπάθησαν να «εξηγήσουν» την ανόσια ανάδειξη αυτών των αυτοκρατόρων και της θρησκευτικής τους πολιτικής. Οι προρρήσεις post eventum, είναι φανερό ότι απηχούν πολιτικές σκοπιμότητες και μεταφέρουν τα δικά τους πολιτικά μηνύματα. Ωστόσο οι προρρήσεις έπαιξαν το δικό τους ρόλο στην ανάδειξη αυτοκρατόρων και αποκαλύπτουν την ενεργή ανάμειξη μοναχών στις πολιτικές διεργασίες. Πέρα από τις σκοπιμότητες των αγιολογικών κειμένων να παρουσιάσουν τον ήρωα τους ως προικισμένο με το ξεχωριστό χάρισμα της πρόρρησης, καθώς η αρετή του επιβεβαιωνόταν και με τα θεϊκά μηνύματα που έλεγε, η πρόρρηση αποκαλύπτει ότι οι μοναχοί συνέχιζαν μία αρχαία παράδοση των προφητών της Βίβλου σε θέματα εξουσίας και διαδοχής. Οι μοναχοί παρουσιάζονται ως γνώστες της κατάστασης και έχουν άμεση σχέση με το περιβάλλον του υποψηφίου. Δικαιολογημένα λοιπόν έγραψε ο Η. G. Beck ότι «η τελική αναγόρευση ενός αυτοκράτορα ήταν πολλές φορές απλώς ζήτημα επιδέξιας σκηνοθεσίας». Τέτοιου είδους προρρήσεις που λειτουργούν ως επιβεβαίωση της νομιμότητας της ανάδειξης του αυτοκράτορα, είναι εύλογο ότι τις συναντάμε σε εποχές που ο αυτοκρατορικός θεσμός είναι αδύναμος, δηλαδή, όταν σπάζει ο κρίκος της διαδοχής και καραδοκούν οι σφετεριστές, ενώ μειώνονται σε περιόδους ισχυρού αυτοκρατορικού θεσμού, όταν η εξουσία και η διαδοχή διατηρείται μέσα στην αυτοκρατορική οικογένεια».


* Ελεωνόρα Κουντούρα-Γαλάκη / Eleonora Kountoura-Galaki,
«Προρρήσεις μοναχών και ανάδειξη αυτοκρατόρων στη διάρκεια των «σκοτεινών αιώνων»»,
Οι σκοτεινοί αιώνες του Βυζαντίου (7ος-9ος αι.)
[The dark centuries of Byzantium (7th - 9th c.)],
Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών, 2001,
pp./σσ. 434, 436, 437, 441.