.

Showing posts with label ΒΟΓΟΜΙΛΟΙ. Show all posts
Showing posts with label ΒΟΓΟΜΙΛΟΙ. Show all posts

Sunday, October 27, 2013

The Slavonic Bible translation,
the Orthodox Church,
the Bogomils,
& the vernacularism in Bible translation /

Η σλαβονική μετάφραση της Αγίας Γραφής,
η Ορθόδοξη Εκκλησία,
οι Βογόμιλοι
& η προώθηση της καθομιλουμένης
στη μετάφραση της Αγίας Γραφής








«Η ανατολική εκκλησία επίσης αρχικά αποδέχτηκε τη Γραφή στα Σλαβονικά (μολονότι έχουμε μόνο τη μαρτυρία του Βίου του Αγ. Μεθοδίου που εκτείνεται σε αυτό το ζήτημα). Αλλά σύντομα και αυτή έγινε καχύποπτη ως προς την εγκυρότητα της σλαβονικής, διότι οι αιρετικοί Βογόμιλοι ήταν σθεναροί υποστηρικτές της Βίβλου στην καθομιλουμένη. Μπορούμε να θεωρήσουμε την μακροχρόνια τάση για εξελληνισμό των σλαβονικών μεταφράσεων της Βίβλου ως την ορθόδοξη απάντηση –μεταξύ αμφότερων των Σλάβων και των Βυζαντινών– στην προώθηση της καθομιλουμένης από τα αιρετικά κινήματα εν γένει. Διότι απομακρύνοντας ακόμη περισσότερο τη σλαβονική Γραφή από τη ζωντανή γλώσσα και φέρνοντάς την σε μεγαλύτερη ομοιομορφία με την ελληνική, οι Ορθόδοξες εκκλησιαστικές αρχές επιζητούσαν όχι μόνο να διασφαλίσουν την ακρίβεια της σλαβονικής μετάφρασης αλλά επίσης –πιθανώς όχι συνειδητά αλλά σίγουρα αποτελεσματικά– να εμποδίσουν την πρόσβαση των λαϊκών στα βιβλικά κείμενα».

Henry R. Cooper, Jr.,
Slavic Scriptures:
The Formation of the Church Slavonic Version of the Holy Bible

[Οι Σλαβικές Γραφές:
Ο Σχηματισμός της Εκκλησιαστικής Σλαβονικής Μετάφρασης της Αγίας Γραφής
],
Fairleigh Dickinson University Press, 2003,
p./σ. 102.

Sunday, June 12, 2011

Medieval Christian movements:
"Rejecting marriage"
or insisting on virginity before marriage? /

Μεσαιωνικά χριστιανικά κινήματα:
"Απέρριπταν το γάμο"
ή απαιτούσαν παρθενία πριν το γάμο;






All marriage they call fornication except that contracted between virgins, male and female, basing this belief on the words with which the Lord answered the Pharisees, "What therefore God hath joined together, let no man put asunder," as though God had joined only such [i.e. virgins] in likeness to the union of the first of mankind. They also base their belief on His reply to the same persons, who raised objections to Him about a bill of divorce commanded by Moses: "From the beginning it was not so," and also on the words which follow in the same passage, "He that shall marry her that is put away committeth adultery"; and on the words of the Apostle, "Marriage [is] honorable in all and the bed undefiled."

Αποκαλούν πορνεία κάθε γάμο εκτός από εκείνον που συνάπτεται μεταξύ δύο παρθένων, άνδρα και γυναίκας, βασίζοντας αυτή την πεποίθηση στα λόγια με τα οποία ο Κύριος αποκρίθηκε στους Φαρισαίους, "Αυτό λοιπόν που ο Θεός συνέζευξε, να μην το χωρίζει άνθρωπος", σαν να πρόκειται ο Θεός να ενώνει μόνο τέτοιους (δηλ. παρθένους) κατά την ομοιότητα της ένωσης των πρώτων ανθρώπων. Βασίζουν επίσης την πεποίθησή τους στην απάντησή Του στα ίδια άτομα, τα οποία ήγειραν αντιρρήσεις προς Αυτόν σχετικά με το διαζευκτήριο έγγραφο που έδωσε εντολή ο Μωυσής: "Εξαρχής δεν συνέβαινε έτσι" και επίσης στα λόγια που ακολουθούν στο ίδιο απόσπασμα, "Όποιος παντρευτεί διαζευγμένη γυναίκα μοιχεύει" και στα λόγια του Αποστόλου, "Ο γάμος [είναι] αξιότιμος μεταξύ όλων, και το κρεβάτι αμόλυντο".

* An appeal from Eberwin of Steinfeld against heretics [i.e. a Cathar/Bogomil bishop and his companion, who were examined and burnt] at Cologne, 1143 /
Αίτημα από τον Έμπερβιν του Στάινφελντ κατά των αιρετικών [δηλ. ενός επισκόπου και του συνοδού του που ήταν Καθαροί/Βογόμιλοι και οι οποίοι ανακρίθηκαν και κάηκαν στην πυρά] στην Κολωνία το 1143.


# Eberwin of Steinfeld,
Epistola ad S. Bernardum,
PL 182:679.

Translation of / Μετάφραση υπό W.L. Wakefield and A.P. Evans,
Heresies of the High Middle Ages,
New York and London: Columbia University Press 1969,
p./σ. 131.


Friday, May 6, 2011

Dimitri Obolensky
on the Paulician & the Bogomil Christians:
Peaceful or anarchist citizens? /

Ο Dimitri Obolensky
περί Παυλικιανών & Βογόμιλων χριστιανών:
Φιλειρηνικοί ή αναρχικοί πολίτες;


Η εμφάνιση ενός συστήματος πολιτικών και οικονομικών σχέσεων που βαθμιαία έφτασε να μοιάζει με το Δυτικοευρωπαϊκό φεουδαλισμό μπορεί ν' ανιχνευθεί στη Βουλγαρία, όπως και σ' άλλα μέρη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, απ' το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα. Το χαρακτηριστικό του γνώρισμα ήταν η «πρόνοια», μια μέθοδος κυριότητας με την οποία μεταβιβαζόταν ιδιοκτησία (τις περισσότερες φορές γη) απ' τη κυβέρνηση σε κοσμικούς (μη εκκλησιαστικούς) μεγιστάνες, συνήθως σ' αντάλλαγμα για στρατιωτικές υπηρεσίες, με όλες τις προσόδους της και με διοικητικά δικαιώματα επ' αυτής. Οι κάτοχοι αυτών των κτημάτων συχνά εξασφάλιζαν προνόμια και ατέλειες που τους απάλλασαν από φόρους κι άλλες δημόσιες υποχρεώσεις. Στη Βουλγαρία, παράλληλα με τα μεγάλα εκκλησιαστικά κτήματα με τους εξαρτημένους γεωργούς τους (εκείνα της αρχιεπισκοπής της Αχρίδας και του μοναστηριού του Μπάκοβο στη Ροδόπη συγκαταλέγοταν μεταξύ των μεγαλυτέρων), κοσμικές «πρόνοιες» που τις διαχειριζόταν μέλη της Βυζαντινής αριστοκρατίας ήταν πλατιά διαδεδομένες στα τέλη του 11ου και το 12ο αιώνα, και ιδιαίτερα στη Θράκη και τη Μακεδονία. Δεν είναι εύκολο να εκτιμήσουμε επακριβώς την επίδραση αυτής της εξέλιξης στη στάση των Βουλγάρων προς τους Βυζαντινούς αφέντες τους. Κατ' αρχήν εκείνοι οι χωρικοί που σε δύσκολους καιρούς απαρνήθηκαν την ανεξαρτησία τους για να γίνουν ενοικιαστές ή δουλοπάροικοι κάποιου τοπικού μεγιστάνα αντιμετώπιζαν, χωρίς αμφιβολία, τη νέα τους κατάσταση με κάποια ανακούφιση γιατί τουλάχιστον τους διέσωζε από λιμοκτονία. Αλλά στις ταραγμένες συνθήκες του 11ου αιώνα η οικονομική τους θέση χειροτέρευε σταθερά σε πολλές περιοχές, ιδιαίτερα αν λάβουμε υπ' όψη τη πολιτική της κεντρικής κυβέρνησης να εκμισθώνει φόρους και να δίνει στους γαιοκτήμονες απεριόριστη ουσιαστικά δικαιοδοσία επί των γεωργών τους. Σ' αυτούς και σ' άλλες τάξεις της Βουλγαρικής κοινωνίας οι Βυζαντινοί «προνοιάριοι» πρέπει να φαίνονταν συχνά ως ξένοι εκμεταλλευτές.

Είναι φυσικό ν' αναρωτηθούμε σε ποιό βαθμό αυτά τα αντιβυζαντινά αισθήματα τα εκμεταλλεύθηκαν οι δυιστές αιρετικοί στη Βουλγαρία, οι Βογομίλοι και οι Παυλικιανοί. Οι νεώτεροι ιστορικοί διατηρούν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για το αν οι Βούλγαροι Βογομίλοι υποκίνησαν, ή τουλάχιστον συμμετείχαν στις εξεγέρσεις του 11ου αιώνα, και για το αν υποστήριξαν τους Πετσενέγκους στις επιθέσεις τους κατά της αυτοκρατορίας. Είναι δύσκολο να προσυπογράψουμε αυτή την άποψη. Είναι αλήθεια, όπως έχουμε ήδη δει, ότι οι Βογομίλοι κήρυτταν μια θεωρία πολιτικής απειθαρχίας, που στρεφόταν εναντίον της κατεστημένης τάξης στην Εκκλησία και το κράτος. Το κίνημά τους, επιπλέον, απέκτησε μια νέα ορμή κατά τον 11ο αιώνα και, απεριόριστο τώρα από κρατικά σύνορα, εξαπλώθηκε σ' ολόκληρο το νοτιοανατολικό τμήμα της Βαλκανικής χερσονήσου. Στο τελευταίο τέταρτο του αιώνα η αίρεση απέκτησε μια βάση και στην ίδια τη Κωνσταντινούπολη, και η δίκη και το δημόσιο κάψιμο στον Ιππόδρομο του ηγέτη της Βασιλείου (γύρω στο 1110) ήταν μια αιτία για πανηγυρισμούς εκείνη την εποχή. Αλλά πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ο κοινωνικός αναρχισμός των Βογομίλων ήταν μια έκφραση των θρησκευτικών και ηθικών πεποιθήσεών τους, κι όχι ένα πολιτικό πρόγραμμα· κι ότι η βία κι η αιματοχυσία ήταν ασυμβίβαστες και με τη πίστη τους στην έμφυτη κακία του υλικού κόσμου και με το ιδεώδες τους της ευαγγελικής πενίας. Μπορούμε να δεχθούμε ότι οι Βούλγαροι Βογομίλοι συνέχισαν κατά τον 11ο και το 12ο αιώνα ν' αντιτίθενται στη κατεστημένη Ορθόδοξη Εκκλησία και στην ιεραρχική διάρθρωση μιας κοινωνίας στην οποία κυριαρχούσαν οι Βυζαντινοί αφέντες της χώρας τους, χωρίς μ' αυτό το τρόπο να προσυπογράφουμε την άποψη ότι πολέμησαν με ανθρώπινα, υλικά όπλα για να υπερασπιστούν τα ιδεώδη τους. Οι Παυλικιανοί, όμως, ήταν ένα διαφορετικό θέμα. Εγκατεστημένοι στη Θράκη, κι ιδιαίτερα πολυάριθμοι μέσα και γύρω απ' τη Φιλιππούπολη (η Άννα Κομνηνή, η κόρη του Αυτοκράτορα Αλεξίου, υποστήριξε ότι στα τέλη του αιώνα αποτελούσαν σχεδόν την ολότητα του πληθυσμού αυτής της πόλης), είχαν πιθανώς χάσει ως τότε πολλά απ' τα Αρμένικα χαρακτηριστικά τους κι είχαν αναμειχθεί μ' Έλληνες και Σλάβους. Όμως, διατηρούσαν ακόμη το φιλοπόλεμο πνεύμα τους και τη προθυμία τους να ξεσηκώνονται με τη παραμικρή αφορμή εναντίον των Βυζαντινών επικυριάρχων τους. Αρκετές φορές στο δεύτερο μισό του 11ου αιώνα τους βρίσκουμε να έχουν εξεγερθεί, συμμαχώντας με τους Πετσενέγκους και τους Κουμάνους εχθρούς της αυτοκρατορίας. Μερικοί απ' αυτούς προσηλυτίσθηκαν στην Ορθοδοξία το 1114 μετά από επίπονες θεολογικές λογομαχίες με τον Αυτοκράτορα Αλέξιο, μια ευλαβική και πιθανώς υπερβολική περιγραφή του οποίου μας έχει αφήσει η κόρη του. Γενικά, όμως, η προθυμία με την οποία οι Παυλικιανοί πολέμησαν εναντίον της Βυζαντινής κυριαρχίας καταδεικνύει την αποτυχία της αυτοκρατορικής πολιτικής που επάνδρωνε τα θρακικά φρούρια με αιρετικούς μεταφερμένους απ' την Ασία.

* Dimitri Obolensky
(μετάφρ. Γιάννης Τσεβρεμές),
Η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία Η Ανατολική Ευρώπη, 500-1453,
εκδ. Βάνιας, 1991,
Μέρος Β', σσ. 352-354.




The emergence of a system of political and economic relations which gradually came to resemble West European feudalism is traceable in Bulgaria, as in other parts of the Byzantine Empire, from the second half of the eleventh century. Its characteristic feature was the pronoia, a method of tenure whereby property (most frequently land) was handed over by the government to secular magnates, usually in return for military service, together with its entire revenue and with rights of administration. The holders of these estates were often granted privileges and immunities exempting them from taxes and other public obligations. In Bulgaria, alongside the great ecclesiastical estates with their dependent peasants (those of the archbishop of Ohrid and of the monastery of Bachkovo in the Rhodopes were among the largest), secularpronoiai administered by members of the Byzantine aristocracy were widespread in the late eleventh and in the twelfth centuries, particularly in Thrace and Macedonia. It is not easy to gauge the effect of this development on the attitude of the Bulgarians towards their Byzantine masters. At first those peasants who in times of hardship renounced their independence to become the tenants or serfs of some territorial magnate no doubt regarded their new status, which at least preserved them from starvation, with some relief. But in the unsettled conditions of the eleventh century their economic plight worsened steadily in many districts, particularly in view of the central government's policy of farming out taxes and giving the landlords virtually unrestricted jurisdiction over their peasants. To them and to other classes of Bulgarian society the Byzantine pronoiarioi must have often appeared as alien exploiters.

It is natural to inquire how far these anti-Byzantine sentiments were exploited by the dualist heretics in Bulgaria, the Bogomils and the Paulicians. Modern historians are all but unanimous in their belief that the Bulgarian Bogomils instigated, or at least participated in, the revolts of the eleventh century, and that they supported the Pechenegs in their attacks on the empire. It is difficult to subscribe to this view. It is true, as we have already seen, that the Bogomils preached a doctrine of civil disobedience, directed against the established order in church and state. Their movement, moreover, acquired a new impetus in the eleventh century and, now unrestricted by state frontiers, spread over the entire south-eastern part of the Balkan peninsula. In the last quarter of the century the sect gained a foothold in Constantinople itself, and the trial and public burning in the Hippodrome of its leader Basil c. 1110 was a cause célèbre of the time. But it must be recalled that the Bogomils' social anarchism was an expression of their religious and moral convictions, not a political programme; and that violence and the shedding of blood were incompatible both with their belief in the inherent wickedness of the material world and with their ideal of evangelical poverty. We may accept that the Bulgarian Bogomils continued in the eleventh and twelfth centuries to oppose the established Orthodox Church and the hierarchical structure of a society dominated by the Byzantine masters of their country, without thereby subscribing to the view that they fought with man-made weapons in defence of their ideals. The Paulicians, however, were a different matter. Settled mainly in Thrace, and especially numerous in and around Philippopolis (Anna Comnena, the Emperor Alexius' daughter, asserted that at the turn of the century they formed almost the entire population of that city), they had probably lost by then many of their Armenian characteristics and become mixed with Greeks and Slavs. They still retained, however, their warlike spirit and their willingness to rise at the slightest provocation against the Byzantine overlords. Several times in the second half of the eleventh century we find them in revolt, allied with the Pecheneg and Cuman enemies of the empire. Some of them were converted to Orthodoxy in 1114 after strenuous theological disputations with the Emperor Alexius, of which his daughter has left us a pious and probably over-coloured account. On the whole, however, the readiness with which the Paulicians fought against Byzantine domination illustrates the failure of the imperial policy of garrisoning the Thracian fortresses with heretics transported from Asia.


* Dimitri Obolensky,
The Byzantine Commonwealth Eastern Europe 500-1453,
Phoenix Press, 1971/2000,
pp. 214-216.

Tuesday, May 3, 2011

The Christ as Word
identified with the archangel Michael:
An interpretative link between
the Shepherd of Hermas (2nd cent.)
and the Bogomil Christians (10th cent.) /

Ο Χριστός ως Λόγος
ταυτίζεται με τον αρχάγγελο Μιχαήλ:
Ένας ερμηνευτικός σύνδεσμος
μεταξύ του Ποιμένα του Ερμά (2ος αι.)
και των Βογόμιλων χριστιανών (10ος αι.)


*

In Hermas [...] Christ is identified with the archangel Michael. [...] It is really the Word who is called Michael. This is not surprising, for Michael in Jewish tradition is the chief of the archangels and the prince of all the heavenly hosts. [...] The title ἀρχιστράτηγος, given to Michael in a number of texts, is applied to the Word of Christians. While, however, the name Michael, which tended to confuse the issue, was only given to the Word in primitive theology, the title of ἀρχιστράτηγος was to endure in tradition, particularly in Methodius and Eusebius.

Στον Ερμά [...] ο Χριστός ταυτίζεται με τον αρχάγγελο Μιχαήλ. [...] Είναι πράγματι ο Λόγος ο οποίος αποκαλείται Μιχαήλ. Αυτό δεν προκαλεί εντύπωση, διότι ο Μιχαήλ στην ιουδαϊκή παράδοση είναι ο αρχηγός των αρχαγγέλων και ο άρχοντας όλων των ουράνιων δυνάμεων. [...] Ο τίτλος ἀρχιστράτηγος, ο οποίος αποδίδεται στον Μιχαήλ σε αρκετά κείμενα, εφαρμόζεται στο Λόγο των Χριστιανών. Ενώ, όμως, το όνομα Μιχαήλ, το οποίο έτεινε να προκαλεί σύγχυση στο ζήτημα, αποδιδόταν μόνο στο Λόγο στην πρώιμη θεολογία, ο τίτλος ἀρχιστράτηγος άντεξε μέσα στην παράδοση, ειδικά στο Μεθόδιο και τον Ευσέβιο.


* Jean Daniélou,
The theology of Jewish Christianity
[Η θεολογία του Ιουδαϊκού Χριστιανισμού],
Darton, Longman & Todd, 1964
p. 123, 124.






Κατά την προ-κωνσταντίνεια περίοδο δεν υπήρχε ένα καθορισμένο σύστημα ανάγνωσης, πράγμα που σημαίνει ότι και κείμενα της μεταποστολικής εποχής που τελικά δεν εντάχθηκαν στον κανόνα των βιβλίων της Κ.Δ., όπως ο Ποιμένας, οι επιστολές του Κλήμη Ρώμης και η Επιστολή Βαρνάβα, διαβάζονταν στις λατρευτικές συνάξεις ορισμένων εκκλησιών.
(Μ. Γκουτζιούδη, "Η λατρευτική δραστηριότητα των χριστιανικών κοινοτήτων από την εποχή της Καινής Διαθήκης μέχρι το Διάταγμα των Μεδιολάνων", στο Ατματζίδης & Λιανός Λιαντής (επιμ.), Αρχαίος Κόσμος και Καινή Διαθήκη, σσ. 61, 62)







The Logos, or Son of God, had, according to the Bogomils, three names: (i) He was the Archangel Michael, for the prophet Isaiah said of Him: καλεῖται τό ὄνομα αὐτοῦ, Μεγάλης βουλῆς ἄγγελος.

Ο Λόγος, ή Γιος του Θεού, είχε, σύμφωνα με τους Βογόμιλους, τρία ονόματα: (α) Ήταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, διότι ο προφήτης Ησαΐας είχε πει σχετικά με Αυτόν: καλεῖται τό ὄνομα αὐτοῦ, Μεγάλης βουλῆς ἄγγελος.




* Dimitri Obolensky,
The Bogomils: A Study in Balkan Neo-Manichaeis
[Βογόμιλοι: Μελέτη των Βαλκάνιων Νεομανιχαίων],
Cambridge University Press, 2004,
p./σ. 210.





Also: / Επίσης:

* Steven Runciman,
[Ο μεσαιωνικός Μανιχαίος: Μελέτη της χριστιανικής διυστικής αίρεσης],
p./σ. 76.






* Janet & Bernard Hamilton & Yuri Stoyanov,
Christian dualist heresies in the Byzantine world, c. 650-c. 1450: selected sources
[Χριστιανικές διυστικές αιρέσεις στο Βυζαντινό κόσμο, περ. 650-περ. 1450: επιλεγμένες πηγές]
(Manchester medieval sources series),
Manchester University Press ND, 1998,
p./σ. 186.



Εντέλει, παρατηρούμε ότι η αγγελική χριστολογία σε μεγάλο βαθμό εξέλιπε μετά τον τέταρτο αιώνα Κ.Χ. Αυτό συνέβη κυρίως επειδή αποτελούσε εγγενώς υποτακτική χριστολογία και ήταν ασύμβατη με την ανάπτυξη του δόγματος περί ομοουσίου το οποίο αποκορυφώθηκε στην τριαδική ορθοδοξία της Νίκαιας. Επίσης έφτασε να έχει αρειανιστικούς συσχετισμούς. Συνεπώς, από τον τέταρτο αιώνα και έπειτα υπήρξε μικρή προσκόλληση στην αγγελική χριστολογία.
* Peter R. Carrell,
Jesus and the angels: angelology and the christology of the Apocalypse of John
[Ο Ιησούς και οι άγγελοι: αγγελολογία και η χριστολογία της Αποκάλυψης του Ιωάννη],
Cambridge University Press, 1997,
p./σ. 109.




Also, see pp. 108, 109 for the notion supported at the Testaments of the Twelve Patriarchs (T.Dan 6:2; T.Levi 5:6, 7) and the Pseudo-Clementine writings (Homilies 18:4; Recognitions 2:42).

Επίσης, βλέπε σσ. 108, 109 για την ιδέα η οποία υποστηρίζεται στις Διαθήκες των Δώδεκα Πατριαρχών (T.Dan 6:2· T.Levi 5:6, 7) και στις Ψευδο-κλημεντίνειες γραφές (Homilies 18:4· Recognitions 2:42).


Tuesday, January 18, 2011

The religious life of Turkey
during the 12th to 15th cent. /

Η θρησκευτική ζωή στην Τουρκία
κατά την περίοδο από τον 12ο ως τον 15ο αι.



As is well known, Anatolia, from before the Roman dominion and throughout it, was a region which had a very rich and varied panoply of pagan cults which had survived from ancient times and had roots stretching backover thousands of years. Affected by various outside influences, these cults had developed their own, particular forms. By the time the region was taken over by Byzantium, it had already been under the influence of Christianity for some considerable time. Despite this, the Orthodox faith,which became the official religion of the empire, was unable fully to penetrate the most remote corners of Anatolia over the first few hundred years of the empire’s existence. Even in the sixth century when Byzantium was at its height, Christianity was not able completely to overthrow the pagan cults but was only able to mask them. As true pagan cults worshipping various gods from former times continued to exist, even Christianity itself cannot be said to have been more for many ‘Christians’ than a basic and crude Trinity of God, Jesus Christ and the Holy Spirit. These ‘Christians’ pursued their beliefs in their old gods and various saints who were either imagined or real people by adapting them to Christianity. It is known that the first Christian priests who carried out missionary activities in various parts of the empirewere only successful in making a new religion there by providing a new interpretation of the old beliefs and by making this interpretation acceptable. This approach produced various types of popular Christianity created from an amalgam of Christianity and pagan cults which continued to exist and to be practised.

One of these was that of the dualist churches which came into existence as a result of the influence of the Manichaeists. Having been declared heretics in the Zoroastrian Sassanid Empire, they had fled from Iran and taken refuge in Anatolia where they had, in appearance, become Christian. In its political struggle with Byzantium, Iran encouraged the propagation and spread of Zoroastrian propaganda in Anatolia. Followers of religions which appeared as a reaction to Zoroastrism, such as eastern Mazdaism and Manichaeism, were forced to flee from Iran into Anatolia where Christianity came forceably into contact with them. Over time and under the influence of these Iranian religions, new Christian sects with a dualist character based on the concepts of goodness and evil of the gods, such as Marcionism (‘Marika’ in Islamic hereseyographic  sources), and Paulicianism (‘Bavlakiyye’ and ‘Bayalika’ in Islamic hereseyographic sources) which was to play an important role in the emergence of Bogomilism and Tondrakism, emerged. These sects had a powerful influence on the Byzantine population (the Armenians and the Greeks), especially in the rural areas.

This amalgamation of religious ideas resulted gradually in the formation among the various ethnic-religious groups such as the Greeks, Armenians and Suriyanis in Anatolia of independent ‘heretical’ churches outside the Orthodox fold. At the same time, the Orthodox faith itself also underwent changes. In particular, new separatist sects such as the Jacobites and Nestorians appeared as a result of the influence of various old Greek and Hellenistic schools of philosophical thought. These were labelled ‘deviational’, heretical, by the Orthodox church and by the Byzantine administration which claimed control of it. Although the Byzantine government, faced with these separatist religious currents, took forceful measures to strengthen Orthodoxy, and, forcing the various ethnic groups in Anatolia to accept the church, sought to use the church as a means to ensure the compliance of the population, this policy produced the opposite effect and Anatolia instead became the setting for various religious struggles.

Thus, when the Turks began to settle in Anatolia in the eleventh century they encountered a highly heterogeneous religious environment. The regions of inner and eastern Anatolia were divided into the small churches we have described, which had arisen as a reaction to Orthodoxy and which, for various political, social, economic and cultural reasons, were spread among the ethnic groups, apart from the Greeks. A point which must be stressed here in particular is that this religious division played an important role in the easing of the Turkish conquests in Anatolia and in their diffusion, and, therefore, favourably assisted their settlement in the region. Let us once more stress that the local population, exasperated by the state’s attitudewhich opened the way to separation of religious views and crushed by high taxation, were not particularly willing to oppose the Turks.


* The Cambridge History of Turkey,
Vol./Τόμ. 1, Byzantium to Turkey, 1071–1453
,
M. Kunt - K. Fleet (ed.),
Cambridge University Press, 2009,
pp./σσ. 381, 382.

Wednesday, October 27, 2010

Οι διωγμοί των Βογομίλων χριστιανών
από τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό (1081-1118) /

The persecutions of the Bogomil Christians
by the Emperor Alexios I Komnenos (1081-1118)



Bogomil tombstone
(Bosnia, photo 1901) /
Βογομιλικός τάφος
(Βοσνία, φωτογραφία του 1901)


15.8.1 Μετὰ δὲ ταῦτα τοῦ ἔτους .... διιππεύοντος τῆς βασιλείας αὐτοῦ μέγιστον ἐπεγείρεται νέφος αἱρετικῶν, καὶ τὸ τῆς αἱρέσεως εἶδος καινόν, μήπω πρότερον ἐγνωσμένον τῇ ἐκκλησίᾳ. Δύο γὰρ δόγματα συνελθέτην κάκιστα καὶ φαυλότατα ἐγνωσμένα τοῖς πάλαι χρόνοις, Μανιχαίων τε, ὡς ἄν τις εἴποι, δυσσέβεια, ἣν καὶ Παυλικιανῶν αἵρεσιν εἴπομεν, καὶ Μασσαλιανῶν βδελυρία. Τοιοῦτον δέ ἐστι τ τῶν Βογομίλων δόγμα, ἐκ Μασσαλιανῶν καὶ Μανιχαίων συγκείμενον. Καὶ ὡς ἔοικεν, ἦν μὲν κἀν τοῖς πρὸ τοὐμοῦ πατρὸς χρόνοις, ἐλάνθανε δέ· δεινότατον γὰρ τὸ Βογομίλων γένος ἀρετὴν ὑποκρίνασθαι. Καὶ τρίχα μὲν κοσμικὴν οὐκ ἂν ἴδοις βογομιλίζουσαν, κέκρυπται δὲ τὸ κακὸν ὑπὸ τὸν μανδύαν καὶ τὸ κουκούλιον. Καὶ ἐσκυθρώπακεν ὁ Βογόμιλος καὶ μέχρι ῥινὸς σκέπεται καὶ κεκυφὼς βαδίζει καὶ ὑποψιθυρίζει τὸ στόμα, τἄνδοθι δὲ λύκος ἐστὶν ἀκάθεκτος. 15.8.2 Καὶ τοῦτο τὸ ἔθνος τοιοῦτον ὂν δυσφορώτατον, ὥσπερ ὄφιν ἐμφωλεύοντα τῇ χειᾷ, ἐπῳδῶν ἴυγξιν ἀπορρήτοις ὁ ἐμὸς πατὴρ εἰς φῶς ἐξεκαλέσατο καὶ ἐξήνεγκεν. Ἀπάρτι γὰρ τὸ πολὺ τῆς τῶν ἑσπερίων καὶ ἑῴων ἀποθέμενος φροντίδος πρὸς τὸ πνευματικώτερον ἑαυτὸν ἐπέτεινεν. Ἐν πᾶσι γὰρ τῶν ἁπάντων ἐκράτει· ἐν λόγοις διδακτικοῖς τοὺς περὶ λόγον ἐσπουδακότας ἐνίκα, ἐν μάχαις δὲ καὶ στρατηγίαις τῶν ἐν ὅπλοις θαυμαζομένων ὑπερεῖχεν. 15.8.3 Ὡς δὲ ἡ τῶν Βογομίλων ἁπανταχοῦ ἤδη διέσπαρτο φήμη (Βασίλειος γάρ τις μοναχὸς πολυτροπώτατος μεταχειρίσασθαι τὴν Βογομίλων ἀσέβειαν δώδεκα μὲν ἔχων μαθητάς, οὓς καὶ ἀποστόλους ὠνόμαζε, συνεφελκόμενος δὲ καὶ μαθητρίας τινάς, γύναια κακοήθη καὶ παμπόνηρα, ἐφήπλωσε τὴν κακίαν ἁπανταχοῦ) καὶ πολλὰς ψυχὰς δίκην πυρὸς ἐπενείματο τὸ κακόν, οὐκ ἠνείχετο ἡ τοῦ βασιλέως ψυχὴ τοῦτο καὶ διερευνᾷ τὰ περὶ τῆς αἱρέσεως. Καί τινες τῶν Βογομίλων εἰς τὰ ἀνάκτορα ἤγοντο, ἅπαντες δὲ Βασίλειόν τινα κατήγγελον διδάσκαλον καὶ κορυφαῖον πρωτοστάτην τῆς βογομιλικῆς αἱρέσεως. Ἐκ τούτων δὲ Διβλάτιός τις κατασχεθείς, ἐπεὶ ἐρωτώμενος ἀνομολογεῖν οὐκ ἠβούλετο, αἰκίαις παραδοθεὶς τηνικαῦτα τὸν λεγόμενον Βασίλειον ἀνωμολόγει καὶ οὓς ἐκεῖνος προεχειρίσατο ἀποστόλους. Τοίνυν τὴν τούτου ἀναζήτησιν πολλοῖς ὁ αὐτοκράτωρ ἀνέθετο. Καὶ δῆτα ἀναφαίνεται τοῦ Σαταναὴλ ἀρχισατράπης Βασίλειος, τὸ ἔνδυμα μοναχός, κατεσκληκὼς τὸ πρόσωπον, τὴν ὑπήνην ψιλός, εὐμήκης τὴν ἡλικίαν [πολυτροπώτατος μεταχειρίσασθαι τὴν ἀσέβειαν] 15.8.4 Καὶ αὐτίκα ὁ αὐτοκράτωρ, τὸ ἐνδομυχοῦν ἐθέλων παρασῦραι ταῖς πειθανάγκαις, μετακαλεῖται τὸν ἄνδρα μεθ' ὁσίου προσχήματος. Καὶ γὰρ καὶ θώκων ὑπεξανέστη αὐτῷ, καὶ καθέδρας μετέδωκε καὶ τραπέζης τῆς αὐτῆς, καὶ ὅλην τὴν ὁρμιὰν τῆς ἄγρας αὐτῷ κατεχάλασε καὶ τὸ ἄγκιστρον περιπείρας παντοδαποῖς δελέασι τῷ παμφάγῳ τούτῳ κήτει παρέσχεν ἐμφαγεῖν, καὶ ὅλον τὸ φάρμακον τῷ μοναχῷ τούτῳ καὶ πολλαχῷ τὴν κακίαν φέρων ἐνέχει διὰ παντοίων ὑποκρινόμενος μαθητὴς αὐτῷ ἐθέλειν γενέσθαι, οὐκ αὐτὸς τάχα μόνος, ἀλλὰ καὶ ὁ αὐτοῦ ἀδελφὸς Ἰσαάκιος ὁ σεβαστοκράτωρ, καὶ πάντα τὰ παρ' αὐτοῦ λεγόμενα ὡς ἐκ θείας ὀμφῆς λογίζεσθαι καὶ ὑπείκειν τούτῳ ἐν πᾶσιν, εἰ μόνον τὴν τῆς ψυχῆς αὐτῷ σωτηρίαν πραγματεύσοιτο ὁ κάκιστος Βασίλειος. «Καὶ ἐγὼ μέν, φησιν, ὦ πάτερ τιμιώτατε», (περιέχριε γὰρ τοῖς γλυκέσι τούτοις ὁ βασιλεὺς τὴν κύλικα, ὡς ἐξεμέσαι τὸν δαιμονιῶντα τὴν μελαγχολίαν αὐτοῦ) «ἄγαμαί σε τῆς ἀρεὶ τῆς ἕνεκα· ἀξιῶ σε δὲ καταμαθεῖν τίνα τὰ παρὰ τῆς σῆς τιμιότητος εἰσηγούμενα, ὡς τά γε τῶν ἡμετέρων μονονοὺ φαῦλα καὶ εἰς οὐδεμίαν ἀρετὴν φέροντα». Ὁ δὲ τὰ πρῶτα μὲν ἐσχηματίζετο, καὶ τὴν λεοντῆν ὁ κατὰ ἀλήθειαν ὄνος ἐκεῖνος ἐφεῖλκεν εἰς ἑαυτὸν πανταχόθεν, καὶ ἀπεπήδα πρὸς τὰ λεγόμενα, πλὴν ἐχαυνώθη τοῖς ἐπαίνοις· καὶ γὰρ καὶ ὁμοδίαιτον ἐποίησε τοῦτον. Συμπαρῆν δ' ἄρα τούτῳ ἐν πᾶσι καὶ συνεδραματούργει καὶ ὁ τοῦ βασιλέως ἐξάδελφος καὶ σεβαστοκράτωρ. 15.8.5 Ὁ δὲ τὰ τῆς αἱρέσεως δόγματα ἀπήμεσε. Καὶ ὁ τρόπος ὁποῖος; Παραπέτασμα γὰρ μεταξὺ τήν τε γυναικωνῖτιν ἀπετείχιζε καὶ τοὺς βασιλεῖς μετὰ τοῦ βδελυροῦ τούτου πάνθ', ὅπως εἶχεν ἐν τῇ ψυχῇ, ἐξερευγομένου καὶ ἀναφανδὸν λέγοντος· ὁ δὲ γραμματεὺς ἀπεγράφετο ἔνδοθεν τοῦ πετάσματος τὰ λεγόμενα. Καὶ ὁ μὲν λῆρος ἐκεῖνος διδάσκαλος τῷ δοκεῖν ἐγίνετο, ἐσχηματίζετο δὲ τὴν μαθητείαν ὁ βασιλεύς, ἀπεγράφετο δὲ τὰ τῆς διδασκαλίας ὁ ὑπογραμματεύς. Πάντα δὲ ῥητά τε καὶ ἄρρητα ἐπισυνεῖρεν ὁ θεοπληγὴς ἐκεῖνος ἀνήρ, καὶ οὐδενὸς ἐφείσατο θεομισοῦς δόγματος, ἀλλὰ καὶ τὴν θεολογίαν ἡμῶν παρεβλέψατο καὶ τὴν οἰκονομίαν πᾶσαν ἐφάντασε καὶ τοὺς ναούς, οἴμοι, τοὺς ἱεροὺς ναοὺς δαιμόνων ὠνόμακε, καὶ τὸ τελούμενον παρ' ἡμῖν σῶμα καὶ αἷμα τοῦ πρώτου καὶ ἀρχιερέως καὶ θύματος παρὰ φαῦλον ἔθετο καὶ ἐλογίσατο. 15.8.6 Ἀλλὰ τί τὸ ἐντεῦθεν; Ἀπορρίπτει τὴν σκηνὴν ὁ βασιλεὺς καὶ ἀναπετάννυσι τοῦτο· καὶ τὸ συγκλητικὸν ἅπαν συνήθροιστο καὶ τὸ στρατιωτικὸν συνείλεκτο σύνταγμα καὶ ἡ γερουσία τῆς ἐκκλησίας συνῆν. Προὐκάθητο δ' ἄρα τὸ τηνικαῦτα τοῦ τῆς βασιλίδος πόλεως θρόνου ὁ ἐν πατριάρχαις μακαριώτατος ὁ γραμματικὸς ὁ κύριος Νικόλαος. Καὶ ἀνεγινώσκετο τὰ θεοστυγῆ δόγματα καὶ ὁ ἔλεγχος ἀδιάβλητος. Καὶ οὐδὲ ὁ τῆς ἐναντίας μοίρας ἔξαρνος ἦν, ἀλλ' αὐτίκα καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ πρὸς ἐναντιολογίας ἐχώρει καὶ πρὸς πῦρ καὶ μάστιγας καὶ μυρίους θανάτους ἀντιπαρατάξασθαι ὑπισχνεῖτο. Πεπιστεύκασι γὰρ οἱ πλανώμενοι οὗτοι Βογόμιλοι πᾶσαν ἀπόνως ὑπενεγκεῖν τιμωρίαν, ἀγγέλων δῆθεν ἐξαρπαζόντων αὐτῆς τῆς πυρκαϊᾶς. Πολλῶν δὲ πάντων αὐτῶν καὶ τὴν ἀσέβειαν ὀνειδιζόντων, καὶ ὅσοι τῆς αὐτοῦ ἀπωλείας αὐτῷ κεκοινωνήκασιν, ὁ αὐτὸς ἦν Βασίλειος, ἀμετακλινής, Βογόμιλος γενναιότατος· καίτοι πυρκαϊᾶς ἀπειλουμένης καὶ ἄλλων κακώσεων ἀπρὶξ τοῦ δαίμονος εἴχετο καὶ τὸν αὐτοῦ Σαταναὴλ ἠγκαλίζετο. Ἔμφρουρος δὲ γενόμενος καὶ πολλάκις πρὸς τοῦ βασιλέως πεμπόμενος καὶ πολλάκις παρακαλούμενος τὴν ἀσέβειαν ἐξομόσασθαι ὡσαύτως εἶχε πρὸς τὰς τοῦ βασιλέως παρακλήσεις. 15.8.7 Ἀλλὰ τὸ περὶ τοῦτον γεγονὸς τέρας μὴ παραδράμωμεν. Πρὶν ἢ γὰρ τούτῳ ἐπιβλέψαι τὸν βασιλέα δριμύτερον, μετὰ τὴν τῆς ἀσεβείας ἐξαγόρευσιν, ἀπῄει μὲν τῷ τέως εἰς οἰκίσκον τινὰ κείμενον ἀγχοῦ που τῶν βασιλικῶν οἰκημάτων ἄρτι πρώτως δι' αὐτὸν κατασκευασθέντα. Ἑσπέρα δ' ἦν καὶ οἱ ἀστέρες οἱ ἄνω αἰθρίας οὔσης ἀπήστραπτον καὶ ἡ σελήνη μετὰ τὴν σύνοδον τὴν ἑσπέραν ἐκείνων ἐπύρσευε. Τοῦ δὲ μοναχοῦ τὴν κέλλαν εἰσδύντος περὶ μέσας νύκτας, αὐτομάτως λίθοι χαλαζηδὸν κατὰ τῆς κέλλης ἐβάλλοντο, χειρὸς μὲν μηδεμιᾶς ῥιπτούσης τοὺς λίθους μηδέ τινος καταλιθοῦντος ἀνθρώπου τὸν δαιμονιώδη τοῦτον ἀββᾶν. Μήνιμα δ' ἦν, ὡς ἔοικε, τῶν ἀμφὶ τὸν Σαταναὴλ δαιμόνων ἐξωργισμένων, ἐν δεινῷ ποιουμένων ὅτι δὴ τὰ πρὸς τὸν βασιλέα ἐξωρχήσατο καὶ διωγμὸν κατὰ τῆς πλάνης λαμπρὸν ἐπήγαγε. Καὶ ταῦτα μὲν Παρασκευιώ της <τις> καλούμενος ἀφορισθεὶς φύλαξ εἶναι τοῦ δαιμονιώδους ἐκείνου γέροντος, ὡς μὴ ἄδειαν ἔχειν προσομιλεῖν τισι καὶ τῆς αὐτοῦ λύμης μεταδιδόναι, τὰ φρικωδέστατα ἐπώμνυτο [ἰδεῖν τε καὶ] ἀκοῦσαι μὲν τοὺς τῶν βαλλομένων λίθων καὶ κατὰ γῆς καὶ κατὰ κεράμων κρότους, ἰδεῖν δὲ συνεχεῖς καὶ ἀλλεπαλλήλους τοὺς λίθους, μηδένα δὲ μηδαμοῦ τὸν βάλλοντα τούτους θεάσασθαι. Συνεπελάμβανε γὰρ τῇ τῶν λίθων φορᾷ καὶ σεισμός τις ἀθρόος καὶ τὸ ἐπίπεδον ἐκεκλόνητο καὶ τὰ περὶ τὸν ὄροφον ἐτετρύγεσαν. Ὁ μέντοι Παρασκευιώτης, πρὶν μὲν ὑπονοῆσαι τὸ ἔργον δαιμόνιον, ἐθάρρει, ὡς ἐκεῖνος ἔφασκεν, ὁρῶν δὲ ὅτι οἱ μὲν λίθοι ἄνω θεν, οἷον εἰπεῖν, ἐξωμβρίζοντο καὶ τὸ γερόντιον ἐκεῖνο τὸ αἱρεσιαρχικὸν ἐνεδεδύκει τε καὶ ἐναποκέκλειστο, εἰς δαίμονας τὸ ἔργον ἀνενεγκὼν οὐκ εἶχεν ὅ τι καὶ γένοιτο.

15.9.1 Τὰ μὲν οὖν τοῦ τέρατος τούτου ταύτῃ ἐχέτω· ἠβουλόμην δὲ καὶ πᾶσαν τὴν τῶν Βογομίλων διηγήσασθαι αἵρεσιν· ἀλλά με κωλύει καὶ αἰδώς, ὥς πού φησιν ἡ καλὴ Σαπφώ, ὅτι συγγραφεὺς ἔγωγε γυνὴ καὶ τῆς πορφύρας τὸ τιμιώτατον καὶ τῶν Ἀλεξίου πρώτιστον βλάστημα τά τε εἰς ἀκοὴν πολλῶν ἐρχόμενα σιγῆς ἄξια. Βούλομαι μὲν γράφειν, ἵνα τὸ πλῆρες τῆς τῶν Βογομίλων παραστήσω αἱρέσεως· ἀλλ' ἵνα μὴ τὴν γλῶτταν μολύνω τὴν ἐμαυτῆς, παρίημι ταῦτα. Παραπέμπω δὲ τοὺς βουλομένους τὴν ὅλην αἵρεσιν τῶν Βογομίλων διαγνῶναι εἰς τὸ οὕτω καλούμενον βιβλίον «Δογματικὴν πανοπλίαν» ἐξ ἐπιταγῆς τοὐμοῦ πατρὸς συντεθεῖσαν. Καὶ γὰρ μοναχόν τινα Ζυγαβηνὸν καλούμενον, γνωστὸν μὲν τῇ δεσποίνῃ καὶ πρὸς μητρὸς ἐμῇ μάμμῃ καὶ πᾶσι τοῖς τοῦ ἱερατικοῦ καταλόγου, γραμματικῆς δὲ εἰς ἄκρον ἐληλακότα καὶ ῥητορικῆς οὐκ ἀμελέτητον ὄντα καὶ τὸ δόγμα ὡς οὐκ ἄλλος τις ἐπιστάμενον, τοῦτον ὁ αὐτοκράτωρ μεταπεμψάμενος ἐπέταξεν ἁπάσας τὰς αἱρέσεις ἐκθέσθαι ἑκάστην ἰδίᾳ καὶ ἐφ' ἑ κάστῃ τὰς τῶν ἁγίων πατέρων ἀνατροπὰς ἐγγράψασθαι καὶ αὐτῶν δὴ τῶν Βογομίλων τὴν αἵρεσιν, καθὼς ὁ ἀσεβὴς ἐκεῖνος Βασίλειος ὑφηγήσατο. Ταύτην τὴν βίβλον «Δογματικὴν πανοπλίαν» ὁ αὐτοκράτωρ ὠνόμασε· μέχρι τοῦ νῦν οὕτω προσαγορεύεται τὰ βιβλία. 15.9.2 Ὁ δὲ λόγος αὖθις πρὸς τὴν τοῦ Βασιλείου καθαίρεσιν ἀνατρεχέτω. Ὁ γὰρ αὐτοκράτωρ τοὺς ἁπανταχοῦ γῆς μαθητὰς καὶ συμμύστας τοῦ Βασιλείου μεταπεμψάμενος, καὶ μάλιστα τοὺς δώδεκα λεγομένους μαθητάς, ἀπεπειρᾶτο καὶ τούτων τῆς γνώμης· καὶ ἦσαν ἄντικρυς μαθηταὶ Βασιλείου. Καὶ γὰρ ἐνεβάθυνε τὸ κακὸν καὶ εἰς οἰκίας μεγίστας καὶ πολλοῦ πλήθους ἥψατο τὸ δεινόν. Καθάπαξ οὖν κατεψηφίσατο πυρκαϊὰν τῶν ἀλλοτρίων, τοῦ τε κορυφαίου καὶ τοῦ χοροῦ. Ἀθροιζομένων γὰρ τῶν φωραθέντων Βογομίλων καὶ τῶν μὲν τῆς σφῶν ἀντιποιουμένων αἱρέσεως, τῶν δ' ἀπαρνουμένων παντάπασι καὶ πρὸς τοὺς ἐλέγχοντας ἰσχυρῶς ἀνθισταμένων καὶ τὴν βογομιλικὴν διαπτυόντων αἵρεσιν, ἐπεὶ ἑτοίμως ὁ αὐτοκράτωρ τούτοις πιστεύειν οὐκ εἶχεν, ἵνα μή τις πολλάκις Χριστιανὸς τοῖς Βογομίλοις ὡς Βογόμιλος ἀναμιγνύηται ἢ Βογόμιλος ὡς Χριστιανὸς διαδράσῃ, καινόν τινα τρόπον ἐπινοεῖται, δι' οὗ οἱ ὄντως Χριστιανοὶ ἀποφανθήσονται. 15.9.3 Ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ τοίνυν τῇ μετ' αὐ τὴν καθῆστο θρόνου. Πολλοὶ δὲ τηνικαῦτα παρῆσαν τῆς τε συγκλήτου καὶ τῆς ἱερᾶς συνόδου καὶ τῶν Ναζιραίων αὐτῶν, ὁπόσοι λόγου μετεῖχον, λογάδες. Πάντων δὲ τῶν τὴν βογομιλικὴν ἐγκαλουμένων αἵρεσιν ἐς τὸ μέσον ὁμοῦ παραχθέντων, ὁ αὐτοκράτωρ αὖθις ἐπερωτᾶσθαι ἕκαστον ἐκέλευσεν. Ὡς δὲ οἱ μὲν ὡμολόγουν Βογόμιλοι εἶναι καὶ τῆς σφῶν ἰσχυρῶς ἀντεποιοῦντο αἱρέσεως, οἱ δὲ παντάπασιν ἀνένευον Χριστιανοὺς ἑαυτοὺς ὀνομάζοντες καὶ παρ' ἄλλων ἐλεγχόμενοι οὐδαμῶς κατετίθεντο, ἐπιτοξεύσας αὐτοῖς τὰς ὀφρῦς ἔφη· «Χρὴ τὴν σήμερον δύο καμίνους ἀναφθῆναι, θατέρᾳ δὲ τούτων σταυρὸν ἐμπαγῆναι αὐτῇ γῇ, εἶτα αἵρεσιν δοθῆναι πᾶσιν, ἵν' ὁποῖοι τῇ τῶν Χριστιανῶν πίστει ἐπαποθανεῖν τὴν σήμερον βούλοιντο, ἀποκριθέντες τῶν ἄλλων τῇ τοῦ σταυροῦ καμίνῳ προσχωρήσωσιν, οἱ δὲ τῆς βογομιλικῆς αἱρέσεως ἀντεχόμενοι πρὸς θατέραν ἐμβληθήσονται. Βέλτιον γὰρ Χριστιανοὺς αὐτοὺς ὄντας ἀποθανεῖν ἢ ζῶντας ὡς Βογομίλους διώκεσθαι καὶ τὰς τῶν πολλῶν τύπτειν συνειδήσεις. Ἄπιτε γοῦν καὶ ὑμεῖς [καὶ ἡμεῖς], ὅπη βουλητόν, ἕκαστος χωρείτω». 15.9.4 Ταῦτα μὲν οὖν πρὸς τοὺς Βογομίλους ἀποφηνάμενος ὁ βασιλεὺς ἐν σχήματι ἀπέλυσεν. Εὐθὺς οὖν παραλαβόντες τούτους ἀπῄεσαν καὶ πλῆθος παρειστή κει πολὺ συρρεόντων ἑκασταχοῦ. Κάμινοι δὲ τηνικαῦτα ἑπταπλασίως κατὰ τὸν μελῳδὸν ἀνήπτοντο εἰς τὸ οὑτωσί πως καλούμενον Τζυκανιστήριν. Τὸ πῦρ εἰς οὐρανοὺς ἀνῄει· ὁ σταυρὸς ἐπὶ θατέρᾳ ἵστατο· αἵρεσις τοῖς ἐνόχοις ἐδίδοτο, ὅπη ποτ' ἂν βουλητὸν ἑκάστῳ, χωρεῖν, ὡς καυθησομένων ἁπάντων. Εἶτα τὸ ἄφυκτον ὁρῶντες τοῦ πράγμα τος, ὁπόσοι μὲν ἐν αὐτοῖς ὀρθόδοξοι ἦσαν, τῇ τοῦ σταυροῦ προσεχώρουν καμίνῳ ὡς ὄντως μαρτυρήσοντες· οἱ δέ γε ἀθεώτατοι τῆς μυσαρᾶς ἀντεχόμενοι αἱρέσεως πρὸς θατέραν ἀπένευσαν. 15.9.5 Καὶ ἀπάρτι τούτων ἐν ταῖς καμίνοις ὁμοῦ ἐρρῖφθαι μελλόντων, οἱ μὲν παρεστῶτες ἅπαντες ὑπὲρ τῶν Χριστιανῶν ἤλγουν ὡς καυθησομένων ἤδη καὶ τοῦ βασιλέως πολλὰ κατεστύγναζον ἀγνοοῦντες τὸ οἰκονομούμενον. Ἀλλὰ βασιλική τις πρόσταξις προκαταλαβοῦσα τοὺς δημίους ἐκείνους ἀπεῖρξε τοῦ ἐγχειρήματος. Καὶ οὕτω βεβαίαν τὴν τῶν Βογομίλων ὄντως ὁ αὐτοκράτωρ ἐσχηκὼς κατάληψιν τοὺς συκοφαντουμένους Χριστιανοὺς πολλὰ παραινέσας ἀπέλυσεν, ἐκείνους δὲ πάλιν εἱρκταῖς εἶχε [διαιρήσας] τοὺς ἀποστόλους τοῦ ἀσεβοῦς Βασιλείου διακρίνας τῶν ἄλλων. Εἶτα καθ' ἑκάστην πεμπόμενος τοὺς μὲν δι' ἑαυτοῦ ἐδίδασκεν πολλὰ παραινῶν τῆς μυσαρᾶς ἀποσχέσθαι θρησκείας, πρὸς δὲ τοὺς ἄλλους λογάδας τινὰς τοῦ ἱεροῦ τῆς ἐκκλησίας συντάγματος ἐπέσκηψε καθ' ἑκάστην παραγινομένους ἀναδιδάσκειν αὐτοὺς τὴν ὀρθόδοξον πίστιν καὶ παραινεῖν ἀποσχέσθαι τῆς βογομιλικῆς αἱρέσεως. Καί τινες μὲν τούτων μετέβαλον ἐπὶ τὸ βέλτιον καὶ τῆς φρουρᾶς ἀπελύθησαν, οἱ δὲ τῇ σφῶν ἐπαπέθανον αἱρέσει ἐν εἱρκταῖς κατεχόμενοι, τροφῆς μέντοι καὶ ἀμφίων δαψιλῆ τὴν χορηγίαν ἔχοντες.

15.10.1
Τὸν μέντοι Βασίλειον, ὡς ὄντως αἱρεσιάρχην καὶ ἀμεταμέλητον παντάπασιν, ἅπαντες τῆς ἱερᾶς συνόδου καὶ τῶν Ναζιραίων λογάδες καὶ αὐτὸς δὴ ὁ τότε πατριάρχης Νικόλαος πυρὸς ἄξιον ἔκριναν. Οἷς καὶ ὁ αὐτοκράτωρ σύμψηφος ἦν πολλὰ πολλάκις προσομιλήσας αὐτῷ καὶ ἄνδρα σκαιὸν διαγνοὺς καὶ τῆς αἱρέσεως μὴ ἀφιστάμενον, ἔνθεν τοι καὶ πυρκαϊὰν μεγίστην κατὰ τὸν ἱππόδρομον ἀνάψας. Βόθρος τε ὠρώρυκτο μέγιστος καὶ ξύλων πλῆθος, πάντα δένδρα ὑψίκομα καὶ συντεθέντα, ὄρος ἐδείκνυ τὴν σύνθεσιν. Εἶτα τῆς πυρᾶς ἀναφθείσης, ἠρέμα μὲν τὸ πλῆθος πολὺ κατά τε τὸ ἐπίπεδον τοῦ ἱππικοῦ καὶ κατὰ τοὺς βαθμοὺς συνέρρει καραδοκοῦντες πάντες τὸ γενησό μενον. Ἐκ θατέρου σταυρὸς ἐπήγνυτο καὶ αἵρεσις ἐδίδοτο τῷ ἀσεβεῖ, εἴ που τὸ πῦρ πτοηθεὶς καὶ μεταβαλὼν τὴν γνώμην ἐπὶ τὸν σταυρὸν χωρήσειε, <ἵνα> τῆς καμίνου τηνι καῦτα ἐλεύθερος γένηται. 15.10.2 Παρῆν δὲ καὶ τὸ τῶν αἱρετικῶν πλῆθος ὁρῶν τὸν κορυφαῖον Βασίλειον. Ὁ δὲ πρὸς ἅπασαν τιμωρίαν καὶ ἀπειλὴν καταφρονητικὸς κατεφαίνετο καὶ πορρωτέρω μὲν ὢν τῆς πυρκαϊᾶς κατεγέλα καὶ ἐτερατεύετο, λέγων ἁρπάσειν αὐτὸν ἐκ μέσου πυρὸς ἀγγέλους τινὰς καὶ ὑπέψαλλε τὸ Δαυιτικὸν ἐκεῖνο τὸ «Πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ· πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις». Ἀλλ' ἐπειδὰν τὸ πλῆθος διαναστὰν ἐδίδου μετὰ παρρησίας αὐτῷ κατιδεῖν τὸ φρικῶδες ἐκεῖνο θέαμα τῆς πυρκαϊᾶς (καὶ γὰρ ἐκ πολλοῦ διαστήματος ᾐσθάνετο τοῦ πυρὸς καὶ ἐπαιρομένην τὴν φλόγα ἑώρα καὶ βροντῶσαν οἷον καὶ ἀποσπάδας ἀφιεῖσαν πυρὸς εἰς ὕψος μετεωριζομένας τῆς μέσον τοῦ ἱππικοῦ ἱσταμένης πυραμίδος λιθίνης), ἐνταῦθα ὁ θρασὺς ἐκεῖνος ἀποδειλιᾶν πρὸς τὸ πῦρ καὶ θορυβεῖσθαι ἐδόκει. Ἔστρεφε γὰρ τὰς ὄψεις πολλάκις καὶ ἐκρότει τὰς χεῖρας καὶ ἐπάτασσε τὸν μηρὸν οἷον τοῖς ὅλοις ἐξαπορούμενος. 15.10.3 Ὅμως καὶ οὕτως ἔχων καὶ ἀπὸ μόνης τῆς θέας ὡς ἀδαμάντινος ἦν. Οὔτε γὰρ τὸ πῦρ κατεμάλαξε τὴν σιδηρᾶν αὐτοῦ ψυχὴν οὔτε αἱ τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς αὐτὸν διαπόμπιμοι διαμηνύσεις κατέθελξαν, ἀλλ' εἴτε ἀπόνοια μεγίστη τοῦτον κατείληφε διὰ τὴν παρεστῶσαν ἀνάγκην καὶ συμφορὰν καὶ ἀπόρως οὕτως εἶχε τῆς γνώμης καὶ διάκρισιν οὐδοπωσοῦν ἐλάμβανε τοῦ συμφέροντος, εἴτε καὶ ὁ κατασχὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ διάβολος, ὅπερ καὶ μᾶλλον δοκεῖ, σκότος αὐτοῦ βαθύτατον κατεσκέδασεν, εἱστήκει πρὸς πᾶσαν ἀπειλὴν καὶ πρὸς πάντα φόβον ἀμηχανῶν ὁ κατάπτυστος ἐκεῖνος Βασίλειος, καὶ νῦν μὲν πρὸς τὴν πυρκαϊὰν ἐκεχήνει, νῦν δὲ πρὸς τοὺς παρεστῶτας. Καὶ πᾶσιν ὡς ἀληθῶς κατεφαίνετο μεμηνὼς καὶ μήτε πρὸς τὴν πυρκαϊὰν ἐφορμῶν μητ' ὀπισθόπους ὅλως γινόμενος, ἀλλ' ἐπεπήγει καὶ ἀκίνητος ἦν, ἐφ' οὗ που καὶ τὰ πρῶτα κατελάβετο. Πολλῶν δὲ λόγων ῥεόντων καὶ τῶν τερατολογιῶν αὐτοῦ διὰ πάσης γλώττης φερομένων, δείσαντες οἱ δήμιοι μή πως ἄρα οἱ ἀμφὶ τὸν Βασίλειον δαίμονες ἄτο πόν τι τερατουργήσειαν, παραχωροῦντος Θεοῦ, καὶ ἀλώβητος ἐκ μέσου τοῦ τοσούτου πυρὸς ὀφθείη ὁ κάκιστος πρός τινα τόπον δημοσιώτατον ἀφιγμένος καὶ γένηται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης, δοκιμασίαν τινὰ ἔδοξαν ποιήσασθαι. 15.10.4 Τερατευομένου γὰρ ἐκείνου καὶ αὐχοῦντος ὡς ἐκ μέσου τοῦ πυρὸς ἀλώβητος ὀφθήσεται, ἀναλαβόμενοι τὸν μανδύαν αὐτοῦ ἔφασαν ὡς· «Ἴδωμεν εἰ μὴ τῶν σῶν ἀμφίων ἅψεται τὸ πῦρ». Καὶ παραχρῆμα εἰς μέσον ἔρριψαν τῆς καμίνου. Ὁ μὲν οὖν Βασίλειος ἐπὶ τοσοῦτον ἐγάννυτο ὑπὸ τοῦ ἐξαπατῶντος αὐτὸν δαίμονος λέγων ὡς· «Ὁρᾶτε τὸν μανδύαν εἰς ἀέρα ἀνιπτάμενον»; Οἱ δέ, ἐκ τοῦ κρασπέδου τὸ ὕφασμα κατανοήσαντες, ἄραντες ὦσαν αὐτὸν αὐτοῖς ἱματίοις καὶ ὑποδήμασιν εἰς τὸ μέσον τῆς καμίνου. Καὶ τοσοῦτον, ὥσπερ κατ' αὐτοῦ θυμουμένη, ἡ φλὸξ διεβοσκήθη τὸν ἀσεβῆ ὥστε μηδὲ κνίσσαν τινὰ γενέσθαι μηδὲ καπνοῦ τινος καινοτομίαν ἑτέραν, ἀλλ' ἢ μόνον λεπτήν τινα γραμμὴν καπνώδη φανῆναι κατὰ τὸ μέσον τῆς φλογός. Καὶ γὰρ καὶ τὰ στοιχεῖα κατὰ τῶν ἀσεβῶν ἐπαίρεται· φείδεται δέ, ὥς γε τἀληθὲς εἰπεῖν, τῶν θεοφιλῶν, ὥσπερ ποτὲ ὑπεχώρει καὶ ὑπείκαθε τοῖς θεοφιλέσιν ἐκεί νοις νεανίαις ἐν Βαβυλῶνι καὶ περιέστεφεν αὐτοὺς τὸ πῦρ καθάπερ τις χρυσοειδὴς θάλαμος. Ἐνταῦθα δὲ τὸν ἀλάστορα τοῦτον Βασίλειον οὔπω ἀκριβῶς οἱ τοῦτον μετεωρίσαντες εἶχον, καὶ ἡ φλὸξ ἐδόκει προεκτρέχειν ἐφ' ᾧ τὸν δυσσεβῆ ἐξαρπάσαι. Τὸν δ' ὑπόλοιπον ἀριθμόν, ὅσοι τῆς ἀπωλείας ἦσαν τοῦ Βασιλείου, σφαδάζοντος τοῦ παρεστηκότος λαοῦ καὶ βιαζομένου ἐπιρρίψειν καὶ αὐτοὺς τῷ πυρί, ὁ αὐτοκράτωρ οὐ συνεχώρησεν ἐγκλεισθῆναι κελεσας ἐν ταῖς τῶν μεγίστων ἀνακτόρων στοαῖς καὶ τοῖς περιδρόμοις· καὶ τούτου γεγονότος διελύθη τὸ θέατρον. Καὶ μετὰ ταῦτα διαδέχεται τοὺς ἀθέους τις ἄλλη ἀσφαλεστάτη φρουρά, εἰς ἣν ἐμβληθέντες καὶ πολύν τινα χρόνον διατετριφότες τῇ ἀσεβείᾳ αὐτῶν ἐναπέθανον. 15.10.5 Τοῦτο μὲν οὖν ὕστατον ἔργον καὶ ἆθλον τῶν μακρῶν ἐκείνων πόνων καὶ κατορθωμάτων τοῦ αὐτοκράτορος, καὶ καινο πραγία τις καὶ τόλμη παράδοξος.

* Άννα Κομνηνή,
Αλεξιάδα 15:8-10.

[VIII.1 Μετά απ' αυτά, κατά το έτος [...] της βασιλείας του, σηκώνεται μέγα νέφος αιρετικών. Το είδος της αιρέσεως ήταν νέο, ολωσδιόλου άγνωστο ως τότε στην Εκκλησία. Δύο δόγματα κάκιστα και φαυλότατα, γνωστά στην Εκκλησία από παλιά, είχαν αναμειχθεί μεταξύ τους: η ασέβεια, θα 'λεγε κανείς, των Μανιχαίων, την οποία έχουμε ονομάσει και αίρεση των Παυλικιανών, και η αχρειότητα των Μασσαλιανών. Αυτό είναι το δόγμα των Βογομίλων: ένα σύμφυρμα των Μασσαλιανών και των Μανιχαίων. Καθώς φαίνεται, υπήρχε και πριν από τα χρόνια του πατέρα μου, αλλά παρέμεινε κρυμμένο· γιατί είναι άφθαρτο το γένος των Βογομίλων στο να υποκρίνεται την αρετή. Ούτε ίχνος κοσμικού δεν θα συναντήσεις μεταξύ τους· το κακό είναι κρυμμένο κάτω από το ράσο και το καλλυμαύχι. Ο Βογόμιλος είναι πάντα σκυθρωπός και κουκουλωμένος ως τ' αυτιά, βαδίζει σκυφτός και μουρμουρίζει μες στό στόμα του· μέσα του είναι αιμοβόρος σάν λύκος. 2 Αυτό ακριβώς το φρικαλέο γένος, που ήταν φωλιασμένο σαν φίδι στην τρύπα του, με κάποιο μυστηριώδες σφύριγμα το μάγεψε ο πατέρας μου και το έβγαλε στο φως. Γιατί τώρα που είχε κάπως απαλλαγεί από τις φροντίδες των πολέμων σ' Ανατολή και Δύση, επιδόθηκε περισσότερο στά πνευματικά ζητήματα. Η αλήθεια είναι ότι ξεχώριζε απ' όλους σε όλα: στους διδακτικούς λόγους ξεπερνούσε τους ειδικευμένους στην τέχνη του λόγου, στις μάχες και στη στρατηγική ικανότητα υπερείχε απ' τους πιο θαυμαζόμενους πολεμιστές. 3 Ήδη η φήμη των Βογομίλων είχε εξαπλωθεί παντού: ένας κάποιος μοναχός Βασίλειος, ικανότατος στο να εκμεταλλεύεται την ασέβεια των Βογομίλων, μαζί με δώδεκα μαθητές του, τους οποίους και ονόμαζε αποστόλους, και κάποια γύναια κακοήθη και παμπόνηρα που είχε προσηλυτίσει, διέδιδε παντού το μίασμα τής κακίας· τό κακό, σαν φωτιά που απλώνεται, είχε διαφθείρει πλήθος ψυχές. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να το ανεχθεί η ψυχή του βασιλιά που προστάζει να ερευνηθούν τα σχετικά με την αίρεση. Μερικοί Βογόμιλοι οδηγήθηκαν στά ανάκτορα κι όλοι κατήγγελλαν κάποιον Βασίλειο ως κορυφαίο και πρωτοστάτη της βογομιλικής αίρεσης. Μεταξύ αυτών που είχαν συλληφθεί ήταν και κάποιος Διβλάτιος που αρνιόταν ν' απαντήσει στις ερωτήσεις. Τον υπέβαλαν λοιπόν σε βασανιστήρια κι αμέσως κατονόμασε τον εν λόγω Βασίλειο και όσους εκείνος είχε προχειρίσει αποστόλους. Ο αυτοκράτορας τότε έστειλε πολλούς ανθρώπους να ψάξουν να τον βρουν. Και να που βγαίνει στο φως ο αρχισατράπης του Σαταναήλ Βασίλειος με ένδυμα μοναχού, κάτισχνο πρόσωπο, αραιό γένι, ανάστημα ψηλό. 4 Αμέσως ο αυτοκράτορας στέλνει να τον φωνάξουν με κάποιο ευσεβές πρόσχημα. Κάνει τα πάντα για να τον παρασύρει με πειθαναγκασμό να αποκαλύψει τις μυστικές του σκέψεις: σηκώνεται απ' τη θέση του να τον υποδεχθεί, του προσφέρει κάθισμα, τον καλεί ακόμα και να καθίσει στο τραπέζι, αμολάει όλη την πετονιά για να τον ψαρέψει, σκεπάζει καλά το αγκίστρι του με κάθε λογής δολώματα και τα δίνει στο παμφάγο εκείνο κήτος να τα χάψει, μεταχειρίζεται παντοίους τρόπους για να καταφέρει τον μοναχό εκείνον (πλην πολλαχό στην κακία) να καταπιεί το χάπι υποκρινόμενος πως θέλει να γίνει μαθητής του κι όχι μόνο αυτός, αλλά κι ο αδελφός του, ο σεβαστοκράτωρ Ισαάκιος, κάνει πως δέχεται τα λόγια του σαν μαντείου χρησμούς και υπόσχεται να τον υπακούει σε όλα φτάνει να μεσολαβούσε (ο κάκιστος εκείνος Βασίλειος!) για τη σωτηρία της ψυχής του. «Εγώ, σεβασμιότατε πάτερ», του έλεγε ο βασιλιάς ζαχαρώνοντας το χάπι για να ξεράσει ο δαιμονισμένος την παραφροσύνη του, «θαυμάζω την αρετή σου· έχω όμως την αξίωση να αντιληφθώ πλήρως τα δόγματα της σεβασμιότητάς σου μια και τα δικά μας είναι φαύλα και καθόλου δεν οδηγούν στην αρετή». Στην αρχή ο Βασίλειος έκανε τον ανήξερο και καλυπτόταν από παντού με τη λεοντή —εκείνος που δεν ήταν παρά ενας γάιδαρος— και πηδούσε στο πλάι για να μην πέσει στην παγίδα των λόγων, αλλά σιγά σιγά αποχαυνωνόταν με τους επαίνους· γιατί ακόμα καί ομοτράπεζο τον έκαμε ο βασιλιάς έχοντας μάλιστα κοντά του τον αδελφό του και σεβαστοκράτορα που έπαιζε κι εκείνος το ρόλο του στο έργο. 5 Τέλος ο Βασίλειος ξέρασε τα δόγματα της αιρέσεως. Με ποιό τρόπο; Ένα παραπέτασμα χώριζε τον γυναικωνίτη από το δωμάτιο όπου βρίσκονταν οι βασιλείς με τον βδελυρό εκείνον που ξερνούσε τα πάντα λέγοντας αναφανδόν όσα είχε στην ψυχή του· πίσω από το παραπέτασμα βρισκόταν ο γραμματέας που κατέγραψε τα λεγόμενα. Κι ενώ  ο ανόητος εκείνος ήταν φαινομενικά ο δάσκαλος κι ο βασιλιάς έπαιζε τον μαθητή, ο υπογραμματέας κατέγραφε τη διδασκαλία. Όλα, και τα ρητά και τα άρρητα, τα αράδιασε ο θεοκατάρατος εκείνος άνθρωπος, κανένα θεομίσητο δόγμα δεν παρέλειψε, αλλά και τη θεολογία μας παρέβλεψε κι όλη τη διοίκηση της Εκκλησίας συκοφάντησε και τους ναούς, αλίμονο, τους ιερούς ναούς μας, ονόμασε ενδιαιτήματα δαιμόνων και για το άγιο μυστήριο που τελούμε, για το σώμα και το αίμα Εκείνου που είναι ο πρώτος Αρχιερέας και το πρώτο θύμα, μίλησε με περιφρόνηση χαρακτηρίζοντάς το ως ανοησία. 6 Τι έγινε ύστερα; Απορρίπτει τη μάσκα ο βασιλιάς κι ανοίγει το παραπέτασμα· και συγκεντρώνονται όλοι οι συγκλητικοί κι όλοι οι ανώτεροι στρατιωτικοί και η σύνοδος της Εκκλησίας. Στον πατριαρχικό θρόνο της βασιλεύουσας ήταν τότε προκαθήμενος ο εν πατριάρχαις μακαριότατος Νικόλαος ο Γραμματικός. Αναγνώστηκαν τα θεοστυγή δόγματα και αποδείχτηκε αδιαμφισβήτητα η ενοχή του Βασιλείου. Κι ο ίδιος όμως όχι μόνο δεν αρνήθηκε την κατηγορία, αλλά και προχώρησε παρευθύς σε απροκάλυπτες αντιλογίες διαβεβαιώνοντας πως ήταν έτοιμος ν' αντιπαραταχθεί και στην πυρά και στη μαστίγωση και σε μύριους θανάτους. Κάτι τέτοιο πιστεύουν οι παραπλανημένοι αυτοί Βογόμιλοι: πως μπορούν να υποστούν χωρίς πόνο κάθε τιμωρία γιατί τάχα οι άγγελοι θα τους αρπάξουν ακόμα κι από την πυρά. Όσο κι αν τον ονείδιζαν όλοι για την ασέβειά του, ακόμα κι εκείνοι που είχαν ακολουθήσει μαζί του την οδό της απωλείας, ο Βασίλειος παρέμενε ο ίδιος, αμετανόητος, Βογόμιλος γνησιότατος. Ας τον απειλούσε η πυρά, ας τον απειλούσαν κι άλλα μαρτύρια, αυτός παρέμενε προσκολλημένος στον δαίμονα, σε σφιχτό εναγκαλισμό με τον Σαταναήλ του. Τον έκλεισαν στη φυλακή και πολλές φορές τον οδήγησαν μπροστά στον βασιλιά και πολλές φορές εκείνος τον παρακάλεσε ν' απαρνηθεί την ασεβή του πίστη, μα άδικα: τηρούσε πάντα την ίδια στάση απέναντι στις παρακλήσεις του βασιλιά. 7 Αλλ' ας μην αντιπαρέλθουμε κάτι τερατώδες που του συνέβη προτού ο βασιλιάς αρχίσει να τον μεταχειρίζεται με αυστηρότητα. Μετά την ομολογία της ασεβείας του είχε εγκατασταθεί προσωρινά σ' ένα σπιτάκι κοντά στο παλάτι που το είχαν πρόσφατα ετοιμάσει για κείνον. Ήταν το βράδυ μετά τη σύγκληση της συνόδου. Τ' αστέρια έλαμπαν σ' έναν ασυννέφιαστο ουρανό κι η βραδιά ήταν φεγγαρόλουστη. Κατά τα μεσάνυχτα, καθώς ο μοναχός έμπαινε στο κελί του, άρχισαν αυτομάτως να πέφτουν πέτρες σαν χαλάζι πάνω στο κελί. Κανένα χέρι δεν τις έριχνε ούτε κανένας άνθρωπος λιθοβολούσε τον δαιμονισμένο εκείνον αβά· ήταν, καθώς φαίνεται, η εκδίκηση των οργισμένων δαιμόνων του Σαταναήλ που είχαν αγανακτήσει εναντίον του επειδή είχε προδώσει στον βασιλιά τα μυστήριά τους, πράγμα που θα προκαλούσε φοβερό διωγμό εναντίον της πλάνης. Κάποιος άνθρωπος ονόματι Παρασκευιώτης, που είχε αναλάβει να φρουρεί τον δαιμονισμένο εκείνον γέροντα για να τον εμποδίζει να επικοινωνεί με άλλους ανθρώπους και να τους μεταδίδει το μίασμα, ορκιζόταν με τους πιο φρικτούς όρκους ότι είχε ακούσει τους κρότους από τις πέτρες που έπεφταν και καταγής και στα κεραμίδια, είχε δει τις πέτρες να πέφτουν βροχή για ώρα πολλή, αλλά δεν είχε δει πουθενά κανέναν να τις ρίχνει. Στον αυτόματο εκείνον λιθοβολισμό προστέθηκε κι ένας ξαφνικός σεισμός: έτρεμε η γη κι έτριζε η οροφή. Ο εν λόγω Παρασκευιώτης, προτού υποψιαστεί ότι συνέβαινε κάτι δαιμονικό, διατηρούσε, καθώς έλεγε ο ίδιος, την ψυχραιμία του, βλέποντας όμως πως έβρεχε πέτρες, που λέει ο λόγος, από ψηλά κι ότι εκείνο το γερόντιο είχε χωθεί μέσα κι έμενε εκεί αποκλεισμένο, απέδωσε το φαινόμενο σε κάποιους δαίμονες και τότε πια τα 'χασε ολωσδιόλου.

IX.1 Αυτά λοιπόν για το τερατούργημα εκείνο· θα ήθελα βέβαια να εκθέσω τα πάντα για την αίρεση των Βογομίλων, αλλά «με κωλύει και αιδώς», όπως λέει κάπου η ωραία Σαπφώ, γιατί δεν είμαι μόνο συγγραφέας, αλλά και γυναίκα και πορφυρογέννητη, το πιο τιμημένο και το πρώτο από τα βλαστάρια του Αλεξίου· ορισμένα πράγματα που φτάνουν στ' αυτιά πολλών ανθρώπων καλύτερα να τα παρασιωπώ. Όσα κι αν επιθυμώ να γράψω για να εξηγήσω καταλεπτώς την αίρεση των Βογομίλων, τα αντιπαρέρχομαι για να μη μολύνω τη γλώσσα μου. Όσους θέλουν να μελετήσουν την όλη αίρεση τούς παραπέμπω στο βιβλίο με τον τίτλο «Δογματική πανοπλία» που έχει συντεθεί κατ' επιταγήν του πατέρα μου. Ο αυτοκράτορας είχε τότε καλέσει έναν μοναχό oνόματι Ζυγαβηνό, γνωστό στη δέσποινα και προς μητρός μάμμη μου και σ' όλους τους ανώτερους κληρικούς, που είχε φτάσει στις κορυφές της φιλολογίας χωρίς να παραμελήσει και τη ρητορική κι επίσης κατείχε όσο κανείς άλλος τα δογματικά ζητήματα, και τον πρόσταξε να εκθέσει όλες τις αιρέσεις, καθεμιά χωριστά, παραθέτοντας σε καθεμιά τις ανασκευές των άγιων πατέρων και βέβαια να εκθέσει και των Βογομίλων την αίρεση, όπως την εισηγήθηκε ο ασεβής εκείνος Βασίλειος. Το έργο αυτό ο αυτοκράτορας το ονόμασε «Δογματική πανοπλία» κι έτσι τιτλοφορείται ως τώρα το βιβλίο. 2 Αλλ' ας επιστρέψουμε στα συμβάντα που οδήγησαν στη θανάτωση του Βασιλείου. Ο αυτοκράτορας κάλεσε τους απανταχού γης οπαδούς και προσήλυτους του Βασιλείου και κυρίως τους δώδεκα λεγόμενους μαθητές και δοκίμασε και αυτών τις γνώμες· και αποδείχτηκαν πραγματικοί μαθητές του Βασιλείου. Πράγματι, το κακό είχε εισχωρήσει και στα πιο μεγάλα σπίτια και μεγάλο πλήθος είχε προσβάλει το μίασμα. Γι' αυτό λοιπόν καταδίκασε στην πυρά τους αλλόθρησκους — τόσο τον κορυφαίο όσο και τον χορό. Όταν όμως συγκεντρώθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι ως Βογόμιλοι, άλλοι απ' αυτούς υποστήριζαν την αίρεσή τους κι άλλοι την αποκήρυσσαν εντελώς διαμαρτυρόμενοι σθεναρά εναντίον των κατηγόρων τους και καταδικάζοντάς την με αποτροπιασμό. Ο αυτοκράτορας δεν ήταν βέβαια διατεθειμένος να τους πιστέψει, αλλά και δεν ήθελε να καταδικαστεί κατά λάθος κανένας Χριστιανός ως Βογόμιλος κι ούτε να ξεφύγει κάποιος Βογόμιλος ως δήθεν Χριστιανός, γι' αυτό και επινόησε έναν πρωτότυπο τρόπο, με τον οποίο θα αναγνωρίζονταν σαφώς οι όντως Χριστιανοί. 3 Την επομένη λοιπόν κάθισε στον βασιλικό θρόνο. Παρευρίσκονταν πολλοί τόσο από τη σύγκλητο όσο κι από την ιερά σύνοδο κι επίσης επιφανείς Ναζιραίοι [ενν. μοναχοί] που διακρίνονταν για τη σοφία τους. Όλοι οι κατηγορούμενοι για βογομιλική αίρεση οδηγήθηκαν στη μέση κι ο αυτοκράτορας πρόσταξε να ερωτηθούν ένας ένας ακόμα μια φορά. Αλλά και πάλι ορισμένοι ομολογούσαν πως είναι Βογόμιλοι και υπεράσπιζαν με φανατισμό την αίρεσή τους, ενώ άλλοι την αρνούνταν ολωσδιόλου ονομάζοντας τους εαυτούς τους Χριστιανούς και επιμένοντας σ' αυτό παρά τις αποδείξεις που προσήγαν οι άλλοι. Τότε ο βασιλιάς, ζαρώνοντας τα φρύδια, «Σήμερα», είπε, «πρέπει ν' ανάψουν δύο καμίνια: στο δάπεδο του ενός θα καρφωθεί ένας σταυρός κι ύστερα θα δοθεί δικαίωμα εκλογής σε όλους: όποιοι θέλουν να πεθάνουν σήμερα ως Χριστιανοί θα χωριστούν από τους άλλους και θα προσέλθουν στο καμίνι με το σταυρό· όσοι παραμένουν σταθεροί στη βογομιλική αίρεση θα ριχτούν στο άλλο. Είναι καλύτερο να πεθάνει κανείς ως Χριστιανός παρά να ζει καταδιωκόμενος ως Βογόμιλος προσβάλλοντας τις συνειδήσεις του κόσμου. Πηγαίνετε λοιπόν κι ας κατευθυνθεί ο καθένας σας όπου θέλει». 4 Αυτά αποφάνθηκε ο βασιλιάς και φαινομενικά έκλεισε την υπόθεση. Άρπαξαν αμέσως τους κατηγορούμενους και τους απομάκρυναν μπροστά στα μάτια του πλήθους που συνέρρεε από παντού. Άναψαν ύστερα «καμίνους επταπλασίως», για να μιλήσω όπως ο μελωδός, στο αποκαλούμενο Τζυκανιστήριον. Η φωτιά ανέβαινε ως τον ουρανό· στο ένα καμίνι στεκόταν ο σταυρός· οι ένοχοι μπορούσαν να διαλέξουν σε ποιο απ' τα δύο θα πήγαιναν με την ιδέα ότι όλοι θα καίγονταν. Βλέποντας πως ο θάνατος ήταν αναπόφευκτος, όσοι απ' αυτούς ήταν ορθόδοξοι κατευθύνθηκαν προς το καμίνι του σταυρού βέβαιοι πως τους περίμενε το μαρτύριο· οι δε αθεότατοι, παραμένοντας προσκολλημένοι στη μυσαρή αίρεση, στράφηκαν προς το άλλο. 5 Τη στιγμή που όλοι ανεξαιρέτως επρόκειτο να ριχτούν στην πυρά, όλοι οι παρευρισκόμενοι θλίβονταν για τους Χριστιανούς με την ιδέα πως τώρα πια θα τους έκαιγαν και καταφέρονταν έντονα εναντίον του βασιλιά επειδή δεν ήξεραν τι είχε κανονίσει. Μα να που μια βασιλική προσταγή προλαβαίνει τους δημίους και τους αποτρέπει από το εγχείρημα. Ο αυτοκράτορας, βεβαιωμένος τώρα εντελώς για την αθωότητά τους, άφησε ελεύθερους τους συκοφαντημένους εκείνους Χριστιανούς αφού προηγουμένως τους έδωσε πολλές συμβουλές· τους Βογομίλους τους έριξε και πάλι στη φυλακή, αφού ξεχώρισε από τους άλλους τους αποστόλους του ασεβούς Βασιλείου. Από τότε δεν παρέλειπε να τους καλεί καθημερινά για να τους διδάξει αυτοπροσώπως, συνιστώντας τους συνεχώς ν' απαρνηθούν τη μυσαρή θρησκεία τους. Επιπλέον έδωσε εντολή και σε μερικούς άλλους διακεκριμένους κληρικούς να τους επισκέπτονται καθημερινά και να τους διδάσκουν την ορθόδοξη πίστη παρακινώντας τους ν' αποκηρύξουν τη βογομιλική αίρεση. Μερικοί απ' αυτούς άλλαξαν στο καλύτερο κι απολύθηκαν από τη φυλακή κι άλλοι παρέμειναν φυλακισμένοι και πέθαναν μέσα στην κακοδοξία τους, χωρίς όμως να τους λείψει καθόλου ούτε η τροφή ούτε η ενδυμασία.

Χ.1
Τον Βασίλειο όμως, που ήταν όντως ο αρχηγός της αιρέσεως και ολωσδιόλου αμετανόητος, όλα τα διακεκριμένα μέλη της ιεράς συνόδου και οι επιφανείς μοναχοί κι ο ίδιος ο τότε πατριάρχης Νικόλαος τον έκριναν άξιο της πυράς. Μ' αυτούς συμφώνησε κι ο αυτοκράτορας γιατί πολλές φορές είχε συζητήσει μαζί του κι είχε διαγνώσει πόσο επικίνδυνος άνθρωπος ήταν και πόσο ήταν προσηλωμένος στην αίρεση. Πρόσταξε λοιπόν ν' ανάψουν στον Ιππόδρομο μια τεράστια φωτιά. Πρώτα έσκαψαν έναν πολύ βαθύ λάκκο κι ύστερα έφεραν πλήθος ξύλα, όλα δέντρα ψηλόκορμα, που, βαλμένα το ένα πάνω στ  άλλο, σχημάτισαν ολόκληρο βουνό. Άναψαν τη φωτιά κι άρχισε λίγο λίγο να μαζεύεται κόσμος στο επίπεδο μέρος του Ιπποδρόμου και στα σκαλιά. Όλοι περίμεναν να δουν τι θα γινόταν. Απέναντι απ' τη φωτιά είχε στηθεί ένας σταυρός κι είχε δοθεί στον ασεβή το δικαίωμα επιλογής: αν τυχόν φοβόταν κι άλλαζε γνώμη θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς τον σταυρό και τότε θ' αφηνόταν ελεύθερος. 2 Είχαν επίσης οδηγηθεί εκεί κι οι αιρετικοί όλοι για να δουν τον Βασίλειο, τον κορυφαίο τους. Όσο για κείνον, έδειχνε να καταφρονεί κάθε τιμωρία και κάθε απειλή
· όσο στεκόταν μακριά από τη φωτιά, σάρκαζε και τερατολογούσε λέγοντας πως κάποιοι άγγελοι θα τον ανήρπαζαν μέσα από τις φλόγες κι έψαλλε χαμηλόφωνα το γνωστό Δαυιτικόν «Πρὸς σὲ δὲ οὐκ ἐγγιεῖ· πλὴν τοῖς ὀφθαλμοῖς σου κατανοήσεις». Όταν όμως του άνοιξε χώρο ο κόσμος και μπόρεσε να δει ελεύθερα το φρικώδες εκείνο θέαμα της φωτιάς (από μακριά αισθανόταν την πύρα κι έβλεπε τις φλόγες ν' ανεβαίνουν και σαν να βροντάνε και τις σπίθες να πετάγονται ψηλά ως την κορυφή της λίθινης πυραμίδας που υψώνεται στο μέσο του Ιπποδρόμου), τότε ο θρασύς εκείνος άνθρωπος φάνηκε να δειλιάζει και να ταράζεται μπροστά στην πυρά. Σαν να τα είχε τελείως χαμένα, έστρεφε τo βλέμμα του πότε εδώ πότε εκεί, χτυπούσε τα χέρια, χτυπούσε τον μηρό του. 3 Αλλά και σ' αυτή την κατάσταση, μόνο να τον έβλεπες, έμοιαζε σκληρός σαν διαμάντι. Ούτε η πυρά κατάφερε να μαλάξει τη σιδερένια ψυχή του ούτε τα μηνύματα που του έστελνε ο αυτοκράτορας μπόρεσαν να τον δελεάσουν. Ίσως είχε ολωσδιόλου παραφρονήσει την ώρα εκείνη της μεγάλης ανάγκης και της συμφοράς και δεν ήταν σε θέση ν' αποφασίσει, μη μπορώντας καθόλου να ξεχωρίσει ποιο ήταν το συμφέρον του· μάλλον όμως ο διάβολος, που είχε κυριεύσει την ψυχή του, είχε σκορπίσει σ' αυτήν βαθύτατο σκότος. Σε κανένα φόβο, σε καμιά απειλή δεν αντιδρούσε ο κατάπτυστος εκείνος Βασίλειος, μόνο στεκόταν εκεί κοιτάζοντας σαν χαμένος μια την πυρά και μια τον κόσμο. Ήταν φανερό σε όλους πως είχε τρελαθεί: ούτε στη φωτιά ορμούσε ούτε πισωπατούσε καθόλου, μα έμενε παγωμένος και ακίνητος στην ίδια θέση όπου είχε σταθεί αρχικά. Ο κόσμος τώρα είχε αρχίσει να λέει διάφορα, οι μαγικές προφητείες του κυκλοφορούσαν πια από στόμα σε στόμα. Φοβήθηκαν τότε οι δήμιοι μην τυχόν ο Θεός επιτρέψει στους δαίμονες που προστάτευαν τον Βασίλειο να τελέσουν κάποια άνομη πράξη μαγείας· ίσως άρπαζαν τον άθλιο μεσ' απ' τις τόσες φλόγες για να τον μεταφέρουν σ' ένα πολυσύχναστο μέρος, όπου θα τον έβλεπε ο κόσμος σώο και αβλαβή, οπότε και θα γινόταν η έσχατη πλάνη χείρων της πρώτης. Αποφάσισαν λοιπόν να κάμουν ένα πείραμα. 4 Μια και εκείνος προφήτευε σημεία και τέρατα και καυχιόταν πως θα τον έβλεπαν να βγαίνει μέσ' απ' τις φλόγες σώο και αβλαβή, πήραν το μανδύα του κι είπαν: «Ας δούμε αν θα πάρουν φωτιά τα ρούχα σου», κι εύθύς έριξαν το μανδύα καταμεσής στο καμίνι». Τόση εμπιστοσύνη είχε ο Βασίλειος στον δαίμονα που τον παραπλανούσε, ώστε είπε: «Βλέπετε; Ο μανδύας σηκώθηκε και πετάει στον αέρα!» Τότε εκείνοι, που ήδη είχαν καταλάβει εξ όνυχος τον λέοντα, τον σήκωσαν και τον πέταξαν με τα ρούχα και τα παπούτσια καταμεσής στο καμίνι. Κι η φλόγα, σαν να ήταν οργισμένη εναντίον του, τόσο γρήγορα προχώρησε τρώγοντας τις σάρκες του ασεβούς, ώστε ούτε κνίσσα βγήκε καθόλου ούτε άλλαξε μορφή ο καπνός και μόνο μια λεπτή γραμμή καπνού φάνηκε ανάμεσα στις φλόγες. Γιατί και τα στοιχεία εξεγείρονται κατά των ασεβών· φείδονται όμως, για να πούμε την αλήθεια, των θεοφίλων, όπως κάποτε υποχωρούσαν και παραμέριζαν μπροστά στους θεοφιλείς εκείνους παίδας στη Βαβυλώνα και τους στεφάνωνε γύρω γύρω η φωτιά σαν χρυσαφένιος θάλαμος. Αλλά τον απαίσιο εκείνον Βασίλειο δεν είχαν καλά καλά προλάβει να τον πιάσουν αυτοί που τον είχαν σηκώσει κι η φλόγα φαινόταν να ορμάει μπροστά για ν' αρπάξει τον ασεβή. Όσο για τους άλλους που είχαν ακολουθήσει τον Βασίλειο στην οδό της απωλείας, το συγκεντρωμένο πλήθος, σφαδάζοντας από αγανάκτηση, απαιτούσαν να ριχτούν κι εκείνοι στην πυρά, αλλά ο βασιλιάς δεν το επέτρεψε και πρόσταξε να τους κλείσουν στις στοές και στους διαδρόμους των μεγίστων ανακτόρων. Μετά από αυτό τελείωσε η παράσταση, οι άθεοι μεταφέρθηκαν ύστερα σε άλλη ασφαλέστερη φυλακή κι αφού έζησαν κλεισμένοι εκεί αρκετό διάστημα, πέθαναν μέσα στην ασέβειά τους. 5 Γι' αυτό λοιπόν ήταν το ύστατο έργο και κατόρθωμα του αυτοκράτορα, αποκορύφωμα των μακροχρόνιων μόχθων και κατορθωμάτων του και συνάμα καινοτομία και τόλμη απίστευτη.]

* Αλεξιάς, μετάφραση Αλόη Σιδέρη, εκδόσεις Άγρα, 2005.

+

Chapter VIII

After this, in the course of the years of his reign, a very great cloud of heretics arose, and the nature of their heresy was new and hitherto quite unknown to the church. For two very evil and worthless doctrines which had been known in former times, now coalesced; the impiety, as it might be called, of the Manichaeans, which we also call the Paulician heresy, and the shamelessness of the Massalians. This was the doctrine of the Bogomils compounded of the Massalians and the Manichaeans. And probably it existed even before my father's time, but in secret; for the sect of the Bogomils is very clever in aping virtue. And you would not find any long-haired worldling belonging to the Bogomils, for their wickedness was hidden under the cloak and cowl. A Bogomil looks gloomy and is covered up to the nose and walks with a stoop and mutters, but within he is an uncontrollable wolf. And this most pernicious race, which was like a snake hiding in a hole, my father lured and brought out to the light by chanting mysterious spells. For now that he had rid himself of much of his anxiety about the East and the West he turned his attention to more spiritual matters. For in all things he was superior to other men; in teaching he surpassed those whose profession was teaching; in battles and strategy he excelled those who were admired for their exploits. By this time the fame of the Bogomils had spread everywhere. (For Basil, a monk, was very wily in handling the impiety of the Bogomils; he had twelve disciples whom he called 'apostles,' and also dragged about with him some female disciples, wretched women of loose habits and thoroughly bad, and he disseminated his wickedness everywhere.) This evil attacked many souls like fire, and the Emperor's soul could not brook it, so he began investigating the heresy. He had some of the Bogomils brought to the palace and all proclaimed a certain Basil as the teacher and chief representative of the Bogomilian heresy. Of these, one Diblatius was kept in prison, and as he would not confess when questioned, he was subjected to torture and then informed against the man called Basil, and the disciples he had chosen. Accordingly the Emperor entrusted several men with the search for him. And Satanael's arch-satrap, Basil, was brought to light, in monk's habit, with a withered countenance, clean shaven and tall of stature. The Emperor, wishing to elicit his inmost thoughts by compulsion under the disguise of persuasion, at once invited the man on some righteous pretext. And he even rose from his chair to greet him, and made him sit by him and share his table, and threw out his whole fishing-line and fixed various baits on the hooks for this voracious whale to devour. And he made this monk, who was so many-sided in wickedness, swallow all the poison he offered him by pretending that he wished to become his disciple, and not he only, but probably his brother, the Sebastocrator Isaac, also; he pretended too to value all the words he spoke as if they came from a divine voice and to defer to him in all things, provided only that the villain Basil would effect his soul's salvation. " Most reverend father," he would say (for the Emperor rubbed sweets on the rim of the cup so that this demoniac should vomit forth his black thoughts), " I admire thee for thy virtue, and beseech thee to teach me the new doctrines thy Reverence has introduced, as those of our Churches are practically worthless and do not bring anybody to virtue." But the monk at first put on airs and he, that was really an ass, dragged about the lion's skin with him everywhere and shied at the Emperor's words, and yet was puffed up with his praises, for the Emperor even had him at his table. And in all this the Emperor's cousin [?] the Sebastocrator, aided and abetted him in the play; and finally Basil spued out the dogmas of his heresy. And how was this done ? A curtain divided the women's apartments from the room where the two Emperors sat with the wretch who blurted out and openly declared all he had in his soul; whilst a secretary sitting on the inner side of the curtain committed his words to writing. And the nonsense-monger seemed to be the teacher while the Emperor pretended to be the pupil, and the secretary wrote down his doctrines. And that man, stricken of God, spun together all that horrible stuff and did not shun any abominable dogma, but even despised our theology and misrepresented all our ecclesiastical administration. And as for the churches, woe is me! he called our sacred churches the temples of devils, and our consecration of the body and blood of our one and greatest High Priest and Victim he considered and condemned as worthless. And what followed? the Emperor threw off his disguise and drew the curtain aside ; and the whole senate was gathered together and the military contingent mustered, and the elders of the church were present too. The episcopal throne of the Queen of Cities was at that time occupied by that most blessed of patriarchs, Lord Nicholas, the Grammarian. Then the execrable doctrines were read out, and proof was impossible to attack. And the defendant did not deny anything, but immediately bared his head and proceeded to counter-demonstrations and professed himself willing to undergo tire, scourging and a thousand deaths. For these erring Bogomils believe that they can bear any suffering without feeling pain, as the angels forsooth will pluck them out of the fire. And although all . . . and reproached him for his impiety, even those whom he had involved in his own ruin, he remained the same Basil, an inflexible and very brave Bogomil. And although he was threatened with burning and other tortures he clung fast to his demon and embraced his Satanael. After he was consigned to prison the Emperor frequently sent for him and frequently exhorted him to forswear his impiety, but all the Emperor's exhortations left him unchanged. But we must not pass over in silence the miracle which happened to him. Before the Emperor had begun to take severe measures against him, after his confession of impiety he would occasionally retire to a little house which had recently been prepared for him situated fairly close to the royal palace. It was evening and the stars above were shining in the clear air, and the moon was lighting up that evening, following the Synod. When the monk entered his cell about midnight, stones were automatically thrown, like hail, against his cell, and yet no hand threw them, nor was there any man to be seen stoning this devil's abbot. It was probably a burst of anger of Satanael's attendant demons who were enraged and annoyed because he had betrayed their [secrets ?] to the Emperor and roused a fierce persecution against their heresy. A man called Parasceviotes who had been appointed guard over that infatuated old man to prevent his having intercourse with others and infecting them with his mischief, swore most solemnly that he had heard the clatter of the stones as they were thrown on the ground and on the tiles, and that he had seen the stones coming in successive showers but had not caught a glimpse anywhere of anyone throwing the stones. This throwing of stones was followed by a sudden earthquake which had shaken the ground, and the tiles of the roof had rattled. However Parasceviotes, as he asserted, was quite unafraid before he suspected it was the work of demons, but when he noticed that the stones seemed to be poured down like rain from above and that the old heresiarch had slunk inside and had shut himself in, he attributed the work to demons and was not able to whatever was happening.

Chapter IX

Let this be sufficient about that miracle. I wished to expound the whole heresy of the Bogomils, but 'modesty prevents me,' as the beautiful Sappho says somewhere, for though a historian, I am a woman and the most honourable of the Porphyrogeniti and Alexius' eldest scion, and what is the talk of the vulgar had better be passed over in silence. I am desirous of writing so as to set forth a full account of the Bogomilian heresy; but I will pass it over, as I do not wish to defile my tongue. And those who wish to understand the whole heresy of the Bogomils I will refer to the book entitled Dogmatic Panoply, which was compiled by my father's order. For there was a monk called Zygabenus, known to my mistress, my maternal grandmother, and to all the members of the priestly roll, who had pursued his grammatical studies very far, was not unversed in rhetoric, and was the best authority on ecclesiastical dogma; the Emperor sent for him and commissioned him to expound all the heresies, each separately, and to append to each the holy Fathers' refutations of it; and amongst them too the heresy of the Bogomils, exactly as that impious Basil had interpreted it. TheEmperor named this book the Dogmatic Panoply, and that name the books have retained even to the present day. But now my story must return to Basil's death.
The Emperor had summoned Basil's disciples and fellow mystics from all over the world, especially the so-called twelve disciples and made trial of their opinions, and found that they were openly Basil's followers. For the evil had gone deep even into very great houses and had affected a very large number. Consequently he condemned those aliens to be burnt, the leader of the chorus and the chorus too. When the Bogomils who had been discovered, were assembled, some clung to their heresy, while others recanted absolutely and resisted their accusers strongly and expressed their abhorrence of the Bogomihan heresy. The Emperor was not inclined to believe them, and to prevent many a Christian being confounded with the Bogomils as being a Bogomil, and a Bogomil escaping as a Christian, he invented a new device for revealing clearly those who were really Christians. Accordingly the next day he took his seat on the imperial throne and many of the senate and the holy Synod were present and a chosen few of the monks who were learned men. Then all the Bogomils accused of heresy were placed together in the centre and the Emperor commanded each to be examined again. Some confessed to being Bogomils and adhered stoutly to their heresy, while others denied it absolutely and called themselves Christians and when accused by others did not yield an inch, so he glowered at them and said, "Today two pyres shall be lighted and on one of them a cross shall befixed in the ground itself. Then you shall all be given your choice and those who are ready to die to-day for their Christian faith, can separate themselves from the others and walk to the pyre with the cross, while those who cling to the Bogomilian heresy shall be thrown on the other. For it is better that even Christians should die, than live to be persecuted as Bogomils and offend the consciences of many. Go now and let each one of vou choose his station." Withthis verdict against the Bogomils the Emperor pretended to have closed the matter. They were at once taken and led away and a large crowd had gathered and stood round about them. Then pyres were lighted, 'seven times as large as they were wont to be,' as the hymn-writer says, in the place called Tzycanisterin[3]; the flames rose to the heavens, and the cross stood above the one; each of the condemned was given his choice to walk to which of the two pyres he wished, as all were destined to be burnt. Seeing that there was no escape, the orthodox among them walked to the pyre with the cross, ready really to suffer martyrdom; whereas the godless ones who clung to their abominable heresy turned to the other. And they were all on the point of being thrown on the pyres at the same time and the bystanders all grieved for the Christians who were now to be burnt, and were very wroth against the Emperor, for they were ignorant of his plan. But an order from the Emperor came just in time to prevent the executioners carrying out their duties. Having in this way obtained certain proof of those who were really Bogomils he released the Christians, who had been falsely accused, with many admonitions. The others he recommitted to prison, but had the impious Basil's apostles separated from the rest. And these he sent for daily, and taught some himself, exhorting them earnestly to abandon their hideous religion, and for the others he ordered some picked men of the hierarchy to come every day and teach them the orthodox faith and advise them to relinquish the Bogomilian heresy. And some of them did change for the better and were released from confinement, but others were kept in prison and died in their heresy, but were amply supplied with food and clothing.

Chapter X

However all the members of the holy synod and the chief monks, as well as the patriarch of that time, Nicholas, decreed that Basil who was the heresiarch and quite unrepentant, deserved to be burnt. The Emperor was of the same opinion and after conversing with him several times and recognizing that the man was mischievous and would not abandon his heresy, he finally had an immense pyre built in the Hippodrome. A very large trench was dug and a quantity of wood, all tall trees piled up together, made the structure look like a mountain. When the pile was lighted, a great crowd slowly collected on the floor and steps of the circus in eager expectation of what was to happen. On the opposite side a cross was fixed and the impious man was given a choice, for if he dreaded the fire and changed his mind, and walked to the cross, then he should be delivered from burning. A number of heretics were there watching their leader Basil. He shewed himself contemptuous of all punishment and threats, and while he was still at a distance from the fire he began to laugh and talk marvels, saying that angels would snatch him from the middle of the fire, and he proceeded to chant these words of David's, 'It shall not come nigh thee; only with thine eyes shalt thou behold.' But when the crowd stood aside and allowed him to have a free view of that terrifying sight, the burning pyre (for even at a good distance he could feel the fire, and saw the flames rising high and as it were thundering and shooting out sparks of fire which rose to the top of the stone obelisk which stands in the centre of the Hippodrome), then the bold fellow seemed to flinch from the fire and be disturbed. For as if wholly desperate, he constantly turned away his eyes and clapped his hands and beat his thigh. And yet in spite of being thus affected by the mere sight he was adamant. For the fire did not soften his iron will, nor did the messages sent by the Emperor subdue him. For either great madness had seized him under the present stress of misfortunes and he had lost his mind and had no power to decide about what was advantageous; or, as seems more likely, the devil that possessed his soul had steeped it in the deepest darkness. So there stood that abominable Basil, unmoved by any threat or fear, and gaped now at the fire and now at the bystanders. And all thought him quite mad for he did not rush to the pyre nor did he draw back, but stood fixed and immovable on the spot he had first taken up. Now many tales were going round and his marvellous talk was bandied about on every tongue, so the executioners were afraid that the demons protecting Basil might perhaps, by God's permission, work some wonderful new miracle, and the wretch be seen snatched unharmed from the middle of the mighty fire and transported to some very frequented place. In that case the second state would be worse than the first, so they decided to make an experiment. For, while he was talking marvels and boasting that he would be seen unharmed in the middle of the fire, they took his cloak and said, "Now let us see whether the fire will touch your garments," and they threw it right into the middle of the pyre. But Basil was so uplifted by the demon that was deluding him that he said, "Look at my cloak floating up to the sky! " Then they 'recognizing the web from the edge,' took him and pushed him, clothes, shoes and all, into the middle of the pyre. And the flames, as if deeply enraged against him, ate the impious man up, without any odour arising or even a fresh appearance of smoke, only one thin smoky line could be seen in the midst of the flames. For even the elements are excited against the impious; whereas, to speak truthfully, they spare those beloved of God, just as once upon a time in Babylon the fire retreated from those young men who were dear to God, and enclosed them like a golden chamber. In this case the men who lifted up the accursed Basil had scarcely placed him on the pyre before the flames seemed to dart forward to snatch hold of him. Then the people looking on clamoured loudly and demanded that all the rest who belonged to Basil's pernicious sect should be thrown into the fire as well, but the Emperor did not allow it but ordered them to be confined in the porches and verandahs of the largest palace. After this the concourse was dismissed. Later, the godless ones were transferred to another very strong prison into which they were cast and after pining away for a long time died in their impiety. This was the last and crowning act of the Emperor's long labours and successes and it was an innovation of startling boldness.
 * Anna Komnene,
The Alexiad XV:VIII-X.


[Greek/Ελληνικά, PDF]




* Elisabeth C. Mincin,
«The Alexiad’s Presentation of Heresy».
[English/Αγγλικά, PDF]