![]() |
Wikipedia, "Eta" |
![]() |
New Comparative Grammar of Greek and Latin (Oxford University Press 1995, pp./σσ. 50, 51) |
μια απόπειρα επιστημονικής προσέγγισης της ανθρώπινης θρησκευτικότητας
an attempt for a scientific approach of human religiosity
"Sedulo curavi humanas actiones non ridere, non lugere, neque detestari, sed intelligere"
—Spinoza, Tractatus Politicus 1:4
⏳ ⌛ First post: October 30, 2008 / Πρώτη ανάρτηση: 30 Οκτωβρίου 2008
![]() |
Wikipedia, "Eta" |
![]() |
New Comparative Grammar of Greek and Latin (Oxford University Press 1995, pp./σσ. 50, 51) |
«The breathings of proper names, whether transliterated or made to assume a Greek form, have been brought into conformity with the system adopted by Dr Westcott and Dr Hort in their edition of the Greek New Testament. Initial א and ע are represented by the lenis, ה and ח by the aspirate; words beginning with י uniformly receive the smooth breathing.»
«Η δάσυνση των κύριων ονομάτων, είτε των μεταγραμματισμένων είτε εκείνων που έλαβαν ελληνική μορφή, καταστάθηκε ομοιόμορφη με το σύστημα που υιοθετήθηκε από τους Δρ Westcott και Δρ Hort στην έκδοσή τους της Ελληνικής Καινής Διαθήκης. Τα αρχικά א και ע αναπαριστούνται με την ψιλή, ενώ τα ה και ח από τη δασεία· λέξεις που αρχίζουν με י ομοιόμορφα παίρνουν ψιλή».
![]() |
| Semitic and Greek alphabetical order and numerical values / Σημιτική και ελληνική αλφαβητική σειρά και αριθμητικές αξίες |
«The Greeks correctly assumed that the Phoenician letters were acrophonic: the first sound of the name provided the sound value of the letter. In the case of the very first Phoenician letter, called *ʔalp ‘ox,’ this led the Greeks, who lacked a phoneme /ʔ/, to assume that the sound value of the letter was /a/. Greek also did not have a phoneme /j/ ([j] was merely an allophone of /i/), so the letter *yɔːd ‘hand’ was taken as acrophonic for /i/. The vowel /u/ was provided by Phoenician *waw ‘hook’ (although a doublet letter had to be created for the Greek phoneme /w/). Of the two Phoenician h-like sounds, Greek chose the more marked one (*ħɛːt) to stand for the Greek rough breathing, which made Phoenician *heː ‘hey!’ (= Greek ᾒ /έː/ ‘hey!’) available for the vowel /e/. For the final vowel, /o/, no obvious Phoenician model was available, and the Greeks adopted the remaining letter that to them sounded as if it was vowel-initial, [*]ʕɛːn ‘eye,’ perhaps by default, perhaps because the Greek word for ‘eye’ (ὀφθαλμός /ophthalmós/) starts with an o-.»
«Οι Έλληνες ορθά θεώρησαν ότι τα φοινικικά γράμματα ήταν ακροφωνικά: ο πρώτος ήχος του ονόματος παρείχε την ηχητική αξία του γράμματος. Στην περίπτωση του πρώτου-πρώτου φοινικικού γράμματος, που ονομαζόταν *ʔalp "βόδι", αυτό οδήγησε τους Έλληνες, οι οποίοι δεν είχαν φώνημα /ʔ/, να θεωρήσουν ότι η ηχητική αξία του γράμματος ήταν /a/. Η Ελληνική δεν είχε επίσης φώνημα /j/ (το [j] ήταν απλώς αλλόφωνο του /i/), κι έτσι το γράμμα *yɔːd "χέρι" εκλήφθη ως ακροφωνικό για το /i/. Το φωνήεν /u/ προήλθε από το φοινικικό *waw "άγκιστρο, γάντζος" (καίτοι αντίστοιχο γράμμα θα έπρεπε να δημιουργηθεί για το ελληνικό φώνημα /w/). Από τους δύο φοινικικούς ήχους του /h/, η Ελληνική επέλεξε τον πιο χαρακτηρισμένο (*ħɛːt) για να δηλώσει την ελληνική δασεία [δασύ πνεύμα], καθιστώντας έτσι το φοινικικό *heː "χέι!" (= ελληνικό ᾒ /έː/ "χέι!") διαθέσιμο για το φωνήεν /e/. Για το τελικό φωνήεν, το /o/, δεν υπήρχε διαθέσιμο κανένα εμφανές φοινικικό πρότυπο και οι Έλληνες υιοθέτησαν το γράμμα που απέμεινε το οποίο τους ηχούσε σαν να άρχιζε με φωνήεν, [*]ʕɛːn "μάτι", πιθανώς εξ ορισμού, πιθανώς επειδή η αρχαιοελληνική λέξη για το "μάτι", (ὀφθαλμός /ophthalmós/) αρχίζει με o-».
«Αναφορικά με την Αραμαϊκή γλώσσα θα προσθέταμε τα ακόλουθα: είναι γνωστή και ως Συριακή και Χαλδαϊκή, καθιερώθηκε ως γλώσσα της διπλωματίας (Δ΄ Βασιλείων 18,26) και χρησιμοποιήθηκε από τους Ασσύριους, Βαβυλώνιους και Πέρσες βασιλείς ως δίαυλος επικοινωνίας των λαών τους71. Κατά τη διάρκεια της βαβυλώνιας αιχμαλωσίας, καθώς και έπειτα, κατέστη η ομιλούμενη γλώσσα, η «lingua franca», του Ιουδαϊκού λαού, ο οποίος περιπλανώμενος στις χώρες της διασποράς σταδιακά λησμόνησε τη μητρική εβραϊκή. Στα Αραμαϊκά καταγράφηκαν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, και μερικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης.
Σύμφωνα με τον G. Dalman72 η Αραμαϊκή ήταν η μητρική γλώσσα και, επομένως, και η καθημερινή γλώσσα του Ιησού Χριστού, ο οποίος όμως κατ' άνθρωπον γνωρίζει το περιεχόμενο των Αγίων Γραφών, καθώς είχε μαθητεύσει συχνάζοντας στη Συναγωγή73 και το Ναό των Ιεροσολύμων. έτσι, θα ήταν γνώστης και της βιβλικής Εβραϊκής γλώσσας. Φαίνεται ότι γνώριζε και την ελληνιστική γλώσσα, διότι την περιοχή της Παλαιστίνης διέρχονταν πολλοί εθνικοί έμποροι, ταξιδιώτες και διανοούμενοι, οι οποίοι μιλούσαν ως μητρική ή επίκτητη γλώσσα τα Ελληνικά και με τους οποίους πιθανόν ερχόταν σε επαφή ο Χριστός για λόγους είτε επικοινωνιακούς είτε εμπορικούς, καθώς εργαζόταν μέχρι τη στιγμή που έθεσε την αφετηρία του σωτηριώδους φιλάνθρωπου έργου του στον κόσμο ως ξυλουργός κοντά στον μνήστορα Ιωσήφ. Εξάλλου, το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από όσα αφήνεται να εννοηθούν από τη συνάντηση του Ιησού με τους Έλληνες, στους οποίους κήρυξε το λόγο της Αληθείας74. Και, όπως είναι γνωστό, εκείνη την εποχή «Έλλην» σήμαινε «εθνικός», δηλαδή «ειδωλολάτρης», σε αντίθεση με τους μονοθεϊστές Ιουδαίους75.
Ο S. Lieberman απέδειξε ότι μολονότι η ραββινική παράδοση του Ταλμού[δ] και της Μισνά διασώζεται μόνον στην Αραμαϊκή και τη μισναϊκή Εβραϊκή, καταλήγει στη διαβεβαίωση ότι οι διδάσκαλοι του Μωσαϊκού Νόμου γνώριζαν σε μεγάλο βαθμό και την Ελληνική76.
Ο H. Birkeland στο έργο του «The Language of Jesus» τονίζει ότι η γλώσα του Ιησού ήταν κάποιος τύπος της Εβραϊκής γλώσσας77. Ενώ ο J. A. Emerton υποστήριξε την άποψη ότι η μισναϊκή Εβραϊκή συνέχιζε να χρησιμοποιείται από τον απλό λαό της Ιουδαίας τουλάχιστον μέχρι το Β' μ.Χ. αιώνα, χωρίς όμως να αποκλείεται και η Αραμαϊκή78.
Ο H. Rosen αποφάνθηκε ότι η Εβραϊκή επανεισήχθη τον Α' μ.Χ. αιώνα στην ευρύτερη περιοχή της Παλαιστίνης ως μία μορφή εθνικιστικού αντιπερισπασμού προς τη Ρώμη, η οποία εκδηλώθηκε σε πρακτικό επίπεδο με την εξέγερση του Βαρ-Κοχβά79 (132-135 μ.Χ.) εναντίον του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Αδριανού (διοίκησε από το 117-138 μ.Χ.)80. Το πόρισμα που προκύπτει είναι ότι η Εβραϊκή δεν αποτελούσε την καθομιλουμένη και ταυτόχρονα τη γραπτή γλώσσα των Ιουδαίων κατά τον Α' μ.Χ. αιώνα, αλλά απλά κατέφευγαν στη χρήση της μέσα στα εξειδικευμένα και στενά πλαίσια της θρησκευτικής μόρφωσης και λατρείας81.
Από την δεκαετία του 1950 και μετά οι διεξαγόμενες αρχαιολογικές ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή του Ισραήλ έφεραν στο φως διάφορες Επιγραφές, αναζωογονώντας, μ' αυτό τον τρόπο, το ενδιαφέρον για τη γλώσσα που ομιλούσε όχι μόνον ο Ιησούς Χριστός, αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι του εκεί χώρου82. Οι ελληνικές επιτύμβιες επιγραφές που σώζονται στο έδαφος της Παλαιστίνης αποκαλύπτουν μόνον μία στοιχειώδη ικανότητα στο χειρισμό της γραπτής Ελληνικής, παρόλο που η στοιχειώδης ευχέρεια στην προφορική γλώσσα δεν αποδεικνύεται υπό αυτές τις συνθήκες.
Κατά τον Greg Horsley83, ο ισχυρισμός του M. Black, ο οποίος αποτελεί τον κύριο εκπρόσωπο της άποψης ότι η Ελληνική περιοριζόταν μόνο στους κύκλους των μορφωμένων και εξελληνισμένων Ιουδαίων84, καταρρέει με την διατριβή-μονογραφία του M. Hengel, η οποία επιγράφεται «Judaism and Hellenism» και με την οποία διετράνωσε πως ήδη από τα μέσα του Γ' π.Χ. αιώνα όλος ο Ιουδαϊσμός είναι επιτακτικό να ορισθεί ως «Ελληνιστικός Ιουδαϊσμός» με την στενή έννοια του όρου85.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι ελληνικές επιγραφές του Α' μ.Χ. αιώνα αποδεικνύουν ότι μάλλον υφίστατο μία αρκετά αξιόλογη μειονότητα που μιλούσε την Ελληνική ως μητρική γλώσσα86. Οι «Ελληνιστές» που αναφέρονται στο καινοδιαθηκικό χωρίο Πραξ. 6,187 εύλογα θεωρούνται ως εθνικά Ιουδαίοι Χριστιανοί, οι οποίοι είχαν ως κύρια γλώσσα τους την Ελληνική88.
Οι ερευνητές Meyers και Strange μελετώντας τις αρχαιολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες διατύπωσαν τη θέση ότι, ενώ τα Ελληνικά στην περιοχή της Ιουδαίας αρχικά αποτελούσαν μία αστική γλώσσα, σε κάποια χρονική στιγμή κατά τον Α' μ.Χ. αιώνα η τοπική Αραμαϊκή εξοστρακίστηκε από την Ελληνική, αφού πρώτα η δεύτερη εξαπλώθηκε στην ιουδαϊκή ύπαιθρο και ταυτόχρονα η γνώση της πρώτης μειώθηκε στους κύκλους των μορφωμένων και των αστών, χωρίς βέβαια να εξαφανιστεί ολοκληρωτικά89.
Η σχέση μεταξύ της Αραμαϊκής και της Ελληνικής στην Παλαιστίνη ήταν πολυπλοκότερη, καθώς η πρώτη ήταν σημιτική, ενώ η δεύτερη όχι90. Πιθανότατα την Ελληνική τη γνώριζαν και οι Ιουδαίοι κα τα διάφορα ελληνορωμαϊκά έθνη. Αντίθετα, η Αραμαϊκή αποτελούσε τη μητρική γλώσσα των Ιουδαίων και των Σύρων. Γίνεται καταφανές, επομένως, ότι η Ελληνική ομιλούνταν και γραφόταν από μεγαλύτερη κλίμακα πληθυσμού σε σύγκριση με την Εβραϊκή.
Η ύπαρξη ελληνικών χειρογράφων στη θρησκευτική κοινότητα του Qumran δηλώνει έμμεσα ότι μερικά μέλη της γνώριζαν καλύτερα την Ελληνική παρά την Εβραϊκή91. Η εύρεση μάλιστα στο Marubba' at μιας ελληνικής επιστολής, η οποία χρονολογείται στα χρόνια της εξέγερσης του Βαρ-Κοχβά (132-135 μ.Χ.) επιτείνει τη σημασία αυτής της υπόθεσης. Σ' αυτή, λοιπόν, την επιστολή αναφέρεται η ακόλουθη φράση, στην οποία εδράζεται η διατύπωση των προαναφερθεισών επιστημονικών εικασιών: «εγράφη/δ[έ= Ελληνιστί δια/τ[ς ορ]μάν μη ευρη / θ[η]ναι Εβραεστί / γ[ρά]ψασθαι» (γραμμές 11-15)92. Ο Greg Horsley κρίνει ότι ο συντάκτης αυτής της επιστολής χρησιμοποίησε την Ελληνική και όχι την Αραμαϊκή, διότι, σύμφωνα με τα επιστημονικά πορίσματα των Meyers και Strange93, που προαναφέραμε, η Ελληνική επισκίαζε την Αραμαϊκή, αντανακλώντας παράλληλα τις διαφορές που υπήρχαν αναφορικά με το status («χαμηλό-υψηλό») μεταξύ των δύο αυτών γλωσσών, οι οποίες στάθηκαν ισάξιες και ισότιμες, αντιπαραβαλλόμενες μέσα στα ιστορικά πλαίσια της πολιτισμικής τους προσφοράς94».
71. ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΗ, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη, εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 988. JOSEPH A. FITZMYER, «The languages of Palestine in the first century A.D.», The Catholic Biblical Quarterly, Volyme XXXII (1970), Edition: The Catholic Biblical Association of America, Waschington, σ. 502.
72. G. DALMAN, Jesus-Jeshua. Studies in the Gospels, London 1929, ανατύπωση, New York 1971, σσ. 1-37.
73. Λουκ. 2, 41-52.
74. Ιω. 12, 20-23.
75. ΙΩΑΝΝΟΥ ΣΤΑΜΑΤΑΚΟΥ, Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης, εκδ. «Βιβλιοπρομηθευτική», Αθήνα 1990, σ.329.
76. S. LIEBERMAN, Greek in Jewish Palestine, Edition Second, New York 1965. Hellinism in Jewish Palestine, Edition Second, New York. 1962.
77. Η. BIRKELAND, The Language of Jesus, Oslo 1949.
78. GREG H. R. HORSLEY, Η Ελληνική της Καινής Διαθήκης, μετάφρ.-επιμ. Κυριακούλα Παπαδημητρίου, Τμήμα Εκδόσεων Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2003, σ.34.
79. H. ROSEN, «Die Sprachsituation im romischem Palastina», στην έκδοση των G. NEUMANN-J. UNTERRMANN, Die Sprachen im romischen Reich der Kaiserzeit. Kolloguium... April 1974, Koln 1980, σσ. 223-226.
80. ΙΩΑΝΝΗ ΓΑΛΑΝΗ, Το ιστορικό πλαίσιο της Καινής Διαθήκης, Υπηρεσία Δημοσιευμάτων Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1993-1994, σσ. 82-83. ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ, «Ρώμη και Ρωμαϊκός Πολιτισμός», Εγκυκλοπαιδεία Πάπυρος-Larousse-Britannica, τόμ. 52, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 1992, σ. 378.
81. GREG H. R. HORSLEY, ένθ' ανωτ., σ.34.
82. GREG H. R. HORSLEY, ένθ' ανωτ., σ.36.
83. GREG H. R. HORSLEY, ένθ' ανωτ., σσ.36-37.
84. M. BLACK, An Aramaic Approach to the Gospels and Actes, Edition Third, Oxford 1967, σ. 15.
85. M. HEGEL, Judaism and Hellenism, ανατύπωση London 1981, σ. 104.
86. Μ. ΗΕGEL, ένθ' ανωτ., σ. 104.
87. Πράξ. 6,1: «Εν δε ταις ημέραις ταύταις πληθυνόντων των μαθητών εγένετο γογγυσμός των Ελληνιστών προς τους Εβραίους, ότι παρεθεωρούντο εν τη διακονία τη καθημερινή αι χήραι αυτών».
88. GREG H. R. HORSLEY, ένθ' ανωτ., σ.37.
89. E. M. MEYERS-J. F. STRANGE, Archaeology, the Rabbis and Early Christianity, London 1981, σσ. 90-91.
90. GREG H. R. HORSLEY, ένθ' ανωτ., σ.38.
91. GREG H. R. HORSLEY, ένθ' ανωτ., σσ. 38-39.
92. GREG H. R. HORSLEY, ένθ' ανωτ., σ. 39.
93. E.M. MEYERS-J. F.STRANGE, ένθ' ανωτ., σσ. 90-91.
94. GREG H. R. HORSLEY, ένθ' ανωτ., σσ. 39-40.
«Όπως τα περισσότερα παιδιά των Ιουδαίων, ο Ιησούς θα είχε εκπαιδευτεί στην τοπική συναγωγή, όπου έμαθε τις Γραφές και την εβραϊκή γλώσσα. Γνωρίζουμε από την ομιλία στην Ναζαρέτ ότι μπορούσε να διαβάσει Εβραϊκά. (Λουκάς 4:16-20) Αυτό σημαίνει ότι ο Ιησούς ήταν πιθανώς τρίγλωσσος, ο οποίος μιλούσε Αραμαϊκά στο σπίτι και με τους φίλους του, χρησιμοποιούσε Εβραϊκά σε θρησκευτικές περιστάσεις, και συνομιλούσε στα Ελληνικά στις επαγγελματικές και κρατικές επαφές».
[Παράθεση αποσπάσματος από το Mark L. Strauss, Four Portraits, One Jesus: An Introduction to Jesus and the Gospels (Grand Rapids: Zondervan, 2007) σ. 421]