.

Showing posts with label HELL / HADES / SHEOL. Show all posts
Showing posts with label HELL / HADES / SHEOL. Show all posts

Wednesday, November 12, 2014

The torments of the Devil
in the lake of fire and sulphur /

Ο βασανισμός του Διαβόλου
στη λίμνη της φωτιάς και του θειαφιού





καὶ ὁ διάβολος ὁ πλανῶν αὐτοὺς ἐβλήθη εἰς τὴν λίμνην τοῦ πυρὸς καὶ θείου, ὅπου καὶ τὸ θηρίον καὶ ὁ ψευδοπροφήτης, καὶ βασανισθήσονται ἡμέρας καὶ νυκτὸς εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

and the devil who had deceived them was thrown into the lake of fire and sulphur where the beast and the false prophet were, and they will be tormented day and night for ever and ever. (RSV)

Revelation / Αποκάλυψη 20:10
(+ Mat / Ματ 24:41).




* George Eldon Ladd,
A Commentary on the Revelation of John
[Σχολιολόγιο στην Αποκάλυψη του Ιωάννη]
,
Wm. B. Eerdmans Publishing, 1972,
pp./σσ. 270, 271.




Friday, May 3, 2013

What is the identity
of the “spirits in prison”
of 1 Peter 3:19, 20? /

Ποια είναι η ταυτότητα
των “πνευμάτων στη φυλακή”
των εδ. 1 Πέτρου 3:19, 20;






19ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασιν πορευθεὶς ἐκήρυξεν 20ἀπειθήσασίν ποτε, ὅτε ἀπεξεδέχετο ἡ τοῦ θεοῦ μακροθυμία ἐν ἡμέραις Νῶε κατασκευαζομένης κιβωτοῦ εἰς ἣν ὀλίγοι, τοῦτ’ ἔστιν ὀκτὼ ψυχαί, διεσώθησαν δι’ ὕδατος. (28NA)

19in which also he went and preached unto the spirits in prison, 20which aforetime were disobedient, when the longsuffering of God waited in the days of Noah, while the ark was a preparing, wherein few, that is, eight souls, were saved through water. (ERV)

19Σε αυτή την κατάσταση επίσης πήγε και κήρυξε στα πνεύματα στη φυλακή, 20τα οποία κάποτε είχαν γίνει ανυπάκουα όταν η υπομονή του Θεού περίμενε στις ημέρες του Νώε, ενώ κατασκευαζόταν η κιβωτός, μέσα στην οποία λίγοι άνθρωποι, συγκεκριμένα, οχτώ ψυχές, πέρασαν με ασφάλεια μέσα από το νερό. (ΜΝΚ)


— 1 Peter / 1 Πέτρου 3:19, 20.




The identification of the πνεύμασιν, along with the timing and purpose of the proclamation to them, are key interpretative issues in this difficult passage. Dalton (1989, 25–66) summarizes the history of interpretation, identifying the three major views: (1) The spirits are souls of human beings who died during the days of Noah to whom Christ made proclamation during the period between his death and resurrection in the realm of the dead, either (a) to convert them, (b) to announce good news to those who had been converted before their death, or (c) to condemn them; (2) The spirits are sinful human beings from the days of Noah to whom, when they were alive, the preincarnate Christ made proclamation through the person of Noah; or (3) The spirits are demonic spirits to whom Christ proclaimed his victory either (a) between his death and resurrection, or (b) during his ascension to heaven. Option (3b), argued persuasively by Dalton (1989), has approached the status of a near consensus among recent commentators and is the view also adopted here. Πνεῦμα is seldom used in the plural of human spirits, and never so without additional modification (Heb 12:23; perhaps also 1 Cor 14:32; Rev 22:6). Rather, the over thirty plural uses of πνεῦμα in the NT typically refer to angelic (usually demonic) beings (e.g., Matt 8:16; 12:45; Luke 10:20). An especially helpful starting point to this challenging text is the essay by France. For a summary of the history of interpretation and recent scholarly literature, see further Dubis (2006, 220–21).


(3) Τα πνεύματα είναι δαιμονικά πνεύματα στα οποία ο Χριστός διακήρυξε τον θρίαμβό του είτε (α) μεταξύ του θανάτου και της ανάστασής του, είτε (β) κατά την ανάληψή του στον ουρανό. Η περίπτωση (3β), την οποία υποστήριξε πειστικά ο Dalton (1989), έχει φτάσει να είναι σχεδόν ομόφωνα αποδεκτή μεταξύ των νεότερων σχολιολόγων και αποτελεί επίσης τη θέση που υιοθετείται εδώ.


* 1 Peter: A Handbook on the Greek Text
(Baylor Handbook on the Greek New Testament)
,
Martin M. Culy (gen. ed.), Mark Dubis (ed.),
Baylor University Press, 2010,
p./σ. 118.



Apocryphal NT literature: / Απόκρυφη γραμματεία της ΚΔ:

38ἰδόντες οὖν οἱ στρατιῶται ἐκεῖνοι ἐξύπνισαν τὸν κεντυρίωνα καὶ τοὺς πρεσβυτέρους, (παρῆσαν γὰρ καὶ αὐτοὶ φυλάσσοντες)· 39καὶ ἐξηγουμένων αὐτῶν ἃ εἶδον, πάλιν ὁρῶσιν ἐξελθόντες ἀπὸ τοῦ τάφου τρεῖς ἄνδρας, καὶ τοὺς δύο τὸν ἕνα ὑπορθοῦντας, καὶ σταυρὸν ἀκολουθοῦντα αὐτοῖς· 40καὶ τῶν μὲν δύο τὴν κεφαλὴν χωροῦσαν μέχρι τοῦ οὐρανοῦ, τοῦ δὲ χειραγωγουμένου ὑπ᾿ αὐτῶν ὑπερβαίνουσαν τοὺς οὐρανούς. 41καὶ φωνῆς ἤκουον ἐκ τῶν οὐρανῶν λεγούσης· Ἐκήρυξας τοῖς κοιμωμένοις· 42καὶ ὑπακοὴ ἠκούετο ἀπὸ τοῦ σταυροῦ ὅτι Ναί.

38And so those soldiers, having seen, awakened the centurion and the elders (for they too were present, safeguarding). 39And while they were relating what they had seen, again they see three males who have come out from they sepulcher, with the two supporting the other one, and a cross following them, 40and the head of the two reaching unto heaven, but that of the one being led out by a hand by them going beyond the heavens. 41And they were hearing a voice from the heavens saying, 'Have you made proclamation to the fallen-asleep?' 42And an obeisance was heard from the cross, 'Yes.'
(Transl. by Raymond Brown)

38Όταν λοιπόν οι στρατιώτες τα είδαν αυτά, ξύπνησαν τον εκατόνταρχο και τους πρεσβυτέρους· γιατί κι αυτοί επίσης φύλαγαν τον τάφο. 39Και ενώ αφηγούνταν αυτά που είδαν, βλέπουν πάλι να βγαίνουν από τον τάφο τρεις άνδρες· οι δύο από αυτούς υποβαστούσαν τον ένα και τους ακολουθούσε ένας σταυρός. 40Των μεν δύο το κεφάλι έφτανε ως τον ουρανό, ενώ του άλλου που τον οδηγούσαν το κεφάλι ξεπερνούσε τους ουρανούς. 41Άκουσαν και μια φωνή από τον ουρανό να λέει: “Κήρυξες στους κοιμωμένους;” 42Και από το σταυρό ακούστηκε η απάντηση: “Ναι”.
(Μετάφρ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος)

Gospel of Peter [non-canonical Gospel, 2nd cent. CE] /
Ευαγγέλιο Πέτρου [μη κανονικό Ευαγγέλιο, 2ος αι. Κ.Χ.] 10:38–42.




Βασίλειος Στογιάννος,
Πρώτη Επιστολή Πέτρου (2003),
σ. 350.



Ludwig Reinhardt-Goetz
on Luke 23:43 /

Ο Λούντβιχ Ράινχαρτ-Γκετς
περί του Λουκάς 23:43



Wie muß Lukas 23, 43 gelesen werden?
(1915)



Und Jesus sprach zu ihm:
Wahrlich, ich sage dir heute:
Mit mir wirst du im Paradiese sein.

Καὶ εἶπεν
ὁ Ἰησοῦς αὐτῷ:
Ἀμήν, σοι λέγω σήμερον:
Μετ’ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ Παραδείσῳ.


— Luke / Lukas / Λουκάς 23:43.


Footnote on Luke 23:43: / Fußnote zu Lukas 23:43: / Υποσημείωση στο εδ. Λουκάς 23:43:

Die jetzt übliche Interpunktion dieser Stell ist ohne Zweifel falsch und widerspricht der ganzen Denkweise Christi und des Schächers.
Sie konnte nur deshalb aufkommen und später zur allgemeinen Herrschaft gelangen, weil die Griechen und Römer kein rechtes Verständnis für die israelitische Messiashoffnung hatten und der ägyptisch = platonischen Lehre von der "Unsterblichkeit der Seele" und dem jenseitigen "Götterhimmel" huldigten. So machte man aus dem Paradies das mittelalterliche "Himmelreich" im Tode oder eine Unterabteilung desselben. Christus (der Messias) hat aber unter dem Paradies sicher nicht eine Unterabteilung des Totenreiches, sondern nur die Wiederherstellung des Paradieses auf Erden, oder das Messiasreich verstanden. Auch der Schächer kann nur an dieses gedacht haben, wie er ja auch ausdrücklich gebeten hatte: "Erinnere dich meiner, wenn du in deiner (messianischen) Königsherrschaft kommst." Es ist darum ganz undenkbar, daß Jesus dem Schächer gesagt haben soll: Laß deine messianischen Hoffnungen fahren; du wirst nicht erst später mit mir im Messiasreich, sondern noch heute mit mir in einer Unterabteilung des Totenreiches, das ich Paradies nenne sein. Er hätte damit den Schächer nur verwirrt und ihm gar keine direkte Antwort auf seine Bitte gegeben. Der Ausdruck: "ich sage dir heute" entspricht auch ganz der hebräischen Sprechweise, wie viele Stellen des Alten Testamentes beweisen. Er war besonders passend am Kreuz und am Todestag Jesu, weil er so die Verheißung Jesu in einzigartiger Weise bekräftigte. Da Jesus zu dem allem sogar am dritten Tage nach seinem Tode noch der Maria Magdalena erklärt: "denn ich bin noch nicht aufgefahren zu meinem Vater" (Jh 20,17), so kann und darf das "heute" nicht in der üblichen Weise verstanden werden. Das "heute" fehlt sogar in vielen alten Handschriften und Übersetzungen; ein Beweis, daß man ihm nicht die ausschlaggebende Bedeutung beimaß. Überdies beweisen aber auch noch viele Zeugen aller Jahrhunderte, das unsere Interpunktion bekämpft und verfochten wurde. Die inneren und äußeren Gründe sprechen also für die von uns angenommene Interpunktion und Auffassung.



Ludwig Reinhardt-Goetz,
München: Verlag von Ernst Reinhardt.
11878, 21910/1923.








The punctuation presently used in this verse is undoubtedly false and contradictory to the entire way of thinking of Christ and the evildoer. [...] Christ (the Messiah) certainly did not understand paradise to be a subdivision of the realm of the dead, but rather the restoration of a paradise on earth, that is the Messianic kingdom.


«Η στίξη που χρησιμοποιείται σήμερα σε αυτό το εδάφιο είναι χωρίς αμφιβολία λάθος και αντιβαίνει σε ολόκληρο τον τρόπο σκέψης του Χριστού και του κακοποιού. [...] Είναι βέβαιο ότι ο Χριστός (ο Μεσσίας) δεν εννοούσε με τη λέξη παράδεισος μια υποδιαίρεση του κόσμου των νεκρών, αλλά μάλλον την αποκατάσταση του παραδείσου στη γη, δηλαδή τη μεσσιανική βασιλεία».



Ludwig Reinhardt-Goetz


*      -    #    -     *

Sunday, January 20, 2013

Richard Overton
on the mortality
of human soul /

Ο Ρίτσαρντ Όβερτον
περί της θνητότητας
της ανθρώπινης ψυχής







Richard Overton,

Mans mortalitie:
or, A treatise wherein 'tis proved,
both theologically and philosophically,
that whole man (as a rationall creature)
is a compound wholly mortall,
contrary to that common distinction of soule and body


[Η θνητότητα του ανθρώπου:
ή, Πραγματεία με την οποία αποδεικνύεται
και θεολογικά και φιλοσοφικά
ότι όλος ο άνθρωπος (ως λογικό πλάσμα)
είναι ένα πλήρως θνητό σύνολο,
αντίθετα με την κοινή διάκριση ψυχής και σώματος
]

(1644)

*



Saturday, December 22, 2012

Ο πρόλογος του Χάρου
στην Ερωφίλη του Γεωργίου Χορτάτση /

The forward of Death
in Georgios Chortatzes' Erophile




* *

Γεώργιος Χορτάτσης / Georgios Chortatzis,
Ερωφίλη / Erophile


Ἡ ἄγρια κι ἀνελύπητη καὶ σκοτεινὴ θωριά μου
καὶ τὸ δραπάνι ὁποὺ βαστῶ, καὶ τοῦτα τὰ γδυμνά μου
κόκκαλα, κ’ οἱ πολλὲς βροντὲς κ’ οἱ ἀστραπὲς ὁμάδι
ὁποὺ τὴ γῆν ἀνοίξασι κ’ ἐβγῆκα ἀποὺ τὸν Ἅδη,
ποιός εἶμαι μοναχά τωνε, δίχως μιλιά, μποροῦσι
νὰ φανερώσου σήμερο σ’ ὅσους μὲ συντηροῦσι.
Μ’ ὅλον ἐτοῦτο πεθυμῶ γιὰ πλιὰ θαράπεψή μου,
ποιός εἶμαι νὰ σᾶς δηγηθῶ καὶ ποιά ’ναι ἡ μπόρεσή μου.
Ἐγώ ’μαι ἐκεῖνος τὸ λοιπὸ ἁπ’ ὅλοι μὲ μισοῦσι
καὶ σκυλοκάρδη καὶ τυφλὸ κι ἄπονο μὲ λαλοῦσι·
ἐγώ ’μαι ἁποὺ τσὶ βασιλιοὺς τσὶ μπορεμένους οὕλους,
τσὶ πλούσους καὶ τσ’ ἀνήμπορους, τσ’ ἀφέντες καὶ τσὶ δούλους,
τσὶ νέους καὶ τσὶ γέροντες, μικροὺς καὶ τσὶ μεγάλους,
τσὶ φρόνιμους καὶ τσὶ λολοὺς κι ὅλους τσ’ ἀθρώπους τσ’ ἄλλους,
γιαμιὰ γιαμιά, ὅντε μοῦ φανεῖ, ρίχνω καὶ θανατώνω,
κ’ εἰς τὸν ἀθὸ τσῆ νιότης τως τσὶ χρόνους τως τελειώνω.
Λειώνω τσὶ δόξες καὶ τιμές, τὰ ὀνόματα μαυρίζω,
τσὶ δικοσύνες διασκορπῶ καὶ τσὶ φιλιὲς χωρίζω·
τσ’ ἄγριες καρδιὲς καταπονῶ, τσὶ λογισμοὺς ἀλλάσσω,
τσ’ ὀλπίδες ρίχνω σ’ μιὰ μερά, καὶ τσ’ ἔγνοιες κατατάσσω·
κ’ ἐκεῖ ὅπου μὲ πολὺ θυμὸ τὰ μάτια μου στραφοῦσι,
χῶρες χαλοῦν ἀλάκερες, κόσμοι πολλοὶ βουλοῦσι.
Ποῦ τῶν Ἑλλήνω οἱ βασιλειές, ποῦ τῶ Ρωμιῶν οἱ τόσες
πλοῦσες καὶ μπορεζάμενες χῶρες, ποῦ τόσες γνῶσες
καὶ τέχνες, ποῦ ’ναι οἱ δόξες τως; Ποῦ σήμερον ἐκεῖνες
στ’ ἄρματα κ’ εἰς τὰ γράμματα οἱ ξακουστὲς Ἀθῆνες;
Ποῦ ’ναι ἡ Καρτάγο ἡ δυνατὴ κ’ οἱ πολεμάρχοι οἱ ἄξοι
τσῆ Ρώμης, ποῦ τὰ κέρδητα τά ’χασιν ἀποτάξει;
Ποῦ τ’ Ἀλεξάντρου ἡ ἀντρειὰ κ’ ἡ μπόρεσή του ἡ πλήσα;
Ποῦ τῶν Καισάρων οἱ τιμές, ἁποὺ τὸν κόσμο ὁρίσα;
Ὅλα χαλάσαν ἀπὸ μὲ κι ὅλα ἀπὸ μὲ διαβῆκα,
χῶμα γενῆκα ἀψήφιστο κ’ εἰς λησμονιὰν ἐμπῆκα.
Γιαῦτος λολοί ’ναι ὅσοι θαρροῦ μὲ κόπο γὴ μὲ γνώση
νὰ κάμουσι τὴ χέρα μου νὰ μὴ μπορὰ τελειώσει
τὰ ὀνόματά τως, γράφοντας στὸν κόσμο παραμύθια
κι ἄλλα πολλὰ καμώματα ψοματινὰ κι ἀλήθια.
Λολότεροι ὅσοι ἀθάνατοι λογιάζου ν’ ἀπομείνου
σὰν κάμου κέρδητα πολλὰ κι ἀρίφνητα πλουτήνου·
τό ’να καὶ τ’ ἄλλον ἀπὸ μὲ χάνεται καὶ τελειώνει,
τό ’να καὶ τ’ ἄλλον οἱ καιροὶ χαλούσινε κ’ οἱ χρόνοι.
Ποῦ τῶ Χαλδαίω τὰ γράμματα, ποῦ κεῖνοι ἁποὺ λογιάζα
νὰ μείνουσιν ἀθάνατοι, γιὰ κεῖνον ἐσπουδάζα
μὲ τόσο κόπο, τῶν ἀλλῶ νὰ γράφου τσὶ πολέμους,
γὴ κεῖνοι ἁποὺ σκορπούσανε τὰ πλούτη στοὺς ἀνέμους;
Ποῦ τόση μεγαλότητα, ποῦ ’ναι τὰ πλούτη τώρα
τά ’χεν ἐκείνη ἡ ξακουστὴ καὶ μπορεμένη χώρα
τσῆ Σεμιράμης; Πέτε μου, ποῦ κεῖνοι τση οἱ μεγάλοι
σοφοί, ποῦ τόσοι τση ἄρχοντες καὶ τόσοι δοῦλοι τση ἄλλοι;
Μ’ ἀπεὶς στὴ γῆ δὲ φαίνουνται μηδ’ ἔναι τὰ κορμιά τως,
κιὰς πέτε μου ἕνα σήμερον ἀποὺ τὰ ὀνόματά τως.
Πέτε μου ποιοί ἐκοπιάσασι κ’ ἐκτίσα τὰ κολόσσα,
ποιοί ἐπερμαζῶξα τὰ βουνιὰ κ’ ἐμεσοξετελειῶσα
τὸν πύργο ἐκεῖνο τσῆ Βαβέλ, γὴ ποιοί ’χασινε κάμει
τοῦτες σας τσὶ πυράμιδες, μέρα καὶ νύκτα ἀντάμι
κοπιάζοντας τόσα εὔκαιρα; Πέτε ἕναν ἀπὸ κεῖνα
τὰ ξακουστά τω ὀνόματα, νὰ δοῦμε ἂν ἀπομεῖνα,
σὰν ἐλογιάζα, ἀθάνατα: ὅλοι, κι αὐτεῖνα ὁμάδι
μὲ τὰ κορμιά τως βρίσκουνται θαμμένα μὲς στὸν Ἅδη.
Μὰ γιάντα ξένα καὶ παλιὰ ν’ ἀναθιβάνω τώρα
ξόμπλια, μακρὰ ποὺ λείπουσιν ἐκ τὴ δική σας χώρα;
Ποῦ ’ναι, μοῦ πέτε, σήμερο τόσοι δικοὶ ἀκριβοί σας,
ποῦ τόσοι ἀγαπημένοι σας καὶ φίλοι μπιστικοί σας,
ποῦ τόσοι νιοὶ τσῆ χώρας σας, ποῦ ’ν’ κεῖνοι ὁποὺ γυρίζα
κ’ ἐμοσκοραῖνα τὰ στενά, καὶ πόθον ἐμυρίζα;
Ποῦ ’ν’ κεῖνοι ἁποὺ τὰ χείλη τως τὸ μέλι ἐκυματοῦσα
κ’ ἡ νύκτα μέρα νὰ γενεῖ νὰ κάμουν ἐμποροῦσα;
Φτωχοὶ στὸ λάκκο κατοικοῦ, βουβοὶ μὲ δίχως στόμα,
ψυχὲς γδυμνὲς δὲν ξεύρω ποῦ, στὴ γῆ λιγάκι χῶμα.
Μ’ ὅλον ἐτοῦτο μηδὲ γεῖς ποτὲ στὸ νοῦ του βάνει
πὼς εἰς τὸν Ἅδη θὰ διαβεῖ, πὼς ἔχει ν’ ἀποθάνει·
κι ὡσὰν τοῦ κόσμου νά ’χασι νὰ μείνου κληρονόμοι,
μηδένα πράμα ἐμπόρεσε νὰ τσὶ χορτάσει ἀκόμη.
Ὢ πλῆσα κακορίζικοι, καὶ γιάντα δὲ θωροῦσι
τσὶ μέρες πῶς διαβαίνουσι, τσὶ χρόνους πῶς περνοῦσι!
Τ’ ὀψὲς ἐδιάβη, τὸ προχθὲς πλιὸ δὲν ἀνιστορᾶται,
σπίθα μικρὴ τὸ σήμερο στὰ σκοτεινὰ λογᾶται.
Σ’ ἕναν ἀνοιγοσφάλισμα τῶν ἀμματιῶ ἀποσώνω,
καὶ δίχως λύπηση κιαμιὰ πάσ’ ἄθρωπο σκοτώνω·
τὰ κάλλη σβήνω, κι ὄμορφο πρόσωπο δὲ λυποῦμαι,
τσὶ ταπεινοὺς δὲ λεημονῶ, τοὺς ἄγριους δὲ φοβοῦμαι·
τοὺς φεύγου, φτάνω γλήγορα, τοὺς μὲ ζητοῦ, μακραίνω,
καὶ δίχως νὰ μὲ κράζουσι, συχνιὰ σ’ τσὶ γάμους μπαίνω,
κι ἁρπῶ νυφάδες καὶ γαμπρούς, γέροντες καὶ κοπέλια,
καὶ κάνω ξόδια τσὶ χαρὲς καὶ κλάηματα τὰ γέλια.
Σὲ πρίκα τὴν ξεφάντωση κ’ εἰς στεναγμὸ γυρίζω
πάσα τραγούδι, καὶ ποτὲ λύπηση δὲ γνωρίζω.
Τὴν ἄσπρη σάρκα χώματα καὶ βρῶμο καταστένω,
τὴν ὄψη λειώνω καὶ χαλῶ, καὶ κάθα μυρισμένο
στῆθος, σκουλήκω κατοικιὰ κάνω ζιμιὸ καὶ βρώση,
κ’ ἡ χέρα μου καθημερνὸ γυρεύγει νὰ τελειώσει
σπίτια, γενιὲς καὶ βασιλειὲς καὶ κόσμους, σὰν τυχαίνει
ἡ δικιοσύνη τοῦ Θεοῦ νὰ μείνει πλερωμένη.
Μ’ ὅλον ἐτοῦτο σήμερο μηδὲ μὲ φοβηθῆτε,
ὅσους σᾶς ἔκαμεν ἐδῶ ἡ τύχη σας νὰ ’ρθῆτε,
γιατὶ δὲ μ’ ἔστειλεν ὁ Ζεὺς τώρα συναφορμά σας,
μηδὲ γιὰ τοὺς γονέους σας, μηδὲ γιὰ τὰ παιδιά σας·
γραμμένον εἶναι σ’ τσ’ οὐρανοὺς χρόνους πολλοὺς νὰ ζῆτε,
τιμὲς καὶ πλούτη νά ’χετε, χαρὲς πολλὲς νὰ δῆτε·
μά ’ρθα σὲ τοῦτο τὸ ψηλὸ κ’ εὐγενικὸ παλάτι,
ποὺ ὁ κόσμος καλορίζικο τόσα περίσσα ἐκράτει,
γιὰ νὰ σκοτώσω, ὡς θέλετε δεῖ, πρὶν περάσει ἡ μέρα,
τὸ βασιλιὸ ὁποὺ στέκει ἐδῶ, μὲ μιά του θυγατέρα,
νὰ πάψουσιν οἱ δόξες του, κ’ ἡ ἐπαρχιά του ἡ τόση
γιὰ τὰ πολλά του κρίματα σὲ χέρια ἀλλοῦ νὰ δώσει·
κ’ ἕνα στρατιώτην ἀκομή, μόνο κ’ αὐτὸς κλωνάρι
ξεριζωμένης βασιλειᾶς, στὸν κόσμο ἀπομονάρι,
καθὼς νὰ κάμω μ’ ἔστειλε τοῦ Ζεὺ ἡ δικιοσύνη,
ποὺ κάμωμαν ἀπλέρωτο στὸν κόσμο δὲν ἀφήνει.
Λύπη ἀνιμένετε λοιπὸ νὰ πάρετε ὅλοι τώρα,
μὲ δάκρυα νὰ γυρίσετε στὴν ἐδική σας χώρα.
Λέγω στὴ χώρα σας, γιατὶ δὲν εἶστε, σὰ θαρρεῖτε,
στὴν Κρήτη πλιό, μὰ τσ’ Αἴγυπτος τώρα τὴ γῆ πατεῖτε.
Τούτή ’ναι ἡ Μέμφη ἡ ξακουστή, τόσα ’νοματισμένη
γιὰ τσ’ ἄξες τση πυράμιδες σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη,
κ’ ἐδῶ ξαφνίδια νά ’ρθετε σᾶς ἔκαμεν ἡ χάρη
τοῦ Ζεύ, ξόμπλι πάσ’ ἕνας σας γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ πάρει
σ’ τσ’ ἔξοδες τοῦ Φιλόγονου, περίσσα νὰ φοβᾶται
τ’ ἄδικο, κι ὅσο δύνεστε ὅλοι σας νὰ μισᾶτε
μεγάλοι ν’ ἀπομένετε μὲ τῶν ἀλλῶ τὸν κόπο,
βλέποντας τὴν ἀσυστασὰ στὴν τύχη τῶν ἀθρώπω.
Ὢ λογισμοί, πῶς σφάνετε, ὢ γνώμη τυφλωμένη,
ὢ τῶν ἀθρώπων ὁλωνῶν ἐλπίδα κομπωμένη!
Χαρὲς ἐλπίζει ὁ βασιλιός, καὶ γάμους λογαριάζει,
καὶ πλῆσα καλορίζικο τὸν ἐμαυτό του κράζει·
κι αὐτόνο πρίκες καὶ καημοὶ θὲ νὰ τονὲ πλακώσου,
καὶ κορασὲς ἀνήμπορες θάνατο θὰ τοῦ δώσου.
Κι ἂν ἔν’ καὶ τοῦτοι οἱ βασιλιοί, ἁποὺ τὸν κόσμο ὁρίζου,
τὴ δύναμή μου τὴν πολλὴ τόσα συχνιὰ γνωρίζου,
ποιός ἐκ τσ’ ἀθρώπους τσὶ μικροὺς νὰ ἐλπίζει πλιὸ τυχαίνει
σὲ δόξες, πλούτη καὶ τιμές, κι ὀπίσω τως νὰ πηαίνει;
Φτωχοί, τ’ ἁρπᾶτε, φεύγουσι, τὰ σφίγγετε, πετοῦσι,
τὰ περμαζώνετε, σκορποῦ, τὰ κτίζετε, χαλοῦσι.
Σὰ σπίθα σβήνει ἡ δόξα σας, τὰ πλούτη σας σὰ σκόνη
σκορπούσινε καὶ χάνουνται, καὶ τ’ ὄνομά σας λειώνει
σὰ νά ’το μὲ τὴ χέρα σας γραμμένο σ’ περιγιάλι,
στὴ διάκριση τσῆ θάλασσας, γὴ χάμαι στὴν πασπάλη.
Μ’ ἀφήνω σας, γιατὶ θωρῶ τὸ στρατηγὸ καὶ βγαίνει
τοῦτον ἁποὺ πρικότατο θάνατον ἀνιμένει.






Tuesday, November 13, 2012

Η τιμωρία των σεξουαλικών παραπτωμάτων
στις τοιχογραφίες ναών του ελληνικού χώρου /

The punishment of sexual offences
at the wall icons at churches across Greece







Να τις καβαλά ο δαίμονας

Η τιμωρία των σεξουαλικών παραπτωμάτων
στις τοιχογραφίες εκκλησιών του ελληνικού χώρου
Να τις καβαλά ο δαίμονας

«υ πόρνησες γινέκες».
Τοιχογραφία του 1779 στην εκκλησία Αγία Παρασκευή
της Καλομοίρας Τρικάλων




Με τις παραστάσεις των αμαρτωλών στην Κόλαση «το γυμνό σώμα διεισδύει στους νάρθηκες των εκκλησιών» λέει ο ζωγράφος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Στέφανος Τσιόδουλος στη σύντομη αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη του Τιμωρία, η σκοτεινή πλευρά της σεξουαλικότητας. Και όχι απλώς διεισδύει, αλλά αποδίδεται με ωμή αναπαραστατική γλώσσα. Στην Κόλαση τιμωρούνται τα μέλη του αμαρτωλού με τα οποία διέπραξε τα αμαρτήματά του. Και ενώ δεν αναπαριστώνται παρά σπανίως τα ανδρικά γεννητικά όργανα, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα γυναικεία, τα οποία παραδίδονται «στη λαγνεία» των ανδρών θεατών.

Το θέμα που πραγματεύεται ο συγγραφέας παρέμενε ως τώρα αντικείμενο ενδιαφέροντος σχεδόν αποκλειστικά για τους ειδικούς επιστήμονες: πώς οι παραστάσεις της Κόλασης, όπως τις βλέπουμε σε πολλές εκκλησίες της Κύπρου, της Κρήτης, της Ηπείρου και άλλων περιοχών της ηπειρωτικής Ελλάδας από τον 13ο ως τον 19ο αιώνα, μας βοηθούν να κατανοήσουμε τα ήθη, τη μορφή της κοινωνίας και τις αντιλήψεις που επικρατούσαν για τη μετά θάνατον ζωή. Ακόμη, το πώς η εικαστική πραγμάτευση λειτούργησε ως πρόσχημα ώστε οι ζωγράφοι να μιλήσουν για τα σεξουαλικά ήθη και τις αντίστοιχες φαντασιώσεις.

Το βιβλίο περιλαμβάνει πλήθος φωτογραφιών από τοιχογραφίες των εκκλησιών που επισκέφθηκε και μελέτησε ο συγγραφέας, οι οποίες καλύπτουν πέντε αιώνες, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της μελέτης του, όχι μόνο γιατί είναι το υλικό της έρευνας αλλά και επειδή λειτουργούν ως αδιαμφισβήτητες αποδείξεις των επιχειρημάτων του. Αυτή η διπλή, ας πούμε, ανάγνωση καθιστά το βιβλίο γοητευτικό και ως αναγνωστική και ως εικαστική εμπειρία.

Από τη θέση των ανδρικών και γυναικείων σωμάτων στις τοιχογραφίες ο Τσιόδουλος εξάγει ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την κοινωνική θέση των δύο φύλων. Τα ζευγάρια που κοιμούνται τη βραδιά της Αναστάσεως λ.χ. ή τις Κυριακές (αντί να πάνε στην εκκλησία) ζωγραφίζονται κατά κανόνα «από ψηλά» ώστε να εκτίθενται πλήρως τα σώματά τους. Ο άνδρας βρίσκεται κατά κανόνα ψηλότερα από τη γυναίκα, αλλά και όταν αυτό δεν συμβαίνει η στάση του σώματός του δείχνει την υπεροχή του. Οσοι «κοιμούνται» (δηλαδή κάνουν έρωτα) παραμελώντας τα θρησκευτικά τους καθήκοντα καταδικάζονται και αυτοί στο πυρ το εξώτερον. Στην προκειμένη περίπτωση τιμωρείται ο έρωτας αυτός καθαυτόν - και ας είναι νόμιμος.

Σε πολλές παραστάσεις αντί για τη λέξη «πόρνη» χρησιμοποιείται η λέξη «πουτάνα». Οι ζωγράφοι καταφεύγουν στο λαϊκό ιδίωμα - άλλωστε οι σχετικές επιγραφές των τοιχογραφιών είναι όλες τους ανορθόγραφες, που σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με ζωγράφους οι οποίοι δεν είναι λόγιοι.

Οι γυναίκες που «κλέπτουν» (από τα περιβόλια) τα «κολοκήθηα» και τα «λάχανα» και τα «πράσα» τιμωρούνται στην Κόλαση να τις καβαλά ένας δαίμονας. Ετσι, ο ζωγράφος, με την πρόφαση της τιμωρίας, μπορεί ελεύθερα να αναπαραστήσει γυμνό το γυναικείο σώμα. Οι γυναίκες «που βυζαίνουν τουρκόπαιδα», ή «χαλούν την προξενεία», ή είναι «μαγίστρες» καταλήγουν και εκείνες στην Κόλαση, όπως και «οι πόρνοι», «οι πόρνισες» και οι «αρσενοικοίτες».

Στην Κόλαση όμως βασανίζονται όχι μόνον όσοι και όσες διαπράττουν «ηθικά» παραπτώματα, αλλά και κοινωνικά: οι ζωοκλέφτες (αν και αυτοί είναι οι λιγότεροι), οι μπακάληδες, οι ράφτες και κυρίως οι μυλωνάδες, οι «κρασοπούλοι» (όποιοι πωλούν κρασί) και οι παραυλακιστές (αυτοί που οργώνοντας το χωράφι τους μπαίνουν και στο χωράφι του διπλανού κλέβοντας έτσι μέρος από τη γη του).

Σκληρές τιμωρίες τους περιμένουν, όπως ο μυλωνάς να κουβαλά κρεμασμένη από τον λαιμό τη μυλόπετρά του και ο κρασοπούλος ένα βαρέλι κρασί, ενώ τους καβαλούν δαίμονες. Υπάρχουν όμως και χειρότερα: το σούβλισμα και το ψήσιμο. Ας σημειωθεί ότι το σούβλισμα ήταν διαδεδομένη μορφή βασανισμού και θανάτωσης την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Συχνά οι δαίμονες που καβαλούν τους αμαρτωλούς καπνίζουν καπνοσύριγγα (τσιμπούκι). Αυτό αποδεικνύει φυσικά ότι το κάπνισμα ήταν μια συνήθεια που δεν αποδεχόταν η Εκκλησία. Για παράδειγμα, σε μια τοιχογραφία του 1739, στο Παρεκκλήσιο του Κοιμητηρίου της Μονής Γρηγορίου στο Αγιον Ορος, διαβάζουμε την επιγραφή «όπηος καλόγερος πήνη καπνό τον ηπηρετούν η διαβολή». Για αυτό άλλωστε ακόμα και σήμερα οι αγιορείτες μοναχοί λένε αστεϊζόμενοι πως «ο καπνός είναι το λιβάνι του διαβόλου». (Και, για να θυμηθούμε τον λαϊκό βάρδο Χρήστο Κυριαζή, «τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια».)

Φαλλικά σύμβολα
Οι σαδιστικές σκηνές αφθονούν στις τοιχογραφίες. Πέρα όμως από την ωμότητα και τη σκληρότητά τους, πιστοποιούν ότι λειτουργούσαν εξισορροπητικά. Ο φόβος της τιμωρίας και της αιώνιας κόλασης στη μέλλουσα κρίση θα απέτρεπαν τον μυλωνά, τον κρασοπούλο και τον παραυλακιστή από το να υποπέσουν σε οικονομικά εγκλήματα.

Ο συγγραφέας προβαίνει και σε αρκετές άλλες ερμηνείες, συμβολικού χαρακτήρα. Λόγου χάριν, κάποια εργαλεία (όπως τα φτυάρια, τα χωνιά ή τα φουρνόξυλα) δεν μετατρέπονται μόνο σε όργανα βασανισμού, αλλά επέχουν και θέση φαλλικών συμβόλων. Οι αμαρτωλοί άνδρες παρουσιάζονται εκθηλυσμένοι στην κόλαση, αφού «η παθητικότητα συνδέεται με το γυναικείο φύλο, ενώ είναι ασύμβατη με τα στερεότυπα περί ανδρισμού». Οι εικόνες λοιπόν λειτουργούν και «ως μηχανισμός ντροπής» ώστε να μη διασαλευθεί η κοινωνική τάξη και ο όποιος παραδοσιακός πολιτισμός.

Αρκετές από τις εικόνες των τοιχογραφιών στο βιβλίο παρουσιάζονται για πρώτη φορά.

Ο Στέφανος Τσιόδουλος θίγει ένα μεγάλο θέμα το οποίο σχετίζεται με τον τρόπο που λειτούργησε η λαϊκή φαντασία επί αιώνες όσον αφορά τη σκοτεινή της πλευρά. Από μια άποψη μπορεί να είναι και η πιο ενδιαφέρουσα. Το βιβλίο του αποτελεί μια καλή αρχή ώστε να περιμένουμε στο μέλλον και ευρύτερες αναπτύξεις.


* Βιστωνίτης Αναστάσης,
«Να τις καβαλά ο δαίμονας»,
Το Βήμα, 16 Σεπτεμβρίου 2012.



Βλέπε επίσης: / See also:

* Βικιπαίδεια, Δαβίδ ο Σεληνιτζιώτης

Friday, July 6, 2012

Hesychius of Jerusalem (early 5th cent.)
on Luke 23:43 /

Ο Ησύχιος Ιεροσολύμων (αρχές 5ου αι.)
περί του Λουκάς 23:43





Codex Vaticanus gr.1209, p. 1347

Δ. Κυρτάτας, Παράδεισος (Paradise).



καὶ εἶπεν αὐτῷ
ἀμήν σοι λέγω σήμερον
μετ᾽ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ

– Luke / Λουκάς 23:43





Jean-Baptiste Cotelier,
Ecclesiæ græcæ monumenta (1686), 3:38, 39.





MPG
93:1432, 1433


Απορία 49η
Πώς εκπληρώθηκε η υπόσχεση του Κυρίου προς τον ληστή, «Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο»; (Λου 23:43) Γιατί ο Χριστός μετά τη στάυρωσή του πήγε στον άδη για να ελευθερώσει τους νεκρούς, και έπρεπε επομένως να ελευθερώσει και τον ληστή, που ήταν υπεύθυνος σύμφωνα με τον νόμο της φύσεως.

Εξήγηση
Μερικοί το διαβάζουν ως εξής· «Αλήθεια σου λέω σήμερα»· βάζουν τελεία και συνεχίζουν· «Θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο». Όπως θα μπορούσε να πει κάποιος· Αλήθεια σου λέγω σήμερα που βρίσκομαι στον σταυρό, Θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο. Εάν πάλι πρέπει να διαβαστεί, όπως συνηθίζεται, δεν προκύπτει τίποτε αντίθετο. Γιατί ο Σωτήρας μας, με την απερίγραπτη θεότητά του, όχι μόνο στον άδη πήγε, αλλά και στον παράδεισο μαζί με τον ληστή, και στον άδη, και μαζί με τον Πατέρα, και στον τάφο, αφού γεμίζει τα πάντα.

Μετάφρ. ΕΠΕ [Φιλοκαλία 13:393]


Ησύχιος Ιεροσολύμων *, Συναγωγή αποριών και επιλύσεων, αρ. 49 /
Hesychius of Jerusalem *, Collectio difficaltum et solutionum, No 49.





Saturday, December 10, 2011

Ιωάννης ο Χρυσόστομος:
Υποβοηθητικοί λογισμοί
για την αποφυγή της αμαρτίας




Πολλοὶ  ἁμαρτάνουσιν οἷα τὰ ἐπὶ τῶν Σοδόμων, ἀλλὰ πῦρ οὐκ ἦλθεν ὑετοῦ· πύρινος γὰρ ἡτοίμασται ποταμός. Πολλοὶ τὰ τοῦ Φαραὼ ἐτόλμησαν· ἀλλ’ οὐκ ἔπαθον τὰ τοῦ Φαραὼ, οὐδὲ κατεποντίσθησαν εἰς Ἐρυθρὰν θάλασσαν· τὸ γὰρ πέλαγος αὐτοὺς μένει τὸ τῆς ἀβύσσου, ἔνθα οὐ μετὰ ἀναισθησίας ἡ τιμωρία, οὐδὲ ἀποπνιγῆναι ἔνι, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον κολαζομένους, τηγανιζομένους, ἀπαγχονιζομένους ἀναλίσκεσθαι. Πολλοὶ τὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν ἐτόλμησαν· ἀλλ’ οὐκ ἔφαγον αὐτοὺς ὄφεις· μένει γὰρ αὐτοὺς ὁ σκώληξ ὁ ἀτελεύτητος. Πολλοὶ τὰ τοῦ Γιεζῆ ἐτόλμησαν· ἀλλ’ οὐκ ἐλεπρώθησαν· μένει γὰρ αὐτοὺς ἀντὶ τῆς λέπρας τὸ διχοτομηθῆναι, καὶ τεθῆναι μετὰ τῶν ὑποκριτῶν. Πολλοὶ καὶ ὤμοσαν καὶ ἐπιώρκησαν· εἰ δὲ καὶ διέφυγον, μὴ θαῤῥῶμεν· μένει γὰρ αὐτοὺς ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ ἐνταῦθα δὲ τάχα πείσονται, καὶ οὐ φεύξονται, εἰ καὶ μὴ παρὰ πόδας, ἀλλ’ ἐφ’ ἑτέροις ἁμαρτήμασιν, ἵνα καὶ χαλεπωτέρα ἡ τιμωρία ᾖ· ἐπεὶ καὶ ἡμεῖς πολλάκις ἀφορμὰς λαβόντες ἀπὸ μικρῶν, καὶ ὑπὲρ μεγάλων τὸ πᾶν κενοῦμεν. Ὥστε ὅταν ἴδῃς τί σοι συμβὰν, ἀναμνήσθητί σου τῆς ἁμαρτίας ἐκείνης.

* Ιωάννης ο Χρυσόστομος / John Chrysostom,
Υπόμνημα εις τας Πράξεις των Αποστόλων / In Acta apostolorum
homilia/ομιλία 12.

Source: / Πηγή:
MPG 60:104.36.

Wednesday, December 7, 2011

Φραγκιάς Καβερτζάς,
Η Δευτέρα Παρουσία (1640-1641)




Η Δευτέρα Παρουσία
1640-1641,
124,5x38εκ.
Φραγκιάς Καβερτζάς
"ΧΕΙΡ ΦΡΑΓΓΙΑ ΚΑΒΕΡΤΖΑ, ΔΕΗCΙC ΤΗC ΔΟΥΛΗC ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΥΓΕΝΗΑC ΜΟΝΑΧΗC ΤΗC ΤΡΑΠΕΖΟΝΤΙΟΠΟΥΛΑC"

Στην εικόνα παριστάνεται ο Χριστός ως Κριτής, στο μέσον και επάνω, χαμηλότερα ο σταυρός και οι άγγελοι που κρατούν βιβλία ή σαλπίζουν και ο αρχάγγελος Μιχαήλ με τη ζυγαριά των ψυχών και το σπαθί. Πιο κάτω παριστάνεται ο προφήτης Δανιήλ ξαπλωμένος σε ένα σύννεφο και δίπλα του ειλητό με κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης που αναφέρεται στο όραμά του για την έλευση του Υιού του Ανθρώπου. Στην αριστερή πλευρά εικονίζονται οι δίκαιοι σε τρεις διαδοχικές σειρές και στη δεξιά τα έθνη που περιμένουν να κριθούν. Πιο κάτω δεξιά παριστάνεται η Κόλαση με τις απεικονίσεις της γης, της θάλασσας, του ουρανού, τον βασανισμό των αμαρτωλών και το βύθιο δράκοντα, ενώ, αριστερά, βρίσκεται ο Παράδεισος με τον Χριστό ως Μέγα αρχιερέα να υποδέχεται τους δικαίους στην Πύλη του Παραδείσου. Σε μία άλλη πύλη βρίσκεται η Παναγία και σε μία τρίτη η αφιερώτρια.


Saturday, January 29, 2011

Ορθόδοξες θέσεις
περί των Εσχάτων του Ανθρώπου
στα τέλη του 18ου αι. /

Human Eschatology
of the Eastern Orthodox Church
at the end of the 18th cent.




* Ιωάννης ο Κομνηνός Βυζάντιος,

Θύρα της μετανοίας

ήτοι βίβλος κατανυκτική, και ψυχωφελεστάτη

Περιέχουσα Τα τέσσαρα Έσχατα του Ανθρώπου,
Θάνατον, Κρίσιν, Άδην, και Παράδεισον

Δι' ων γίνεται η θαυμαστή Μεταμόρφωσις του Παλαιού Ανθρώπου, και του Νέου η Γέννησις.
Συντεθείσα μεν πριν παρά τινος σοφού Ανδρός, καλλωπισθείσα δε νυν, και διορθωθείσα μετ' επιμελείας
δια συνδρομής της Σκήτεως του Αγίου Δημητρίου, της εν τω Αγίω Όρει του Άθω,
κατά το Βατοπαίδιον κειμένης.
Η τινι Βίβλω προσετέθησαν και Θαύματα τινα Ανέκδοτα,
και Οκτώηχοι Κανόνες του αυτού Αγίου Δημητριού


Ενετίησι, 1795.





Wednesday, January 5, 2011

Μητρ. Ιωάννης Ζηζιούλας:
Ο κίνδυνος του κτιστού ανθρώπου
να εκμηδενιστεί, «να παύσει να υπάρχει» /

Metrop. John Zizioulas:
The danger for the created human being
to be exterminated, "to cease living"


«Η ύπαρξη απειλείται διαρκώς από το θάνατο. Αυτή είναι η δεύτερη συνέπεια της διαλεκτικής κτιστού-ακτίστου και είναι τόσο βασική, όσο και η προηγούμενη [ότι η ύπαρξη είναι προϊόν ελευθερίας]. Το ότι ο κόσμος είναι κτιστός, δηλαδή "ήν ποτε ότε ούκ ην", δεν σημαίνει μόνο ότι θα μπορούσε και να μην υπήρχε. Σημαίνει επίσης ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να παύσει να υπάρχει. Το απόλυτο μηδέν, το "ουκ είναι" που αποτελεί προϋπόθεση του κτιστού, δεν αίρεται αυτόματα με την ύπαρξη, αλλά την διαπερνά και την διαποτίζει διαρκώς. Η φύση του κτιστού είναι θνητή (Μ. Αθανάσιος). Δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για μια "εντελέχεια", μια οποιαδήποτε δύναμη ή ορμή ή κίνηση ή φορά πού δόθηκε από το Θεό στη φύση του κτιστού, για να του εξασφαλίζει αιώνια την ύπαρξη. Αυτός ο κακής ποιότητος αριστοτελισμός που εισάγεται πολλές φορές από θεολόγους στην ερμηνεία Πατέρων, όπως ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, είναι στην ουσία άρνηση της διαλεκτικής κτιστού-ακτίστου και προδοσία του πατερικού πνεύματος, γιατί σημαίνει ότι το κτιστό έχει πια –έστω και δοσμένη από το Θεό– τη δυνατότητα από μέσα του να υπάρχει. Έτσι η κτιστότητα μοιάζει σα να υπερβαίνεται μέσα από την ίδια τη φύση του κόσμου με ένα είδος "κτιστής χάριτος", για την όποια μας έχει μιλήσει τόσο λαθεμένα ή μεσαιωνική δυτική θεολογία».


* Ιωάννης Ζηζιούλας,
«Χριστολογία και Ύπαρξη: Η διαλεκτική κτιστού-ακτίστου και το δόγμα της Χαλκηδόνος»,
περιοδικό Σύναξη, τεύχος 2, άνοιξη 1982,
σ. 15.







Ο Ιωάννης Ζηζιούλας [John Zizioulas] γεννήθηκε στο Καταφύγιο Κοζάνης στις 10 Ιανουαρίου 1931. Αποφοίτησε από την Θεολογική Σχολή Αθηνών το 1955. Δίδαξε την Θεολογία στις Θεολογικές Σχολές Αγίου Βλαδιμήρου Νέας Υόρκης (1961-1963) και Τιμίου Σταυρού Βοστώνης (1963-1964). Επίσης στα Πανεπιστήμια του Εδιμβούργου και της Γλασκώβης. Καθηγητής όντας της Δογματικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και δύο ημερών Πρεσβύτερος εξελέγη Μητροπολίτης Περγάμου στις 17 Ιουνίου 1986. Διάκονος χειροτονήθηκε στις 14 Ιουνίου 1986 και Πρεσβύτερος στις 15 Ιουνίου 1986. Στις 22 Ιουνίου 1986 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Περγάμου και Αδραμυττίου στον Πατριαρχικό ναό του αγίου Γεωργίου, προεξάρχοντος του Μητροπολίτου Μύρων Χρυσοστόμου.

Sunday, December 12, 2010

Νίκος Ματσούκας / Nikos Matsoukas:

Is it possible to Repent after death? /

Είναι δυνατή η μετά θάνατον Mετάνοια;




«Η κολασμένη ζωή δεν είναι μια ιδιαίτερη κατάσταση που την επιβάλλει βάσει ενός νόμου ο Θεός, και μάλιστα σε μια φυλακή κτιστών βασάνων. Ο Θεός, κατά τον Μάξιμο Ομολογητή, λόγου χάρη, αγκαλιάζει αγαθούς και πονηρούς. Οι δεύτεροι δεν μπορούν να τον δουν στη δόξα του, και τον αισθάνονται ως τιμωρό και εχθρικό. Αυτή είναι η «ανεκλάλητη οδύνη» σε αντίθεση προς την «ανεννόητη ηδονή» όσων βλέπουν τη θεία δόξα. Η κατάσταση αυτή των κολασμένων είναι αποκλειστικά δική τους στάση. Ούτε ο Θεός αρνείται ποτέ τη μετάνοια μετά θάνατο· ο Θεός τη δέχεται το δίχως άλλο, γιατί δεν μπορεί να αρνηθεί τον εαυτό του, αλλά, κατά τον Ιωάννη Δαμασκηνό, η ψυχή μετά θάνατο δεν τρέπεται· σκληραίνει στις αχτίδες της θείας δόξας, όπως ακριβώς ο πηλός κατά την εικόνα που μας δίνει ο Μάξιμος Ομολογητής. Απεναντίας οι ψυχές των φίλων του Θεού απαλύνονται μέσα στο φως της θείας δόξας, του ήλιου της δικαιοσύνης, όπως το κερί στις αχτίδες του κτιστού ήλιου. Οι άκρως παραστατικές αυτές εικόνες των πατέρων δείχνουν ερμηνευτικά ποια είναι η κατάσταση της κόλασης. Αδυνατούν λοιπόν οι κολασμένοι να δουν τον Θεό, και επομένως στερούνται την «ακόρεστη θέα». Κι αυτό το πράγμα, λέγει ο Μ. Βασίλειος, είναι μεγάλη στέρηση και ζημιά, που μπορούμε να την καταλάβουμε, αν αναλογιστούμε απλώς τι χάνει εδώ ο τυφλός που δεν βλέπει τον κτιστό ήλιο».


* Νίκος Α. Ματσούκας,
Δογματική και Συμβολική Θεολογία Β: Έκθεση της ορθόδοξης πίστης σε αντιπαράθεση με τη δυτική χριστιανοσύνη,
εκδ. Πουρναράς, 1985/2009,
σσ. 544, 545.







Contra:
* Σπυρίδων Τσιτσίγκος,
«Κόλαση».
[Ελληνικά, PDF]

Monday, August 30, 2010

The Hell & the End of the World
according to the Eastern Orthodox theology /

Η Κόλαση & το Τέλος του Κόσμου
κατά την Ορθόδοξη θεολογία



«Hell is not so much a place where God imprisons man, as a place where man, by misusing his free will, chooses to imprison himself. And even in Hell the wicked are not deprived of the love of God, but by their own choice they experience as suffering what the saints experience as joy. ‘The love of God will be an intolerable torment for those who have not acquired it within themselves’ (V. Lossky, The Mystical Theology of the Eastern Church, p. 234).

Hell exists as a final possibility, but several of the Fathers have none the less believed that in the end all will be reconciled to God. It is heretical to say that all must be saved, for this is to deny free will; but it is legitimate to hope that all may be saved. Until the Last Day comes, we must not despair of anyone’s salvation, but must long and pray for the reconciliation of all without exception. No one must be excluded from our loving intercession. ‘What is a merciful heart?’asked Isaac the Syrian. ‘It is a heart that burns with love for the whole of creation, for men, forthe birds, for the beasts, for the demons, for all creatures’ (Mystic Treatises, edited by A. J. Wensinck, Amsterdam, 1923, p. 341). Gregory of Nyssa said that Christians may legitimately hope even for the redemption of the Devil.

The Bible ends upon a note of keen expectation: “Surely I am coming quickly. Amen. Even so, come, Lord Jesus” (Rev. 22:20). In the same spirit of eager hope the primitive Christians used to pray: ‘Let grace come and let this world pass away’ (Didache, 10, 6). From one point of view the first Christians were wrong: they imagined that the end of the world would occur almost immediately, whereas in fact two millennia have passed and still the end has not yet come. It isnot for us to know the times and the seasons, and perhaps this present order will last for many millennia more. Yet from another point of view the primitive Church was right. For whether theend comes early or late, it is always imminent, always spiritually close at hand, even though itmay not be temporally close. The Day of the Lord will come “as a thief in the night” (1 Thess.5:2) at an hour when men expect it not. Christians, therefore, as in Apostolic times, so todaymust always be prepared, waiting in constant expectation. One of the most encouraging signs ofrevival in contemporary Orthodoxy is the renewed awareness among many Orthodox of the  Second Coming and its relevance. ‘When a pastor on a visit to Russia asked what is the burning problem of the Russian Church, a priest replied without hesitation: the Parousia (P. Evdokimov, L’Orthodoxie, p. 9 (Parousia: the Greek term for the Second Coming)).»

«Η κόλαση δεν είναι τόσο ένας τόπος όπου ο Θεός φυλακίζει τους ανθρώπους, όσο ένας τόπος τον οποίο οι ίδιοι οι άνθρωποι, καταχρώμενοι την ελεύθερη θέλησή τους, διαλέγουν για να φυλακίσουν τον εαυτό τους. Ακόμη και στην κόλαση οι κολασμένοι δεν στερούνται της αγάπης του Θεού, αλλ’ αυτό που οι άγιοι βιώνουν ως χαρά, αυτοί το βιώνουν ως βάσανα, πράγμα που είναι αποτέλεσμα της δικής τους επιλογής. «Η αγάπη του Θεού θα είναι ένα ανυπόφορο βάσανο γι’ αυτούς που δεν την έχουν αποκτήσει μέσα τους».

Η κόλαση υπάρχει ως τελική δυνατότητα, αλλ’ αρκετοί Πατέρες πιστεύουν, παρ’ όλα αυτά, πως στο τέλος όλοι θα συμφιλιωθούν με τον Θεό. Είναι αιρετικό το να λέμε πως όλοι υποχρεούνται να σωθούν, επειδή μ’ αυτό αρνούμαστε την ελεύθερη βούληση που διαθέτει ο άνθρωπος. Είναι όμως θεμιτό να ελπίζουμε πώς όλοι ίσως σωθούν. Μέχρι να έρθει η Έσχατη Ημέρα, δεν πρέπει ν’ απελπιζόμαστε για τη σωτηρία κανενός, και επιβάλλεται να προσευχόμαστε και να επιθυμούμε τη συμφιλίωση των πάντων χωρίς εξαίρεση. Κανείς δεν πρέπει να διαφεύγει από τις πρεσβείες της αγάπης μας. «Τι εστιν καρδιά που καίει με αγάπη για ολόκληρη την κτίση, για τους ανθρώπους, τα πουλιά, τα θηρία, για τους δαίμονες, για όλα τα δημιουργήματα». Ο Γρηγόριος Νύσσης λέει πως είναι θεμιτό οι χριστιανοί να ελπίζουν ακόμη και για τη λύτρωση του διαβόλου.

Η Βίβλος καταλήγει σε μια φράση έντονης προσδοκίας: «Ναι έρχομαι ταχύ. Αμήν, ναι έρχου, Κύριε Ιησού» (Αποκαλ. 22, 20). Με το ίδιο πνεύμα έντονης ελπίδας οι πρώτοι χριστιανοί συνήθιζαν να προσεύχονται, «Η χάρις ελθέτω και ο κόσμος παρελθέτω». Από κάποια άποψη όμως οι πρώτοι χριστιανοί είχαν άδικο: φαντάζονταν πως το τέλος του κόσμου θα συνέβαινε σχεδόν αμέσως, ενώ στην πραγματικότητα έχουν περάσει δύο χιλιετίες και το τέλος δεν έχει έρθει ακόμη. Δεν ανήκει σε μάς να γνωρίζουμε τους χρόνους και τους καιρούς, και ίσως η παρούσα τάξη να διαρκέσει για πολύ περισσότερες χιλιετίες. Από κάποια όμως άλλη άποψη, η αρχαία Εκκλησία είχε δίκιο. Επειδή όποτε κι αν έρθει το τέλος, νωρίς ή αργά, είναι πάντοτε επικείμενο, πνευματικά βρίσκεται διαρκώς κοντά μας, κι όταν ακόμη δεν βρίσκεται χρονικά κοντά μας. Η ημέρα του Κυρίου θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α’ Θεσσαλ. 5, 2), την ώρα που δεν την περιμένουμε. Συνεπώς οι χριστιανοί, όπως στους αποστολικούς χρόνους, έτσι και σήμερα πρέπει να είναι συνεχώς έτοιμοι, γεμάτοι αναμονή. Ένα από τα πιο ενθαρρυντικά σημεία ανανέωσης στη σύγχρονη Ορθοδοξία είναι η αναβίωση του ενδιαφέροντος για τη Δευτέρα Παρουσία και τη σημασία της. «Όταν κάποιος πάστορας, που βρισκόταν σ’ επίσκεψη στη Ρωσία, ρώτησε ποιο είναι το πιο καυτό πρόβλημα της Ρωσικής Εκκλησίας, ένας ιερέας του απάντησε χωρίς δισταγμό: η Δευτέρα Παρουσία»».


* Timothy Kallistos Ware / Κάλλιστος Ware,

The Orthodox Church,
Penguin (Non-Classics), 2nd ed., 1993 (1964),

«
The last things» (p. 261, 262).
[English text/Αγγλικό κείμενο, PDF]
/
Η Ορθόδοξη Εκκλησία,
μεταφρ. Ροηλίδης Ιωσήφ, εκδ. Ακρίτας, 1998 (1964),
«Τα Έσχατα».

Saturday, July 10, 2010

The Hebrew Sheol & the Greek Hades /
Ο Εβραϊκός Σιεόλ & ο Ελληνικός Άδης



Δευτέρα Παρουσία
(
Γεώργιος Κλόντζας, τέλη 16ου αιώνα)

«Appreciation of these points will preserve us from the error of using Old Testament passages on Sheol to establish soul sleep, from the error of picturing the departed saints as shades wandering in a place of gloom, and from a false Rabylonian cosmology fastened without warrant on the Biblical text.

It is no argument against this position that the Septuagint uses the Greek Hades to translate Sheol. We should beware of thinking that the Jewish use of Hades would even probably be like the Greek. Surely the Jewish use of the word "God" was vastly different from the Greek use, simply because the Jewish theology bore no resemblance to the mythological ideas of Greece. The Jewish usage of Hades in the Septuagint is to be gathered from the Hebrew original rather than vice versa.»

Η εκτίμηση των σημείων αυτών θα μας προστατεύσει από το σφάλμα τής χρησιμοποίησης αποσπασμάτων της Παλαιάς Διαθήκης περί του Σιεόλ για να υποστηρίξουμε τον ύπνο της ψυχής, από το σφάλμα να απεικονίζουμε τους απελθόντες αγίους ως σκιές που περιπλανιούνται σε ένα τόπο ζόφου, και από μια εσφαλμένη Βαβυλωνιακή κοσμολογία προσαρτημένη ανεπαρκώς στο Βιβλικό κείμενο.

Δεν αποτελεί αντεπιχείρημα ότι η Εβδομήκοντα χρησιμοποιεί τον ελληνικό όρο Άδης για να μεταφράσει τον όρο Σιεόλ. Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην σκεφτούμε ότι η Ιουδαϊκή χρήση του όρου Άδης θα μπορούσε ακόμη και ως πιθανότητα να μοιάζει με τον ελληνικό όρο. Σίγουρα η Ιουδαϊκή χρήση της λέξης "Θεός" ήταν εντελώς διαφορετική από την ελληνική χρήση, απλά επειδή η Ιουδαϊκή Θεολογία δεν είχε καμία ομοιότητα με τις μυθολογικές ιδέες της Ελλάδας. Η Ιουδαϊκή χρήση του όρου Άδης στην Εβδομήκοντα θα πρέπει να συναχθεί από το εβραϊκό πρωτότυπο μάλλον παρά το αντίστροφο».]

* R. Laird Harris,
«The Meaning of the Word Sheol as Shown by Parallels in Poetic Texts»
Η Σημασία της Λέξης Σιεόλ όπως Φαίνεται από τα Παράλληλα στα Ποιητικά Κείμενα»],
Bulletin of the Evangelical Theological Society 4.4 (Dec./Δεκ. 1961), p./σ. 134.
[English/Αγγλικά PDF]

Tuesday, June 15, 2010

Εarly Christian Doctrine / Πρωτοχριστιανική Ιστορία του Δόγματος:
Η πλατωνική ψυχολογία παρεισφρέει στον Χριστιανισμό /
Platonic psychology creeps into Christianity

Τα μαρτύρια των αμαρτωλών στην Κόλαση,
ψηφιδωτό, τμήμα από τη Δευτέρα Παρουσία,
αρχές 12ου αι. Βενετία, Τορστέλο, Santa Maria Assunta:
για τους Βυζαντινούς ο χρόνος θα τελείωνε κατά τη Δευτέρα Παρουσία
(Χατζηδάκη, Ψηφιδωτά, σ. 165, εικ. 151.) @

«Στο πρώτο ήμισυ του 2ου αιώνα, οι ανθρωπολογικές και εσχατολογικές απόψεις των εκκλησιαστικών συγγραφέων κινούνται πολύ κοντά στο βιβλικό πλαίσιο. Αυτό περιλαμβάνει τη θεώρηση του ανθρώπου ως ολότητα, τη θνητότητα της ψυχής[16], την προσμονή για την ταχεία έλευση του Κυρίου[17], επίσης την ελπίδα για την ανάσταση, που για τους πιστούς χριστιανούς θα σημάνει αθανασία[18], αλλά και την προσδοκία για την ευημερία των δίκαιων ανθρώπων στη γη κατά τη χιλιετή βασιλεία του Χριστού, ενώ οι πονηροί θα έχουν εκμηδενιστεί[19]. Όπως γράφει για αυτή την περίοδο ο φημισμένος καθηγητής θεολογίας Paul Tillich: «Οι αποστολικοί πατέρες δεν πίστευαν στην αθανασία της ψυχής. Δεν υπάρχει εγγενής αθανασία, αλλιώς θα ήταν άνευ νοήματος για αυτούς να μιλούν για αθάνατη ζωή που προσφέρει ο Χριστός. […] Υπό αυτό το φως μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο παραδοσιακός τρόπος που μιλούμε για την αθανασία της ψυχής δεν αποτελούσε κλασικό χριστιανικό δόγμα, αλλά μια διαστροφή του»[20].

Κατά τα διαθέσιμα στοιχεία, οι πρώτοι στους οποίους διείσδυσε η ιδέα της ψυχής ως οντότητας ανεξάρτητης από το σώμα ήταν οι χριστιανοί της Αιγύπτου, οι οποίοι είχαν επηρεαστεί από τον γνωστικισμό, ένα συγκρητιστικό κράμα από ιουδαϊσμό, ελληνιστική φιλοσοφία και ανατολικές δεισιδαιμονίες[21]. Υπό αυτές τις συνθήκες, γράφει ο καθηγητής θεολογίας Θεοδώρου, «συνετελέσθη η πρώτη σπουδαία [sic] συνάντησις του Χριστιανισμού μετά της ελληνικής φιλοσοφίας»[22]. Εν αντιθέσει με άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας όπου οι γνωστικίζουσες απόψεις καταδικάστηκαν ως αιρετικές (ήδη από το 140 περ.), στις εκκλησίες της Αιγύπτου υπήρχε μεγάλος φιλελευθερισμός και πλουραλισμός. Για παράδειγμα, ο γνωστικίζων χριστιανός Βασιλείδης ίδρυσε στην Αλεξάνδρεια δική του σχολή και μάλιστα καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του (μέχρι δηλαδή το 161) απολάμβανε τον σεβασμό των εκεί συγχριστιανών του[23]. Οι Γνωστικοί της Αιγύπτου πιθανολογείται ότι υπέστησαν επιρροή από τον Φίλωνα[24]. Γενικά συμφωνούσαν με τη διδασκαλία του Πυθαγόρα και του Πλάτωνα σχετικά με την πτώση των ψυχών στα υλικά σώματα και τον αγώνα τους να επιστρέψουν στην πρότερη, πνευματική κατάσταση[25]. Υποτιμούσαν την ύλη και το σώμα[26] και, ως εκ τούτου, σε τέτοιες ομάδες συναντούμε για πρώτη φορά στην ιστορία του χριστιανισμού την ιδέα του ασκητισμού, του αναχωρητισμού και της επιβεβλημένης αγαμίας[27]. (Βλ. 1 Τιμόθεο 4:1-5) Μάλιστα για τον Βασιλείδη συγκεκριμένα, ο Ευσέβιος μας πληροφορεί ότι οι νέοι μαθητές του έπρεπε κατά τον πυθαγόρειο τρόπο να μείνουν στη σιωπή για πέντε χρόνια[28]».

* Ιστολόγιο Πρωτοχριστιανική Ιστορία του Δόγματος,
ανάρτηση 13ης Ιουνίου 2010,
«Ψυχή—στη Βίβλο και στον μεταβιβλικό ιουδαϊσμό και χριστιανισμό. Κεφάλαιο 4α Η πλατωνική ψυχολογία παρεισφρέει στον χριστιανισμό (α΄)»

Saturday, June 12, 2010

Απεικονίσεις Κολαζομένων σε παραστάσεις Ναών /
Depictions of tortured in Hell at Church walls


«Οι κολαζόμενες αποτελούν τμήμα του εικονογραφικού θέματος της Δευτέρας Παρουσίας. Συγκεκριμένα ανήκουν, μαζί με τους κολαζόμενους, στην εικονογράφηση της Κολάσεως και στα «εν αυτή διαλαμβανόμενα». Στις παλαιότερες απεικονίσεις της Δευτέρας Παρουσίας τον 11ο και 12ο αιώνα (ψηφιδωτό Παναγίας των Χαλκέων, μικρογραφίες στο χειρόγραφο Paris. gr. 74, εικόνες της Μονής Σινά, ψηφιδωτό του Torcello), οι κολαζόμενοι συνήθως απεικονίζονται συνοπτικά, χωρίς ιδιαίτερη μνεία στις αμαρτίες για τις οποίες τιμωρούνται. Μεγαλύτερη έμφαση δίνεται στο είδος της τιμωρίας τους (το πυρ το άσβεστον, ο σκώληξ ο ακοίμητος, ο Τάρταρος, ο τριγμός των οδόντων, το σκότος το Εξώτερον, η πίσσα).

Όμως ήδη από τις πρώτες απεικονίσεις του θέματος, εντοπίζονται παραστάσεις (Yilanli Kilise στην Καππαδοκία, 9ος-10ος αι.), όπου το είδος της αμαρτίας και η ποινή της συγκεκριμενοποιούνται. Τα παραδείγματα πληθαίνουν στο 12ο και 13ο αι. (Παναγία Μαυριώτισσα Καστοριάς, Άγιος Γεώργιος Κουθαρά Αττικής, Άη-Στράτηγος Μπουλαριών Μάνης, Παναγιά Κερά Κριτσάς Μεραμπέλλου, Παναγία στο Καρύδι Αποκορώνου κλπ.). Το 14ο αιώνα αυτή η εικονογραφική παραλλαγή θα γνωρίσει ξεχωριστή δημοτικότητα (Παναγία Λιέβισκα στην Πρισρένη, νάρθηκας Παναγίας του Μουτουλλά και Παναγίας στην Ασίνου της Κύπρου, Γκρατσάνιτσα, Ντέτσανη κλπ.), δημοτικότητα που θα συνεχιστεί και στους επόμενους αιώνες μέχρι και το 19ο αι. Η διάδοση που το θέμα γνωρίζει στις τοιχογραφημένες εκκλησίες της Κρήτης, το 14ο και 15ο αιώνα, σε συνδυασμό με τον περιορισμένο χώρο που αυτές διαθέτουν, λόγω των μικρών τους διαστάσεων, θα οδηγήσει στην απεικόνιση των ποινών των κολαζομένων και ως αυτοτελών παραστάσεων και όχι μόνον ως τμημάτων της Δευτέρας Παρουσίας.

Το γεγονός ότι, όπως θα δούμε, οι κολαζόμενοι τιμωρούνται πολύ συχνότερα για αδικήματα κοινωνικής και ηθικής φύσεως παρά για ποινικά παραπτώματα, προσφέρει τη δυνατότητα μιας μελέτης που δεν θα εξαντλείται μόνο στην εικονογραφική ανάλυση του θέματος. Γιατί, μέσα από αυτές τις παραστάσεις μπορούμε να διερευνήσουμε, έμμεσα, τις κοινωνικές αντιλήψεις μιας εποχής, τις δοξασίες και προκαταλήψεις της γύρω από την αμαρτία και το κακό. Αυτό θα επιχειρήσω να διατυπώσω στο κείμενο που ακολουθεί, αναζητώντας, μέσω των παραστάσεων των κολαζομένων γυναικών, τις αντιλήψεις της εποχής για το γυναικείο φύλο».


* Μαρία Βασιλάκη,
«Οι παραστάσεις των κολαζομένων γυναικών στις εκκλησίες της Κρήτης» *,
Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 21, Νοέμβριος 1986,
p./σ. 41.
[Greek/Ελληνικά PDF]




Παρόμοια, στον ναό του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου,
(ανακηρυγμένου πλέον σε Βυζαντινό μνημείο)
μέσα στην πόλη της Καστοριάς, στη συνοικία Απόζαρι,
εμφανίζονται οι εξής τοιχογραφίες: