Ύστερα από τόσα βάσανα και τόσες μεγάλες δυσκολίες που σου φόρτωσε η μοίρα, βρίσκεσαι τώρα στο λιμάνι της ανάπαυσης, στο βωμό της ευσπλαχνίας. Ούτε η καταγωγή σου, ούτε η προσωπική σου αξία δεν σε βοήθησαν· σπρωγμένος, από την ακολασία της νεότητας, από άνομες διασκεδάσεις, τιμωρήθηκες για την περιέργειά σου. Μα επειδή η τυφλή κακία της τύχης που σε βύθισε στους κινδύνους, σε οδήγησε και στην αγκαλιά της θρησκείας, ας πάει τώρα να ξεθυμάνει σε άλλους. Δεν μπορεί να βάλει χέρι στο κεφάλι εκείνου που τον προστατεύει η παντοδύναμη θεά. Ο ζυγός εκείνος, οι ληστές, τα άγρια θηρία έτοιμα να σε καταβροχθίσουν, οι τραχείς εκείνοι δρόμοι που τους πέρασες χίλιες φορές, όλες αυτές οι πονηρίες και οι κατατρεγμοί της μοίρας, τι αποτέλεσμα είχαν; Στο εξής μια σοφή Τύχη, που η λαμπρότητά της φορτίζει ακόμη και τους άλλους θεούς, σε σκεπάζει με την αιγίδα της. Πάρε λοιπόν μιαν όψη πιο χαρωπή, πιο ταιριαχτή στη λευκότητα της φορεσιάς σου, και με θριαμβευτικό βήμα συνόδεψε την πομπή της ελευθερώτριας θεάς. Ας δούνε οι ασεβείς, κι ας αναγνωρίσουν την πλάνη τους. Ω, Μεγάλη Ίσιδα, με την πρόνοιά σου, ο ευτυχής Λούκιος, λυτρωμένος από τις παλιές δυστυχίες θριαμβεύει ενάντια στη μοίρα του. Ωστόσο, για περισσότερη ασφάλεια και προστασία, εγγράψου στον άγιο κλάδο μας, και γρήγορα θα καμαρώνεις που ανήκεις σ' αυτόν· από σήμερα αφιέρωσε αποτελεσματικά τη ζωή σου στη θρησκεία μας, στο διακόνημά μας· γιατί μόλις υπηρετήσεις τη θεά, θα δοκιμάσεις καλύτερα τους καρπούς της ελευθερίας σου.
Λούκιος Απουλήιος,
Μεταμορφώσεις 11:15.
Multis et variis exanclatis laboribus magnisque Fortunae tempestatibus et maximis actus procellis ad portum Quietis et aram Misericordiae tandem, Luci, venisti. Nec tibi natales ac ne dignitas quidem, vel ipsa, qua flores, usquam doctrina profuit, sed lubrico virentis aetatulae ad serviles delapsus voluptates curiositatis inprosperae sinistrum praemium reportasti. Sed utcumque Fortunae caecitas, dum te pessimis periculis discruciat, ad religiosam istam beatitudinem inprovida produxit malitia. Eat nunc et summo furore saeviat et crudelitati suae materiem quaerat aliam; nam in eos, quorum sibi vitasservitium deae nostrae maiestas vindicavit, non habet locum casus infestus. Quid latrones, quid ferae, quid servitium, quid asperrimorum itinerum ambages reciprocae, quid metus mortis cotidianae nefariae Fortunae profuit? In tutelam iam receptus es Fortunae, sed videntis, quae suae lucis splendore ceteros etiam deos illuminat. Sume iam vultum laetiorem candido isto habitu tuo congruentem, comitare pompam deae sospitatricis inovanti gradu. Videant inreligiosi, videant et errorem suum recognoscant: en ecce pristinis aerumnis absolutus Isidis magnae providentia gaudens Lucius de sua Fortuna triumphat. Quo tamen tutior sis atque munitior, da nomen sanctae huic militiae, cuius non olim sacramento etiam rogabaris, teque iam nunc obsequio religionis nostrae dedica et ministerii iugum subi voluntarium. Nam cum coeperis deae servire, tunc magis senties fructum tuae libertatis.
Lucius Apuleius,
Metamorphoses XI, 15.
μια απόπειρα επιστημονικής προσέγγισης της ανθρώπινης θρησκευτικότητας
an attempt for a scientific approach of human religiosity
"Sedulo curavi humanas actiones non ridere, non lugere, neque detestari, sed intelligere"
—Spinoza, Tractatus Politicus 1:4
⏳ ⌛ First post: October 30, 2008 / Πρώτη ανάρτηση: 30 Οκτωβρίου 2008
.
Showing posts with label ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ. Show all posts
Showing posts with label ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ. Show all posts
Tuesday, February 1, 2011
Απουλήιος, Μεταμορφώσεις /
Apuleius, Metamorphoses
Apuleius, Metamorphoses
Sacra publica - sacra peregrina
Sacra publica - sacra peregrina:
Επίσημη παραδοσιακή θρησκεία
και ανατολικές λατρείες
στη Ρώμη των Ελληνορωμαϊκών χρόνων
Η διείσδυση ξένων λατρειών στον ελληνικό χώρο παρατηρείται ήδη από τους αρχαιοτάτους χρόνους. Οι Έλληνες των κλασικών χρόνων, και ιδιαίτερα οι κάτοικοι των Αθηνών, κρατούν τις περισσότερες φορές επιφυλακτική ή ακόμη και εχθρική στάση έναντι των επείσακτων θεοτήτων. Θεωρούν ότι η είσοδος ενός ξένου θεού είναι δυνατόν να διαταράξει το θρησκευτικό και κοινωνικό status της πόλης τους, με κίνδυνο να προκληθεί η οργή των θεών του παραδοσιακού ολυμπιακού πανθέου. Γι' αυτόν τον λόγο προσπαθούν να διατηρήσουν πάντοτε όλες τις ξένες θρησκευτικές πρακτικές στο περιθώριο της κοινωνικής και θρησκευτικής τους ζωής. Αυτό αποδεικνύεται, μεταξύ των άλλων, από τις συχνές και συνήθως σκωπτικές μαρτυρίες συγγραφέων της εποχής. Παράδειγμα αποτελεί η στάση τους προς τη λατρεία της Κυβέλης, όταν πρωτοεμφανίστηκε στην Αθήνα, μ' όλες τις γνωστές γι αυτούς συνέπειες. Η θεά, σύμφωνα με την παράδοση, οργίζεται και τους στέλνει καταστρεπτικό λοιμό. Η επιφυλακτικότητα των Ελλήνων εναντίον των ξένων και κυρίως των ανατολικών λατρειών κορυφώνεται μετά το τέλος των Περσικών πολέμων. Απ' αυτήν την εποχή και έπειτα κυριαρχεί η άποψη ότι οποιοδήποτε ξένο στοιχείο θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή αντίστοιχη με εκείνη της περσικής εισβολής. Αντίθετα όμως παρατηρείται βαθμιαία διείσδυση και εγκατάσταση ακόμη και στο κέντρο της πόλης, ξένων για τα ελληνικά δεδομένα θεοτήτων (όπως για παράδειγμα της Βένδιδος, του Άδωνη, του Σαβαζίου κ.ά.), που εξαρτάται κάθε φορά από τις ιδιαίτερες οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που επικρατούν.
Το φαινόμενο αυτό επιτείνεται με τις απαρχές των ελληνιστικών χρόνων, όταν αίρονται οι γεωπολιτικοί παράγοντες που δυσχεραίνουν την επικοινωνία του ελληνικού με τον ανατολικό κόσμο. Απ' αυτή την εποχή και μετά, τα όρια της παραδοσιακής πόλης-κράτους γίνονται πιο ρευστά και αυτό οδηγεί στην αλλαγή της νοοτροπίας και των συνηθειών των ανθρώπων. Τη δυσπιστία και την εχθρότητα διαδέχεται η αυξημένη επικοινωνία και η διάθεση για αμοιβαία κατανόηση των δύο κόσμων. Η ανάπτυξη του εμπορίου και η επακόλουθη δημιουργία σπουδαίων εμπορικών κέντρων της Ανατολής, στα παράλια της Μ. Ασίας και των νησιών του Αιγαίου, βοηθά στη μετακίνηση ανθρώπων αλλά και στη διακίνηση θρησκευτικών ιδεών. Άλλωστε η περιέργεια για γνωριμία νέων τόπων αλλά κυρίως η τάση για περιπλάνηση είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ανθρώπου των ελληνιστικών χρόνων. Ο κοσμοπολιτισμός και ο συγκρητισμός φτάνουν πλέον στο απόγειο τους.
Ανάμεσα στις ξένες θεότητες που διαδίδονται στον ελληνικό χώρο κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων κυρίαρχη θέση κατέχουν οι αιγυπτιακές. Οι στενές σχέσεις άλλωστε Ελλήνων και Αιγυπτίων, ήδη από την αρχαϊκή εποχή, διαφαίνονται και στη γνωστή στάση του Ηροδότου και των Ελλήνων φιλοσόφων προς την αιγυπτιακή θρησκεία. Αυτοί οι δεσμοί γίνονται ισχυρότεροι με την εγκαθίδρυση της δυναστείας των Πτολεμαίων. Οι ηγεμόνες αυτοί, με την πολιτική τους, που εκφράζεται με τη δημιουργία καταλλήλων προϋποθέσεων για τη μόνιμη εγκατάσταση των Αιγυπτίων στον χώρο των κτίσεών τους στα παράλια της Μ. Ασίας και στα νησιά του Αιγαίου, συντελούν στη διάδοση των λατρειών της χώρας τους. Από την πρώτη στιγμή οι θεότητές τους γνωρίζουν ιδιαίτερη απήχηση ανάμεσα στους Έλληνες, εξαιτίας της παρακμής των πόλεων-κρατών και του συγκρητιστικού πνεύματος της εποχής. Κυριότεροι φορείς της εξάπλωσης των λατρειών αυτών είναι οι έμποροι και οι στρατιώτες, που συγκροτούν λατρευτικές κοινότητες γύρω από τους ιερείς των λατρειών αυτών. Την αμφιβολία και την περιέργεια αντικαθιστά η συμπάθεια και η μεταστροφή στη λατρεία θεοτήτων, όπως της Ίσιδας, η οποία πρόκειται να εξελιχθεί σε οικουμενική θεότητα της ελληνορωμαϊκής εποχής. Η interpretatio Graeca, αποτελεί τον κατεξοχήν ρυθμιστικό παράγοντα για την είσοδο των ξένων λατρειών στον ελληνικό χώρο.
Σε σημαντικά εμπορικά κέντρα δημιουργούνται σταδιακά οι πρώτοι πυρήνες των λατρευτικών κοινοτήτων, τόσο στη νησιωτική όσο και στην ηπειρωτική Ελλάδα (Δήλος, Πειραιάς, Θεσσαλονίκη κ.ά.). Οι άνθρωποι που ταξιδεύουν και βρίσκονται, μακριά από την πατρίδα τους αισθάνονται συνήθως την ανάγκη να λατρεύσουν τους δικούς τους θεούς. Αρχικά η εκπλήρωση των θρησκευτικών τους αναγκών περιορίζεται στα στενά πλαίσια των ιερών αλλά και των λατρευτικών θιάσων, που φροντίζουν να ιδρύουν σ' έναν τόπο από την πρώτη στιγμή της εμφάνισης τους. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παραμένουν ξένοι, οι οποίοι μιλούν μια ακατανόητη για τους Έλληνες γλώσσα και ακολουθούν ένα ξένο και παράξενο για τους ντόπιους λατρευτικό τυπικό.
Δεν αργούν όμως να αναγερθούν παράλληλα, στους τόπους αυτούς, ιερά —μικρά στην αρχή— που είναι αφιερωμένα σε θεότητες όπως η Ίσιδα, ο Σάραπης κ.ά. Σ' αυτά υπηρετούν ιερείς που έρχονται συνήθως από τις χώρες προέλευσης της λατρείας. Με την πάροδο όμως του χρόνου τη θέση των μικρών ιερών παίρνουν μεγαλύτεροι ναοί, επειδή αυξάνονται οι προσφορές και τα αναθήματα προς αυτές τις θεότητες, οι οποίες διακρίνονται για την ιδιαίτερη βοήθεια που προσφέρουν στις δύσκολες στιγμές των ανθρώπων. Οι ναοί αυτοί κτίζονται από ομάδες ανθρώπων ή από μεμονωμένα άτομα, στα όνειρα των οποίων εμφανίζεται η προστάτιδα θεότητα, προκειμένου να τους φανερώσει τη θέλησή της για ανέγερση κάποιου ιερού. Αυτή η συνήθεια είναι εξαιρετικά διαδεδομένη και φανερώνει, με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο, τις προσωπικές σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σ' αυτές ακριβώς τις θεότητες και στους ανθρώπους των ελληνορωμαϊκών χρόνων. Ένα απτό παράδειγμα της προσωπικής σχέσης θείου και ανθρωπίνου κόσμου είναι η αναθηματική θρησκεία. Η συνήθεια αυτή συναντάται και στον ελληνικό χώρο, φυσικά σε μικρότερη κλίμακα, ήδη από τους αρχαιότατους χρόνους, και είναι τόσο διαδεδομένη αυτήν ακριβώς την εποχή, ώστε δικαίως να χαρακτηρίζει ο W. Burkert όλες αυτές τις λατρείες της ελληνορωμαϊκής εποχής ως «θρησκείες των αναθημάτων» (votive religions) (λατρείες, θα μπορούσαμε να διορθώσουμε εμείς).
Εμφάνιση ξένων λατρειών από τον χώρο της Ανατολής έχουμε παράλληλα με τον ελληνικό και στο ρωμαϊκό χώρο. Οι πρώτες ανατολικές λατρείες κάνουν την εμφάνιση τους στη Ρώμη κατά τη διάρκεια του 3ου π.Χ. αιώνα. Αυτό το γεγονός δημιουργεί μία πρωτόγνωρη κατάσταση που δε θα μπορέσουμε να την αντιληφθούμε, αν δεν αναφέρουμε, έστω και σε γενικές γραμμές, τα κύρια χαρακτηριστικά της ρωμαϊκής θρησκείας. Παράλληλα όμως θεωρούμε απαραίτητο να λάβουμε υπόψη μας τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων της περιοχής, καθώς και την ιστορική πραγματικότητα αυτής της εποχής.
Η ρωμαϊκή θρησκεία, η οποία έχει περισσότερο νομικό παρά προσωπικό χαρακτήρα, διακρίνεται για το συντηρητισμό προς καθετί το νέο. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε προσπάθεια επικοινωνίας με τον κόσμο του ιερού πραγματοποιείται αποκλειστικά με τη μεσολάβηση του ιερατείου. Ο ευσεβής Ρωμαίος πιστεύει ότι μόνο αν ακολουθήσει τις βασικές αρχές της παραδοσιακής του θρησκείας (προσευχές, τελετουργίες) και γενικά τις πατροπαράδοτές του συνήθειες (mos maiorum), θα μπορεί να έχει την αμέριστη βοήθεια των θεών του. Έχει συνείδηση ότι σε αντίθετη περίπτωση θα διαταραχθούν οι ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των δύο κόσμων (θείου και ανθρώπινου) και ότι το γεγονός αυτό θα επιφέρει το τέλος της λεγόμενης pax deorum, πράγμα που θα είχε ως άμεσο επακόλουθο την καταστροφή τόσο των πολιτών όσο και του ίδιου του κράτους τους. Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητή η πεποίθηση του ρωμαϊκού λαού ότι το μεγαλείο του διαρκώς αναπτυσσόμενου κράτους τους επιτυγχάνεται με την αμέριστη συμπαράσταση των θεών της πατρικής τους παράδοσης. Έτσι δεν είναι δύσκολο πια να καταλάβουμε γιατί οι Ρωμαίοι αισθάνονται ασφαλείς με τους θεούς τους, δείχνουν απόλυτη εμπιστοσύνη στις πατροπαράδοτες θρησκευτικές και πολιτικές αξίες της χώρας τους και εκφράζουν κατά κανόνα δυσπιστία προς καθετί το καινούργιο και ξένο. Ο τρόπος αυτός σκέψης τους αποτρέπει στα χρόνια της ακμής τους ακόμη και από την ιδέα για την εισαγωγή ξένων θεοτήτων στο περιβάλλον του παραδοσιακού τους πανθέου. Η Σύγκλητος παραμένει άλλωστε για πολύ καιρό ακόμη ο κατεξοχήν ρυθμιστικός παράγοντας που ελέγχει την τήρηση της τάξης και των παραδοσιακών αξιών. Επικουρικό έργο επιτελούν τα μέλη διαφόρων ιερατικών θιάσων (collegia), όπως αυτό των Quindecimviri Sacris faciendi. Οι δικαιοδοσίες της τελευταίας αυτής ομάδας αυξάνονται ιδιαίτερα σε μεταγενέστερες εποχές, κυρίως με τη διάδοση και την άνθηση των ανατολικών λατρειών στο χώρο της ρωμαϊκής πολιτείας.
Η επίσημη παραδοσιακή θρησκεία (religio) διακρίνεται σαφώς από τις ξένες θρησκευτικές αντιλήψεις (superstitiones). Οι τελευταίες θεωρούνται επικίνδυνες για την αρμονία και το μεγαλείο της πολιτείας τους, που είχαν δημιουργηθεί κατά τους νικηφόρους αγώνες με την αμέριστη συμπαράσταση και εύνοια των θεών των προγόνων τους. Οι όροι sacra peregrina και sacra publica αποτελούν καθοριστική διάκριση στη λατρευτική ζωή των Ρωμαίων.
Την έκπληξη που προκαλεί αρχικά στους Έλληνες αλλά αργότερα και στους συντηρητικούς Ρωμαίους η διείσδυση νέων λατρευτικών θεοτήτων διαδέχεται ο φόβος και η διστακτικότητα. Θεωρούν πως όλες αυτές οι φανταχτερές και παράξενες τελετουργίες, που αποτελούν μέρος του τυπικού της λατρείας τους και είναι εντελώς ξένες προς τις πατροπαράδοτες συνήθειές τους, ταράζουν την αρμονία του παραδοσιακού τους πανθέου. Αυτή η ξενοφοβία φτάνει στα όρια υπερβολών, ιδιαίτερα κάθε φορά που προκύπτει κάποια καταστροφή στις πόλεις τους. Σατιρικοί ποιητές και πολλοί φιλόσοφοι, ως εκφραστές της παραδοσιακής θρησκείας, προσπαθούν να παρουσιάσουν, κυρίως στα μάτια των λαϊκών στρωμάτων, όλες αυτές τις νέες λατρείες και ιδέες ως ένα διαρκή κίνδυνο για την κατάλυση των υγιών, κατά την άποψή τους, θεμελίων της παραδοσιακής κοινωνίας.
Η αντίδραση των Ρωμαίων προς τις ξένες λατρείες βρίσκει την απόλυτη έκφραση της στην περίπτωση του λεγομένου «σκανδάλου των Βακχαναλίων» (186 π.Χ.). Η αύξηση της δημοτικότητας μίας λατρείας με ιδιαίτερα οργιαστικό χαρακτήρα δίνει την ευκαιρία στο κράτος να επεμβεί, μέσω της Συγκλήτου κυρίως, με απόλυτο τρόπο και να απομακρύνει τον κίνδυνο που απειλεί τα θεμέλια της παραδοσιακής κοινωνίας. Φυσικά η παραπάνω περίπτωση δεν είναι η μόνη δίωξη των οπαδών και των εκπροσώπων ξένων λατρειών από την πλευρά της ρωμαϊκής πολιτείας. Αξίζει να αναφέρουμε ενδεικτικά την απομάκρυνση όλων των Χαλδαίων από την Ιταλία το 139 π.Χ., την καταστροφή ενός ιερού της θεάς Μπελλόνα το 48 π.Χ., και την εκδίωξη των οπαδών της Ίσιδας από την Ιταλία το 19 π.Χ.
Τα ίδια ακριβώς αισθήματα κυριαρχούν και όταν αρχίζουν να εμφανίζονται σιγά-σιγά οι πρώτοι ναοί αυτών των ξένων θεοτήτων στο περιβάλλον των πόλεών τους. Αρχικά οι ναοί αυτοί κτίζονται εκτός των ορίων της πόλεως και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα παραμένουν σ' ένα είδος απομόνωσης. Στη Ρώμη τα ιερά των περισσότερων ανατολικών λατρειών βρίσκονται εκτός του pomerium της πόλης. Μ' αυτόν τον τρόπο θεωρούν πως μπορούν να κρατήσουν μακριά από το ιερό κέντρο της πόλης τις βλαβερές συνέπειες που είναι δυνατόν να επιφέρει στην κοινωνία και στη θρησκεία οποιαδήποτε επαφή τους με τις ξένες επιδράσεις που αρχίζουν να κατακλύζουν την αυτοκρατορία.
H αδιαλλαξία που χαρακτηρίζει το ρωμαϊκό κράτος όσον αφορά στη θρησκευτική του πολιτική, υποχωρεί κατά τη διάρκεια του 2ου π.Χ. αιώνα, κυρίως με την επέκταση της επικράτειας του, που έχει ως αποτέλεσμα να εισρεύσουν στην παράδοση του πλήθος νέων κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών ιδεών. Έτσι λοιπόν οι επαφές δεν λείπουν, κυρίως σε περιπτώσεις κινδύνου της πολιτείας, οπότε επικαλούνται (evocatio) μαζί με τους εντόπιους και μεγάλους ξένους θεούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η είσοδος της θεάς Κυβέλης στη Ρώμη (204 π.Χ.).
* Παναγιώτης Παχής,
«Sacra publica - sacra peregrina: Επίσημη παραδοσιακή θρησκεία και ανατολικές λατρείες στη Ρώμη των Ελληνορωμαϊκών χρόνων»,
Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ Τμ. Θεολογίας (Νέα Σειρά),
1997, Τόμ. 7ος, Τιμητικό αφιέρωμα στον Νίκο Ζαχαρόπουλο,
pp./σσ. 225-235.
Friday, January 29, 2010
Θρησκευτικότητα, όπως γραφή /
Religiosity, like writing

«In view of the reduced levels of religiosity consistently extant in populations that enjoy secure middle class lives, it can be postulated that if socioeconomic conditions had been similarly benign since humans first appeared it is unlikely that religion would have developed to nearly the degree seen in actual human history, and atheism would have been much more widespread and possibly ubiquitous since the beginning. Materialism and language in contrast would still be omnipresent. Ergo, strong religiosity has all the signs of being a natural invention of human minds in response to a defective habitat, and is neither supernatural, nor genetically preprogrammed to the same extent as are more deeply set language and material desire. Because spirituality is a relatively optional attribute more comparable to writing which is not fundamental to the human condition, it is not consistently more difficult for humans to be spiritual than nontheistic (partly contra Boyer, 2008), under certain environmental conditions the opposite can be true».
[«Ενόψει των μειωμένων επιπέδων θρησκευτικότητας που υφίστανται σταθερά σε πληθυσμούς που απολαμβάνουν ασφαλή ζωή μέσου επιπέδου, συνάγεται ότι αν οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ήταν παρόμοια ευνοϊκές από τότε που εμφανίστηκε αρχικά ο άνθρωπος θα ήταν απίθανο να αναπτυχθεί η θρησκεία στον βαθμό σχεδόν που όντως εμφανίστηκε στην ανθρώπινη ιστορία, και ο αθεϊσμός θα ήταν πολύ πιο διαδεδομένος και πιθανώς παντελής εξ αρχής. Ο υλισμός και η γλώσσα, σε αντίθεση, θα εξακολουθούσαν να έχουν καθολική παρουσία. Όθεν, η ισχυρή θρησκευτικότητα έχει όλα τα γνωρίσματα που την καθιστούν φυσική εφεύρεση του ανθρώπινου νου ως απάντηση στο ελαττωματικό περιβάλλον κατοικίας του, και δεν είναι ούτε υπερφυσικά ούτε γενετικά προγραμματισμένη εκ των προτέρων στην ίδια έκταση όπως συμβαίνει με τη γλώσσα και την υλική επιθυμία που είναι τοποθετημένα βαθύτερα. Επειδή η πνευματικότητα είναι σχετικά προαιρετικό χαρακτηριστικό το οποίο μπορεί περισσότερο να συγκριθεί με τη γραφή η οποία δεν είναι θεμελιώδης στον άνθρωπο, δεν είναι απαραίτητα πιο δύσκολο για τους ανθρώπους να είναι πνευματικοί αντί μη-θεϊστές (εν μέρει αντίθετη άποψη Boyer, 2008), κάτω από συγκεκριμένες περιβαλλοντικές συνθήκες το αντίθετο μπορεί να ισχύει».]
* Gregory Paul,
«The Chronic Dependence of Popular Religiosity upon Dysfunctional Psychosociological Conditions»,
[Η Χρόνια Εξάρτηση της Λαϊκής Θρησκευτικότητας από τις Δυσλειτουργικές Ψυχοκοινωνικές Συνθήκες],
Evolutionary Psychology (www.epjournal.net), 2009. 7(3): 398-441. [English, PDF]
Βλέπε, επίσης, αναφορά της μελέτης στο άρθρο
«Ψάχνουν το Θεό μακριά από τη θρησκεία»,
στο Έθνος της 23ης Ιανουαρίου 2010.
Subscribe to:
Posts (Atom)
