.

Showing posts with label ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ. Show all posts

Thursday, September 5, 2019

η παραλυτική ατολμία της ποιότητας /

the paralyzing hesitancy of quality




 
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

«Βδέλυγμα σε τόπο άγιο»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΕΤΙΚΕΤΕΣ: EΠIΦYΛΛIΔA

Η  επιφυλλίδα επιτρέπεται να αιθεροβατεί – είναι φιλολογικό είδος, δεν πειθαρχεί στις απαιτήσεις επικαιρότητας της ειδησεογραφίας.

Στην οργάνωση και στη λειτουργία του ελλαδικού κράτους, ποια δεδομένα δεν είναι ελληνικά, δεν τα γέννησε η σοφία της ανάγκης, η εμπειρική παράδοση του Ελληνισμού; Είναι πολλά, ας ξεχωρίσουμε τρία: Ο διακοσμητικός ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δηλαδή το συγκεντρωτικό κράτος. Επίσης, η προτεραιότητα δάνειων ιδεολογημάτων (όχι της επιχώριας ανάγκης) στην άσκηση της πολιτικής. Και η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού κοινωνικού θησαυρίσματος σε «επικρατούσα θρησκεία».

Η θρησκεία συνήθως είναι θεσμοποιημένη αγοραπωλησία: κάποιοι πουλάνε, κάποιοι αγοράζουν. Πωλούνται χρηστικά ωφελιμοθηρικά προτάγματα, αγοράζονται παρηγορητικές ψευδαισθήσεις. Το κράτος κατοχυρώνει τη συναλλαγή, διότι του εξασφαλίζει λιγότερο φόρτο δουλειάς για την αστυνομία και τα δικαστήρια. Αλλοτριώνει θεσμικά σε θρησκεία (σε ατομοκεντρικό νομικισμό και ηθικοπλαστική προπαγάνδα, δηλαδή σε «κήρυγμα») την ανατροπή της θρησκείας, που είναι ο εκκλησιαστικός γιορτασμός της ζωής. Παραβλέπει το κράτος ότι μπροστάρηδες στη Γιορτή της Εκκλησίας είναι ο ληστής, η πόρνη, ο άσωτος. Στη θέση της τολμηρής απελευθερωτικής ανατροπής, το κράτος αντιτάσσει ένστολους υπαλλήλους της δημόσιας τάξης και του καθωσπρεπισμού.

Οι θρησκευτικοί υπάλληλοι του κράτους διαβαθμίζονται – οι υψηλόβαθμοι είναι ογδόντα δύο (82) «μητροπολίτες». Πώς επιλέγονται; Πρέπει να είναι άγαμοι (όχι έμπειροι μοναστικής άσκησης, απλώς απάντρευτοι). Να έχουν και πτυχίο «πανεπιστημιακής» Θεολογικής Σχολής. Με ποια διαδικασία εκλέγονται; Μόνο με παρασκήνιο – η ψηφοφορία είναι μυστική, οι εκλέκτορες δεν αιτιολογούν την ψήφο τους. Πρόκειται για το απόλυτο της αυθαιρεσίας.

Η μετάβαση από τη βαθμίδα του «πρεσβυτέρου» (ιερέα) στη βαθμίδα του μητροπολίτη επισκόπου συνιστά υπαρκτική μετάλλαξη, κυριολεκτική – από σερνάμενη κάμπια σε χρυσοστολισμένη πεταλούδα. Το ασήμαντο, καλογεροφορεμένο «παπαδάκι» μεταμορφώνεται ακαριαία σε πρίγκηπα, γίνεται αφέντης, δεσπότης, μπορεί και τριανταπεντάρης αλλά σεβασμιότατος, όλοι γονατίζουν μπροστά του και τον προσκυνούν.

Συχνά διαχειρίζεται χρήματα πολλά, αλλά τον άνθρωπο τον αλλάζει κυρίως η δύναμη, η εξουσιαστική ισχύς, το ακαταμάχητο κύρος του αξιώματος. Και μαζί, το αιφνίδιο της ριζικής μεταβολής. Ο φτωχός, χιλιοταπεινωμένος στις σημερινές συνθήκες «παπάς», που τον έχει λιώσει η μοναξιά και η περιθωριοποίηση, «εξαίφνης» γίνεται οικοδεσπότης επισκοπικής έπαυλης, συχνά διώροφης ή τριώροφης, με κήπο, ανθοκομική ποικιλία, υπηρετικό προσωπικό, ένα ή και «στόλο» αυτοκινήτων, με οδηγό ή οδηγούς, μάγειρα, οικονόμο.

Αυτή η ονειρώδης «μεταστοιχείωση» κερδίζεται με ένα πτυχίο Θεολογικής, που το παίρνει πια σήμερα ο πάσα ένας. Το μεγαλωμένο συνήθως στην ένδεια, συμπλεγματικό χωριατόπουλο, χωρίς εμπειρία και εθισμούς στην αστική συμπεριφορά, μεταφυτεύεται σε συνθήκες και όρους άρχοντα. Επίσημα δείπνα, συνεχής συγχρωτισμός με τους σκληροπετσωμένους της εξουσίας, αλισβερίσια μυθικών κονδυλίων, περίγυρος αδίστακτων κερδομανών.

Και όταν «λειτουργεί», τα παραισθησιογόνα κορυφώνονται: Ο χθεσινός «Μήτσος», «Κώτσος» ή «Παναγής» ντύνεται ακέραιη τη στολή τού άλλοτε απόλυτου μονάρχη της «οικουμένης»: Σάκο αυτοκρατορικό και μανδύα με «ουρά», μίτρα και σκήπτρο επίσης του «άρχοντος και δεσπότου βασιλέως», με τον διάκονο να του κρατάει την «ουρά». Αυτά όλα, με καταιγιστικούς τους πολυχρονισμούς και άφθονο το θυμίαμα, όχι στον καθεδρικό, της πρωτεύουσας του κράτους ναό, αλλά και στο τελευταίο κουτσοχώρι όπου ιερουργεί «δεσπότης».

Από όλα αυτά τίποτε δεν είναι ανάγκη να αλλάξει στην ιεροτελεστία, αρκεί να λείψει το ψέμα και η αφόρητη αδικία. Είναι πρόκληση και μάλιστα βάναυση, άνθρωποι τόσο ελάχιστων προσόντων ή και κραυγαλέα ανύπαρκτης σοβαρότητας να έχουν μεταβάλει ένα τεράστιας δυναμικής λειτούργημα σε λαχείο, που μεταμορφώνει θλιβερούς σπιθαμιαίους σε υπερευνοημένους μεγιστάνες. Το μυστικό για να μην χαθεί τίποτα και όλα να μεταμορφωθούν, είναι να προταχθεί η δίψα και ανάγκη για ανθρώπινη ποιότητα.

Ανοίξτε την ετήσια έκδοση «Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος», όπου απογράφονται τα βιογραφικά σημειώματα όλων των μητροπολιτών. Είναι ίλιγγος: για τη συντριπτική πλειονότητα, τα προσόντα εξαντλούνται στο πτυχίο της Θεολογικής και σε θητεία ιεροκήρυκα, δηλαδή αμειβόμενου προπαγανδιστή. Με αυτά τα δύο «εφόδια» γίνεσαι από πληβείος άρχοντας πολυζήλευτος. Ακόμα και υπουργό σήμερα δεν σε κάνουν με ένα πτυχίο και κάποια θητεία προπαγανδιστή. Δεσπότη, αν έχεις αποδείξει ότι είσαι (και θα παραμείνεις) πειθήνιος, σε χειροτονούν.

Μέσα από διαβλητές και εξοργιστικά άδικες διαδικασίες εκλογής, το «σώμα» των επισκόπων-μητροπολιτών στο ελλαδικό κρατίδιο έχει να επιδείξει (αλλά δεν το κάνει) και κάποια δείγματα εξαιρετικής ανθρώπινης ποιότητας. Είναι μια μειονότητα πολύτιμη, αλλά μάλλον ανενεργός συνοδικά. Θα ήταν ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς ποιοι παράγοντες ή ποιοι συντελεστές παγιδεύουν αυτή την ποιότητα στην ατολμία. Είναι πρόβλημα που πιστοποιείται σε πολλούς κομβικής λειτουργίας θεσμούς στο παρακμιακό μας Ελλαδέξ.

Ασυγκρίτως οδυνηρότερη από την πλημμυρίδα της ανικανότητας και φαυλότητας, είναι η παραλυτική ατολμία της ποιότητας.

* Χρήστος Γιανναράς, «Βδέλυγμα σε τόπο άγιο»,
Η Καθημερινή
, 5 Σεπτεμβρίου 2019.


Thursday, January 12, 2012

Friedrich Engels
on the medieval European
state of the Church /

Ο Φρίντριχ Ένγκελς
για την κατάσταση της Εκκλησίας
της μεσαιωνικής Ευρώπης





The clergy, representatives of the ideology of mediaeval feudalism, felt the influence of the historic transformation no less acutely. The invention of the art of printing, and the requirements of extended commerce, robbed the clergy not only of its monopoly of reading and writing, but also of that of higher education. Division of labour was being introduced also into the realm of intellectual work. The newly arising class of jurists drove the clergy out of a series of very influential positions. The clergy was also beginning to become largely superfluous, and it acknowledged this fact by growing lazier and more ignorant. The more superfluous it became, the more it grew in numbers, thanks to the enormous riches which it still kept on augmenting by fair means or foul.

The clergy was divided into two distinct groups. The feudal hierarchy of the clergy formed the aristocratic group — bishops and archbishops, abbots, priors and other prelates. These high church dignitaries were either imperial princes themselves, or they reigned as vassals of other princes over large areas with numerous serfs and bondsmen. They not only exploited their subjects as recklessly as the knighthood and the princes, but they practised this in an even more shameful manner. They used not only brutal force, but all the intrigues of religion as well; not only the horrors of the rack, but also the horror of excommunication, or refusal of absolution; they used all the intricacies of the confessional in order to extract from their subjects the last penny, or to increase the estates of the church. Forging of documents was a widespread and beloved means of extortion in the hands of those worthy men, who, receiving from their subjects feudal payments, taxes and tithes, were still in constant need of money. The manufacture of miracle-producing saints' effigies and relics, the organisation of praying-centres endowed with the power of salvation, the trade in indulgences was resorted to in order to squeeze more payments out of the people. All this was practised long and with not little success.

The prelates and their numerous gendarmerie of monks which grew with the spread of political and religious baiting, were the objects of hatred not only of the people but also of the nobility. Being directly under the empire, the prelates were in the way of the princes. The fast living of the corpulent bishops and abbots with their army of monks, roused the envy of the nobility and the indignation of the people who bore the burden. Hatred was intensified by the fact that the behaviour of the clergy was a slap in the face of their own preaching.

The plebeian faction of the clergy consisted of preachers, rural and urban. The preachers were outside the feudal hierarchy of the church and participated in none of its riches. Their activities were less rigorously controlled and, important as they were for the church, they were for the moment far less indispensable than the police services of the barracked monks. Consequently, they were paid much less than the monks, and their prebends were far from lucrative. Being of a middle-class or plebeian origin, they were nearer to the life of the masses, thus being able to retain middle-class and plebeian sympathies, in spite of their status as clergy. While the participation of the monks in the movements of their time was the exception, that of the plebeian clergy was the rule. They gave the movement its theorists and ideologists, and many of them, representatives of the plebeians and peasants, died on the scaffold. The hatred of the masses for the clergy seldom touched this group.

What the emperor was to the princes and nobility, the pope was to the higher and lower clergy. As the emperor received the "common penny," the imperial taxes, so the pope was paid the general church taxes, out of which he defrayed the expenses of the luxurious Roman court. In no country were his taxes collected with such conscientiousness and rigour as in Germany, due to the power and the number of the clergy. The annates were collected with particular severity when a bishopric was to become vacant. With the growth of the court's demands, new means for raising revenues were invented, such as the traffic in relics and indulgences, jubilee collections, etc. large sums of money were thus yearly transported from Germany to Rome, and the increased pressure fanned not only the hatred towards the clergy, but it also aroused national feelings, particularly among the nobility, the then most national class.

Ο κλήρος, ο εκπρόσωπος της ιδεολογίας της μεσαιωνικής
 φεουδαρχίας, ένιωθε την επίδραση της ιστορικής στροφής με 
την ίδια οξύτητα. Η τυπογραφία και οι ανάγκες του πιο εκτεταμένου εμπορίου του είχαν αφαιρέσει το μονοπώλιο όχι μόνο της γραφής και της ανάγνωσης, αλλά και της ανώτερης μόρφωσης. Ο καταμερισμός της εργασίας άρχισε να εισβάλει και στον 
πνευματικό τομέα. Η νεοεμφανιζόμενη κλειστή τάξη των νομομαθών έδιωχνε τον κλήρο από μια σειρά από τα πιο σημαντικά αξιώματα. Ο κλήρος άρχισε να γίνεται κι αυτός περιττός και
 αυτό το έδειχνε κι ο ίδιος μέσω της όλο και μεγαλύτερης οκνηρίας και αμάθειάς του. Όσο πιο περιττός γινόταν, όμως, τόσο
 γινόταν και πιο πολυάριθμος χάρη στα τεράστια πλούτη του, 
τα οποία δεν έπαυε να αυξάνει με όλα τα δυνατά μέσα.

Μέσα στον κλήρο, υπήρχαν δύο τελείως ξεχωριστές τάξεις.
 Η πνευματική φεουδαρχική ιεραρχία αποτελούσε την αριστο
κρατική τάξη: τους επισκόπους, αρχιεπισκόπους, αβάδες, ηγου
μένους και άλλους ιεράρχες. Αυτοί οι υψηλοί αξιωματούχοι 
της Εκκλησίας ή ήταν οι ίδιοι πρίγκιπες της αυτοκρατορίας ή
 κατείχαν σαν φεουδάρχες, κάτω από την κυριαρχία άλλων πρι
γκίπων, μεγάλες εκτάσεις γης με πολυάριθμους δουλοπάροι
κους και υποτελείς. Εκμεταλλεύονταν τους κατωτέρους τους 
όχι μόνο το ίδιο αμείλικτα με την αριστοκρατία και τους πρί
γκιπες, αλλά και πολύ πιο αναίσχυντα. Πλάι στην ωμή βία, κι
νητοποιούσαν και όλα τα τεχνάσματα της θρησκείας, πλάι στο 
φόβο των βασανιστηρίων, έβαζαν όλους τους φόβους του αφο
ρισμού και της άρνησης της άφεσης αμαρτιών, όλες τις μηχα
νορραφίες του εξομολογητηρίου, για να αποσπάσουν από τους
 υπηκόους τους και την τελευταία τους πεντάρα ή για να αυξηθεί το μερίδιο κληρονομιάς της Εκκλησίας. Η πλαστογράφηση 
πιστοποιητικών ήταν συνηθισμένο και προσφιλές μέσο απάτης 
γι’ αυτούς τους αξιότιμους ανθρώπους. Αλλά, παρ’ όλο που,
 εκτός από τους συνηθισμένους φεουδαρχικούς φόρους και τα
 δοσίματα, εισέπρατταν και τη δεκάτη, όλα αυτά τα έσοδα ποτέ
 δεν ήταν αρκετά. Κατέφευγαν στην κατασκευή θαυματουργών
 εικόνων και λειψάνων, την οργάνωση ευλογημένων προσευχη
ταρίων, το εμπόριο με τα συγχωροχάρτια, για να αποσπάσουν 
από το λαό περισσότερα δοσίματα και για πολύ καιρό με ιδι
αίτερη επιτυχία.

Αυτοί οι ανώτεροι κληρικοί και η πολυάριθμη χωροφυλακή 
τους από μοναχούς, που δυνάμωνε διαρκώς με τη διάδοση των 
πολιτικών και θρησκευτικών διώξεων, ήταν ο στόχος πάνω
 στον οποίο συγκεντρωνόταν το μίσος ενάντια στους παπάδες 
όχι μόνο του λαού, αλλά και της αριστοκρατίας.
Στο βαθμό που βρίσκονταν άμεσα κάτω από την αυτοκρατορική εξουσία,
 μπλέκονταν στα πόδια των πριγκίπων. Η αργόσχολη καλοζωία 
των παχουλών επισκόπων και των αβάδων και του μοναστικού 
στρατού τους προκαλούσε το φθόνο της αριστοκρατίας και
εξόργιζε το λαό, που έπρεπε να πληρώνει το κόστος της, πολύ
 περισσότερο μάλιστα που αυτό ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση
 με τα κηρύγματά τους.

Η πληβειακή μερίδα του κλήρου αποτελούνταν από ιεροκήρυκες της υπαίθρου και της πόλης. Αυτοί βρίσκονταν έξω από 
τη φεουδαρχική εκκλησιαστική ιεραρχία και δεν είχαν κανένα 
μερίδιο στα πλούτη της. Η δουλειά τους ελεγχόταν λιγότερο 
και, όσο σημαντική κι αν ήταν για την Εκκλησία, άμεσα ήταν 
πολύ λιγότερο απαραίτητη από τις αστυνομικές υπηρεσίες των 
στρατωνισμένων μοναχών. Γι’ αυτό πληρώνονταν πολύ χειρό
τερα και τα εισοδήματά τους ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, πολύ ισχνά. Αστικής ή πληβειακής καταγωγής, βρίσκονταν 
αρκετά κοντά στις συνθήκες ζωής των μαζών, ώστε να διατηρούν τις συμπάθειές τους ανάμεσα στους αστούς και τους πληβείους, παρ’ όλο το ιερατικό τους σχήμα. Η συμμετοχή στα κι
νήματα της εποχής, ενώ για τους μοναχούς ήταν εξαίρεση, γι’
 αυτούς ήταν κανόνας. Από αυτούς βγήκαν οι θεωρητικοί και οι 
ιδεολόγοι του κινήματος, και πολλοί απ’ αυτούς, εκπρόσωποι
 των πληβείων και των αγροτών, πέθαναν γι’ αυτό στο ικρίωμα.
 Το λαϊκό μίσος ενάντια στους παπάδες στρέφεται εναντίον 
τους μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Όπως πάνω από τους πρίγκιπες και την αριστοκρατία στε
κόταν ο αυτοκράτορας, έτσι στεκόταν πάνω από τους ανώτερους και κατώτερους κληρικούς ο πάπας. Όπως πληρωνόταν
 στον αυτοκράτορα η «κοινή δεκάρα», οι φόροι της αυτοκρα
τορίας, έτσι πληρώνονταν στον πάπα οι γενικοί εκκλησιαστικοί
 φόροι, με τους οποίους εκείνος χρηματοδοτούσε την πολυτέλεια στη Ρωμαϊκή Αυλή. Σε καμιά χώρα αυτοί οι εκκλησιαστι
κοί φόροι δεν εισπράττονταν με μεγαλύτερη ευσυνειδησία και
 αυστηρότητα -χάρη στη δύναμη και τον αριθμό των παπάδων- απ’ όσο στη Γερμανία. Αυτό συνέβαινε ιδιαίτερα με τα «αννάτα», όταν απονέμονταν οι επισκοπές. Με την άνοδο των ανα
γκών, εφευρέθηκαν νέα μέσα για τον προσπορισμό χρημάτων:
 το εμπόριο με λείψανα και συγχωροχάρτια, οι εισφορές ιωβη
λαίων κλπ. Έτσι, τεράστια ποσά έφευγαν κάθε χρόνο από τη 
Γερμανία προς τη Ρώμη και η αύξηση της πίεσης όχι μόνο δυνάμωνε το μίσος ενάντια στους παπάδες, αλλά και προκαλούσε το εθνικό αίσθημα, ιδιαίτερα της αριστοκρατίας, της τότε πιο 
εθνικής κλειστής τάξης.

* Friedrich Engels / Φρίντριχ Ένγκελς,
The Peasant War in Germany
(Neue Rheinische Zeitung. Revue 1850, engl. transl. M. Olgin) /
Ο πόλεμος των χωρικών στη Γερμανία
(μετάφρ. Θαν. Παπαρήγας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή 1991, σσ. 46-49).












Friday, December 9, 2011

Ο αφορισμός & η κατάρα
εναντίον εκείνου
που αδικεί οικονομικά ένα μοναστήρι:
Μονή Κουτλουμουσίου κατά Νικολάκη Χάστα /

Excommunication & curse
against a Church member
for financial reasons
towards the Koutloumousiou monastery






   
Ἱερώτατε ἀρχιεπίσκοπε Προικονήσου ἐν ἁγίῳ πν(εύματι) ἀγαπητὲ ἀδελφὲ καὶ συλλειτουργέ, καὶ ἐντιμότατοι κληρικοί, εὐλαβέστατοι ἱερεῖς, χρήσιμοι γέροντες καὶ προεστῶτες τῆς ἐπαρχίας ταύτης,

χάρις εἴη ὑμῖν καὶ εἰρήνη παρὰ Θεοῦ. Οἱ ὁσιώτατοι πατέρες τοῦ κατὰ τὸ ἁγιώνυμον ὄρος τοῦ Ἄθωνος
ἱεροῦ καὶ σεβασμίου ἡμετέρου πατριαρχικοῦ καὶ σταυροπηγιακοῦ μοναστηρίου τοῦ Κουτλουμουσίου ἀνήγγειλαν ἡμῖν ὅτι ὁ ποτὲ Τριαντάφυλλος τοῦ Μανολάκη, ἀπὸ χωρίου Ἀλώνης τῆς ἐπαρχίας ταύτης, ἐν τοῖς ζῶσι διατελῶν περιερχόμενος χάριν προσκυνήσεως εἰς τὸ ἁγιώνυμον ὄρος, ἐπορεύθη καὶ εἰς τὸ ῥηθὲν μοναστήριον τοῦ Κουτλουμουσίου, κἀκεῖσε προσκυνήσας, ἔγραψε καὶ χάριν μνημοσύνου δεκατρία ὀνόματα, ὑπὲρ ὧν ἀφιέρωσε διὰ γράμματος αὐτοῦ ὑπογεγραμμένου τὸ τρίτον μέρος ἁπαξαπάσης τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ὅπως δοθῇ ἀμεταθέτως μετὰ θάνατον αὐτοῦ εἰς τὸ ῥηθὲν τουτὶ ἱερὸν μοναστήριον, ἐξαιρουμένου πρῶτον τοῦ χρέους αὐτοῦ καὶ τῶν ὧν ἀφῆκε τῇ γυναικὶ πραγμάτων. Ἐν τῷ ἀπαιτεῖσθαι δὲ δικαίως παρὰ τῶν ῥηθέντων πατέρων τὸ τρίτον μέρος τῶν καταληφθέντων πραγμάτων τοῦ ποτὲ Τριανταφύλλου, ἡ μὲν γυνὴ ἐκείνου πείθεται τῇ διαταγῇ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς καὶ οὐκ ἀντιλέγει, ὁ δὲ ἐξάδελφος τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς Νικολάκης Χαστᾶς, οὐκ ἐᾷ λαβεῖν τοὺς πατέρας τὸ δίκαιον τοῦ μοναστηρίου αὐτῶν, ἐναντιούμενος διαφόρως τῇ εὐλόγῳ διαταγῇ τοῦ ποτὲ Τριανταφύλλου, καὶ προβάλλων ἐκτὸς τοῦ γνησίου χρέους ἐκείνου καὶ ἄλλα νόθα χρέη, καὶ ὅλως ζητῶν παντοιοτρόπως ζημιῶσαι τὸ μοναστήριον.

Ὅπερ μὴ ἀνεχόμενοι οἱ ἐν αὐτῷ ἀσκούμενοι πατέρες, προσέδραμον τῇ εὐθυδικίᾳ τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἐδεήθησαν θερμῶς ἐκδοθῆναι τὸ παρὸν ἡμέτερον πατριαρχικὸν ἐκκλησιαστικὸν γράμμα εἰς ἀποκατάστασιν καὶ λῆψιν τῶν μοναστηριακῶν δικαίων αὐτῶν, καὶ κατὰ τοῦ ῥηθέντος Νικολάκη Χαστᾶ, ἔτι δὲ καὶ κατὰ τῶν σπευδόντων
οἱῳδήτινι τρόπῳ ἀδικῆσαι τὸ ῥηθὲν μοναστήριον. Καὶ δὴ βεβαιωθέντες ἀκριβῶς ἀπὸ γράμματος τῆς σῆς ἱερότητος οὕτως ἔχειν τὴν ἀλήθειαν, γράφοντες ἀποφαινόμεθα συνοδικῶς μετὰ τῶν περὶ ἡμᾶς ἱερωτάτων ἀρχιερέων καὶ ὑπερτίμων τῶν ἐν ἁγίῳ πν(εύματι) ἀγαπητῶν ἡμῶν ἀδελφῶν καὶ συλλειτουργῶν, ἵνα ὁ ῥηθεὶς Νικολάκης Χαστᾶς, πρωτεξάδελφος τοῦ ποτὲ Τριανταφύλλου, καὶ ὅσοι ἄλλοι τῶν χριστιανῶν, ἄνδρες ἢ γυναῖκες, συγγενεῖς ἢ ξένοι, νέοι ἢ γέροντες, σπεύδουσι τρόπῳ οἱῳδήτινι ἀδικῆσαι τὸ ῥηθὲν μοναστήριον, ἂν μὴ οὗτοι πάντες ἅμα τῷ ἀκοῦσαι καὶ ἰδεῖν τὸ παρὸν ἡμέτερον τῆς τελείας ἐκκλησιαστικῆς ἀποφάσεως γράμμα, παυσάμενοι πάσης ἀντιλογίας καὶ ἐναντιότητος, ἀφήσωσι λαβεῖν τὸ μοναστήριον τὸ τρίτον μέρος τῶν καταληφθέντων πραγμάτων τοῦ ποτὲ Τριανταφύλλου, μετὰ τὴν ἑξαίρεσιν τοῦ γνησίου χρέους ἐκείνου καὶ τῶν ὧν ἀφῆκε τῇ γυναικὶ αὐτοῦ πραγμάτων, κατὰ τὴν διαταγὴν ἐκείνου, καὶ κατὰ τὸ ὅπερ ἔχουσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν οἱ πατέρες ἐνυπόγραφον ἐκείνου ἀφιερωτικὸν γράμμα, ἀλλὰ προφασιζόμενοι διαφόρως ἀντιλέγοντές τε καὶ ἑτέρου νόθου χρέους προσθήκην ποιούμενοι καὶ ὅλως μετερχόμενοι τρόπους πολυειδεῖς ἐπὶ τῷ ἀδικῆσαι τὸ μοναστήριον, φανῶσιν ἀπειθεῖς καὶ παρήκοοι τῶν πατριαρχικῶν ἡμῶν καὶ συνοδικῶν ἑπιταγῶν, καὶ οὐκ ἐάσωσι λαβεῖν τὸ μοναστήριον τὸ δίκαιον αὐτοῦ, οἱ τοιοῦτοι ὁποῖοι ἂν ὦσιν μετὰ τοῦ ῥηθέντος κακεντρεχοῦς καὶ κακοτρόπου Νικολάκη Χαστᾶ ἀφωρισμένοι εἴησαν ἀπὸ Θεοῦ καὶ κατηραμένοι καὶ ἀσυγχώρητοι καὶ μετὰ θάνατον ἄλυτοι, αἱ πέτραι καὶ ὁ σίδηρος λυθείησαν, αὐτοὶ δὲ μηδαμῶς, κληρονομήσειαν τὴν λέπραν τοῦ Γιεζῆ καὶ τὴν ἀγχόνην τοῦ Ἰούδα, ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ εἴη ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, καὶ ἡ μερὶς αὐτῶν μετὰ τοῦ προδότου Ἰούδα, καὶ προκοπὴν μήποτε ἴδοιεν, ἔχοντες καὶ τὰς ἀρὰς πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος ὁσίων καὶ θεοφόρων τῆς ἐκκλησίας πατέρων, ὁ δὲ ῥηθεὶς Νικολάκης Χαστᾶς ὡς φιλάδικος, κακότροπος καὶ μαθητὴς τοῦ διαβόλου ὑπάρχῃ καὶ ἔξω τῆς τοῦ Χ(ριστο)ῦ ἐκκλησίας καὶ τῆς τῶν χριστιανῶν συναναστροφῆς, συνομιλίας καὶ ὁμηγύρεως, μηδεὶς ἐκκλησιάσῃ αὐτὸν ἢ ἁγιάσῃ ἢ θυμιάσῃ ἢ συναναστραφῇ αὐτῷ ἐξ ἀποφάσεως. ͵αφπηω.

   
ΕΝ ΜΗΝΙ ΑΥΓΟΥΣΤΩ ΙΝΔΙΚΤΙΩΝΟΣ ϛης:

   
Ὁ Καισαρείας Γρηγόριος ☩ Ὁ Ἐφέσου Σαμουήλ
—☩
Ὁ Ἠρακλείας Μεθόδιος Ὁ Κυζίκου Ἀγάπιος
—☩
Ὁ Νικομηδίας Γεράσιμος ☩ Ὁ Δέρκων Ἀνανίας
—☩
Ὁ Τορνόβου Καλλίνικος Ὁ Λαρίσσης Μελέτιος
—☩
Ὁ Ἄρτης Μακάριος.


* Acta Monasterii Cutlumusii Acta, Eccl. et Legal.,
Επιστολή Πατριάρχου Προκοπίου [Epistula Procopii patriarchae] (a./περ. 1788).

Source: / Πηγή:

P. Lemerle,
Actes de Kutlumus [Archives de l'Athos II (2). Paris: P. Lethielleux, 1945/1988]: 208-209.


Sunday, August 29, 2010

Eksagoreftekion: the predecessor of the Indulgences /

Εξαγορευτίκιο: ο πρόδρομος του Συγχωροχαρτιού


Μουστοξύδης, Ελληνομνήμων, σ. 692.


Laurent, Une famille turque..., σ. 356.


«Ο Παχώμιος Ρουσάνος μεταξύ των εσόδων του Αγαλλιανού συγκαταλέγει και το εξαγορευτίκιον (εξαγορεύω=εξομολογώ), χρηματικό ποσό που φαίνεται να καταβάλλουν οι πιστοί για το μυστήριο της εξομολογήσεως. [υποσημ.: ΜΟΥΣΤΟΞΥΔΗΣ, Ελληνομνήμων, 692.] Το τέλος αυτό δεν πρέπει να συνδεθεί, τουλάχιστον άμεσα, μα τα συγχωροχάρτια, αλλά πρέπει να ενταχθεί στα παγιωμένα έθη επιτελέσως μυστηρίων-ιεροπραξιών επ' αμοιβή, όπως το μυστήριο του γάμου και της θείας ευχαριστίας (ειδικότερα η μετάδοση της θείας κοινωνίας), όχι πάντοτε αποδεκτά από την εκκλησία. Η χορήγηση της θείας μεταλήψεως επί χρήμασι, όπως μνημονεύθηκε, καταδικάσθηκε ρητά ως σιμωνία από τη σύνοδο του 1497. Έμμεσα, το εξαγορευτίκιον, έστω και με τη μορφή καταβολής αμοιβής για τελεσθείσα ιεροπραξία, στοιχεί στην ίδια λογική με το συγχωροχάρτι (καταβολή χρημάτων για την άφεση των αμαρτιών) και ίσως να αποτελεί προδρομικό στάδιο καθιερώσεως του τελευταίου. Διαφέρει πάντως από το πρώτο γιατί χορηγείται και εκ του μακρόθεν χωρίς να προηγηθεί εξαγόρευση. Ήδη στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα πρέπει να αποτελεί περιστασιακό έσοδο των αρχιερέων: στην κατοχή του Ματθαίου Ραούλ Μελίκη, μεταξύ συγχωροχαρτιών που εκδόθηκαν από πατριάρχες, υπάρχει και συγχωροχάρτι το όποιο ο ίδιος ζήτησε από τον μητροπολίτη Μονεμβασίας Δοσίθεο. [υποσημ.: V[ITALIEN] LAURENT, Une familie turque au service de Byzance: les Mélikès. BZ 49, 1956. 350-351 καί 356-357.] Το προνόμιο εκδόσεως συγχωροχαρτιών, σταδιακά ως τον 17ο αιώνα, περιορίσθηκε μόνον σέ πατριάρχες».


* Κρίτων Χρυσοχοΐδης / Criton Cryssochoidis,
«Τὰ οἰκονομικὰ τῶν ἐπισκόπων στίς πρῶτες δεκαετίες τοῦ 16ου αἰώνα καὶ ἡ περίπτωση τοῦ Γενναδίου Σερρῶν»
The Financial Situation of Bishops in the First Decades of the 16th Century and the Case of Gennadius of Serres»],
Βυζαντινά Σύμμεικτα 12,
p./σ. 306.
[Greek/Ελληνικά, PDF]