Sunday, January 30, 2011

ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν αὐτὰ ὁ Θεὸς



«ἀξιῶσε, τέκνον,
ἀναβλέψαντα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν
καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς πάντα ἰδόντα,
γνῶναι ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν αὐτὰ ὁ Θεὸς
καὶ τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος οὕτως γεγένηται»

2 Μακκαβαίων 7:28

Θεός : Ορισμός & έννοια /

God : Definition & meaning


«ΘΕΟΣ. Οτιδήποτε λατρεύεται μπορεί να οριστεί ως θεός, εφόσον ο λάτρης τού αποδίδει δύναμη μεγαλύτερη από τη δική του και το ευλαβείται. Ένα άτομο μπορεί να καταστήσει θεό ακόμη και την κοιλιά του. (Ρω 16:18· Φλπ 3:18, 19) Η Αγία Γραφή κάνει λόγο για πολλούς θεούς (Ψλ 86:8· 1Κο 8:5, 6), αλλά δείχνει ότι οι θεοί των εθνών είναι άχρηστοι.—Ψλ 96:5· βλέπε ΘΕΟΙ ΚΑΙ ΘΕΕΣ.

Οι Εβραϊκές Λέξεις. Μία από τις εβραϊκές λέξεις που αποδίδονται «Θεός» είναι η λέξη ’Ελ που πιθανότατα σημαίνει «Κραταιός· Δυνατός». (Γε 14:18) Χρησιμοποιείται για τον Ιεχωβά, για άλλους θεούς, καθώς και για ανθρώπους. Επίσης, χρησιμοποιείται εκτεταμένα στη σύνθεση κύριων ονομάτων, όπως το Ελισαιέ (που σημαίνει «Ο Θεός Είναι Σωτηρία») και το Μιχαήλ («Ποιος Είναι Όμοιος με τον Θεό;»). Σε μερικά σημεία η λέξη ’Ελ χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το οριστικό άρθρο (χα’Ελ, κατά κυριολεξία «ο Θεός») για τον Ιεχωβά, διαχωρίζοντάς τον κατ’ αυτόν τον τρόπο, από άλλους θεούς.—Γε 46:3· 2Σα 22:31· βλέπε ΜΝΚ με Υποσημειώσεις, παράρτημα 1Ζ.

Στο εδάφιο Ησαΐας 9:6 ο Ιησούς Χριστός αποκαλείται προφητικά ’Ελ Γκιμπώρ, «Κραταιός Θεός» (όχι ’Ελ Σανταΐ [Θεός Παντοδύναμος], έκφραση που χρησιμοποιείται για τον Ιεχωβά στο εδάφιο Γένεση 17:1).

Ο τύπος ’ελίμ του πληθυντικού αριθμού χρησιμοποιείται για άλλους θεούς, όπως για παράδειγμα στο εδάφιο Έξοδος 15:11 («θεούς»). Χρησιμοποιείται, επίσης, ως πληθυντικός μεγαλειότητας και εξοχότητας, όπως στο εδάφιο Ψαλμός 89:6: «Ποιος από τους γιους του Θεού [μπιβενέχ ’Ελίμ] μπορεί να μοιάσει με τον Ιεχωβά;» Το γεγονός ότι, τόσο εδώ όσο και σε αρκετά άλλα σημεία, ο πληθυντικός αριθμός υποδηλώνει ένα μόνο πρόσωπο υποστηρίζεται από την απόδοση της λέξης ’Ελίμ στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα όπου η λέξη Θεός βρίσκεται στον ενικό αριθμό. Ανάλογα, η λατινική Βουλγάτα χρησιμοποιεί τη λέξη Deus.

Η εβραϊκή λέξη ’ελοχίμ (θεοί) φαίνεται να προέρχεται από μια ρίζα που σημαίνει «είμαι ισχυρός». Η λέξη ’Ελοχίμ είναι ο πληθυντικός αριθμός της λέξης ’ελοχάχ (θεός). Σε μερικές περιπτώσεις αυτός ο πληθυντικός αναφέρεται σε ένα πλήθος θεών (Γε 31:30, 32· 35:2), αλλά συχνότερα χρησιμοποιείται ως πληθυντικός μεγαλειότητας, τιμής ή εξοχότητας. Η λέξη ’Ελοχίμ χρησιμοποιείται στις Γραφές για τον ίδιο τον Ιεχωβά, για αγγέλους, για ειδωλολατρικούς θεούς (τόσο στον ενικό όσο και στον πληθυντικό) και για ανθρώπους.

Όταν αναφέρεται στον Ιεχωβά, η λέξη ’Ελοχίμ χρησιμοποιείται ως πληθυντικός μεγαλειότητας, τιμής ή εξοχότητας. (Γε 1:1) Ο Ααρών Έμπερ έγραψε σχετικά: «Το ότι στη γλώσσα της Π[αλαιάς] Δ[ιαθήκης] η . . . [λέξη ’Ελοχίμ] (όπως αυτή χρησιμοποιείται για τον Θεό του Ισραήλ) έχει αποβάλει πλήρως την έννοια της πολυπροσωπίας φαίνεται ιδιαίτερα από το γεγονός ότι η λέξη συντάσσεται σχεδόν απαρέγκλιτα με κατηγόρημα στον ενικό αριθμό και συνοδεύεται από επιθετικό προσδιορισμό στον ενικό. . . . Η [λέξη ’Ελοχίμ] πρέπει μάλλον να εξηγηθεί ως επιτατικός πληθυντικός, ο οποίος υποδηλώνει μεγαλοπρέπεια και μεγαλειότητα και ισοδυναμεί με την έκφραση Ο Μεγαλειώδης Θεός».—Αμερικανικό Περιοδικό των Σημιτικών Γλωσσών και της Σημιτικής Λογοτεχνίας (The American Journal of Semitic Languages and Literatures), Τόμ. 21, 1905, σ. 208.

Ο τίτλος ’Ελοχίμ στρέφει την προσοχή στη δύναμη του Ιεχωβά ως Δημιουργού. Εμφανίζεται μόνος του 35 φορές στην αφήγηση της δημιουργίας, και κάθε φορά το ρήμα που περιγράφει τι είπε και τι έκανε ο Δημιουργός είναι στον ενικό αριθμό. (Γε 1:1–2:4) Σε Αυτόν έγκειται το άθροισμα και η ουσία των άπειρων δυνάμεων.

Στο εδάφιο Ψαλμός 8:5, αναφέρονται και οι άγγελοι ως ’ελοχίμ, κάτι που επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο Παύλος παραθέτει την εν λόγω περικοπή στα εδάφια Εβραίους 2:6-8. Αυτοί αποκαλούνται μπενέχ χα’Ελοχίμ, «γιοι του Θεού» (KJ· ΒΑΜ), «γιοι του αληθινού Θεού» (ΜΝΚ) στα εδάφια Γένεση 6:2, 4· Ιώβ 1:6· 2:1. Το Λεξικό των Βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης (Lexicon in Veteris Testamenti Libros), των Κέλερ και Μπαουμγκάρτνερ (1958), σ. 134, λέει: «(μεμονωμένα) θεϊκά όντα, θεοί». Και στη σελίδα 51 λέει: «οι θεοί (καθένας τους ξεχωριστά)» και αναφέρει τα εδάφια Γένεση 6:2· Ιώβ 1:6· 2:1· 38:7. Γι’ αυτόν το λόγο, στο εδάφιο Ψαλμός 8:5, η λέξη ’ελοχίμ αποδίδεται “άγγελοι” (Ο΄ [8:6]) ή «θεοειδείς» (ΜΝΚ).

Η λέξη ’ελοχίμ χρησιμοποιείται επίσης σε σχέση με ειδωλολατρικούς θεούς. Σε μερικές περιπτώσεις αυτός ο πληθυντικός αριθμός σημαίνει απλώς “θεοί”. (Εξ 12:12· 20:23) Άλλοτε, αποτελεί πληθυντικό εξοχότητας και αναφέρεται σε έναν μόνο θεό (ή θεά). Ωστόσο, σαφέστατα δεν επρόκειτο για τριαδικούς θεούς.—1Σα 5:7β (Δαγών)· 1Βα 11:5 («θεά» Αστορέθ)· Δα 1:2β (Μαρντούκ).

Στα εδάφια Ψαλμός 82:1, 6, η λέξη ’ελοχίμ χρησιμοποιείται για ανθρώπους, ανθρώπινους κριτές στον Ισραήλ. Ο Ιησούς παρέθεσε από τον εν λόγω Ψαλμό στα εδάφια Ιωάννης 10:34, 35. Αυτοί ήταν θεοί δεδομένου ότι υπηρετούσαν ως εκπρόσωποι του Ιεχωβά. Παρόμοια στον Μωυσή λέχθηκε ότι θα ήταν «Θεός» για τον Ααρών και για τον Φαραώ.—Εξ 4:16, υποσ· 7:1.

Σε πολλά σημεία των Γραφών, το οριστικό άρθρο χα προηγείται της λέξης ’Ελοχίμ. (Γε 5:22) Σχετικά με τη χρήση της έκφρασης χα’Ελοχίμ, ο Φ. Θορέλ αναφέρει: «Στις Άγιες Γραφές, ειδικά ο μόνος αληθινός Θεός, ο Γιαχβέ, προσδιορίζεται από αυτή τη λέξη· . . . “Ο Γιαχβέ είναι ο [μόνος αληθινός] Θεός” Δευ 4:35· 4:39· Ιη 22:34· 2Σα 7:28· 1Βα 8:60, κτλ.».—Εβραϊκό Λεξικό της Παλαιάς Διαθήκης (Lexicon Hebraicum Veteris Testamenti), Ρώμη, 1984, σ. 54· οι αγκύλες δικές του.

Η Ελληνική Λέξη. Η λέξη που χρησιμοποιείται συνήθως στη Μετάφραση των Εβδομήκοντα για την απόδοση των ’Ελ και ’Ελοχίμ είναι η λέξη θεός που χρησιμοποιείται και στο πρωτότυπο κείμενο των Χριστιανικών Ελληνικών Γραφών.

Ο Αληθινός Θεός Ιεχωβά. Ο αληθινός Θεός δεν είναι ένας ανώνυμος Θεός. Το όνομά του είναι Ιεχωβά. (Δευ 6:4· Ψλ 83:18) Είναι Θεός λόγω της ιδιότητάς του ως Δημιουργού. (Γε 1:1· Απ 4:11) Ο αληθινός Θεός είναι πραγματικός (Ιωα 7:28), είναι πρόσωπο (Πρ 3:19· Εβρ 9:24), και όχι ένας άψυχος φυσικός νόμος που λειτουργεί χωρίς κάποιον ζωντανό νομοθέτη, ούτε μια τυφλή δύναμη που δρα μέσα από μια σειρά συμπτώσεων διαμορφώνοντας το ένα ή το άλλο. Η Αμερικανική Εγκυκλοπαίδεια ([The Encyclopedia Americana], Τόμ. ΙΒ΄, σ. 743), στην έκδοση του 1956, σχολιάζει στο λήμμα «Θεός»: «Κατά τη Χριστιανική, τη Μωαμεθανική και την Ιουδαϊκή αντίληψη, το Υπέρτατο Ον, η Πρώτη Αιτία, και κατά τη γενική αντίληψη, σύμφωνα με τη θεώρηση που επικρατεί σήμερα σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, ένα πνευματικό ον, αυθύπαρκτο, αιώνιο και απόλυτα ελεύθερο και παντοδύναμο, διάφορο της πολύμορφης ύλης που δημιούργησε, την οποία συντηρεί και διατηρεί υπό έλεγχο. Δεν φαίνεται να υπήρξε κάποια ιστορική περίοδος κατά την οποία να έλειπε από την ανθρωπότητα η πίστη σε έναν υπερφυσικό πρωτουργό και κυβερνήτη του σύμπαντος».

Αποδείξεις περί ύπαρξης του «ζωντανού Θεού». Το γεγονός της ύπαρξης του Θεού αποδεικνύεται από την τάξη, τη δύναμη και την πολυπλοκότητα της δημιουργίας, μακροσκοπικά και μικροσκοπικά, καθώς και από την πολιτεία του με το λαό του στο διάβα της ιστορίας. Ερευνώντας το λεγόμενο Βιβλίο της Θεϊκής Δημιουργίας, οι επιστήμονες μαθαίνουν πολλά. Για να μάθει δε κάποιος από ένα βιβλίο είναι απαραίτητο να υπάρχει νοήμων σκέψη και προετοιμασία από μέρους του συγγραφέα.

Σε αντίθεση με τους άψυχους θεούς των εθνών, ο Ιεχωβά είναι «ο ζωντανός Θεός». (Ιερ 10:10· 2Κο 6:16) Τα πάντα μαρτυρούν το έργο του και το μεγαλείο του. «Οι ουρανοί διακηρύττουν τη δόξα του Θεού, και για το έργο των χεριών του μιλάει το εκπέτασμα». (Ψλ 19:1) Οι άνθρωποι δεν έχουν κανέναν λόγο και καμιά δικαιολογία για να αρνούνται τον Θεό, επειδή «ό,τι μπορεί να γίνει γνωστό για τον Θεό είναι φανερό ανάμεσά τους, γιατί ο Θεός το φανέρωσε σε αυτούς. Διότι οι αόρατες ιδιότητές του, δηλαδή η αιώνια δύναμη και η Θειότητά του, βλέπονται καθαρά από τη δημιουργία του κόσμου και έπειτα, επειδή γίνονται αντιληπτές μέσω των πραγμάτων που έχουν φτιαχτεί, ώστε αυτοί είναι αδικαιολόγητοι».—Ρω 1:18-20.

Η Αγία Γραφή λέει για τον Ιεχωβά Θεό ότι ζει από τους αιώνες και μέχρι τους αιώνες, παντοτινά (Ψλ 90:2, 4· Απ 10:6), και ότι είναι ο Βασιλιάς της αιωνιότητας, ο άφθαρτος, ο αόρατος, ο μόνος αληθινός Θεός. (1Τι 1:17) Δεν υπήρξε κανένας θεός πριν από αυτόν.—Ησ 43:10, 11.

Άπειρος, αλλά προσιτός. Ο αληθινός Θεός είναι άπειρος, και ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να τον εννοήσει ολοκληρωτικά. Το πλάσμα δεν θα μπορούσε ποτέ να ελπίζει ότι θα γίνει ίσο με τον Πλάστη του ή ότι θα κατανοήσει πλήρως τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται Εκείνος. (Ρω 11:33-36) Ωστόσο, είναι δυνατόν να Τον βρει και να Τον πλησιάσει, και μάλιστα Αυτός χορηγεί στους λάτρεις του ό,τι είναι αναγκαίο για την ευημερία τους και την ευτυχία τους. (Πρ 17:26, 27· Ψλ 145:16) Είναι πάντοτε απόλυτα ικανός αλλά και απόλυτα πρόθυμος να δίνει καλά δώρα και δωρήματα στα πλάσματά του, όπως είναι γραμμένο: «Κάθε καλό δώρο και κάθε τέλειο δώρημα έρχεται από πάνω, γιατί κατεβαίνει από τον Πατέρα των ουράνιων φώτων, και σε αυτόν δεν υπάρχει μεταβολή στην κλίση της σκιάς». (Ιακ 1:17) Ο Ιεχωβά ενεργεί πάντοτε μέσα στα πλαίσια των δικών του δίκαιων διευθετήσεων, κάνοντας τα πάντα με νομική βάση. (Ρω 3:4, 23-26) Γι’ αυτόν το λόγο όλα τα πλάσματά του μπορούν να έχουν πλήρη πεποίθηση σε αυτόν, γνωρίζοντας ότι μένει πάντοτε πιστός στις αρχές που ο ίδιος θέτει. Αυτός δεν αλλάζει (Μαλ 3:6), και δεν υπάρχει «μεταβολή» σε αυτόν ως προς την εφαρμογή των αρχών του. Δεν υπάρχει προσωποληψία σε αυτόν (Δευ 10:17, 18· Ρω 2:11), και του είναι αδύνατον να πει ψέματα.—Αρ 23:16, 19· Τιτ 1:1, 2· Εβρ 6:17, 18.

Οι ιδιότητές του. Ο αληθινός Θεός δεν είναι πανταχού παρών, γιατί μας λέγεται ότι έχει έναν τόπο κατοίκησης. (1Βα 8:49· Ιωα 16:28· Εβρ 9:24) Ο θρόνος του είναι στον ουρανό. (Ησ 66:1) Είναι πανίσχυρος επειδή είναι ο Παντοδύναμος Θεός. (Γε 17:1· Απ 16:14) «Τα πάντα είναι γυμνά και τελείως εκτεθειμένα στα μάτια εκείνου», και αυτός είναι «Εκείνος που από την αρχή λέει το τέλος». (Εβρ 4:13· Ησ 46:10, 11· 1Σα 2:3) Κανένα σημείο του σύμπαντος δεν βρίσκεται έξω από τη σφαίρα της δύναμής του και της γνώσης του.—2Χρ 16:9· Ψλ 139:7-12· Αμ 9:2-4.

Ο αληθινός Θεός είναι πνεύμα, και όχι σάρκα (Ιωα 4:24· 2Κο 3:17), παρότι μερικές φορές παραβάλλει κάποιες ιδιότητές του, όπως την όραση, τη δύναμή του και άλλες, με ανθρώπινες λειτουργίες. Συμβολικά, λοιπόν, αναφέρει ότι έχει «βραχίονα» (Εξ 6:6), «μάτια» και «αφτιά» (Ψλ 34:15), και επισημαίνει ότι, αφού αυτός δημιούργησε το ανθρώπινο μάτι και το αφτί, μπορεί βεβαίως να δει και να ακούσει.—Ψλ 94:9.

Μερικές από τις κύριες ιδιότητες του Θεού είναι η αγάπη (1Ιω 4:8), η σοφία (Παρ 2:6· Ρω 11:33), η δικαιοσύνη (Δευ 32:4· Λου 18:7, 8) και η δύναμη (Ιωβ 37:23· Λου 1:35). Αυτός είναι Θεός τάξης και ειρήνης. (1Κο 14:33) Είναι απόλυτα άγιος, καθαρός και αγνός (Ησ 6:3· Αββ 1:13· Απ 4:8), ευτυχισμένος (1Τι 1:11) και ελεήμων (Εξ 34:6· Λου 6:36). Πολλές άλλες ιδιότητες της προσωπικότητάς του περιγράφονται στις Γραφές.

Η θέση του. Ο Ιεχωβά είναι ο Υπέρτατος Κυρίαρχος του σύμπαντος, ο αιώνιος Βασιλιάς. (Ψλ 68:20· Δα 4:25, 35· Πρ 4:24· 1Τι 1:17) Η θέση του θρόνου του είναι η απόλυτη θέση υπεροχής. (Ιεζ 1:4-28· Δα 7:9-14· Απ 4:1-8) Αυτός χαρακτηρίζεται ως η Μεγαλειότητα (Εβρ 1:3· 8:1), ο Μεγαλοπρεπής Θεός, ο Μεγαλοπρεπής. (1Σα 4:8· Ησ 33:21) Είναι η Πηγή κάθε ζωής.—Ιωβ 33:4· Ψλ 36:9· Πρ 17:24, 25.

Η δικαιοσύνη του και η δόξα του. Ο αληθινός Θεός είναι δίκαιος Θεός. (Ψλ 7:9) Είναι ο ένδοξος Θεός. (Ψλ 29:3· Πρ 7:2) Είναι ο εξοχότερος όλων (Δευ 33:26), είναι ντυμένος με εξοχότητα και ισχύ (Ψλ 93:1· 68:34), αξιοπρέπεια και λαμπρότητα. (Ψλ 104:1· 1Χρ 16:27· Ιωβ 37:22· Ψλ 8:1) «Οι ενέργειές του είναι αξιοπρεπείς και λαμπρές». (Ψλ 111:3) Δόξα λαμπρότητας περιβάλλει τη Βασιλεία του.—Ψλ 145:11, 12.

Ο σκοπός του. Ο Θεός έχει έναν σκοπό τον οποίο θα επιτελέσει και ο οποίος δεν είναι δυνατόν να ματαιωθεί. (Ησ 46:10· 55:8-11) Ο σκοπός του, όπως εκφράζεται στα εδάφια Εφεσίους 1:9, 10, είναι «να ξανασυγκεντρώσει όλα τα πράγματα στον Χριστό, τα πράγματα που είναι στους ουρανούς και τα πράγματα που είναι στη γη». Μέσω του Χριστού, όλη η νοήμων δημιουργία θα εναρμονιστεί πλήρως με τον Θεό. (Παράβαλε Ματ 6:9, 10.) Κανείς δεν υπήρξε πριν από τον Ιεχωβά. Επομένως, αυτός είναι ο αρχαιότερος όλων. (Ησ 44:6) Εφόσον είναι ο Δημιουργός, υπήρχε πριν από οποιουσδήποτε άλλους θεούς, και “δεν θα υπάρξει κανείς έπειτα από αυτόν”, επειδή τα έθνη δεν θα παρουσιάσουν ποτέ έναν πραγματικό, ζωντανό θεό, ικανό να προφητεύει. (Ησ 43:10· 46:9, 10) Αυτός είναι το Άλφα και το Ωμέγα (Απ 22:13), άρα είναι ο ένας και μοναδικός Παντοδύναμος Θεός. Θα φέρει αίσια έκβαση στο ζήτημα της Θειότητας, με το να δικαιωθεί μια για πάντα ως ο μόνος Παντοδύναμος Θεός. (Απ 1:8· 21:5, 6) Αυτός δεν ξεχνάει ποτέ ούτε εγκαταλείπει τους σκοπούς του ή τις διαθήκες του, πράγμα που τον καθιστά Θεό αξιοπιστίας και οσιότητας.—Ψλ 105:8.

Θεός επικοινωνίας. Λόγω της μεγάλης αγάπης που τρέφει για τα πλάσματά του, ο Θεός τούς δίνει άφθονες ευκαιρίες να γνωρίσουν τόσο αυτόν όσο και τους σκοπούς του. Άνθρωποι στη γη άκουσαν την ίδια του τη φωνή σε τρεις περιπτώσεις. (Ματ 3:17· 17:5· Ιωα 12:28) Έχει επικοινωνήσει μέσω αγγέλων (Λου 2:9-12· Πρ 7:52, 53) και μέσω ανθρώπων, στους οποίους έδωσε οδηγίες και αποκαλύψεις—όπως στον Μωυσή—και κυρίως μέσω του Γιου του, του Ιησού Χριστού. (Εβρ 1:1, 2· Απ 1:1) Ο γραπτός του Λόγος είναι το μέσο επικοινωνίας του με το λαό του, καθώς τους δίνει τα εφόδια για να είναι απόλυτα εξοπλισμένοι ως υπηρέτες του και διάκονοί του, και τους κατευθύνει στην οδό που οδηγεί στη ζωή.—2Πε 1:19-21· 2Τι 3:16, 17· Ιωα 17:3.

Αντιπαραβολή με τους θεούς των εθνών. Ο αληθινός Θεός, ο Δημιουργός των ένδοξων ουράνιων σωμάτων, διαθέτει δόξα και λαμπρότητα που υπερβαίνει τα όρια αντοχής της ανθρώπινης όρασης, διότι «κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να δει [τον Θεό] και να ζήσει». (Εξ 33:20) Μόνο οι άγγελοι, που είναι πνευματικά πλάσματα, διαθέτουν τέτοια όραση ώστε να μπορούν να βλέπουν το πρόσωπό του με κυριολεκτική έννοια. (Ματ 18:10· Λου 1:19) Ωστόσο, αυτός δεν εκθέτει τους ανθρώπους σε μια τέτοια εμπειρία. Με στοργική καλοσύνη τους δίνει τη δυνατότητα να δουν τις έξοχες ιδιότητές του μέσω του Λόγου του, πράγμα που περιλαμβάνει την αποκάλυψη του εαυτού του μέσω του Γιου του, του Χριστού Ιησού.—Ματ 11:27· Ιωα 1:18· 14:9.

Στο βιβλίο της Αποκάλυψης, ο Θεός μάς δίνει μια ιδέα της επίδρασης που δημιουργεί η παρουσία του. Ο απόστολος Ιωάννης είχε ένα όραμα στο οποίο ήταν σαν να είδε τον Θεό, με την έννοια ότι το όραμα αποκάλυπτε την επίδραση που ασκείται σε κάποιον όταν Τον δει πάνω στο θρόνο Του. Ο Θεός δεν είχε εμφάνιση ανθρώπου, δεδομένου ότι δεν έχει αποκαλύψει τη μορφή του στους ανθρώπους, όπως είπε αργότερα ο ίδιος ο Ιωάννης: «Κανένας άνθρωπος δεν έχει δει ποτέ τον Θεό». (Ιωα 1:18) Αντ’ αυτού, ο Θεός παρουσιάζεται όμοιος με εξαιρετικά στιλβωμένα πετράδια, πολύτιμα, αστραφτερά και πανέμορφα, που μαγνητίζουν το βλέμμα και γεννούν αισθήματα ευχαρίστησης και θαυμασμού. Ήταν «στην εμφάνιση όμοιος με πέτρα ίασπη και με πολύτιμη κοκκινόχρωμη πέτρα, και ολόγυρα από το θρόνο [υπήρχε] ένα ουράνιο τόξο όμοιο με σμαράγδι στην εμφάνιση». (Απ 4:3) Έτσι λοιπόν, έχει ελκυστική εμφάνιση και ευχάριστη όψη που αφήνει κάποιον έκθαμβο. Δόξα περιβάλλει και το θρόνο του, γύρω από τον οποίο επικρατεί ήρεμη, γαλήνια ατμόσφαιρα. Αυτή υποδηλώνεται από την ύπαρξη ενός τέλειου σμαραγδένιου ουράνιου τόξου, το οποίο θυμίζει την απολαυστική καθησυχαστική ηρεμία που ακολουθεί μια θύελλα.—Παράβαλε Γε 9:12-16.

Πόσο διαφορετικός είναι, λοιπόν, ο αληθινός Θεός από τους θεούς των εθνών, οι οποίοι συχνά απεικονίζονται αλλόκοτοι, οργισμένοι, άγριοι, αδυσώπητοι, ανήλεοι, απρόβλεπτοι ως προς τις συμπάθειες ή τις αντιπάθειές τους, τρομακτικοί, κτηνώδεις και διατεθειμένοι να βασανίζουν τα επίγεια πλάσματα σε κάποια πύρινη κόλαση.

«Θεός που απαιτεί αποκλειστική αφοσίωση». «Ακόμη και αν υπάρχουν εκείνοι που αποκαλούνται “θεοί”, είτε στον ουρανό είτε στη γη, όπως υπάρχουν πολλοί “θεοί” και πολλοί “κύριοι”, για εμάς, όμως, υπάρχει ένας Θεός, ο Πατέρας». (1Κο 8:5, 6) Ο Ιεχωβά είναι ο Παντοδύναμος Θεός, ο μόνος αληθινός Θεός, και δίκαια απαιτεί αποκλειστική αφοσίωση. (Εξ 20:5) Οι υπηρέτες του οφείλουν να κρατούν τους άλλους έξω, ή αποκλεισμένους, από τη θέση που πρέπει να έχει ο Θεός στις καρδιές τους και στις ενέργειές τους. Αυτός απαιτεί από τους λάτρεις του να τον λατρεύουν με πνεύμα και αλήθεια. (Ιωα 4:24) Πρέπει να νιώθουν ευλαβικό δέος αποκλειστικά και μόνο για αυτόν.—Ησ 8:13· Εβρ 12:28, 29.

Ένας από τους κραταιούς που αποκαλούνται «θεοί» στην Αγία Γραφή είναι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι «ο μονογενής θεός». Ο ίδιος, όμως, είπε καθαρά: «Τον Ιεχωβά τον Θεό σου πρέπει να λατρεύεις και σε αυτόν μόνο πρέπει να αποδίδεις ιερή υπηρεσία». (Ιωα 1:18· Λου 4:8· Δευ 10:20) Οι άγγελοι είναι «θεοειδείς», αλλά ένας από αυτούς δεν άφησε τον Ιωάννη να τον λατρέψει, λέγοντας: «Πρόσεχε! Μην το κάνεις αυτό! . . . Τον Θεό λάτρεψε». (Ψλ 8:5· Εβρ 2:7· Απ 19:10) Κάποιοι κραταιοί άντρες μεταξύ των Εβραίων αποκαλούνταν «θεοί» (Ψλ 82:1-7), αλλά σύμφωνα με το σκοπό του Θεού κανένας άνθρωπος δεν θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο λατρείας. Όταν ο Κορνήλιος άρχισε να προσκυνάει τον Πέτρο, εκείνος τον σταμάτησε, λέγοντάς του: «Σήκω· και εγώ άνθρωπος είμαι». (Πρ 10:25, 26) Ασφαλώς, οι ψεύτικοι θεοί, που έχουν επινοηθεί και πλαστεί από τους ανθρώπους στο διάβα των αιώνων, από το στασιασμό στην Εδέμ και έπειτα, δεν πρέπει να λατρεύονται. Ο Μωσαϊκός Νόμος δίνει αυστηρή προειδοποίηση κατά της απομάκρυνσης από τον Ιεχωβά και της λατρείας τέτοιων θεών. (Εξ 20:3-5) Ο Ιεχωβά, ο αληθινός Θεός, δεν θα ανέχεται για πάντα τον ανταγωνισμό ψεύτικων, άχρηστων θεών.—Ιερ 10:10, 11.

Μετά τη Χιλιετή Βασιλεία του Χριστού, στη διάρκεια της οποίας ο Χριστός θα εκμηδενίσει κάθε εξουσία και δύναμη που εναντιώνεται στον Θεό, εκείνος θα παραδώσει τη Βασιλεία στον Θεό και Πατέρα του, ο οποίος τότε θα γίνει «τα πάντα για όλους». (Ρω 8:33· 1Κο 15:23-28) Τελικά, όλοι όσοι θα ζουν τότε θα αναγνωρίζουν την κυριαρχία του Θεού και θα αινούν το όνομά του συνεχώς.—Ψλ 150· Φλπ 2:9-11· Απ 21:22-27· βλέπε ΙΕΧΩΒΑ».

* Ενόραση στις Γραφές, Τόμος 1,
Watch Tower Bible and Tract Society of New York, 2008,
σσ. 1150-1154 λήμμα «Θεός».




«GOD. Anything that is worshiped can be termed a god, inasmuch as the worshiper attributes to it might greater than his own and venerates it. A person can even let his belly be a god. (Ro 16:18; Php 3:18, 19) The Bible makes mention of many gods (Ps 86:8; 1Co 8:5, 6), but it shows that the gods of the nations are valueless gods.—Ps 96:5; see GODS AND GODDESSES.

Hebrew Terms. Among the Hebrew words that are translated “God” is ʼEl, probably meaning “Mighty One; Strong One.” (Ge 14:18) It is used with reference to Jehovah, to other gods, and to men. It is also used extensively in the makeup of proper names, such as Elisha (meaning “God Is Salvation”) and Michael (“Who Is Like God?”). In some places ʼEl appears with the definite article (ha‧ʼEl′, literally, “the God”) with reference to Jehovah, thereby distinguishing him from other gods.—Ge 46:3; 2Sa 22:31; see NW appendix, p. 1567.

At Isaiah 9:6 Jesus Christ is prophetically called ʼEl Gib‧bohr′, “Mighty God” (not ʼEl Shad‧dai′ [God Almighty], which is applied to Jehovah at Genesis 17:1).

The plural form, ʼe‧lim′, is used when referring to other gods, such as at Exodus 15:11 (“gods”). It is also used as the plural of majesty and excellence, as in Psalm 89:6: “Who can resemble Jehovah among the sons of God [bi‧beneh′ ʼE‧lim′]?” That the plural form is used to denote a single individual here and in a number of other places is supported by the translation of ʼE‧lim′ by the singular form The‧os′ in the Greek Septuagint; likewise by Deus in the Latin Vulgate.

The Hebrew word ʼelo‧him′ (gods) appears to be from a root meaning “be strong.” ʼElo‧him′ is the plural of ʼeloh′ah (god). Sometimes this plural refers to a number of gods (Ge 31:30, 32; 35:2), but more often it is used as a plural of majesty, dignity, or excellence. ʼElo‧him′ is used in the Scriptures with reference to Jehovah himself, to angels, to idol gods (singular and plural), and to men.

When applying to Jehovah, ʼElo‧him′ is used as a plural of majesty, dignity, or excellence. (Ge 1:1) Regarding this, Aaron Ember wrote: “That the language of the O[ld] T[estament] has entirely given up the idea of plurality in . . . [ʼElo‧him′] (as applied to the God of Israel) is especially shown by the fact that it is almost invariably construed with a singular verbal predicate, and takes a singular adjectival attribute. . . . [ʼElo‧him′] must rather be explained as an intensive plural, denoting greatness and majesty, being equal to The Great God.”—The American Journal of Semitic Languages and Literatures, Vol. XXI, 1905, p. 208.

The title ʼElo‧him′ draws attention to Jehovah’s strength as the Creator. It appears 35 times by itself in the account of creation, and every time the verb describing what he said and did is in the singular number. (Ge 1:1–2:4) In him resides the sum and substance of infinite forces.

At Psalm 8:5, the angels are also referred to as ʼelo‧him′, as is confirmed by Paul’s quotation of the passage at Hebrews 2:6-8. They are called beneh′ ha‧ʼElo‧him′, “sons of God” (KJ); “sons of the true God” (NW), at Genesis 6:2, 4; Job 1:6; 2:1. Lexicon in Veteris Testamenti Libros, by Koehler and Baumgartner (1958), page 134, says: “(individual) divine beings, gods.” And page 51 says: “the (single) gods,” and it cites Genesis 6:2; Job 1:6; 2:1; 38:7. Hence, at Psalm 8:5 ʼelo‧him′ is rendered “angels” (LXX); “godlike ones” (NW).

The word ʼelo‧him′ is also used when referring to idol gods. Sometimes this plural form means simply “gods.” (Ex 12:12; 20:23) At other times it is the plural of excellence and only one god (or goddess) is referred to. However, these gods were clearly not trinities.—1Sa 5:7b (Dagon); 1Ki 11:5 (“goddess” Ashtoreth); Da 1:2b (Marduk).

At Psalm 82:1, 6, ʼelo‧him′ is used of men, human judges in Israel. Jesus quoted from this Psalm at John 10:34, 35. They were gods in their capacity as representatives of and spokesmen for Jehovah. Similarly Moses was told that he was to serve as “God” to Aaron and to Pharaoh.—Ex 4:16, ftn; 7:1.

In many places in the Scriptures ʼElo‧him′ is also found preceded by the definite article ha. (Ge 5:22) Concerning the use of ha‧ʼElo‧him′, F. Zorell says: “In the Holy Scriptures especially the one true God, Jahve, is designated by this word; . . . ‘Jahve is the [one true] God’ De 4:35; 4:39; Jos 22:34; 2Sa 7:28; 1Ki 8:60 etc.”—Lexicon Hebraicum Veteris Testamenti, Rome, 1984, p. 54; brackets his.

The Greek Term. The usual Greek equivalent of ʼEl and ʼElo‧him′ in the Septuagint translation and the word for “God” or “god” in the Christian Greek Scriptures is the‧os′.

The True God Jehovah. The true God is not a nameless God. His name is Jehovah. (De 6:4; Ps 83:18) He is God by reason of his creatorship. (Ge 1:1; Re 4:11) The true God is real (Joh 7:28), a person (Ac 3:19; Heb 9:24), and not lifeless natural law operating without a living lawgiver, not blind force working through a series of accidents to develop one thing or another. The 1956 edition of The Encyclopedia Americana (Vol. XII, p. 743) commented under the heading “God”: “In the Christian, Mohammedan, and Jewish sense, the Supreme Being, the First Cause, and in a general sense, as considered nowadays throughout the civilized world, a spiritual being, self-existent, eternal and absolutely free and all-powerful, distinct from the matter which he has created in many forms, and which he conserves and controls. There does not seem to have been a period of history where mankind was without belief in a supernatural author and governor of the universe.”

Proofs of the existence of “the living God.” The fact of the existence of God is proved by the order, power, and complexity of creation, macroscopic and microscopic, and through his dealings with his people throughout history. In looking into what might be called the Book of Divine Creation, scientists learn much. One can learn from a book only if intelligent thought and preparation have been put into the book by its author.

In contrast to the lifeless gods of the nations, Jehovah is “the living God.” (Jer 10:10; 2Co 6:16) Everywhere there is testimony to his activity and his greatness. “The heavens are declaring the glory of God; and of the work of his hands the expanse is telling.” (Ps 19:1) Men have no reason or excuse for denying God, because “what may be known about God is manifest among them, for God made it manifest to them. For his invisible qualities are clearly seen from the world’s creation onward, because they are perceived by the things made, even his eternal power and Godship, so that they are inexcusable.”—Ro 1:18-20.

Jehovah God is described in the Bible as living from time indefinite to time indefinite, forever (Ps 90:2, 4; Re 10:6), and as being the King of eternity, incorruptible, invisible, the only true God. (1Ti 1:17) There existed no god before him.—Isa 43:10, 11.

Infinite, but approachable. The true God is infinite and beyond the mind of man fully to fathom. The creature could never hope to become equal to his Creator or understand all the workings of His mind. (Ro 11:33-36) But He can be found and approached, and He supplies his worshiper with all that is necessary for the worshiper’s welfare and happiness. (Ac 17:26, 27; Ps 145:16) He is ever at the zenith of his ability and willingness to give good gifts and presents to his creatures, as it is written: “Every good gift and every perfect present is from above, for it comes down from the Father of the celestial lights, and with him there is not a variation of the turning of the shadow.” (Jas 1:17) Jehovah always acts within his own righteous arrangements, doing all things on a legal basis. (Ro 3:4, 23-26) For this reason all of his creatures can have complete confidence in him, knowing that he always abides by the principles he establishes. He does not change (Mal 3:6), and there is no “variation” with him in the application of his principles. There is no partiality with him (De 10:17, 18; Ro 2:11), and it is impossible for him to lie.—Nu 23:16, 19; Tit 1:1, 2; Heb 6:17, 18.

His attributes. The true God is not omnipresent, for he is spoken of as having a location. (1Ki 8:49; Joh 16:28; Heb 9:24) His throne is in heaven. (Isa 66:1) He is all-powerful, being the Almighty God. (Ge 17:1; Re 16:14) “All things are naked and openly exposed to the eyes of him,” and he is “the One telling from the beginning the finale.” (Heb 4:13; Isa 46:10, 11; 1Sa 2:3) His power and knowledge extend everywhere, reaching every part of the universe.—2Ch 16:9; Ps 139:7-12; Am 9:2-4.

The true God is spirit, not flesh (Joh 4:24; 2Co 3:17), though he sometimes likens his attributes of sight, power, and so forth, to human faculties. Thus he speaks figuratively of his “arm” (Ex 6:6), his “eyes,” and his “ears” (Ps 34:15), and he points out that, since he is the Creator of human eyes and ears, he certainly can see and hear.—Ps 94:9.

Some of God’s primary attributes are love (1Jo 4:8), wisdom (Pr 2:6; Ro 11:33), justice (De 32:4; Lu 18:7, 8), and power (Job 37:23; Lu 1:35). He is a God of order and of peace. (1Co 14:33) He is completely holy, clean and pure (Isa 6:3; Hab 1:13; Re 4:8); happy (1Ti 1:11); and merciful (Ex 34:6; Lu 6:36). Many other qualities of his personality are described in the Scriptures.

His position. Jehovah is the Supreme Sovereign of the universe, the King eternal. (Ps 68:20; Da 4:25, 35; Ac 4:24; 1Ti 1:17) The position of his throne is the ultimate for superiority. (Eze 1:4-28; Da 7:9-14; Re 4:1-8) He is the Majesty (Heb 1:3; 8:1), the Majestic God, the Majestic One. (1Sa 4:8; Isa 33:21) He is the Source of all life.—Job 33:4; Ps 36:9; Ac 17:24, 25.

His righteousness and glory. The true God is a righteous God. (Ps 7:9) He is the glorious God. (Ps 29:3; Ac 7:2) He enjoys eminence above all (De 33:26), being clothed with eminence and strength (Ps 93:1; 68:34) and with dignity and splendor. (Ps 104:1; 1Ch 16:27; Job 37:22; Ps 8:1) “His activity is dignity and splendor themselves.” (Ps 111:3) There is glory of splendor in his Kingship.—Ps 145:11, 12.

His purpose. God has a purpose that he will work out and that cannot be thwarted. (Isa 46:10; 55:8-11) His purpose, as expressed at Ephesians 1:9, 10, is “to gather all things together again in the Christ, the things in the heavens and the things on the earth.” By means of Christ all intelligent creation will be brought into full harmony with God. (Compare Mt 6:9, 10.) None existed before Jehovah; therefore he has seniority over all. (Isa 44:6) He, being the Creator, existed before any other gods, and ‘none will exist after him,’ because the nations will never produce a real, live god that is able to prophesy. (Isa 43:10; 46:9, 10) As the Alpha and the Omega (Re 22:13), he is the one and only Almighty God; he will bring to a successful conclusion the issue over Godship, being forever vindicated as the only Almighty God. (Re 1:8; 21:5, 6) He never forgets or forsakes his purposes or covenants, which makes him a God of dependability and loyalty.—Ps 105:8.

A communicative God. Having great love for his creatures, God provides ample opportunity for them to know him and his purposes. His own voice has been heard by men on earth on three occasions. (Mt 3:17; 17:5; Joh 12:28) He has communicated through angels (Lu 2:9-12; Ac 7:52, 53) and through men to whom he gave directions and revelations, such as Moses, and especially through his Son, Jesus Christ. (Heb 1:1, 2; Re 1:1) His written Word is his communication to his people, enabling them to be completely equipped as his servants and ministers, and directing them on the way to life.—2Pe 1:19-21; 2Ti 3:16, 17; Joh 17:3.

Contrasted with the gods of the nations. The true God, the Creator of the glorious heavenly bodies, has glory and brilliance beyond the ability of fleshly sight to endure, for “no man may see [God] and yet live.” (Ex 33:20) Only the angels, spirit creatures, have vision that can behold his face in a literal sense. (Mt 18:10; Lu 1:19) Nevertheless, he does not expose men to such an experience. In loving-kindness he enables men to see his fine qualities through his Word, including the revelation of himself by means of his Son, Christ Jesus.—Mt 11:27; Joh 1:18; 14:9.

God gives us an idea of the effect of his presence in the book of Revelation. The apostle John had a vision that approximated seeing God, in the sense that it revealed the effect of beholding him on his throne. God was not like a man in appearance, for he has not revealed any figure of his to man, as John himself said later: “No man has seen God at any time.” (Joh 1:18) Rather, God was shown to be like highly polished gems, precious, glowing, beautiful, that attract the eye and win delighted admiration. He was “in appearance, like a jasper stone and a precious red-colored stone, and round about the throne there [was] a rainbow like an emerald in appearance.” (Re 4:3) Thus, he is lovely in appearance and pleasant to look at, causing one to lose oneself in wonderment. About his throne there is further glory and an atmosphere of calmness, serenity; the appearance of a perfect rainbow of emerald indicates that, reminding one of the enjoyable quieting calm that follows a storm.—Compare Ge 9:12-16.

How different the true God is, therefore, from the gods of the nations, who are often depicted as being grotesque, angry, fierce, implacable, merciless, whimsical as to their favors and disfavors, horrifying and fiendish, and ready to torture earthly creatures in some kind of inferno.

“A God exacting exclusive devotion.” “Even though there are those who are called ‘gods,’ whether in heaven or on earth, just as there are many ‘gods’ and many ‘lords,’ there is actually to us one God the Father.” (1Co 8:5, 6) Jehovah is the Almighty God, the only true God, and he rightfully exacts exclusive devotion. (Ex 20:5) His servants must keep others out of, or excluded from, his proper place in their hearts and actions. He requires his worshipers to worship him with spirit and truth. (Joh 4:24) They should stand in reverent awe of him alone.—Isa 8:13; Heb 12:28, 29.

Among other mighty ones called “gods” in the Bible is Jesus Christ, who is “the only-begotten god.” But he himself plainly said: “It is Jehovah your God you must worship, and it is to him alone you must render sacred service.” (Joh 1:18; Lu 4:8; De 10:20) The angels are “godlike ones,” but one of them stopped John from worshiping him, saying: “Be careful! Do not do that! . . . Worship God.” (Ps 8:5; Heb 2:7; Re 19:10) Mighty men among the Hebrews were called “gods” (Ps 82:1-7); but no man was purposed by God to receive worship. When Cornelius began to do obeisance to Peter, that apostle stopped him with the words, “Rise; I myself am also a man.” (Ac 10:25, 26) Certainly the false gods invented and fashioned by men down through the centuries since the rebellion in Eden are not to be worshiped. The Mosaic Law warns strongly against turning from Jehovah to them. (Ex 20:3-5) Jehovah the true God will not forever tolerate rivalry from false, worthless gods.—Jer 10:10, 11.

After Christ’s Millennial Reign, during which he brings to nothing all authority and power that is in opposition to God, he hands over the Kingdom to his God and Father, who will then become “all things to everyone.” (Ro 8:33; 1Co 15:23-28) Eventually, all those living will acknowledge God’s sovereignty and will praise his name continually.—Ps 150; Php 2:9-11; Re 21:22-27; see JEHOVAH.»


* Insight on the Scriptures, Volume 1,
Watch Tower Bible and Tract Society of New York, 1988,
pp. 968-971, "God".

Λόγος περί εξόδου ψυχής
και περί δευτέρας παρουσίας



* Λόγος περί εξόδου ψυχής,
και περί δευτέρας παρουσίας
του κυρίου ημών ιησού χυ


Του εν αγίοις πατρός ημών Κυρίλλου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας,
μεταφρασθείς παρά Κωνσταντίνου Δαπόντε,

Ενετίησι, 1763,

σ. 54.

Saturday, January 29, 2011

Why was France
the only state in 16th c. Europe
to experience such a violent and protracted series
of religious civil wars? /

Γιατί ήταν η Γαλλία
το μόνο κράτος στην Ευρώπη του 16ου αιώνα
που είχε μια τόσο βίαιη και παρατεταμένη σειρά
από θρησκευτικούς εμφύλιους πολέμους;


Πρωινό στις πύλες του Λούβρου,
πίνακας του Édouard Debat-Ponsan του 19ου αιώνα.
Διακρίνεται στα μαύρα η Αικατερίνη των Μεδίκων,
μετά τη σφαγή της νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου.

One morning at the gates of the Louvre,
19th century painting by Édouard Debat-Ponsan.
Catherine de' Medici is in black
after the St. Bartholomew's Day massacre.


But why was France the only state in sixteenth-century Europe to experience such a violent and protracted series of civil wars? The French were neither more religious nor necessarily more violent than other Europeans, so why were there not such extended civil wars elsewhere? Religious settlements were imposed from above by the state without much significant violence or bloodshed in states such as England, Sweden, and countless cities, duchies, and territories in the German empire. Moreover, other large Catholic states such as Spain managed to maintain Catholic preponderance without any kind of civil war. The closest parallel to the French experience was in Germany, where Charles V waged a protracted war against the Lutheran princes from 1530 to 1555. These were not truly civil wars, however, as the fighting was waged primarily by soldiers. Despite some singular exceptions like the Peasant Revolt of 1525, the  German Reformation experienced nothing like the protracted civilian involvement and popular violence that was so characteristic of the French Wars of Religion. So, why was the experience of France so unique in Reformation Europe?

Two factors above all others seem most crucial. First of all, the proximity of Calvin’s Geneva, both geographically and linguistically, resulted in a far more significant and concentrated infusion of Protestantism in France, particularly in the south, than in other Catholic territories such as Spain and Italy. While there was certainly as vibrant a strain of Christian humanist reformism in Spain and Italy as in France in the early sixteenth century, neither of those two territories experienced a wave of missionary evangelism emanating from Geneva. In the less than twenty-five years between Calvin’s arrival in Geneva and the outbreak of the civil wars in France, more than a million French men and women had been converted to Protestantism, with pastors sent from Geneva playing a significant role in the process. In short, France had a much larger and more concentrated community of Protestants in its midst than either Spain or Italy.

Second, unlike the smaller Protestant states of England and Sweden, where a state religion from above was imposed on the population with relatively little bloodshed or violence, royal religious policy in France vacillated and changed throughout the second half of the sixteenth century. No reformation was imposed from above because no French king embraced Protestantism. Yet, after 1559 no prolonged policy of repression worked any better because of the large numbers of Protestants in the kingdom. It did not help, either, that at the height of Protestant growth in France – around 1560 – the accident of death left the kingdom of France in the hands of boy-kings, first Francis II (1559–1560) and then Charles IX (1560–1574). From the time of the accidental death of Henry II in 1559 to the majority of Charles IX in 1563, there was never really an established authority at court strong enough to prevent the noble factions from using the confessional divide to their advantage. And finally, the vacillating policies of the Queen Mother, Catherine de Medici, during this regency government to pursue a policy of religious co-existence and toleration of the Huguenots resulted in the reverse of her intentions, as the toleration edict of January 1562 actually made civil war more likely. While the aims of those like the Queen Mother and Michel de l’Hopital to pursue peace through religious toleration rather than persecution are commendable, they were unrealistic in the 1560s (though by that time a renewal of the repression of Henry II would not have been any more effective). Any policy of religious settlement that was going to pass muster with the overwhelming majority of the Catholic French population was going to have to accommodate itself to the Gallican principle of ‘one faith, one king, one law’. This was the lesson that the ‘politiques’ of the 1590s – such as Henry IV – learned from the ‘politiques’ of the 1560s. Thus, vacillating royal policy from 1559 to 1598 implemented by largely ineffective monarchs contributed greatly to the civil wars in France.



* Mack P. Holt,
The French Wars of Religion, 1562-1629
(New Approaches to European History
)

[Οι Γαλλικοί Πόλεμοι της Θρησκείας, 1562-1629
(Νέες Προσεγγίσεις της Ευρωπαϊκής Ιστορίας)
]
Cambridge University Press, 2005,
pp./σσ. 197, 198.

Ρωμαιοκαθολικοί Μισσιονάριοι, αρχές 19ου αι.:
Το Πατριαρχείο ΚΠόλεως τυρρανάει
τους χριστιανικούς λαούς
της Οθωμανικής αυτοκρατορίας /

Roman Catholic Missionaries, early 19th c.:
The Patriarchate of Constantinople
is a tyrrant of the Christian people
living on the Ottoman empire




* Μανουήλ Γεδεών,


Εν Αθήναις, 1874,




Ορθόδοξες θέσεις
περί των Εσχάτων του Ανθρώπου
στα τέλη του 18ου αι. /

Human Eschatology
of the Eastern Orthodox Church
at the end of the 18th cent.




* Ιωάννης ο Κομνηνός Βυζάντιος,

Θύρα της μετανοίας

ήτοι βίβλος κατανυκτική, και ψυχωφελεστάτη

Περιέχουσα Τα τέσσαρα Έσχατα του Ανθρώπου,
Θάνατον, Κρίσιν, Άδην, και Παράδεισον

Δι' ων γίνεται η θαυμαστή Μεταμόρφωσις του Παλαιού Ανθρώπου, και του Νέου η Γέννησις.
Συντεθείσα μεν πριν παρά τινος σοφού Ανδρός, καλλωπισθείσα δε νυν, και διορθωθείσα μετ' επιμελείας
δια συνδρομής της Σκήτεως του Αγίου Δημητρίου, της εν τω Αγίω Όρει του Άθω,
κατά το Βατοπαίδιον κειμένης.
Η τινι Βίβλω προσετέθησαν και Θαύματα τινα Ανέκδοτα,
και Οκτώηχοι Κανόνες του αυτού Αγίου Δημητριού


Ενετίησι, 1795.





Η θεοκρατία και η ελευθερία σκέψης
στη Βυζαντινή αυτοκρατορία /

Theocracy & free spirit
in the Byzantine empire









Μανουήλ Γεδεών,
Λυκαυγές πνευματικής κινήσεως παρ' ημίν, 1700-1730



Μανουήλ Γεδεών,

«Λυκαυγές πνευματικής κινήσεως παρ' ημίν, 1700-1730»,


Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών
5 (1930),

σσ. 49-57.



*  * )

Thursday, January 27, 2011

Νικόδημος ο Αγιορείτης:
Ντροπή η θρησκευτική άγνοια
των Ορθόδοξων παιδιών



 * Νικόδημος ο Αγιορείτης (ο Νάξιος),


Ενετίησιν, 1806,

[Ελληνικά/Greek, PDF]


Ελληνική Κατήχηση
της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος
(Ιωάννη Μάμου) /

Greek Catechism
of the Roman Catholic Church of Greece
(John Mamos)



Ιερά Κατήχησις


προς χρήσιν της Ελληνοκαθολικής Νεολαίας

υπό Ιωάννου Μάμου Ιερέως




Εκ του Τυπογραφείου της Εστίας, 1895.

Ελληνική Κατήχηση
της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας της Ελλάδος
(Πάπας Πίος Ι') /

Greek Catechism
of the Roman Catholic Church of Greece
(Pope Pius X)


Ιερά Κατηχήσις


δημοσιευθείσα τη διαταγή της Α.Α. Πίου Πάπα του Ι'

και ελληνιστί εκδοθείσα

επιμελεία του Παν. Κ. Κ. Λουδ. Πετί
Λατίνου Αρχιεπισκόπου Αθηνών,

Προς χρήσιν της Καθολικής νεολαίας,


Τυπογραφείον της Β. Αυλής Α. Ραφτάνη, 1913.

Οι Αποστολικές Διαταγές
& η χριστιανική ανατροφή των παιδιών /

The Constitutiones apostolorum
& the Christian upbringing of the children


Οἱ μέντοι πατέρες παιδεύετε τὰ τέκνα ὑμῶν ἐν Κυρίῳ, ἐκτρέφοντες αὐτὰ ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου, καὶ διδάσκετε αὐτὰ ἐπιτηδείους καὶ ἁρμοζούσας τῷ λόγῳ καὶ διδάσκετε αὐτὰ ἐπιτηδείους καὶ ἁρμοζούσας τῷ λόγῳ τέχνας, ἵνα μὴ διὰ τῆς εὐκαιρίας καταστρηνιάσαντα καὶ ἀνεπιτίμητα ὑπὸ τῶν γονέων μείναντα, πρὸ ὥρας ἀνέσεως τυχόντα, ἀφηνιάσωσιν τοῦ καλοῦ. Διὸ μὴ εὐλαβεῖσθε αὐτοῖς ἐπιπλήσσειν, σωφρονίζοντες αὐτὰ μετὰ ἐμβριθείας· οὐ γὰρ ἀποκτενεῖτε αὐτὰ παιδεύοντες, μᾶλλον δὲ σώσετε αὐτά, καθώς που καὶ ὁ Σολομὼν ἐν τῇ Σοφίᾳ φησίν· «Παίδευε υἱόν σου, καὶ ἀναπαύσει σε· οὕτως γὰρ ἔσται σοι εὔελπις· σὺ μὲν γὰρ ῥάβδῳ πατάξεις αὐτόν, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ῥύσῃ ἐκ θανάτου.» Καὶ πάλιν λέγει ὁ αὐτὸς οὕτως· «Ὃς φείδεται τῆς βακτηρίας ἑαυτοῦ, μισεῖ τὸν ἑαυτοῦ υἱόν.» Καὶ ἑξῆς· «Κλάσον τὰς πλευρὰς αὐτοῦ, ὡς ἐστὶν νήπιος, μήποτε σκληρυνθεὶς ἀπειθήσῃ σοι.» Ὃς φείδεται οὖν παραινεῖν καὶ σωφρονίζειν τὸν ἑαυτοῦ υἱόν, μισεῖ τὸν ἴδιον παῖδα. Ἐκδιδάσκετε οὖν ὑμῶν τὰ τέκνα τὸν λόγον Κυρίου, στύφετε δὲ αὐτὰ καὶ δαρμοῖς καὶ ποιεῖτε ὑποτακτικά, ἀπὸ βρέφους διδάσκοντες αὐτὰ ἱερὰ γράμματα, ἡμέτερά τε καὶ θεῖα, καὶ πᾶσαν γραφὴν θείαν παραδιδόντες αὐτοῖς, ἄνεσιν αὐτοῖς μὴ διδόντες κατεξουσιάζειν ὑμῶν παρὰ τὴν ὑμετέραν γνώμην, μετὰ ὁμηλίκων εἰς συμπόσιον μὴ ἐῶντες αὐτὰ συμβάλλειν· οὕτω γὰρ εἰς ἀταξίαν ἐκτραπήσονται καὶ εἰς πορνείαν περιπεσοῦνται. Καὶ ἐὰν παρὰ τὴν τῶν γονέων ἀμέλειαν τοῦτο πάθωσιν, ἔνοχοι τῶν ψυχῶν αὐτῶν οἱ γεννήσαντες ὑπάρξουσιν· εἰ γὰρ τῇ τῶν γονέων ῥᾳθυμίᾳ σύνεισιν ἀκολάστοις, οἱ παῖδες ἁμαρτήσαντες οὐκ αὐτοὶ μόνοι κολασθήσονται, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ αὐτῶν οἱ γονεῖς αὐτῶν κριθήσονται. Διὰ τοῦτο σπουδάζετε ὥρᾳ γάμου ζευγνύναι καὶ συναλλάσσειν αὐτά, ἵνα μὴ τῆς ἡλικίας ἐν τῇ ἀκμῇ ζεούσης ἔθη πορνοκόπα ἀποβῇ, καὶ ὑμεῖς ἀπαιτηθήσεσθε τὸν λόγον ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως ὑπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ.

Αποστολικές Διαταγές / Constitutiones apostolorum 4:11. *  *



Ye fathers, educate your children in the Lord, bringing them up in the nurture and admonition of the Lord; and teach them such trades as are agreeable and suitable to the word, lest they by such opportunity become extravagant, and continue without punishment from their parents, and so get relaxation before their time, and go astray from that which is good. Wherefore be not afraid to reprove them, and to teach them wisdom with severity. For your corrections will not kill them, but rather preserve them. As Solomon says somewhere in the book of Wisdom: “Chasten thy son, and he will refresh thee; so wilt thou have good hope of him. Thou verily shalt smite him with the rod, and shall deliver his soul from death.” And again, says the same Solomon thus, “He that spareth his rod, hateth his son;” and afterwards, “Beat his sides whilst he is an infant, lest he be hardened and disobey thee.” He, therefore, that neglects to admonish and instruct his own son, hates his own child. Do you therefore teach your children the word of the Lord. Bring them under with cutting stripes, and make them subject from their infancy, teaching them the Holy Scriptures, which are Christian and divine, and delivering to them every sacred writing, “not giving them such liberty that they get the mastery,” and act against your opinion, not permitting them to club together for a treat with their equals. For so they will be turned to disorderly courses, and will fall into fornication; and if this happen by the carelessness of their parents, those that begat them will be guilty of their souls. For if the offending children get into the company of debauched persons by the negligence of those that begat them, they will not be punished alone by themselves; but their parents also will be condemned on their account. For this cause endeavour, at the time when they are of an age fit for marriage, to join them in wedlock, and settle them together, lest in the heat and fervour of their age their course of life become dissolute, and you be required to give an account by the Lord God in the day of judgment.

Apostolic Constitutions / Constitutiones apostolorum 4:11.

Wednesday, January 26, 2011

Robert Dick Wilson:

The "radical" & the "conservative" position
about the canonical books
of the Old Testament /

Η «ριζοσπαστική» και η «συντηρητική» άποψη
σχετικά με τα κανονικά βιβλία
της Παλαιάς Διαθήκης


Robert Dick Wilson


«The radicals claim, in general, that the Canon was not completed till about 100 B. C, and in particular:
1. That the first six books, that is, the Pentateuch and Joshua, were composed by at least a dozen redactors out of five or more other books (J, E, D, H, and P), which were written from 900 to 450 B.C.; although, with the exception of Ezra, the authors and redactors of these five books are alike unknown to history, either as to name, time or provenance. The sources of their information are also unknown to history, and consequently no one can rely upon the veracity of any statement in the Hexateuch. The books of Moses are simply a mythical and confused account of the origin of the people and institutions of Israel.

2. That the book of Judges is "hardly strictly history" but "probably traditions preserved among the individual tribes"; and that it was put in its present form "by a hand dependent on P," i.e., after 450 B.C. Most of the critics now admit that the larger part of the books of Samuel and Kings is from original sources written at the time of, or shortly after, the events recorded in them. Ruth and Esther are romances, idylls, or historical novels. Chronicles, Ezra, and Nehemiah have some historical matter; the rest was invented for one purpose or another, mostly to exalt the priestly caste.

3. As to Hosea, Amos, Obadiah, Nahum, Habakkuk, Zephaniah, Haggai, Malachi, Ezekiel, and most of Jeremiah, the conclusions of the radical critics as to authorship and date are not very different from those of the conservatives. Jonah and Joel are placed after the captivity; Micah and Zechariah are divided into three parts and scattered over three or more centuries. Isaiah has a dozen or more authors, scattered over four centuries. In all the books anything looking like a prediction is ruthlessly cut out and attributed to some unknown redactor of an age at, or after, the event. Daniel, because of its apocalypses, is placed about the middle of the second century B.C.

4. As to the other books, the radical critics are united in declaring that the Lamentations was not written by Jeremiah, nor the Proverbs, Ecclesiastes and the Song of Songs by Solomon. Some parts of Proverbs and all of Ecclesiastes are by many assigned to Persian or Greek times. As to the Psalms, most of the critics now deny that David wrote any of them, and many critics put the Psalms after the captivity and assign many of them to Maccabean times. Job is generally assigned to the sixth century B.C.
On the other hand, the conservative position is, in general, that the Canon of the books of the Old Testament was completed in the fifth century B. C., before the succession of the prophets ceased. As to the particular portions of the Old Testament, their view is:
1. That the Pentateuch as it stands is historical and from the time of Moses; and that Moses was its real author, though it may have been revised and edited by later redactors, the additions being just as much inspired and as true as the rest.

2. That Joshua, Judges, Ruth, Samuel, and Kings were composed from original and trustworthy sources; though, in the case at least of Kings, they were not completed till about 575 B.C.

3. That the prophets Hosea, Joel, Amos, Jonah, Micah, and Isaiah were all written about or before 700 B.C.; Obadiah, Nahum, Habakkuk, and Zephaniah before 600 B.C.; Jeremiah, Lamentations, and Ezekiel, between 650 and 550 B.C.; Daniel, Haggai and Zechariah between 550 and 500 B.C.; and Malachi in the fifth century B.C.

4. That there is good and sufficient reason for concluding that the headings of the Psalms are as a whole correct; that it is probable that all of the Psalms were written before 400 B.C.; that Ecclesiastes and the Song of Songs and most of the book of Proverbs may, for all we know, have been written by Solomon; that Esther, Ezra-Nehemiah and Chronicles were written before 400 B.C; and Job at 550 B.C., or earlier.»

* Robert Dick Wilson *,
A Scientific Investigation of the Old Testament,
The Sunday School Times Company, 1926/Moody Press, 1959/
Muschamp Press, 2008
,
pp. 9-12.




«Οι ριζοσπαστικοί ισχυρίζονται, γενικά, ότι ο Κανόνας δεν ολοκληρώθηκε μέχρι περίπου το 100 π.Χ., και συγκεκριμένα:
1. Ότι τα πρώτα έξι βιβλία, δηλαδή, η Πεντάτευχος και ο «Ιησούς του Ναυή» συντέθηκαν από τουλάχιστον δώδεκα εκδότες, από πέντε ή περισσότερα αλλά βιβλία (J, E, D, H, και P), τα οποία συνεγράφησαν από το 900 έως το 450 π.Χ., παρόλο που, με εξαίρεση τον Έσδρα, οι συγγραφείς και οι εκδότες αυτών των πέντε βιβλίων είναι το ίδιο άγνωστοι στην ιστορία ως προς το όνομα, χρόνο ή προέλευση. Οι πηγές των πληροφοριών τους είναι επίσης άγνωστες στην ιστορία και συνεπώς κανείς δεν μπορεί να βασιστεί στην αξιοπιστία οποιασδήποτε δήλωσης της Εξατεύχου. Τα βιβλία του Μωυσή είναι απλά μία μυθολογική και μπερδεμένη αφήγηση της προέλευσης του λαού και των διατάξεων του Ισραήλ.

2. Ότι το βιβλίο των Κριτών «μετά βίας αποτελεί καθαρή ιστορία», αλλά «πιθανώς παραδόσεις διατηρημένες ανάμεσα στις μεμονωμένες φυλές», και ότι πήρε τη σημερινή του μορφή «από ένα χέρι εξαρτημένο από το χειρόγραφο P», με αλλά λόγια μετά το 450 π.Χ. Η πλειοψηφία των κριτικών τώρα παραδέχεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων Σαμουήλ και Βασιλέων είναι από γνήσιες πηγές καταγραμμένες την περίοδο ή λίγο μετά τα γεγονότα που περιγράφουν. Τα βιβλία Ρουθ και Εσθήρ είναι ρομαντικές ιστορίες, ειδύλλια ή ιστορικά μυθιστορήματα. Τα βιβλία Χρονικών, Έσδρα και Νεεμία έχουν κάποια ιστορικά στοιχεία. Τα υπόλοιπα δημιουργήθηκαν για τον ένα ή τον άλλο λόγο, κυρίως για να εξυψώσουν την ιερατική κάστα.

3. Όσον αφορά στους Ωσηέ, Αμώς, Αβδιού, Ναούμ, Αββακούμ, Σοφονία, Αγγαίο, Μαλαχία, Ιεζεκιήλ και το μεγαλύτερο μέρος του Ιερεμία, τα συμπεράσματα των ριζοσπαστικών κριτικών που αφορούν στη συγγραφή και στη χρονολόγηση δεν διαφέρουν σημαντικά από αυτά των συντηρητικών. Ο Ιωνάς και ο Ιωήλ τοποθετούνται μετά την αιχμαλωσία. Ο Μιχαίας και ο Ζαχαρίας διαιρούνται σε τρία μέρη και διασκορπίζονται σε τρεις ή περισσότερους αιώνες. Ο Ησαΐας έχει δώδεκα ή περισσότερους συγγραφείς, διασκορπισμένους σε τέσσερις αιώνες. Σε όλα τα βιβλία οτιδήποτε μοιάζει με πρόβλεψη, αυστηρώς αποκλείεται και αποδίδεται σε κάποιον άγνωστο εκδότη της εποχής ή μεταγενέστερης του γεγονότος. Το βιβλίο του Δανιήλ λόγω των αποκαλύψεων του, τοποθετείται περίπου στα μέσα του δευτέρου αιώνα π.Χ.

4. Όσον αφορά στα αλλά βιβλία, οι ριζοσπαστικοί κριτικοί ομόφωνα δηλώνουν ότι οι Θρήνοι δεν συνεγράφησαν από τον Ιερεμία, ούτε οι Παροιμίες, ο Εκκλησιαστής και το Άσμα Ασμάτων από τον Σολομώντα. Μερικά μέρη των Παροιμιών και ολόκληρος ο Εκκλησιαστής προσδιορίζονται από πολλούς κατά τους περσικούς και τους ελληνιστικούς χρόνους. Όσο για τους Ψαλμούς, οι περισσότεροι κριτικοί τώρα αρνούνται ότι ο Δαυίδ συνέγραψε έστω μέρος τους, και πολλοί κριτικοί τοποθετούν τους Ψαλμούς μετά την αιχμαλωσία και αποδίδουν πολλούς από αυτούς στην περίοδο των Μακκαβαίων. Το βιβλίο του Ιώβ γενικά τοποθετείται στον έκτο αιώνα π.Χ.

Από την άλλη μεριά, η συντηρητική θέση είναι, γενικά, ότι ο Κανόνας των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης είχε συμπληρωθεί τον πέμπτο αιώνα π.Χ. πριν τον τερματισμό της διάδοχης των προφητών. Όσο για συγκεκριμένα τμήματα της Παλαιάς Διαθήκης, οι απόψεις τους είναι:
1. Ότι η Πεντάτευχος όπως υπάρχει είναι ιστορική και είναι από την εποχή του Μωυσή, και ότι ο Μωυσής ήταν ο πραγματικός της συγγραφέας μολονότι είναι πιθανό να έχει αναθεωρηθεί και διορθωθεί από μεταγενέστερους εκδότες, με τις προσθήκες να είναι εξίσου θεόπνευστες και αληθινές όπως η υπόλοιπη.

2. Ότι τα βιβλία Ιησούς του Ναυή, Κριτές, Ρουθ, Σαμουήλ και Βασιλέων συντέθηκαν από γνήσιες και αξιόπιστες πηγές, μολονότι, στην περίπτωση τουλάχιστον του βιβλίου των Βασιλέων, δεν είχαν ολοκληρωθεί πριν το 575 π.Χ. περίπου.

3. Ότι τα βιβλία των προφητών Ωσηέ, Ιωήλ, Αμώς, Ιωνάς, Μιχαίας και Ησαΐας όλα γράφτηκαν περίπου ή πριν το 700 π.Χ. Τα βιβλία Αβδιού, Ναούμ, Αββακούμ, Σοφονίας πριν το 600 π.Χ., Ιερεμίας, Θρήνοι και Ιεζεκιήλ μεταξύ 650 και 550 π.Χ., Δανιήλ, Αγγαίος και Ζαχαρίας μεταξύ 550 και 500 π.Χ. Και το βιβλίο του Μαλαχία τον 5ο αιώνα π.Χ.

4. Ότι υπάρχουν εύλογες και επαρκείς αιτίες για να συμπεράνουμε ότι οι επικεφαλίδες των Ψαλμών είναι ως σύνολο σωστές, ότι είναι πιθανό όλοι οι Ψαλμοί να γράφτηκαν πριν το 400 π.Χ., ότι ο Εκκλησιαστής και το Άσμα Ασμάτων και το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου των Παροιμιών μπορεί, απ’ ότι ξέρουμε, να έχει γραφτεί από τον Σολομώντα. Ότι τα βιβλία Εσθήρ, Έσδρα, Νεεμία και Χρονικών γράφτηκαν πριν το 400 π.Χ. και το βιβλίο του Ιώβ το 550 π.Χ. ή νωρίτερα».

* Ρόμπερτ Ντικ Γουίλσον,
Μια Επιστημονική Έρευνα της Παλαιάς Διαθήκης,
Υπό έκδοση, μετάφραση Ευάγγελος Προκοπίου,
σσ. vi-viii.

Monday, January 24, 2011

Ernst Lohmeyer:

When raising a scholar voice is lethal /

Όταν η επιστημονική φωνή θέτει σε θανάσιμο κίνδυνο



Ernst Lohmeyer was born on July 7, 1890, in Dorsten (Westfalen), as a son of parson, Carl Heinrich Ludwig Lohmeyer (1851–1918). On July 24, 1912 he wrote his bachelor's thesis on "Der Begriff der Diatheke in der antiken Welt und in der Griechischen Bibel". In 1914 he wrote a dissertation "Die Lehre vom Willen bei Anselm von Canterbury", for which he received a doctor of philology. After his army service in 1913-1918 he graduated in Heidelberg (1918) and was appointed Professor extraordinarius (1920), and Professor ordinarius (1921). He worked as professor of New Testament Theology at the University of Breslau (now Wrocław). He was rector of the university in 1930/1931.
Lohmeyer opposed the Nazis and all related fascist impulses within the German church and society from their onset in the early 1930s.[1] He demonstrated his friendship and solidarity with Jewish professors Martin Buber and Jonas Cohn, in an era of strong antisemitism. Lohmeyer wrote to Martin Buber in 1933 that "the Christian faith is only Christian as long as it retains in its heart the Jewish faith".[n 1] In this period the Protestant Church was very quiet on the Jewish question. Gerhard Kittel even attacked Buber. On October 15. 1935 he was demoted from a professorship in prestigious Breslau to the relative backwater of Greifswald for his opposition to the Nazis.

During World War II Lohmeyer did not decline army service because of consequences for his family and became a military officer in Holland and Belgium and on the German East front, on the territory of Poland, and Russia. He remained a Wehrmacht officer from 1939 to 1943 and distinguished himself by wise and courageous leadership and benevolent oversight of occupied areas. After the war, he was a natural choice for rector of the reconstituted University of Greifswald, where he had been a New Testament professor since 1935.

On February 15, 1946, Lohmeyer was arrested, by Russian secret police, at midnight and whisked away while his home was being ransacked before the eyes of his astonished wife. He vanished without a trace. His family knew no details for the next five years.[2]

Lohmeyer was killed on September 19, 1946 while in Russian custody. His death was officially confirmed on December 12, 1957. He was rehabilitated by the Russian government on August 15, 1996.

Lohmeyer published over three hundred items,[3] among them monographs on New Testament ecclesiology, the Philippians-Colossians-Philemon corpus, the Gospel of Mark, New Testament history and backgrounds, the Book of Revelation, the relation between Old and New Testament traditions, the historical Jesus, eschatology, and Pauline theology. The Book of Revelation interprets as a thoroughly eschatological book.

He was also the author of hundreds of works still unpublished. They are also important.[4]

* Wikipedia, Ernst Lohmeyer.




See also: / Βλέπε επίσης:

* “Ernst Lohmeyer’s Kyrios Jesus”, by Colin Brown,
in Ralph P. Martin & Brian J. Dodd, Where Christology began: essays on Philippians 2.

Sunday, January 23, 2011

Greek Apologists of the 2nd cent.:
What is the Kingdom of God? /

Οι Έλληνες Απολογητές του 2ου αι.:
Τι είναι η Βασιλεία του Θεού;


«In the setting of Justin's theological and apologetic ideas there could be little room for a doctrine of the kingdom of God on earth. He was well aware of the failure of two Jewish revolts, and while he accepted the apocalyptic prediction of the millennium at Jerusalem after the resurrection of the flesh, he also insisted that the expected kingdom was "with God" and not merely "human." Similarly, according to Hegesippus, the grand‐ nephews of Jesus maintained  that the kingdom of the Messiah was "not of the world or earthly, but heavenly and angelic" and would appear at the end of the world.

Gnostics also held that the kingdom of the Father or of Christ was not political. Marcion, for example, claimed that "in the Gospel the kingdom of God is Christ himself." We find obscure parables of the kingdom in the Gospel of Thomas, whose author says that the kingdom is "inside you" and "outside you" (saying 3), while Basilides used the term "kingdom" for the rational state of the soul.

Later apologists did not mention the kingdom, though they may have interpreted it in relation to the Roman empire. We shall see that Melito viewed empire and church as providentially growing up together, while Theophilus believed that God had given the Romans their power


Στα πλαίσια των θεολογικών και απολογητικών ιδεών του Ιουστίνου δεν θα μπορούσε να έχει θέση το δόγμα της βασιλείας του Θεού στη γη. Γνώριζε καλά την αποτυχία των δύο ιουδαϊκών εξεγέρσεων και, ενώ αποδεχόταν την αποκαλυπτική πρόρρηση για την χιλιετία στην Ιερουσαλήμ μετά την σωματική ανάσταση, επέμενε επίσης ότι η αναμενόμενη βασιλεία ήταν "με τον Θεό" και όχι απλά "ανθρώπινη". Παρόμοια, σύμφωνα με τον Ηγήσιππο, οι γιοι των ανηψιών του Ιησού διακρατούσαν την άποψη ότι η βασιλεία του Μεσσία "δεν ήταν από τον κόσμο ή επίγεια, αλλά ουράνια και αγγελική" και ότι επρόκειτο να εμφανιστεί κατά το τέλος του κόσμου.

Οι Γνωστικοί επίσης διακρατούσαν την άποψη ότι η βασιλεία του Πατέρα ή του Χριστού δεν ήταν πολιτική. Ο Μαρκίων, για παράδειγμα, ισχυριζόταν ότι "στο Ευαγγέλιο η βασιλεία του Θεού είναι ο ίδιος ο Χριστός". Ασαφείς παραβολές για τη βασιλεία βρίσκονται στο Ευαγγέλιο του Θωμά, ο συγγραφέας του οποίου λέει ότι η βασιλεία είναι "εντός σας" και "εκτός σας" (λόγιο 3), ενώ ο Βασιλείδης χρησιμοποίησε τον όρο "βασιλεία" όσον αφορά τη λογική κατάσταση της ψυχής.

Μεταγενέστεροι απολογητές δεν ανέφεραν τη βασιλεία, μολονότι είναι δυνατό να την ερμήνευαν σε σχέση με την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Βλέπουμε τον Μελίτωνα να θεωρεί την αυτοκρατορία και την εκκλησία ως αναπτυσσόμενες μαζί σύμφωνα με τη θεία πρόνοια, ενώ ο Θεόφιλος πίστευε ότι ο Θεός είχε δώσει την εξουσία στους Ρωμαίους».]

* Robert M. Grant,
Greek Apologists of the Second Century
[Οι Έλληνες Απολογητές του Δεύτερου Αιώνα],
The Westminster Press, 1988,
p./σ. 64.