Κατήχησις Μαρτείνου του Λουθέρου, η μικρά καλουμένη,
ελληνικολατίνη /
Catechesis Martini Lutheri parua,
Graecolatina,
Oporinus, 1570.

ελληνικολατίνη /
Catechesis Martini Lutheri parua,
Graecolatina,
Oporinus, 1570.

μια απόπειρα επιστημονικής προσέγγισης της ανθρώπινης θρησκευτικότητας
an attempt for a scientific approach of human religiosity
"Sedulo curavi humanas actiones non ridere, non lugere, neque detestari, sed intelligere"
—Spinoza, Tractatus Politicus 1:4
⏳ ⌛ First post: October 30, 2008 / Πρώτη ανάρτηση: 30 Οκτωβρίου 2008

Να τις καβαλά ο δαίμονας
Η τιμωρία των σεξουαλικών παραπτωμάτων
στις τοιχογραφίες εκκλησιών του ελληνικού χώρου
«υ πόρνησες γινέκες».
Τοιχογραφία του 1779 στην εκκλησία Αγία Παρασκευή
της Καλομοίρας Τρικάλων
Με τις παραστάσεις των αμαρτωλών στην Κόλαση «το γυμνό σώμα διεισδύει στους νάρθηκες των εκκλησιών» λέει ο ζωγράφος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων Στέφανος Τσιόδουλος στη σύντομη αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μελέτη του Τιμωρία, η σκοτεινή πλευρά της σεξουαλικότητας. Και όχι απλώς διεισδύει, αλλά αποδίδεται με ωμή αναπαραστατική γλώσσα. Στην Κόλαση τιμωρούνται τα μέλη του αμαρτωλού με τα οποία διέπραξε τα αμαρτήματά του. Και ενώ δεν αναπαριστώνται παρά σπανίως τα ανδρικά γεννητικά όργανα, δεν συμβαίνει το ίδιο με τα γυναικεία, τα οποία παραδίδονται «στη λαγνεία» των ανδρών θεατών.
Το θέμα που πραγματεύεται ο συγγραφέας παρέμενε ως τώρα αντικείμενο ενδιαφέροντος σχεδόν αποκλειστικά για τους ειδικούς επιστήμονες: πώς οι παραστάσεις της Κόλασης, όπως τις βλέπουμε σε πολλές εκκλησίες της Κύπρου, της Κρήτης, της Ηπείρου και άλλων περιοχών της ηπειρωτικής Ελλάδας από τον 13ο ως τον 19ο αιώνα, μας βοηθούν να κατανοήσουμε τα ήθη, τη μορφή της κοινωνίας και τις αντιλήψεις που επικρατούσαν για τη μετά θάνατον ζωή. Ακόμη, το πώς η εικαστική πραγμάτευση λειτούργησε ως πρόσχημα ώστε οι ζωγράφοι να μιλήσουν για τα σεξουαλικά ήθη και τις αντίστοιχες φαντασιώσεις.
Το βιβλίο περιλαμβάνει πλήθος φωτογραφιών από τοιχογραφίες των εκκλησιών που επισκέφθηκε και μελέτησε ο συγγραφέας, οι οποίες καλύπτουν πέντε αιώνες, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της μελέτης του, όχι μόνο γιατί είναι το υλικό της έρευνας αλλά και επειδή λειτουργούν ως αδιαμφισβήτητες αποδείξεις των επιχειρημάτων του. Αυτή η διπλή, ας πούμε, ανάγνωση καθιστά το βιβλίο γοητευτικό και ως αναγνωστική και ως εικαστική εμπειρία.
Από τη θέση των ανδρικών και γυναικείων σωμάτων στις τοιχογραφίες ο Τσιόδουλος εξάγει ενδιαφέροντα συμπεράσματα για την κοινωνική θέση των δύο φύλων. Τα ζευγάρια που κοιμούνται τη βραδιά της Αναστάσεως λ.χ. ή τις Κυριακές (αντί να πάνε στην εκκλησία) ζωγραφίζονται κατά κανόνα «από ψηλά» ώστε να εκτίθενται πλήρως τα σώματά τους. Ο άνδρας βρίσκεται κατά κανόνα ψηλότερα από τη γυναίκα, αλλά και όταν αυτό δεν συμβαίνει η στάση του σώματός του δείχνει την υπεροχή του. Οσοι «κοιμούνται» (δηλαδή κάνουν έρωτα) παραμελώντας τα θρησκευτικά τους καθήκοντα καταδικάζονται και αυτοί στο πυρ το εξώτερον. Στην προκειμένη περίπτωση τιμωρείται ο έρωτας αυτός καθαυτόν - και ας είναι νόμιμος.
Σε πολλές παραστάσεις αντί για τη λέξη «πόρνη» χρησιμοποιείται η λέξη «πουτάνα». Οι ζωγράφοι καταφεύγουν στο λαϊκό ιδίωμα - άλλωστε οι σχετικές επιγραφές των τοιχογραφιών είναι όλες τους ανορθόγραφες, που σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με ζωγράφους οι οποίοι δεν είναι λόγιοι.
Οι γυναίκες που «κλέπτουν» (από τα περιβόλια) τα «κολοκήθηα» και τα «λάχανα» και τα «πράσα» τιμωρούνται στην Κόλαση να τις καβαλά ένας δαίμονας. Ετσι, ο ζωγράφος, με την πρόφαση της τιμωρίας, μπορεί ελεύθερα να αναπαραστήσει γυμνό το γυναικείο σώμα. Οι γυναίκες «που βυζαίνουν τουρκόπαιδα», ή «χαλούν την προξενεία», ή είναι «μαγίστρες» καταλήγουν και εκείνες στην Κόλαση, όπως και «οι πόρνοι», «οι πόρνισες» και οι «αρσενοικοίτες».
Στην Κόλαση όμως βασανίζονται όχι μόνον όσοι και όσες διαπράττουν «ηθικά» παραπτώματα, αλλά και κοινωνικά: οι ζωοκλέφτες (αν και αυτοί είναι οι λιγότεροι), οι μπακάληδες, οι ράφτες και κυρίως οι μυλωνάδες, οι «κρασοπούλοι» (όποιοι πωλούν κρασί) και οι παραυλακιστές (αυτοί που οργώνοντας το χωράφι τους μπαίνουν και στο χωράφι του διπλανού κλέβοντας έτσι μέρος από τη γη του).
Σκληρές τιμωρίες τους περιμένουν, όπως ο μυλωνάς να κουβαλά κρεμασμένη από τον λαιμό τη μυλόπετρά του και ο κρασοπούλος ένα βαρέλι κρασί, ενώ τους καβαλούν δαίμονες. Υπάρχουν όμως και χειρότερα: το σούβλισμα και το ψήσιμο. Ας σημειωθεί ότι το σούβλισμα ήταν διαδεδομένη μορφή βασανισμού και θανάτωσης την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Συχνά οι δαίμονες που καβαλούν τους αμαρτωλούς καπνίζουν καπνοσύριγγα (τσιμπούκι). Αυτό αποδεικνύει φυσικά ότι το κάπνισμα ήταν μια συνήθεια που δεν αποδεχόταν η Εκκλησία. Για παράδειγμα, σε μια τοιχογραφία του 1739, στο Παρεκκλήσιο του Κοιμητηρίου της Μονής Γρηγορίου στο Αγιον Ορος, διαβάζουμε την επιγραφή «όπηος καλόγερος πήνη καπνό τον ηπηρετούν η διαβολή». Για αυτό άλλωστε ακόμα και σήμερα οι αγιορείτες μοναχοί λένε αστεϊζόμενοι πως «ο καπνός είναι το λιβάνι του διαβόλου». (Και, για να θυμηθούμε τον λαϊκό βάρδο Χρήστο Κυριαζή, «τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια έχουν κλείσει τα καλύτερα τα σπίτια».)
Φαλλικά σύμβολαΟι σαδιστικές σκηνές αφθονούν στις τοιχογραφίες. Πέρα όμως από την ωμότητα και τη σκληρότητά τους, πιστοποιούν ότι λειτουργούσαν εξισορροπητικά. Ο φόβος της τιμωρίας και της αιώνιας κόλασης στη μέλλουσα κρίση θα απέτρεπαν τον μυλωνά, τον κρασοπούλο και τον παραυλακιστή από το να υποπέσουν σε οικονομικά εγκλήματα.
Ο συγγραφέας προβαίνει και σε αρκετές άλλες ερμηνείες, συμβολικού χαρακτήρα. Λόγου χάριν, κάποια εργαλεία (όπως τα φτυάρια, τα χωνιά ή τα φουρνόξυλα) δεν μετατρέπονται μόνο σε όργανα βασανισμού, αλλά επέχουν και θέση φαλλικών συμβόλων. Οι αμαρτωλοί άνδρες παρουσιάζονται εκθηλυσμένοι στην κόλαση, αφού «η παθητικότητα συνδέεται με το γυναικείο φύλο, ενώ είναι ασύμβατη με τα στερεότυπα περί ανδρισμού». Οι εικόνες λοιπόν λειτουργούν και «ως μηχανισμός ντροπής» ώστε να μη διασαλευθεί η κοινωνική τάξη και ο όποιος παραδοσιακός πολιτισμός.
Αρκετές από τις εικόνες των τοιχογραφιών στο βιβλίο παρουσιάζονται για πρώτη φορά.
Ο Στέφανος Τσιόδουλος θίγει ένα μεγάλο θέμα το οποίο σχετίζεται με τον τρόπο που λειτούργησε η λαϊκή φαντασία επί αιώνες όσον αφορά τη σκοτεινή της πλευρά. Από μια άποψη μπορεί να είναι και η πιο ενδιαφέρουσα. Το βιβλίο του αποτελεί μια καλή αρχή ώστε να περιμένουμε στο μέλλον και ευρύτερες αναπτύξεις.
* Βιστωνίτης Αναστάσης,
«Να τις καβαλά ο δαίμονας»,
Το Βήμα, 16 Σεπτεμβρίου 2012.
Βλέπε επίσης: / See also:
* Βικιπαίδεια, Δαβίδ ο Σεληνιτζιώτης
“Ad Religionem non requiritur Status animæ separatus sed resurrectio cum memoria continuata.”
“Not a separate existence of the soul, but a resurrection with a continuation of memory is the requirement of religion.”
«Η απαίτηση της θρησκείας δεν είναι η ξεχωριστή ύπαρξη της ψυχής, αλλά η ανάσταση με συνέχιση της μνήμης».
* Newton 1959–1977, Correspondence, vol./τόμ. 3, pp./σσ. 336, 339,
as mentioned in:
Stephen David Snobelen,
“Isaac Newton, Socinianism and "the one Supreme God"”
[«Ο Ισαάκ Νεύτων, ο Σοκινιανισμός και "ο ένας Υπέρτατος Θεός"»]
[English/Αγγλικά, PDF]
included at:
Martin Mulsow & Jan Rohls,
Socinianism and Arminianism: Antitrinitarians, Calvinists, and Cultural Exchange in Seventeenth-century Europe,
[Σοκινιανισμός και Αρμινιανισμός: Αντιτριαδιστές, Καλβινιστές και πολιτισμικές ανταλλαγές στην Ευρώπη του δεκάτου εβδόμου αιώνα]
Brill, 2005,
p./σ. 264, n. 106 [241-298].
There are several observations to make regarding the text of the Greek New Testament in the apocryphal non-Gospel literature. (1) The evidence for the Greek New Testament in the apocryphal non-Gospel literature is not as great as one might expect, and this includes the apocryphal Acts, Epistles (for which there is no text early enough or in Greek for consideration) and Apocalypses. There are numerous works that cite the text of the New Testament very little, with some not quoting it at all. (2) The Acts and apocalyptic apocryphal literature is relatively sparse in its use of the Greek New Testament, and is virtually nothing compared to that of the apocryphal Gospels. In the several instances where there is enough evidence, this points toward the apocryphal Acts and Apocalypse directly using the text of the Greek New Testament, often quoting it virtually word for word, and simply making contextual adaptations. (3) The evidence from the apocryphal non-Gospel literature is the same as that for the apocryphal Gospels—in other words, that the text of the Greek New Testament was relatively well established and fixed by the time of the second and third centuries. In those places where there are indications of transmissional changes, the vast majority of these changes indicate that the apocryphal literature has drawn upon the canonical texts (even in the apocryphal Gospels).
* Stanley E. Porter,
"Early Apocryphal Non-Gospel Literature and the New Testament Text"
[Η Πρώιμη Απόκρυφη Μη Ευαγγελιακή Γραμματεία και το Κείμενο της Καινής Διαθήκης],
Journal of Greco-Roman Christianity and Judaism 8 (2011-2012),
pp./σσ. 197, 198 [192-198].
[Ελληνικά/Greek, PDF]
* Johann Lorenz von Mosheim /
Γιόχαν Λόρεντς φον Μόσχαϊμ,
An ecclesiastical history,
T. Tegg and Son 1838,
vol./τόμ. 1, pp./σσ. 204, 205.
[English/Αγγλικά, PDF]
![]() |
|
![]() |
Εκδ. Παπαδημητρίου (2006), εδώ. |
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ
ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Η επιστολή αύτη ευρέθη εις την αγίαν πόλιν της Ιερουσαλήμ, εις το χωρίον Γεθσημανή, επί του τάφου της υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας.
Θεού θέα, θείον θαύμα.
Διήγησις του μεγάλου και φρικτού μυστηρίου, ό εγένετο εις την αγίαν πόλιν της Ιερουσαλήμ εις την εκκλησίαν Σιών. Λίθος έπεσεν από τον ουρανόν και αυτός ο λίθος ήτο μικρός, και κανείς δεν ηδύνατο να τον σαλεύση.
Ακούσατε δε, ευλογημένοι χριστιανοί, πώς εξήλθεν από τον ουρανόν αυτός ο λίθος.
Ήτο ημέρα Τετάρτη, και εντός αυτού είχεν ο λίθος αυτός γράμματα θεϊκά και ουδείς ηδύνατο να τον σαλεύση.
Τότε ο αγιώτατος Πατριάρχης των Ιεροσολύμων Ιωαννίκιος εσύναξεν όλους τους αρχιερείς και ιερείς και άπαντας τους Χριστιανούς και έκαμαν δέησιν προς τον Θεόν επί τρία ημερόνυκτα γονυκλιτώς και με θερμά δάκρυα παρακαλούντες τον Παντοδύναμον Κύριον· και ηκούσθη φωνή εκ του ουρανού λέγουσα: Επάρατέ την αυτήν την πέτραν και ίδετε τα γεγραμμένα θεϊκά λόγια.» Τότε ο αγιώτατος Πατριάρχης ερράγισε την πέτραν, και εύρεν εντός αυτής αυτά τα γεγραμμένα άγια λόγια άτινα έλεγον ούτως.
Όσοι επίστευσαν τω αγίω ονόματί μου και έγειναν χριστιανοί, πέμπω αυτήν την αγίαν μου επιστολήν. Εις τον κόσμον αυτού άφησα το Ευαγγέλιόν μου και τα βιβλία της εκκλησίας μου, δια να σας διδάσκουν νύκτα και ημέραν δια να φυλάξετε τας εντολάς μου, και σείς ως ανόητοι τας καταπατείτε. Δια τούτο θέλω αποστρέψει το πρόσωπόν μου από σας και δεν θέλω σας λυπηθή πλέον.
Εγώ σας έστειλα βάρβαρα έθνη και σας εμαστίγωσαν και σας επήραν και τον βίον σας, και σείς δεν εμετανοήσατε δια να σας λυπηθώ και να σας λυτρώσω.
Ίδετε και στοχασθήτε άνθρωποι μικροί και μεγάλοι ότι, εάν δεν φυλάξητε την αγίαν μου Κυριακήν όπου εις αυτήν ανεστήθην, θέλω ανοίξη τους καταρράκτας του ουρανού και βρέξω αίμα με φωτίαν να σας κατακαύσω. Αφρόντιστοι! δεν στοχάζεσθε, ότι την αγίαν μου Κυριακήν, ανέστησα τον πρωτόπλαστον Αδάμ μαζή με την Εύαν και τους έβαλα εις τον Παράδεισον από τον κατηραμένον τόπον της Κολάσεως, όπου τόσους αιώνας ήτον κλεισμένοι και εχάρισα τον Παράδεισον εις αυτούς και εις εσάς, δια να ευφραίνεσθε αιωνίως μετ’ εμού εις την βασιλείαν μου. Και σεις, αφρονέστατοι και ανόητοι και φθονεροί, με τι καρδίαν αυτήν την αγίαν ημέραν την καταπατείτε με τα παμμίαρα έργα σας; Στοχασθήτε, αφρονέστατοι, ότι θέλω κλείση τον ουρανόν να μη βρέξη πλέον, και την γην να μην βλαστήση χορτάρι ούτε γεννήματα, ώστε να σπείρετε και να μη θερίζετε, διότι διάγετε προς με κακώς και διεστραμμένως. Και εγώ θέλω φερθή προς υμάς με οργήν, θυμόν και αγανάκτησιν. «Ο ουρανός και η γη παρελεύσεται, οι δε λόγοι μου ού μη παρέλθωσιν». Εγώ σας έστειλα σημεία, χειμώνας κακούς και χιόνας, ακρίδας, ανέμους και αστραπάς φοβεράς, θανατικά, λοιμούς, σεισμούς φοβερούς, και σεις ως λίθοι αναίσθητοι δεν μετανοήσατε, ίνα εις πίστην έλθη η φθονερά σας καρδία και ν' αφήσετε τα κακά σας θελήματα.
Την αγίαν Κυριακήν και τας μεγάλας μου εορτάς τας καταπατείτε με τα πονηρά έργα σας, υιοί διαβόλου και κληρονόμοι της αιωνίου κολάσεως και όχι της βασιλείας μου. Καταπατείτε τα θεία μου προστάγματα, το θείον μου Ευαγγέλιον, και την αγίαν μου εκκλησίαν· εγώ ηυλόγησα την γην να δώση σίτον, οίνον, έλαιον και παν αγαθόν, και εχορτάσατε, και επροκόψατε και σεις εστάθητε όλοι διάβολοι και αχάριστοι ωσάν τον Ιούδαν σιμά εις εμέ, από τα κακά σας έργα, και τας ανομίας σας τας παρανόμους. Εβουλήθην όμως να σας αφανίσω αλλά δια τας παρακλήσεις της αγίας και υπεραγίας Μητρός μου, και πάντων των αγίων μου σας ευσπλαχνίσθηκα, δια πρεσβειών της πανταχράντου Μητρός και των αγίων Αποστόλων και προφητών και μαρτύρων και οσίων, και δικαίων, δεν σας ετιμώρησα κατά τας βδελυράς πράξεις σας. Τι αγαθόν επράξατε δια να αρέσητε της βασιλείας μου; Πτωχούς, ορφανούς, χήρας και παιδιά ανήλικα όπου φωνάζουν οπίσω σας δεν εχορτάσατε ούτε εκυβερνήσατε δια να λυπηθώ εγώ και συγχωρήσω τας αμαρτίας σας.
Δεν βλέπετε τα αλλόφυλα έθνη, όπου νόμον δεν έχουν και νόμον πράττουν; Εγώ σας έδωκα αρχιερείς και ιερείς, δίδων αυτοίς εξουσίαν του δεσμείν και λύειν. Δεν βλέπετε, αναίσθητοι, τι μέγα μυστήριον είναι ο αφορισμός; όποιος σταθή αφωρισμένος δεν δύναται το σώμα του να λύση η γη, ούτε η ψυχή του έχει ανάπαυσιν εις το αιώνιον πυρ της κολάσεως, έως ου να τον συγχωρήση ο ιερεύς όπου τον αφώρισεν. Αν ευρίσκεται αποθαμμένος, πρέπει να του δώση ο αρχιερεύς την συγχώρησιν· και ούτω δύναται να λυθή το σώμα του και ευρεθή συγχωρημένος εις τον αιώνα τον μέλλοντα. Ενώ σας έδωσα άγιον νόμον δια μέσου του προφήτου Μωϋσέως επάνω εις το όρος Σινά, και εις τους έσχατους καιρούς ήλθον και εσαρκώθην εις την γην εκ της αγίας μητρός μου και αειπαρθένου Μαρίας, και τον παλαιόν νόμον πληρώσας, άφησα προς υμάς το ιερόν Ευαγγέλιόν μου, το οποίον είναι η Καινή Διαθήκη μου. Τα όσα έκαμα δια σας το ανθρώπινον γένος, σεις όλα τα κατεπατήσατε με τας κατηραμένας βλασφημίας σας, βλασφημούντες και καταπατούντες τον σταυρόν μου και τα φρικτά πάθη, άτινα υπέφερα δια την ιδικήν σας αγάπην επάνω εις τον του Κρανίου τόπον, προσέτι υπέφερα εμπτυσμούς, και κολαφισμούς· δια σας ερραπίσθην, δια σας εφόρεσα την κόκκινην χλαμίδα την οποίαν μοι εφόρεσαν δι’ εμπαιγμόν και εβάσταξα τον κάλαμον εις τας χείρας, και με τόσους εμπτυσμούς και ονειδισμούς ωνομάσθην ψευδής βασιλεύς των Ιουδαίων, δια την ιδικήν σας σωτηρίαν.
Δια σας εβάσταξα τον σταυρόν εις τους ώμους μου και εσύρθην εις τον του Κρανίου τόπον, δια σας ετελείωσα την ζωήν επάνω εις τον σταυρόν με τόσας πληγάς, χύνων το πανάγιον αίμα μου δια να ξεπλύνω τας αμαρτίας σας, και δια να σας χαρίσω την ουράνιον βασιλείαν μου, όπου είσθε εξωρισμένοι δια την παράβασιν του πρωτοπλάστου Αδάμ. Δια σας εφόρεσα τον ακάνθινον στέφανον, κατατρυπών την αγίαν κορυφήν μου, δια να σας στεφανώσω και να κάμω διαδόχους της βασιλείας μου. Δια σας ηνοίχθη η αγία μου πλευρά υφ’ ενός των στρατιωτών, και εξήλθεν αίμα και νερόν, δια να δείξω ότι το νερόν είναι το βάπτισμα και το αίμα είναι η αγία μου κοινωνία, όπου χωρίς αυτά τα δύο μυστήρια δεν δύναται να ίδη τις την βασιλείαν του πατρός μου του επουρανίου.
Αλλά σεις δι’ ανταμοιβήν των θείων μου ευεργεσιών, υβρίζετε και καταπατείτε τον σταυρόν και τα πάθη μου.
Ίδετε άνθρωποι, και στοχασθήτε εκ των βιβλίων της Εκκλησίας μου, ότι την αγίαν μου Κυριακήν, την οποίαν καταπατείτε με τα άνομα έργα σας, εις αυτήν την αγίαν ημέραν μέλλω να τελειώσω την δευτέραν μου παρουσίαν και να τελειώσω τον κόσμον, ν’ αποδώσω του καθ’ ενός κατά τα έργα όπου έπραξε. Και όσοι εβάσταξαν τας εντολάς μου και εποίησαν τα προστάγματά μου θέλουν λάμψη ώσπερ τον ήλιον, και θ' ακούσουν την μακαρίαν εκείνην φωνήν, το, «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου·» και οι αμαρτωλοί θ’ ακούσουν την φρικτήν μου απόφασιν «Πορεύεσθε οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού· Πορεύεσθε εις το πυρ το αιώνιον, εις το σκότος το εξώτερον, εις την γέενναν του πυρός μαζή με τον πατέρα σας τον διάβολον. Δι’ αυτόν εδουλεύετε, δι’ αυτόν εκοπιάζατε εις την ζωήν σας, και αυτόν απολαύετε.»
Υπάγετε καταλαληταί, υπάγετε καταδόται, υπάγετε επίορκοι, όπου δι’ ολίγον χάρισμα, ή και από πάθος κινούμενοι ομνύετε παρανόμως το Ευαγγέλιόν μου και καταστρέφετε τον πλησίον σας με την ψευδή μαρτυρίαν σας, όπου πολλάκις επήρατε αθώους εις τον λαιμόν σας, και εξολοθρεύσατε παιδία και οικογενείας, και τους εχαλάσατε από τας όψεις της φύσεως δια το πείσμα σας, δια τα τέλη σας, και δια τον παράνομον φθόνον σας.
Υπάγετε τώρα να κατακαίεται ο λάρυγγάς σας από φωτίαν άσβεστον εις τον αιώνα τον άπαντα, μαζή με τον πατέρα σας τον διάβολον.
Υπάγετε αντίδικοι, οίτινες δεν εφροντίσατε δια να αρέσητε εις εμένα όπου σας έπλασα και σας έδωκα τα ομμάτια και τα επίγεια αγαθά μου να χαίρεσθε, αλλά εφροντίσατε του πατρός σας του διαβόλου, διο και τα έργα του εποιήσατε. Υπάγετε αχάριστοι και αχόρταστοι όπου δια Θεόν την κοιλίαν σας προσκυνάτε και λατρεύετε, μη βαστώντες τας τεσσαρακοστάς, αλλά καταλύετε κρέας και οψάριον, μη βαστώντες τας τετάρτας και τας παρασκευάς, αλλά καταλύετε και κρέας και οψάριον, και είτι άλλο σας εδίδασκεν ο διάβολος δια να τον αρέσητε. Δεν στοχάζεσθε, ότι την Τετάρτην παρεδόθην εις τας χείρας των Ιουδαίων δια την σωτηρίαν σας και την αγίαν ημέραν της Παρασκευής ετελείωσα την ζωήν μου επάνω εις το ξύλον του Σταυρού χύνων το αίμα μου δια να σας ξεπλύνω από τον βόρβορον της αμαρτίας, και να σας χαρίσω την βασιλείαν μου, όπου δια σας εσταυρώθηκα; Και σείς εις αυτήν την αγίαν ημέραν της Παρασκευής καταλύετε και κρέας και οψάριον, ωσάν χοίροι άγριοι, και όχι ωσάν άνθρωποι χριστιανοί. Ιδέτε και στοχασθήτε από τα βιβλία της Εκκλησίας μου ότι την ημέρα της Παρασκευής όπου εσταυρώθην, όλη η οικουμένη γνωρίζουσά με δια ποιητήν και πλάστην ετρόμαξεν, ο ήλιος εσκοτίσθη, η γη εσείσθη, το καταπέτασμα του ναού εις το μέσον εσχίσθη, τα μνημεία ηνεώχθησαν, οι νεκροί εσηκώθησαν από τα μνημεία, γνωρίζοντές με δια Θεόν και σωτήρα του κόσμου.
Και σεις εις αυτήν την αγίαν ημέραν πράττετε τα άνομα έργα σας. Κατηραμένος, και αφωρισμένος, και ασυγχώρητος ο λάρυγκας, όπου καταλύει την τετάρτην και την παρασκευήν κρέας και οψάριον χωρίς σωματικής ασθενείας. Στοχασθήτε ότι θέλω ανοίξη τους καταρράκτας του ουρανού, να βρέξω νερό κοχλάτο εις τας δέκα Φεβρουαρίου και κανείς δεν θα ηξεύρη, και θέλω βρέξη εις τας 8 Απριλίου αίμα και πυρ να σας κατακαύσω τας αμπέλους σας και τα χωράφια και τα χόρτα, και θέλω ρίψη θηρία πτερωτά και ανήμερα να σας καταφάγουν, και να φωνάζετε ο είς εις τον άλλον, «έβγατε σείς οι αποθαμμένοι να έμβωμεν ημείς οι ζωντανοί, διότι δεν ημπορούμεν πλέον να υποφέρωμεν την οργήν του παντοκράτορος Θεού και τον θυμόν του». Και πάλιν λέγω θα πέμψω σκότος, αστραπάς και βροντάς, να σας κατακαύσω και να μη λυπηθώ. Αλλοίμονον εις σας τι απολογίαν έχετε να με δώσετε την ημέραν της κρίσεως. Την ώραν εκείνην, θέλει τρέμει ο ουρανός και η γη· αλλοίμονον εις εκείνους όπου έπραξαν του διαβόλου τα έργα. Ίδετε άνθρωποι, να απέχητε από τας αμαρτίας, από την υπερηφάνειαν, τον φθόνον, την πονηρίαν, την μοιχείαν, την κλοπήν, που κλέπτετε ο ένας τον άλλον. Εάν αυτά δεν αφήσετε, θέλετε ιδεί τα φοβερά μου σημεία και θα τρομάξητε από την οργήν μου, όπου ο ουρανός θέλει τρέμει και η γη θα σείεται, ο ήλιος θα σβύση, η σελήνη και τα άστρα θα πέσουν, η θάλασσα θα βρωμήση, τα πηγάδια θα ξηραθούν, και σεις θα τρέμητε ως τα φύλλα του δένδρου, και ανάπαυσιν ποσώς θα μην έχητε. Αλλοίμονον εις εκείνους όπου βλασφημούν το όνομά μου με την βρωμεράν των γλώσσαν καταπατούντες τον Σταυρόν. Θέλουν ιδεί τον Σταυρόν την ημέραν της κρίσεως να έρχεται μετά των ουρανίων ταγμάτων επί των νεφελών του ουρανού μετά δόξης και να τρομάξουν από τον φόβον τους. Τότε θέλει τους σύρει ο ποταμός ο πύρινος, εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων. Αλλοίμονον εις εκείνον τον ιερέα όπου δεν διδάσκει κάθε Κυριακήν τον λόγον του Ευαγγελίου, θέλει δώσει φρικτήν απολογίαν δια το ποίμνιόν του την ημέραν της κρίσεως του κυρίου ημών Ιησού Χριστού και Σωτήρος ημών Θεού. Και πάλιν λέγω δια την αγίαν επιστολήν, ότι δεν εγράφη από χέρι ανθρώπου, αλλ’ από τον πατέρα μου τον επουράνιον. Και όποιος άνθρωπος ευρεθή να φλυαρήση δια την αγίαν μου επιστολήν και να είπη ότι είναι από χέρι ανθρώπου να είναι επικατάρατος, και η ψυχή του να ήναι μετά του Ιούδα του προδότου, και κληρονομήση το ανάθεμα Σοδόμων και Γομόρων και βασανίζεται εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Και πάλιν λέγω, ότι όποιος δεν δεχθή την αγίαν μου επιστολήν με όλην του την καρδίαν, να κληρονομήση την γέεναν του πυρός την άσβεστον, επειδή δεν επίστευσεν εις την επιστολήν του ποιητού του ουρανού και της γης, αλλ’ είπεν ότι δεν είναι γεγραμμένη από τον πατέρα μου. Και πάλιν λέγω ότι όποιος υβρίζει τον ιερέα του Θεού του Υψίστου, και δεν τον αγαπά και δεν τον ευλαβείται ως πανάγιον του Θεού υπηρέτην, όπου το άγιον πνεύμα κατέβη εις την κεφαλήν του, θέλει δώσει μεγάλην απολογίαν του Θεού εις την ώραν της κρίσεως.
Ευλογημένος να ήναι εκείνος ο Χριστιανός και από τον Πατέρα μου όπου πάρη την αγίαν μου επιστολήν με όλην του την προθυμίαν, και την διαβάζη εις τον οίκον του. Και αν έχη αμαρτίας ωσάν τας τρίχας της κεφαλής του, και ωσάν τα φύλλα του δένδρου, όλαι συγχωρούνται και λυώνουν. Συγχωρεί δε και ευλογεί ο Θεός τον οίκον του και τα έργα του και όλα τα αγαθά του. Και πάλιν λέγω, ότι όποιος θρέψη πεινασμένον και ενδύση γυμνόν, και δεχθή ξένον εις το σπήτι του και του δώση ελεημοσύνην, θέλουν πληθύνη τα αγαθά του και θέλω τον ευλογήσει ωσάν τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Και πάλιν λέγω, αλλοίμονον εις εκείνους τους γονείς όπου δεν ερμηνεύουν τα τέκνα των και δεν τα παρακινούν να πηγαίνουν εις την αγίαν εκκλησίαν. Καλλίτερον να μη τα εγεννούσαν, διότι θέλουν δώσει φρικτήν απολογίαν εις τον φοβερόν κριτήν την ημέραν της κρίσεως.
Δια τούτο εγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος του Χριστού Πατριάρχης ταπεινός Ιωαννίκιος σας παρακαλώ, αγαπητά τέκνα μου, χάρις υμίν και ειρήνη υπό Θεού Πατρός, Κυρίου δε ημών Ιησού Χριστού, και σας δίδω την ευλογίαν, παρακαλώ σας με όλους τους αρχιερείς όπου εξήγησαν την αγίαν ταύτην επιστολήν και την έστειλαν εις τον κόσμον όπως την δεχθήτε μετά πάσης προθυμίας. Και ευλογημένος ο άνθρωπος, όπου την έχει εις το σπήτι του· δεν θέλει του συμβεί ποτέ κανέν κακόν, ούτε θέλει του εγγίση ο διάβολος τα πράγματά του, και εις την αιώνιον βασιλείαν τού συγχωρεί ο Θεός τας αμαρτίας του, και τον δέχεται εις την βασιλείαν του. Εις δόξαν Πατρός Υιού και αγίου πνεύματος· νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Εις το όνομα του πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν.
Αύτη η επιστολή ευρέθη επάνω εις τον Άγιον Τάφον της υπεραγίας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας. Και να γνωρίζη κάθε άνθρωπος και να ειξεύρη ότι όστις διαβάζει την ευχήν αυτήν μίαν φοράν την ημέραν και την βαστά επάνω του δεν φοβάται κακόν θάνατον, ούτε από ποταμόν, ούτε από εχθρούς, αλλά διασκορπίζονται εν τω ονόματι Ιησού Χριστού. Αμήν.
Όποιος ομοίως την διαβάζει επάνω εις άνθρωπον, όπου να έχη τον πειρασμόν εις το κορμί του, παρευθύς υγιαίνει από πάσαν πράξιν του διαβόλου εν τω ονόματι Ιησού Χριστού. Αμήν.
Ακόμη έχει χάριν αυτή η ευχή, όποιος την διαβάζει μίαν φοράν την ημέραν, εκείνος όπου θέλει τού έλθει ο θάνατος ο διωρισμένος θέλει ιδεί την Κυρίαν του κόσμου τρεις ημέρας προτήτερα.
Ακόμη όποιος την διαβάση επάνω εις γυναίκα όπου μέλλει να γεννήση, ελευθερόνεται το γλιγωρότερον, εν τω ονόματι Ιησού Χριστού. Αμήν.
* Επιστολή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
[Η Αγία Επιστολή],
εν Αθήναις: Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1897.
[Ελληνικά/Greek, PDF]
+ Ο μόνος φερόμενος ως πατριάρχης Ιεροσολύμων με το όνομα Ιωαννίκιος πατριάρχευσε μεταξύ των ετών 1020 έως 1084. (jerusalem-patriarchate.info)
What sphinx of cement and aluminium bashed open their skulls and ate up their brains and imagination?
Moloch! Solitude! Filth! Ugliness! Ashcans and unobtainable dollars! Children screaming under the stairways! Boys sobbing in armies! Old men weeping in the parks!
Moloch! Moloch! Nightmare of Moloch! Moloch the loveless! Mental Moloch! Moloch the heavy judger of men!
Moloch the incomprehensible prison! Moloch the crossbone soulless jailhouse and Congress of sorrows! Moloch whose buildings are judgement! Moloch the vast stone of war! Moloch the stunned governments!
Moloch whose mind is pure machinery! Moloch whose blood is running money! Moloch whose fingers are ten armies! Moloch whose breast is a cannibal dynamo! Moloch whose ear is a smoking tomb!
Moloch whose eyes are a thousand blind windows! Moloch whose skyscrapers stand in the long streets like endless Jehovas! Moloch whose factories dream and choke in the fog! Moloch whose smokestacks and antennae crown the cities!
Moloch whose love is endless oil and stone! Moloch whose soul is electricity and banks! Moloch whose poverty is the specter of genius! Moloch whose fate is a cloud of sexless hydrogen! Moloch whose name is the Mind!
Moloch in whom I sit lonely! Moloch in whom I dream angels! Crazy in Moloch! C[...]r in Moloch! Lacklove and manless in Moloch!
Moloch who entered my soul early! Moloch in whom I am a consciousness without a body! Moloch who frightened me out of my natural ecstasy! Moloch whom I abandon! Wake up in Moloch! Light streaming out of the sky!
Moloch! Moloch! Robot apartments! invisable suburbs! skeleton treasuries! blind capitals! demonic industries! spectral nations! invincible madhouses! granite c[...]s! monstrous bombs!
They broke their backs lifting Moloch to Heaven! Pavements, trees, radios, tons! lifting the city to Heaven which exists and is everywhere about us!
Visions! omens! hallucinations! miracles! ecstacies! gone down the American river!
Dreams! adorations! illuminations! religions! the whole boatload of sensitive bullshit!
Breakthroughs! over the river! flips and crucifixions! gone down the flood! Highs! Epiphanies! Despairs! Ten years' animal screams and suicides! Minds! New loves! Mad generation! down on the rocks of Time!
Real holy laughter in the river! They saw it all! the wild eyes! the holy yells! They bade farewell! They jumped off the roof! to solitude! waving! carrying flowers! Down to the river! into the street!
* Allen Ginsberg,
Howl and Other Poems (1956) *.
Ποια σφίγξ αλουμινίου και τσιμέντου διέρρηξε τα κρανία τους και κατέφαγε μυαλά και φαντασία;
Μολώχ! Ερημιά! Ακαθαρσία! Ασχήμια! Σταχτοδοχεία κι άπιαστα δολάρια! Ουρλιάζουν παιδιά κάτω από τις σκάλες! Κλαίνε αγόρια στα στρατόπεδα! Θρηνούν γέροι στα πάρκα!
Μολώχ! Μολώχ! Του Μολώχ ο εφιάλτης! Μολώχ ο Άστοργος! Μολώχ ο Ψυχωτικός! Μολώχ ο Μέγας των ανθρώπων Δικαστής!
Μολώχ η ακατανόητη φυλακή! Μολώχ, στυγνή θανάτου ειρκτή και Σύγκλητος θλίψεων! Μολώχ με κτήρια κρίσης! Μολώχ ο μεγάλιθος του πολέμου.
Μολώχ με νου μηχανής ατόφιας! Μολώχ με αίμα ρευστό χρήμα! Μολώχ με δέκα στρατειές για δάχτυλα! Μολώχ, μια ανθρωποφάγα γεννήτρια στο στήθος! Μολώχ με αυτιά τάφους που ακόμα καίγονται!
Μολώχ με μάτια χίλια σφαλιστά παράθυρα! Μολώχ, με τους ουρανοξύστες του παραταγμένους στις μακριές λεωφόρους ωσάν αναρίθμητοι Ιεοβά! Μολώχ, με τα εργοστάσιά του να ονειρεύονται και να πνίγονται μες στην καταχνιά! Μολώχ, με τα φουγάρα και τις κεραίες του στεφάνια για τις πόλεις!
Μολώχ που για αγάπη έχει πετρέλαιο και πέτρα δίχως τέλος! Μολώχ με ψυχή από τράπεζες και ρεύμα! Μολώχ που για φτώχεια έχει το φάσμα της ιδιοφυίας! Μολώχ, με μοίρα το ανέραστο υδρογόνο! Μολώχ με όνομα Νους!
Μολώχ, ολομόναχος κάθομαι στην σκιά του! Μολώχ, μέσα του ονειρεύομαι αγγέλους! Παράφρων στον Μολώχ! Κ[...]ς για τον Μολώχ! Χωρίς έρωτα, ευνούχος του Μολώχ.
Μολώχ που μπήκε στην ψυχή μου πρόωρα! Μολώχ που με κατάντησε νου χωρίς σώμα! Μολώχ που από τον τρόμο του διαλύθηκε η έκσταση της φύσης μου! Μολώχ σε εγκαταλείπω! Μολωχ ξυπνάω μαζί σου! Και το φως ρέει από τον ουρανό!
Μολώχ! Μολώχ! Διαμερίσματα ρομπότ! Αόρατα προάστεια! Σκελετωμένα θησαυροφυλάκια! Τυφλές πρωτεύουσες! Δαιμονικές βιομηχανίες! Έθνη φαντάσματα! Ακατανίκητα φρενοκομεία! Ψ[...]ς από γρανίτη! Τερατώδεις βόμβες!
Κομμάτια οι πλάτες τους να υψώνουν τον Μολώχ στα ουράνια! Πεζοδρόμια, δένδρα, ραδιόφωνα, τόνοι! Υψώνεται στα ουράνια η πόλη η υπαρκτή, η πόλη ολόγυρά μας!
Οράματα! Οιωνοί! Παραισθήσεις! Θαύματα! Εκστάσεις! Τα πήρε το ποτάμι της Αμερικής!
Όνειρα! Λατρείες! Διαφωτισμοί! Θρησκείες! Το τσούρμο οι μ[...]ς της ευαισθησίας!
Πρόοδος! Μες στο ποτάμι! Ανατροπές και σταυρώσεις! Τα πήρε η πλημμύρα! Επήρειες! Αποκαλύψεις! Απογνώσεις! Δέκα χρόνια κραυγές ζώων κι αυτοκτονίες! Μυαλά! Καινούργιοι έρωτες! Τρελή γενιά! Τα πήραν όλα τα βράχια του Χρόνου!
Πραγματικό άγιο γέλιο κι αυτό μες στο ποτάμι! Όλοι το είδαν! Τα άγρια μάτια! Τα άγια ουρλιαχτά! Είπαν αντίο! Πήδηξαν από την ταράτσα! προς την μοναξιά! Κρατούσαν λουλούδια! Μες στο ποτάμι! Μες στο δρόμο!
* Άλεν Γκίνσμπεργκ,
Το Ουρλιαχτό,
μετάφρ. amatorius (2012).
Ποια σφίγγα τσιμέντου και αλουμίνιου έσπασε τα κρανία και καταβρόχθισε τα μυαλά και τη φαντασία τους;
Μολώχ! Μοναξιά! Βρωμιά! Ασχήμια! Σκουπιδοτενεκέδες κι απρόσιτα δολάρια! Παιδιά που τσιρίζουν κάτω απ’ τις σκάλες! Αγόρια που κλαίνε μ’ αναφιλητά στους στρατούς! Γέροι που κλαψουρίζουν στα πάρκα!
Μολώχ! Μολώχ! Εφιάλτης του Μολώχ! Μολώχ ο χωρίς αγάπη καμιά! Μολώχ του μυαλού! Μολώχ ο στυγνός κριτής των ανθρώπων!
Μολώχ η ακατανόητη φυλακή! Μολώχ το νεκροκέφαλο άψυχο κάτεργο και Κογκρέσο των θλίψεων! Μολώχ των κτιρίων της κρίσεως! Μολώχ ο θεόρατος λίθος του Πολέμου! Μολώχ οι αποσβολωμένες κυβερνήσεις!
Μολώχ με τ’ ατόφιο μυαλό μηχανής! Μολώχ με το αίμα που τρέχει λεφτά! Μολώχ με τα δάχτυλα δέκα στρατιών! Μολώχ με το στήθος δυναμό κανιβάλλων! Μολώχ με τ’ αυτί που καπνίζει σαν τάφος!
Μολώχ με τα μάτια χιλιάδων παραθύρων τυφλών! Μολώχ των ουρανοξυστών στη σειρά καθισμένων στους απέραντους δρόμους σαν Ιεχωβάδες! Μολώχ εργοστασίων που κρώζουν στο πούσι κι ονειρεύονται! Μολώχ καμινάδων κι αντενών που στέφουν τις πόλεις!
Μολώχ με αγάπη απέραντη πετρελαίου και πέτρας! Μολώχ με ψυχή τραπεζών και ηλεκτρικής ενέργειας! Μολώχ που η φτώχεια σου είναι το φάσμα της μεγαλοφυΐας! που η μοίρα σου είναι ένα σύννεφο άφυλου υδρογόνου! Μολώχ που το όνομά σου είναι Νους!
Μολώχ που μέσα σου νιώθω μονάχος! Μολώχ που μέσα σου ονειρεύομαι αγγέλους! Τρελός στο Μολώχ! Π[...]ς στο Μολώχ! Χωρίς αγάπη, χωρίς φίλο στο Μολώχ!
Μολώχ που μπήκες στη ψυχή μου νωρίς! Μολώχ που μέσα σου είμαι χωρίς σώμα συνείδηση! Μολώχ που με τρόμαξες πάνω στη φυσική μου έκσταση! Μολώχ που σ’ εγκαταλείπω. Ξυπνώ στο Μολώχ! Φως κατεβαίνει από τον ουρανό!
Μολώχ! Μολώχ! Ρομπότ διαμερίσματα! αόρατα προάστια! σκελετώδη θησαυροφυλάκια! τυφλές πρωτεύουσες! δαιμονικές βιομηχανίες! φασματικά έθνη! αήττητα τρελοκομεία! γρανιτώδεις ψ[...]ς! τερατώδεις μπόμπες!
Σπάσαν τις ράχες τους σηκώνοντας το Μολώχ στον Ουρανό! Πεζοδρόμια, δένδρα, ραδιόφωνα, τόννοι! την πόλη σηκώνοντας στον Ουρανό που υπάρχει παντού τριγύρω μας!
Οράματα! οιωνοί! παραισθήσεις! θαύματα! εκστάσεις! τα πήρε τ’ αμερικάνικο ποτάμι!
Όνειρα! λατρείες! φωτοχυσίες! θρησκείες! ολόκληρη η μαούνα φορτωμένη ευαίσθητη κοπριά!
Καινοτομίες! πάνω απ’ το ποτάμι! υστερίες και σταυρώσεις! κάτω με το ρέμα! Ευφορίες! Θεοφάνειες! Απελπισίες! Δέκα χρόνια ζωώδεις κραυγές κι αυτοκτονίες! Μυαλά! Αγάπες νέες! παλαβή γενιά! Κάτω στα βράχια του χρόνου!
Αληθινό άγιο γέλιο στο ποτάμι! Τα είδαν όλα! τ’ άγρια μάτια! τ’ άγια αλυχτήματα! Είπα αντίο! Πήδηξαν απ’ τη στέγη! στη μοναξιά! Κάτω στο ποτάμι! κάτω στο δρόμο!
* Άλεν Γκίνσμπεργκ,
Το Ουρλιαχτό *,
μετάφρ. Άρη Μπερλή, εκδ. Άκμων (1978).
Σημείωση:
Ο αγγλικός όρος «Jehovas» (ο Γκίνσμπερκ χρησιμοποιεί σε πληθυντικό αριθμό προφανώς τη λατινική μορφή του ονόματος Iehova, καθώς στην αγγλική μορφή υπάρχει και το άηχο τελικό h) αποδόθηκε στα Ελληνικά «Ιεχωβάδες» από τον Μπερλή, δηλαδή ως πληθυντικός αριθμός του ονόματος Ιεχωβάς (αυτή η μορφή του θεϊκού ονόματος αποτελεί αδόκιμο δημοτικισμό που αποπειράται να καταστήσει κλιτό το άκλιτο όνομα Ιεχωβά). Η αναφορά δεν αφορά στη θρησκευτική κοινότητα των Μαρτύρων του Ιεχωβά (σε τέτοια περίπτωση θα χρησιμοποιούνταν ο όρος Ιεχωβάς-Ιεχωβάδες καταχρηστικά) αλλά –εντός του ποιητικού σχήματος– αποτελεί αναφορά σε ένα πλήθος αποτελούμενο από τον ομώνυμο Βιβλικό Θεό. * * *