Sunday, May 2, 2010

Η Βυζαντινή Ορθοδοξία και οι «Αιρέσεις» /
Byzantine Orthodoxy & "Heresies"

«Byzantine Orthodoxy, as defined by the Ecumenical Councils, represented a middle way between various heresies about the nature of God and the Incarnation. After the defeat of iconoclasm, such heresies ceased, for the most part, to trouble the Byzantines. In their stead, there emerged various heresies that have been characterized as dualistic, that is, holding that the cosmos is not the creation of a single good God, but is the product of a conflict between powers of good and evil, that are equally ultimate. These heretics were called Paulicians and Bogomils. The Paulicians were traced back to the late seventh century to a certain Constantine of Mananalis, an Armenian, though they probably owe their name to a certain Paul, who refounded the Paulicians in Armenia in the early eighth century. The Bogomils came later, named after a priest called Bogomil (Slavonic for Theophilus), who lived in Bulgaria in the tenth century. For their beliefs we are dependent on refutations of them by Orthodox opponents, especially the ninth-century Peter of Sicily, who wrote against the Paulicians; a tenth-century sermon on the Bogomils by one Cosmas; and the early twelfth-century Dogmatic Panoply by Euthymius Zigabenus. This is very unsatisfactory, as all these Orthodox writers regard them as some kind of Manichee, and present their beliefs accordingly. For it is quite certain that there is no historical link between these Byzantine heretics and the Manichees, who, after their persecution by Justinian, turned their attentions eastward. Like the Cathars (dualist heretics who emerge in the West in the mid-twelfth century), who were probably inspired by the Bogomils, the root of these “heresies” probably lies in a reaction against the institutional church and a search for the purity of the Gospel. At the heart of the beliefs of the Paulicians was faith in Jesus Christ, as a spiritual being; they rejected the Old Testament, and based themselves on the New Testament (or most of it). They rejected the sacraments, veneration of the cross, the cult of the saints, and icons; instead they were devoted to a spiritual Christ. It is easy to see how such a rejection of matter smacked of Manichean dualism to an Orthodox opponent. That they were led by a supreme teacher, a didaskalos, who was regarded, we are told, as an apostle, would only have reinforced their identification as Manichees. The Bogomils may have had a more developed dualistic teaching. Their principal threat seems to have lain in the attraction of the apostolic simplicity of their lives, which led others to seek them out as a source of spiritual counseling.

The “Byzantine Orthodoxy” that emerged in this period, with roots that went a long way back, is highly ambivalent. For such Orthodoxy became, and was established as, imperial policy, and the Byzantine state was, in aspiration at least, absolutist. It had little time for those who questioned that Orthodoxy; indeed, Christian heretics had fewer rights than the Jews, who had some small protection as a “standing witness” to the truth of the faith they rejected. However, in the first part of our period, the emperor and his advisers adopted as Orthodoxy theological positions –monenergism, monothelitism, and finally iconoclasm– that were eventually to be rejected as heresies. The proclamation of the “triumph of Orthodoxy” in 843 was intended to draw a veil over that period, and to set out clearly the nature of “Byzantine Orthodoxy.” The Synodikon of Orthodoxy, which made that proclamation a yearly liturgical event, was later to become a political manifesto of the Orthodoxy claimed by the Comneni and Palaeologan emperors. What came to be known as “Byzantine Orthodoxy” was forged, however, not at the capital, but on the periphery –in regions on the edge, or beyond the edge– of the Byzantine Empire. Nevertheless, it was only as received in the Byzantine tradition that these theologians –Maximus, Anastasius, John, and others– made their mark, and the Byzantine tradition was increasingly to be defined by what went on in Constantinople. This suppression of diversity was part of a whole outlook, and doubtless represents an impoverishment: the voices of those in the country and in cities outside the capital were drowned out, as were the voices of those who questioned Byzantine Orthodoxy. But its establishment as tradition enabled the exploration of the abundant resources of the riches of Christian reflection as it had developed in the Greek East, leaving a legacy that still commands attention».

«Η βυζαντινή Ορθοδοξία, όπως ορίστηκε από τις Οικουμενικές Συνόδους, αντιπροσώπευε μια μέση οδό ανάμεσα στις ποικίλες αιρέσεις σχετικά με τη φύση του Θεού και την Ενσάρκωση. Μετά την ήττα της εικονοκλασίας, τέτοιου είδους αιρέσεις έπαψαν, εν γένει, να ενοχλούν τους Βυζαντινούς. Αντ' αυτών, εμφανίστηκαν ποικίλες αιρέσεις που έχουν χαρακτηριστεί ως δυιστικές, δηλαδή θεωρούσαν ότι το σύμπαν δεν δημιουργήθηκε από έναν μοναδικό καλό Θεό, αλλά είναι προϊόν σύγκρουσης ανάμεσα στις δυνάμεις του καλού και του κακού, οι οποίες είναι εξίσου υπέρτατες. Αυτοί οι αιρετικοί αποκλήθηκαν Παυλικιανοί και Βογόμιλοι. Τα ίχνη των Παυλικιανών φτάνουν στα τέλη του έβδομου αιώνα σε κάποιον Κωνσταντίνο από την Μανανάλη, έναν Αρμένιο, αν και ώφειλαν πιθανώς το όνομά τους σε κάποιον Παύλο, ο οποίος επανίδρυσε τους Παυλικιανούς στην Αρμενία στις αρχές του όγδοου αιώνα. Οι Βογόμιλοι εμφανίστηκαν αργότερα, έχοντας λάβει το όνομά τους από έναν ιερέα που ονομαζόταν Βογομίλ (στα Σλαβονικά ο Θεόφιλος), ο οποίος έζησε στη Βουλγαρία το δέκατο αιώνα. Όσον αφορά τις πεποιθήσεις τους εξαρτόμαστε από τις αντικρούσεις Ορθόδοξων πολέμιων, ειδικά τον ένατο αιώνα από τον Πέτρο Σικελίας, ο οποίος έγραψε κατά των Παυλικιανών· από μια ομιλία για τους Βογόμιλους τού δεκάτου αιώνα από κάποιον Κοσμά· και από τις αρχές του δωδέκατου αιώνα από τη Δογματική Πανοπλία του Ευθύμιου Ζυγαβινού. Αυτό είναι πολύ ανεπαρκές, καθώς όλοι αυτοί οι Ορθόδοξοι συγγραφείς τούς θεωρούν ως κάποιο είδος Μανιχαίων, και παρουσιάζουν τις πεποιθήσεις τους ανάλογα. Διότι είναι αρκετά βέβαιο ότι δεν υφίσταται κάποιος ιστορικός δεσμός μεταξύ αυτών των βυζαντινών αιρετικών και των Μανιχαίων, οι οποίοι, μετά το διωγμό τους από τον Ιουστινιανό, έστρεψαν την προσοχή τους προς τα ανατολικά. Σαν τους Καθαρούς (δυιστές αιρετικοί οι οποίοι εμφανίστηκαν στη Δύση στα μέσα του δωδέκατου αιώνα), οι οποίοι πιθανώς εμπνεύστηκαν από τους Βογόμιλους, η ρίζα αυτών των "αιρέσεων" πιθανώς εντοπίζεται στην αντίδραση κατά της ιδρυματοποιημένης εκκλησίας και στην αναζήτηση της αγνότητας του Ευαγγελίου. Στον πυρήνα των πεποιθήσεων των Παυλικιανών βρισκόταν η πίστη στον Ιησού Χριστό, ως πνευματικού όντος· απέρριπταν την Παλαιά Διαθήκη, και βασίζονταν στην Καινή Διαθήκη (ή στο μεγαλύτερο μέρος της). Απέρριπταν τα μυστήρια, την απόδοση τιμής στον σταυρό, τη λατρευτική ευλάβεια προς τους αγίους, και τις εικόνες· ήταν μάλλον αφοσιωμένοι σε έναν πνευματικό Χριστό. Είναι εύκολο να δούμε το πώς μια τέτοια απόρριψη της ύλης από τον μανιχαϊκό δυισμό αποτελούσε ράπισμα προς τον Ορθόδοξο πολέμιο. Το ότι καθοδηγούνταν από έναν ανώτερο διδάσκαλο, ο οποίος θεωρούνταν, όπως μάς λέγεται, ως απόστολος, δεν θα μπορούσε πάρα να ενισχύσει την ταύτισή τους με τους Μανιχαίους. Η κύρια απειλή τους φαίνεται ότι αποτελούσε η έλξη που ασκούσε η αποστολική απλότητα της ζωής τους, η οποία οδηγούσε και άλλους στο να τους αναζητήσουν ως πηγή πνευματικής καθοδήγησης.

Η "βυζαντινή Ορθοδοξία" που εμφανίστηκε αυτή την περίοδο, με ρίζες στο απώτερο παρελθόν, είναι εξαιρετικά διφορούμενη. Διότι αυτού του είδους η Ορθοδοξία μετατράπηκε –και παγιώθηκε– σε αυτοκρατορική πολιτική, και το βυζαντινό κράτος ήταν –τουλάχιστον ως έμπνευση– απολυταρχικό. Έδινε λίγο μόνο καιρό σε εκείνους που αμφισβητούσαν αυτή την Ορθοδοξία· στην πραγματικότητα, οι χριστιανοί αιρετικοί είχαν λιγότερα δικαιώματα απ' ό,τι οι Ιουδαίοι, οι οποίοι απολάμβαναν κάποια μικρή προστασία ως "σταθερός μάρτυρας" της αλήθειας την οποία απέρριψαν. Όμως, στο πρώτο μέρος της περιόδου μας, ο αυτοκράτορας και οι σύμβουλοί του υιοθέτησαν ως Ορθοδοξία θεολογικές θέσεις –τον μονοενεργητισμό, τον μονοθελητισμό, και τελικά την εικονοκλασία– οι οποίες επρόκειτο τελικά να απορριφτούν ως αιρέσεις. Η διακήρυξη του "θριάμβου της Ορθοδοξίας" το 843 έγινε με πρόθεση να καλυφτεί με ένα πέπλο εκείνη η περίοδος, και να καθοριστεί ξεκάθαρα το είδος της "βυζαντινής Ορθοδοξίας". Το Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, το οποίο κατέστησε αυτή τη διακήρυξη ετήσιο λειτουργικό γεγονός, επρόκειτο αργότερα να αποτελέσει πολιτικό μανιφέστο της Ορθοδοξίας που πρέσβευαν οι αυτοκράτορες των Κομνηνών και των Παλαιολόγων. Αυτό που έγινε γνωστό ως "βυζαντινή Ορθοδοξία" χαλκεύτηκε, όμως, όχι στην πρωτεύουσα αλλά στην περιφέρεια –σε περιοχές των συνόρων, ή πέρα από τα σύνορα– της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Παρ' όλα αυτά, δεν ήταν παρά μόνο η πρόσληψη της βυζαντινής παράδοσης εκείνη που σημαδεύτηκε από τους θεολόγους –τον Μάξιμο, τον Αναστάσιο, τον Ιωάννη, κ.ά.–, και η βυζαντινή παράδοση όλο και περισσότερο καθοριζόταν από τα όσα διαδραματίζονταν στην Κωνσταντινούπολη. Αυτή η καταστολή της διαφορετικότητας ήταν μέρος μιας γενικότερης θεώρησης, και αναμφίβολα αντιπροσώπευε μια σημαντική υποβάθμιση: οι φωνές εκείνων που ζούσαν στο ύπαιθρο και στις πόλεις έξω από την πρωτεύουσα καταπνίγονταν, όπως συνέβαινε και με τις φωνές εκείνων που αμφισβητούσαν τη βυζαντινή Ορθοδοξία. Αλλά το κατεστημένο της ως παράδοση επέτρεψε την εξερεύνηση των άφθονων πηγών πλούτου της χριστιανικής σκέψης όπως είχε αναπτυχθεί στην Ελληνική Ανατολή, αφήνοντας μια κληρονομιά η οποία εξακολουθεί να απαιτεί την προσοχή μας».]

* The Cambridge History of Christianity: Early medieval Christianities, c. 600–c. 1100, Vol. 3
[Η Ιστορία του Χριστιανισμού, του Cambridge: Πρωτομεσαιωνικοί Χριστιανισμοί, περ. 600-περ. 1100, Τόμ. 3].
Εditors: Thomas F. X. Noble, Julia M. H. Smith; assistant editor, Roberta A. Baranowski,
Cambridge University Press 2008, pp./σσ. 63, 64.

1 comment:

Ενοχα Μυστικα said...

Φαινόταν ότι δε πήγαινε καλά η κατάσταση. Αρχικά , υπήρχαν αγνές απαντήσεις με επιχειρήματα στους περισσότερους αιρετικούς. Πολύ σύντομα όμως τα πολιτικά παιχίδια μπήκαν στο προσκήνιο και άλλαξαν το παιχνίδι. Ουσιαστικά μετά το 553 χάνεται η μπάλα τελείως(ίσως μάλλον νωρίτερα , ουσιαστικά μετά την Δ΄ Οικουμενική σύνοδο). Ο ένας εκκλησιαστικός παράγοντας κατηγορεί τον άλλο για κάτι που δεν πίστευε , πολλές φορές αρκετοί λένε τα ίδια με διαφορετικό τρόπο , ο ανθρώπινος εγωισμός έπαιξε σίγουρα το ρόλο του.

Και το σημαντικό είναι ότι ολοένα και περισσότερο η ορθοδοξία περιορίζόταν στην Κωνσταντινούπολη και πληγωνόταν η οικουμενικότητα του χριστιανικού μηνύματος. Ο Ιουστιανιανός προσπάθησε να πάρει με το μέρος του τους πληθυσμούς της Συρίας και της Αιγύπτου που ήταν μονοφυσιτικοί κατά πλειοψηφία. Ήταν και μια στρατηγική για την ανασύσταση της αυτοκρατορίας. Αλλά δε συμβιβάζονταν οι μονοφυσίτες. Εδώ πραγματικά η ορθόδοξη πλευρά έδωσε μεγάλη μάχη για να τους ξανακερδίσει. Εξάλλλου καταδίκασαν τους αντιοχειανούς δυοφυσίτες Θεοδώρητο , Ίβα και Θεόδωρο Μοψουεστίας. Αλλά και πάλι δεν υπήρχε αποτέλεσμα. Αυτό δείχνει και τον εγωισμό από την μονοφυσιτική πλευρά καθώς παρά την καταδίκη , την οποία και ζητούσαν , αυτών που υποστήριζαν δύο φύσεις στο Χριστό , αυτοί δε συμβιβάστηκαν. Και το πρώτο μεγάλο σχίσμα ήταν με τους μονοφυσίτες της ανατολής , όχι με τη δύση. Οι άνθρωποι τα ρημάξανε όλα και οι μικροπρέπειες. Αλλά και γενικότερα μέσα σε αυτό το μπάχαλο δεν υπάρχει πλέον παραγωγή σοβαρών θεολόγων. Ούτε οι ορθόδοξοι , ούτε οι μονοφυσίτες έχουν να επιδείξουν κάποιον αξιόλογο θεολόγο μετά τον 7ο αιώνα. Εγώ δε βρίσκω κάτι ιδιαίτερο θεολογικά μεταξύ 7ου - 10ου αιώνα.