.

Friday, November 1, 2019

Greek system for exempting schoolchildren
from religious education classes
breaches the European Convention /

Το ελληνικό σύστημα απαλλαγής των μαθητών
από το μάθημα των Θρησκευτικών
παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση








ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


Δελτίο τύπου εκδοθέν από την Γραμματεία του Δικαστηρίου


Το ελληνικό σύστημα απαλλαγής των μαθητών από το μάθημα των Θρησκευτικών παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση


Η υπόθεση Παπαγεωργίου και άλλοι κατά Ελλάδας (προσφυγές αρ. 4762/18 και 6140/18 αφορούσε το υποχρεωτικό μάθημα των θρησκευτικών στα Ελληνικά σχολεία 
Με την σημερινή απόφαση του Τμήματος*, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε, ομόφωνα, ότι έχει παραβιαστεί το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (δικαίωμα στην εκπαίδευση) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 9 (ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας). 
Το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές δεν έχουν δικαίωμα να υποχρεώνουν άτομα να αποκαλύπτουν τις πεποιθήσεις τους. Ωστόσο, το ισχύον σύστημα στην Ελλάδα για την απαλλαγή των παιδιών από το μάθημα των θρησκευτικών επιβάλλει στους γονείς να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση λέγοντας ότι τα παιδιά τους δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Αυτή η προϋπόθεση επιβάλλει ένα απαράδεκτο βάρος στους γονείς, να αποκαλύψουν πληροφορίες, από τις οποίες θα μπορούσε να προκύπτει ότι οι ίδιοι και τα παιδιά τους έχουν ή δεν έχουν συγκεκριμένη θρησκευτική πεποίθηση.
Επιπλέον αυτό το σύστημα θα μπορούσε επίσης να αποτρέψει τους γονείς να υποβάλλουν αίτηση εξαίρεσης, ιδίως σε μια περίπτωση όπως των προσφευγόντων που ζουν σε μικρά νησιά όπου η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκει σε συγκεκριμένο θρήσκευμα και ο κίνδυνος του στιγματισμού είναι πολύ σοβαρότερος.


ΚΥΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Οι προσφεύγοντες είναι πέντε Έλληνες πολίτες, γονείς και παιδιά που ζουν στα μικρά Ελληνικά νησιά της Μήλου και της Σίφνου. Οι πρώτοι τρεις προσφεύγοντες είναι ο Πέτρος Παπαγεωργίου, η Αικατερίνη Μπερδέλογλου και η κόρη τους Μαρία - Ραφαέλλα Παπαγεωργίου. Οι τέταρτη και πέμπτη προσφεύγουσες είναι η Ροδόπη Αναστασιάδου και η κόρη της Σμαράγδα Ραβιόλου. 
Σύμφωνα με το Ελληνικό Σύνταγμα και άλλα νομοθετικά κείμενα, όπως η εκπαιδευτική νομοθεσία και πολλές υπουργικές αποφάσεις, το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές στο δημοτικό και την μέση εκπαίδευση.
Τον Ιούλιο του 2017, οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας να ακυρώσει δύο πρόσφατες υπουργικές αποφάσεις [Σ.τ.Μ.: του Γαβρόγλου] που καθόριζαν το πρόγραμμα σπουδών του μαθήματος των θρησκευτικών για το σχολικό έτος 2017/18. Κατά τον χρόνο αυτόν, η Μαρία Ραφαέλα Παπαγεωργίου ήταν στην τρίτη και τελευταία τάξη του Λυκείου Μήλου, ενώ η Σμαράγδα Ραβιόλου ήταν στην τετάρτη δημοτικού του Δημοτικού Σχολείου Σίφνου.
Οι προσφεύγουσες ζήτησαν να εξεταστεί η υπόθεσή τους με την κατεπείγουσα διαδικασία ενώπιον της αρχής της νέας σχολικής χρονιάς, αλλά το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε το αίτημά τους λόγω έλλειψης σημασίας.
Το δικαστήριο δεν δίκασε καν την υπόθεσή τους, καθώς η αρχική ακρόαση αναβαλλόταν συνέχεια μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018, χρόνο κατά τον οποίο η σχολική χρονιά είχε ήδη τελειώσει. 
Στις προσφυγές τους οι προσφεύγοντες ανέλυσαν εκτενώς τον ισχυρισμό ότι η διαδικασία απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών ήταν αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση.

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΝΘΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
Οι προσφεύγοντες γονείς ισχυρίστηκαν ότι εάν ήθελαν να απαλλαγούν οι κόρες τους απο το μάθημα των θρησκευτικών έπρεπε να δηλώσουν ότι δεν ήταν Χριστιανές Ορθόδοξοι. Περαιτέρω, προσέφυγαν διότι ο διευθυντής του σχολείου θα έπρεπε να διακριβώσει εάν οι δηλώσεις ήταν αληθείς και οι δηλώσεις αυτές θα τηρούνταν στα σχολικά αρχεία. Επικαλέστηκαν ιδίως το άρθρο 9 (ελευθερία της σκέψης, της συνείδησης και της θρησκείας) καθώς και το άρθρο 2 του Πρωτοκόλλου αρ. 1 (δικαίωμα στην εκπαίδευση). 
Οι προσφυγές υποβλήθηκαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στις 5 και στις 8 Ιανουαρίου 2018 αντίστοιχα.
Η απόφαση εκδόθηκε από Τμήμα επτά δικαστών με την εξής σύνθεση:
Ksenija Turković (Κροατία), Πρόεδρος,
Λίνος Αλέξανδρος Σισιλιάνος (Ελλάδα),
Aleš Pejchal (Δημοκρατία της Τσεχίας),
Armen Harutyunyan (Αρμενία),
Pere Pastor Vilanova (Ανδόρα),
Tim Eicke (Ηνωμένο Βασίλειο),
Jovan Ilievski (Βόρεια Μακεδονία),
και την Renat Degener, αναπληρώτρια Γραμματέα του Τμήματος.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ 
Το Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει την προσφυγή των προσφευγόντων από το εναρκτήριο σημείο του άρθρου 2 του πρωτοκόλλου αρ. 1 της Σύμβασης που δίνει στους γονείς το δικαίωμα να αξιώνουν σεβασμό του Κράτους για τις θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους κατά την διδασκαλία του θρησκεύματος. Η διάταξη διαβάστηκε επίσης υπό το φως του άρθρου 9 της Σύμβασης που εγγυάται στους μαθητές το δικαίωμα σε μια εκπαίδευση που σέβεται το δικαίωμά τους να πιστεύουν ή να μην πιστεύουν. 
Αρχικά, το Δικαστήριο έκρινε ότι το βασικό θέμα της υπόθεσης ήταν ότι εάν οι προσφεύγοντες γονείς ήθελαν να απαλλαγούν τα παιδιά τους από το μάθημα των θρησκευτικών θα ήταν υποχρεωμένοι να υποβάλουν μια υπεύθυνη δήλωση που να αναφέρει ότι τα παιδιά δεν ήταν Χριστιανοί Ορθόδοξοι.
Ένας τέτοιος μηχανισμός - ή η επιλογή της παρακολούθησης ενός μαθήματος με υποκατάστατο αντικείμενο - προβλέπεται από σχεδόν όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αυτό που είχε σημασία ήταν εάν οι προϋποθέσεις απαλλαγής, δηλαδή εξαίρεσης, μπορούσαν να επιβάλλουν ένα απαράδεκτο βάρος στους γονείς, για παράδειγμα επιβάλλοντάς τους να αποκαλύψουν στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις τους. 
Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό συνέβαινε με τους προσφεύγοντες γονείς θα είχαν αναγκαστεί να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση από την οποία θα προέκυψε ότι οι ίδιοι και τα παιδιά τους είχαν ή δεν είχαν συγκεκριμένη θρησκευτική πεποίθηση.
Πράγματι, κατά το ισχύον σύστημα στην Ελλάδα για την απαλλαγή των παιδιών από το μάθημα των θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την αποκάλυψη ευαίσθητων πτυχών της ιδιωτικής ζωής των προσφευγόντων. Το σύστημα μπορεί να τους αποτρέψει απο το να υποβάλουν ένα τέτοιο αίτημα, καθώς περιλαμβάνει ότι ο διευθυντής του σχολείου πρέπει να διακριβώσει την πληροφορία για την υπεύθυνη δήλωση και να την διαβιβάσει στον εισαγγελέα στην περίπτωση που διαπιστωθεί ανακρίβεια. Το ενδεχόμενο δίλημμα κορυφώνεται στην περίπτωση των προσφευγόντων που ζουν σε μικρά νησιά, στα οποία η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού ανήκει σε συγκεκριμένο θρήσκευμα και ο κίνδυνος στιγματισμού είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι σε μια μεγάλη πόλη. Περαιτέρω, όπως σημείωσαν οι προσφεύγοντες, δεν προσφέρονται άλλα μαθήματα για τους μαθητές που απαλλάσσονται, το οποίο σημαίνει ότι θα είχαν χάσει ώρες διδασκαλίας μόνο και μόνο λόγω των δηλωθέντων πεποιθήσεών τους. 
Επισημαίνοντας ότι οι αρχές δεν έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν στην σφαίρα της ατομικής συνείδησης για να επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις των ατόμων ή να τους αναγκάζουν να αποκαλύψουν τις πεποιθήσεις τους, το Δικαστήριο έκρινε ότι παραβιάστηκε το άρθρο 2 του πρωτοκόλλου αρ. 1, ερμηνευόμενο υπό το φως του άρθρου 9 της Σύμβασης.


ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ (ΑΡΘΡΟ 41) 
Το Δικαστήριο έκρινε ότι Ελλάδα πρέπει να καταβάλει 8.000 ευρώ για μη περιουσιακή ζημία από κοινού στους τρεις πρώτους προσφεύγοντες και το ίδιο ποσό, από κοινού στην τέταρτη και πέμπτη προσφεύγουσα. Επιδίκασε 6.566,52 ευρω στους πρώτους τρεις προσφεύγοντες για δικαστικά έξοδα και δαπάνες.
Η απόφαση είναι διαθέσιμη μόνο στα Αγγλικά.
___
Αυτό το δελτίο τύπου είναι έγγραφο της Γραμματείας. Δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Διατάξεις, αποφάσεις και περαιτέρω πληροφορίες για το Δικαστήριο είναι διαθέσιμες στο www.echr.coe.int. Για να λάβετε τα δελτία τύπου του Δικαστηρίου παρακαλούμε εγγραφείτε εδώ: www.echr.coe.int/RSS/en ή ακολουθήστε μας στο Twitter @ECHRpress
To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ιδρύθηκε στο Στρασβούργο από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης το 1959 προκειμένου να εξετάζει ισχυριζόμενες παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1950.
*Σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 44 της Σύμβασης, αυτή η απόφαση Τμήματος δεν είναι τελική. Εντός διαστήματος τριών μηνών από την έκδοσή της, κάθε ενδιαφερόμενος διάδικος σε αυτή την υπόθεση μπορεί να ζητήσει την παραπομπή της στο Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως. Εάν υποβληθεί τέτοια αίτηση, μια σύνθεση από πέντε δικαστές θα αποφασίσει εάν η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εξέταση. Σε αυτή την περίπτωση, η υπόθεση θα δικαστεί με ακροαματική διαδικασία στο Τμήμα Μείζονος Συνθέσεως και θα εκδοθεί τελική απόφαση. Εάν απορριφθεί το αίτημα, η απόφαση του Τμήματος θα κηρυχθεί τελική την ίδια ημέρα. Όταν μια απόφαση καθίσταται τελική, διαβιβάζεται στην Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εποπτεία της εκτέλεσής της. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την εκτέλεση της απόφασης: www.coe.int/t/dghl/monitoring/execution.

Μετάφραση: E-Lawyer, To Δελτίο Τύπου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα θρησκευτικά.
 
 

Saturday, October 26, 2019

Johann Reuchlin
on the name that saves (1484/1485) /

Ο Γιόχαν Ρόιχλιν
σχετικά με το όνομα που σώζει (1484/1485)



Reuchlin’s letter to Rudolf Agricola of 1484/1485, ms. 332b (= K892 k).


Jo[hann] Reuchlin of Pforzheim sends many greetings to his highly to be respected Rudolf Agricola.

I am not sure whether you have received the letter which I recently had sent you. In it I beseeched you to write to me your opinion in full about the following controversy. When it is said in, I believe, Psalm 54 [verse 3 [54:1], in Hebrew letters: אלהים בשמך הושיעני]: “O Elohim, by your name save me,” what or which name is meant here in which our salvation is to be expected; is it יהושע [Yehoshuah] or rather יהוה [Yehouah]? For, with respect to the first [Yehoshuah], it is written: “nor is there any other name [under heaven] given to the human race by which we are to be saved” [Acts 4:12, in Geek letters], whereas to the second [Yehouah] there is this [verse] to be had: “Happy is the man who trusts in the name of Yehouah [יהוה]” [Ps 40:5 [40:4], in Hebrew letters: אשרי הגבר אשר שם יהוה מבטחו]. Please, please solve this variance for me. Fare well! From Stuttgart.


* Franz Posset, Respect for the Jews: Collected Works, Volume 4, pp. 50, 51.


Psalm 40:4a:
Wycliffe:
Blessed is the man, of whom the name of the Lord is his hope.
Douay-Rheims:
Blessed is the man whose trust is in the name of the Lord.


Friday, October 11, 2019

Roman A. Montero:
The Early Christians and the Military /

Ρομάν A. Μοντέρο:
Οι Πρώτοι Χριστιανοί και η Στράτευση



In modern times it may not even seem like an issue if a Christian can or cannot serve in the military, clearly Christians today and for many centuries do, so what would the issue be? On the other hand, anyone who has honestly read the gospels must recognize that the issue of violence is at the very least problematic in Jesus’s teachings. One would simply have to point to the Sermon on the Mount (Matthew 5:38–47) or the Sermon on the Plain (Luke 6:27–31), or his teaching on the one taking the sword dying by the sword (Matthew 26:52), to recognize that Jesus tended to reject violence.

There is of course Augustine’s Just War theory, which was expanded by Thomas Aquinas. Much of this Just war theorizing is based on Romans 13. However, as John Howard Yodar has masterfully pointed out in his The Politics of Jesus, Paul assumes that the governing authorities are completely distinct from the audience of Romans 13; whereas what is found in Romans 12:9–21, right before Romans 13, actually lays out the ethical norms for a Christian. Romans 13 is not normative, it describes the reality, and discourages rebellions, whereas Romans 12 is normative. So Romans 13 cannot be used as a justification for a Christian doing violence in the military. Even so, as David Bentley Hart pointed out in commonweal,[1] the word μάχαιρα is a term that could be used to refer to a civil guard, police officer or something like that as opposed to ξίφος, which refers to a sword used to execute people.


How about the early Church though, there is evidence that people who were soldiers became Christians very early on, although it’s not clear what happened after they became Christians, but evidence for Christians serving in the military comes at the end of the second century, and that evidence is very meager. However, the early Christian literature on the matter is almost unanimous, for example, Justin Martyr says:
“For from Jerusalem there went out into the world, men, twelve in number, and these illiterate, of no ability in speaking: but by the power of God they proclaimed to every race of men that they were sent by Christ to teach to all the word of God; and we who formerly used to murder one another do not only now refrain from making war upon our enemies, but also, that we may not lie nor deceive our examiners, willingly die confessing Christ.”[2]
Tertullian, echoing the same sentiment says:
“But now inquiry is made about this point, whether a believer may turn himself unto military service, and whether the military may be admitted unto the faith, even the rank and file, or each inferior grade, to whom there is no necessity for taking part in sacrifices or capital punishments. There is no agreement between the divine and the human sacrament, the standard of Christ and the standard of the devil, the camp of light and the camp of darkness. One soul cannot be due to two masters–God and Caesar.
. . .
But how will a Christian man war, nay, how will he serve even in peace, without a sword, which the Lord has taken away? For albeit soldiers had come unto John, and had received the formula of their rule; albeit, likewise, a centurion had believed; still the Lord afterward, in disarming Peter, disarmed every soldier. No dress is lawful among us, if assigned to any unlawful action.”[3]
In another writing Tertullian says:
“Shall it be held lawful to make an occupation of the sword, when the Lord proclaims that he who uses the sword shall perish by the sword? And shall the son of peace take part in the battle when it does not become him even to sue at law? And shall he apply the chain, and the prison, and the torture, and the punishment, who is not the avenger even of his own wrongs?
. . .
Of course, if faith comes later, and finds any preoccupied with military service, their case is different, as in the instance of those whom John used to receive for baptism, and of those most faithful centurions, I mean the centurion whom Christ approves, and the centurion whom Peter instructs; yet, at the same time, when a man has become a believer, and faith has been sealed, there must be either an immediate abandonment of it, which has been the course with many; or all sorts of quibbling will have to be resorted to in order to avoid offending God, and that is not allowed even outside of military service; or, last of all, for God the fate must be endured which a citizen-faith has been no less ready to accept.
. . .
Indeed, if, putting my strength to the question, I banish from us the military life.”[4]
These sentiments are echoed in other early Christian writers such as Origen and Clement of Alexandria … they are, basically, unanimous: Christians do not serve in the military, they don’t go to war, and they don’t kill under any circumstances—no exceptions. Caesar does what Caesar does, but for the early Christians, that had no bearing on Christian ethics. The interpretation of Jesus disarming Peter is clear for Tertullian: Christians are not to take up the sword. Other writers such as Clement of Alexandria and Athenagoras also tie Christian pacifism directly to Jesus’s teachings. The aversion to military service was so strong for many Christians that we have accounts of many Christians preferring the death penalty to military service; such as Maximillian in 295 C.E.; or Marcellus 3 years later, who actually was a centurion but quit, on pains of death, his service due to his Christian convictions.

The record is clear; Christians for the first few centuries of their history were opposed to military service, war, and violence, no matter who sanctioned it.


This should not be surprising, there is no reason why we shouldn’t assume the early Christians took Jesus’s commands to “turn the other cheek” or “love your enemies” or “happy are the peacemakers” literally. For the first couple of centuries the Christians had no power over the state, nor did they seek it; they had no allegiance to the state, in fact, they shunned it. Given this, it is absolutely clear and logical why the early Christians were more or less pacifists. What changed? Well one thing is simply power, Augustine in Contra Faustum Manichaeum 22 writes:

“For there is no power but of God, Romans 13:1 who either orders or permits. Since, therefore, a righteous man, serving it may be under an ungodly king, may do the duty belonging to his position in the State in fighting by the order of his sovereign — for in some cases it is plainly the will of God that he should fight, and in others, where this is not so plain, it may be an unrighteous command on the part of the king, while the soldier is innocent, because his position makes obedience a duty, — how much more must the man be blameless who carries on war on the authority of God, of whom every one who serves Him knows that He can never require what is wrong?”[5]
And a little later:
“we have seen Christian emperors, who have put all their confidence in Christ, gaining splendid victories over ungodly enemies, whose hope was in the rites of idolatry and devil-worship. There are public and undeniable proofs of the fact, that on one side the prognostications of devils were found to be fallacious, and on the other, the predictions of saints were a means of support; and we have now writings in which those facts are recorded.”[6]
In the first quote, we see the argument from Romans 13, which completely ignores Romans 12. The second quote is I think ultimately the issue, at this point in time, there were Christian Emperors, they fought wars—so unless we are going to proclaim them sinful in their waging of wars and call for them to either dismantle the empire or give up their power, we have to accept that these wars were ordained by God. Another issue for Augustine is his extreme anti-Pelagianism and his spiritualizing of Christian ethics, for example earlier in Contra Faustum Manichaeum he writes:
“The real evils in war are love of violence, revengeful cruelty, fierce and implacable enmity, wild resistance, and the lust of power, and such like; and it is generally to punish these things, when force is required to inflict the punishment, that, in obedience to God or some lawful authority, good men undertake wars, when they find themselves in such a position as regards the conduct of human affairs, that right conduct requires them to act, or to make others act in this way.”[7]
According to Augustine, Jesus’s ethics are not about action, they are about internal disposition. It is clearly the case that Jesus did care about internal disposition, however it is not the case that he didn’t care about action or that he thought internal disposition could be separated from action. Augustine here, and in much of his ethics, is simply overturning what the standard interpretation of Christian ethics had been, and what the teachings of Jesus clearly were, to make Christianity safe for the Roman Empire. Nevertheless, pre-Augustine the standards were clear, Jesus expected his followers to shun violence, Paul opposed violence, and the early Fathers opposed violence; including violence done through the military.

Notes:

[1] Christians & the Death Penalty
[2] Justin Martyr, Apology, 39.
[3] Tertullian, On Idolatry, 19.
[4] Tertullian, De Corona, 11.
[5] Augustine, Contra Faustum Manichaeum 22.75
[6] Augustine, Contra Faustum Manichaeum 22.76
[7] Augustine, Contra Faustum Manichaeum 22.74


* Roman A. Montero, The Early Christians and the Military,
Dandelion Salad, May 23, 2018.


Thursday, October 3, 2019

Πέτρος Παρθένης:
Οι ανάγκες για σχέσεις δικτύωσης & επικοινωνίας
του πρωτοχριστιανικού κινήματος

Petros Parthenis:
The needs for the formation of networks
amongst the early communities of Jesus’ followers




Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, δύο ήταν οι ανάγκες που καθιέρωσαν εξαρχής σχέσεις δικτύωσης και τακτικής επικοινωνίας μεταξύ των κατά τόπους κοινοτήτων ακολούθων του Ιησού: πρώτον, η ανάγκη για επαφή και διδασκαλία από άτομα που είχαν γνωρίσει προσωπικά τον Ιησού και, δεύτερον, η ανάγκη να τεκμηριωθεί η μεσσιανική του ταυτότητα και υπόσταση από τις εβραϊκές Γραφές. Αμφότερες οι ανάγκες αυτές μπορούσαν να καλυφθούν από περιορισμένο αριθμό ατόμων, που αναγκάζονταν έτσι να ταξιδεύουν από κοινότητα σε κοινότητα και να επικοινωνούν μαζί τους μέσω επιστολών ή αντιπροσώπων.



* Επίσης,
Εμπρηστές ή Χριστιανοί; Ο Διωγμός του Νέρωνα και η Ποινικοποίηση του «Ονόματος».,
Post Augustum, τόμ./vol. 1 (2017), σσ./pp. 10-32. [PDF]



Sunday, September 29, 2019

La Bible de Jérusalem / Jerusalem Bible's comment
on “now is the favourable time”
of 2 Corinthians 6:2 /

Το σχόλιο της Βίβλου της Ιερουσαλήμ
για τη φράση «τώρα είναι ο ευνοϊκός καιρός»
στο εδ. 2 Κορινθίους 6:2





For he says: At the favourable time, I have listened to you; on the day of salvation I came to your help.[*a] Well, now is the favourable time; this is the day of salvation.

Il dit en effet : Au moment is favorable, je t'ai exaucé ; au jour du salut, je t'ai secouru. Le voici maintenant le moment favorable, le voici maintenant le jour du salut e.

Διότι αυτός λέει: Στον ευνοϊκό καιρό, σε άκουσα· την ημέρα της σωτηρίας ήρθα σε βοήθειά σου.[υποσημ. a] Λοιπόν, τώρα είναι ο ευνοϊκός καιρός· αυτή είναι η ημέρα της σωτηρίας.






Wednesday, September 25, 2019

Ο Ιωάννης Μποσδογιάννης,
η Ευαγγελική Εκκλησία
& οι Σπουδαστές των Γραφών στην Κρήτη /

John Bosdogiannis's activities at Crete




Τα 1,000 έτη ήτοι:
αι Γραφαί, η ιστορία και τα πράγματα μαρτυρούντα την θεόπνευστον αυτών υπόστασιν :
είς απάντησιν διατριβής έν τω ''αστέρι'' δημοσιευθείσης
και την εις ταύτα πίστην της Εκκλησίας Ιουδαϊκήν πλάνην, κλπ. κατονομαζούσης

Εν Χανίοις: εκ του τυπογραφείου "Η Πρόοδος", Κ.Δ. Φραντζεσκάκη, 1907.




Β΄) Περίοδος 1898-1910

Η περίοδος αύτη εγκαινιάσθη δια της αναλήψεως της διευθύνσεως του βιβλικού έργου εν Κρήτη υπό του εν Αθήναις διευθυντού της Βρετ. Βιβλικής Εταιρίας και ιεροκήρυκος αειμνήστου Μιχαήλ Καλοποθάκη. Και της διευθύνσεως τούτου και εν έτει 1898 διωρίσθη βιβλιοπώλης μεν των Αγίων Γραφών εν Χανίοις ο Γρηγόριος Λαγουδάκης, αποθηκάριος δε ο εξ Ιωαννίνων καταγόμενος Ιωάννης Μποσδογιάννης. Βραδύτερον και δη εν έτει 1901 προσελήφθη βιβλιοπώλης και ο Κωνσταντίνος Αμπατζόγλου καταγόμενος εκ Μαγνησίας της Μικράς Ασίας, όστις διατήρησε την θέσιν ταύτη μέχρι του έτους 1916 οπότε απεδήμησε προς τον Κύριον.

Δια της τοποθετήσεως του Ιωάννη Μποσδογιάννη, ως αποθηκαρίου, το Ευαγγελικόν έργον εισήλθεν εις νέαν φάσιν δραστηριότητος καθ' όσον ούτος φύσει εύγλωττος και επαρκώς πεπαιδευμένος ήρχισε να κηρύττει το Ευαγγέλιον εν τη παρά την οδόν Σούδας αποθήκην των Αγίων Γραφών συγκεντρώσας περί εαυτόν τους εν τη πόλει Ευαγγελικούς χριστιανούς.
Κατά την αυτήν περίπου εποχήν επεσκέφθη επανειλημμένως τα Χανιά και ο εν Αθήναις Άγγλος ιεροκήρυξ Ερρίκος Δηβίν λόγω των ιδιαιτέρων δεσμών τους οποίους είχε συνάψει μετά τινων των εν Χανίοις Ευαγγελικών, οίτινες τον εγνώρισαν κατά την εποχήν της παραμονής των εν Αθήναις ως προσφύγων, διαρκούσης της επαναστάσεως του 1897 εν οίς και ο Νικόλαος Μαραγκουδάκης περί ού κατωτέρω. Αι δημιουργηθείσαι τοιαύται σχέσεις του Ερρίκου Δηβίν μετά των εν Χανίοις Ευαγγελικών συνετέλεσαν εις την συγκρότησιν και δευτέρας ομάδος τοιούτων εν τη πόλει, παρεκτός της τοιαύτης περί τον Μποσδογιάννην, εις την οποίαν εκήρυττε μέχρι του 1903 ο εργολάβος το επάγγελμα Πέτρος Στεργιογλίδης. Η δευτέρα αύτη ομάς εδημιουργήθη λόγω των ιδιαιτέρων αντιλήψεων τας οποίας είχεν ο Ερρίκος Δηβίν επί τινων ζητημάτων της χριστιανικής ομολογίας, δευτερευούσης σημασίας. Τοιουτοτρόπως εδόθη αφορμή εις την εισαγωγήν εν μέσω της εν Χανίοις Εκκλησίας, ευρισκομένης ακόμη εις νηπιακήν κατάστασιν, πολλών ερίδων και συζητήσεων αίτινες κατά πολύ έβλαψαν το κυρίως επιδιωκόμενον έργον και εζημίωσαν την απρόσκοπτον πνευματικήν ανάπτυξιν των πιστών.
Φαίνεται όμως ότι δεν εδημιουργήθη και χάσμα μεταξύ των δύο τούτων ομάδων, καθ' όσον και αυτός ο Ιωάννης Μποσδογιάννης παρουσιάζετο κατά την εποχήν εκείνην προσκλίνων προς τας απόψεις του Δηβίν, ως προκύπτει τόσον εκ δημοσιευμάτων του όσο και εκ βιβλίων τα οποία έγραψε ο Δηβίν Αγγλιστί και μετέφρασεν ο Ιωάννης Μποσδογιάννης εις την Ελληνικήν.
Ως ανωτέρω προελέχθη ο Μποσδογιάννης εκήρυττεν εν τη αποθήκη των Αγίων Γραφών ο δε Στεργιογλίδης εις την οικίαν του ευρισκομένην εις την συνοικίαν Στουλιανά ήδη οδόν Όθωνος.
Κατά την αυτήν περίοδον και εν έτει 1901 αφίχθη εις Χανιά η εκ Μικράς Ασίας καταγομένη Δεινομάχη Παναγιωτίδου ήτις εργαζομένη το έργον του Κυρίου κατ' ίδιον σύστημα δεν ανεμίχθη με την υπάρχουσαν Εκκλησίαν, αλλά ήρχισε διδάσκουσα κατ' οίκους την Αγγλικήν γλώσσαν ομολογούσα συγχρόνως και τον Χριστόν. Θέλουσα να επεκτείνη την δράσιν της μετέβη εις το ορεινόν χωρίον Κάμποι με την πρόθεσιν να ιδρύση εκεί Σχολείον, αλλά κατηγορηθείσα ταχέως ως δήθεν προσηλυτίζουσα ηναγκάσθη ν' απομακρυνθή εκ του χωρίου έπειτα από πολύν αναβρασμόν των κατοίκων. Εξ αιτίας της δράσεώς της ταύτης και της εν Χανίοις διδασκαλίας της εισήχθη εις δίκην και κατεδικάσθη εις φυλάκισιν ενός μηνός κατ' αρχάς την οποίαν και εξέτησεν εντός του Δημοτικού Νοσοκομείου και βραδύτερον πέντε και πάλιν ημερών. Αποτυχούσα εις την δράσιν της η Παναγιωτίδου απεμακρύνθη των Χανίων κατά το 1906, επανήλθεν όμως και πάλιν μετ' ολίγον χρόνον.
Καρπός όμως του έργου της Δεινομάχης Παναγιωτίδου κατά την πρώτην αυτήν περίοδον υπήρξεν ο Γεώργιος Καρβουνάκης όστις καταγόμενος εκ Κάμπων επροστάτευσεν αυτήν από των επιθέσεων των συγχωρίων του και εβοήθησεν εν πολλοίς εις τας περιστάσεις της.
Η επιστροφή του Γεωργίου Καρβουνάκη εις τον Χριστόν έλαβε χώραν μεταξύ των ετών 1903-1904. Επηκολούθησε δε ταύτην περιπετειώδης ζωή δοκιμασιών και διωγμών μέχρις ότου ούτος κατέληξεν από του 1928 και εξής να αποβή πολύτιμον πνευματικόν κεφάλαιον και στύλος της εν Χανίοις Εκκλησίας ως κατωτέρω μνημονεύεται. Κατά την περίοδον ταύτην υπό των μελών της Εκκλησίας απεφασίσθη να αγορασθή οικόπεδον επί του οποίου εν ευθέτω χρόνω να ανεγερθή ευκτήριος οίκος της Εκκλησίας. Συνεκροτήθη προς τούτο Επιτροπή εκ των Ιωάννου Μποσδογιάννη, Λεων. Χρυσάκη, Γρηγορίου Λαγουδάκη και Νικολάου Μαραγκουδάκη οίτινες ηγόρασαν δια συνεισφορών και δωρεών οικόπεδόν τι επ' ονόματί των. Η ανέγερσις όμως της οικοδομής ανεβάλλετο ελλείψει χρημάτων και τοιουτοτρόπως βραδύτερον ο Ιωάννης Μποσδογιάννης, ασπασθείς τας αρχάς των χιλιαστών, επώλησε δι' ίδιον λογαριασμόν το εις αυτόν αναλογούν μέρος του οικοπέδου, οι δε λοιποί συνιδιοκτήται παρεχώρησαν βραδύτερον τα μερίδιά των δια πληρεξουσίου εις την ως σωματείον αναγνωρισθείσαν Ευαγγελικήν Εκκλησίαν και τοιουτοτρόπως επωλήθησαν ταύτα και το προϊόν αυτών εχρησιμοποιήθη δια την αγοράν ετέρου οικοπέδου εφ' ού τελικώς ανηγέρθη ο ευκτήριος οίκος της Ευαγγελικής Εκκλησίας, οίος σώζεται μέχρι σήμερον και περί ού γίνεται λόγος κατωτέρω.
Εκ των άνω αναφερομένων βιβλιοπωλών ο Γρηγ. Λαγουδάκης εφοίτα εις τα κηρύγματα του Ιωάν. Μποσδογιάννη οπότε και περί το έτος 1906 αντελήφθη ούτος ότι ο Μποσδογιάννης εξέκλινε της ορθής διδασκαλίας. Δεν εβράδυνε δε να αποκαλυφθή ότι ούτος είχεν εν τω μεταξύ ασπασθή τας διδασκαλίας του Ρώσσελ το σύγγραμμα του οποίου "Χαραυγή της Χιλιετηρίδος" μετέφρασεν εις την Ελληνικήν εκ του Αγγλικού. Την αυτήν διαπίστωσιν έκαμαν περίπου ταυτοχρόνως και δύο χριστιαναί γυναίκες, η Δεινομάχη Παναγιωτίδου, ήτις είχεν επιστρέψει εν τω μεταξύ εις Χανιά και η Αγγλίς την καταγωγήν Γουίλσον. Αι δύο αύται γυναίκες είχον ήδη αρχίσει συνάθροισιν εις την συνοικίαν Στουλιανά εις ήν και εκήρυττον.
Την εν λόγω συνάθροισιν ευρήκεν υφισταμένην ο Γεώργιος Καρβουνάκης ότε το έτος 1907 επέστρεψεν εξ Αγγλίας το πρώτον όπου είχε μεταβή φεύγων τους εν Χανίοις διώκτας του.
Συνεπεία των νέων αρχών τας οποίας ησπάσθη ο Μποσδογιάννης, οι πλείστοι των Ευαγγελικών Χριστιανών απεμακρύνθησαν εκ της συναθροίσεώς του εκτός μιας ή δύο οικογενειών αι οποίαι έμειναν μετ' αυτού, μετ' ολίγον δε διελύθη οριστικώς η υπ' αυτόν συνάθροισις, απελύθη δε ούτος και εκ της υπηρεσίας του ως αποθηκάριος των Αγίων Γραφών.
Ο σάλος εκ της τοιαύτης μεταστροφής του Μποσδογιάννη υπήρξε μέγας και δυσανάλογος προς την πνευματικήν αντοχήν της Εκκλησίας, εις τρόπον ώστε πολλοί να σκανδαλισθώσι, επί μακρόν δε να υποφέρη η Εκκλησία από τας δημιουργηθείσας έριδας εκ των εκάστοτε επεμβάσεων των χιλιαστών αποπειρωμένων να εισάγουν τας διδασκαλίας των μεταξύ των μελών της Εκκλησίας. Ο σάλος ούτος εν τη Εκκλησία εκόπασεν οριστικώς περί το έτος 1930 οπότε απεβίωσεν ο αρχηγός της κινήσεως Ιωάν. Μποσδογιάννης, οι δε ελάχιστοι και εις τα χωρία διεσκορπισμένοι χιλιασταί δεν ηδυνήθησαν να επιτύχωσιν να δράσωσιν το παράπαν εις τους κόλπους της Εκκλησίας.
Εν τω μεταξύ εξηκολούθει υφισταμένη η συνάθροισις εις την συνοικίαν Στουλιανών υπό την οδηγίαν των δύο προαναφερθεισών γυναικών, εις την οποίαν και κατέφυγαν οι απομακρυθέντες εκ της συναθροίσεως του Μποσδογιάννη. Η εν λόγω συνάθροισις ενεπνέετο μάλλον από τας διατυπωθείσας υπό του Ερρίκου Δηβίν αρχάς, χωρίς εν πάση περιπτώσει να αποκλείωνται της Τραπέζης του Κυρίου και της αδελφικής κοινωνίας και όλοι οι λοιποί Ευαγγελικοί Χριστιανοί οίτινες επεσκέπτοντο τα Χανιά και προήρχοντο εξ άλλων Ευαγγελικών Εκκλησιών.
Κατά το έτος 1908 επεσκέφθη την Εκκλησίαν ο εν Πάτραις ιεροκήρυξ Θεόφ. Ζαφειρόπουλος όστις και παρέμεινεν επί τι διάστημα κηρύττων εις διάφορα μέρη. Περιερχόμενος επεσκέφθη τον εν τω χωρίο Κολυμβάρι διαμένοντα αδελφόν Άγγελον Αγγελάκην και εκεί ενθαρρυνθείς ωμίλησεν εις τι καφενείον του χωρίου. Κατά την ώραν της ομιλίας συνέπεσεν να διέρχηται εκείθεν καλόγηρός τις της εγγύς κειμένης Μονής Γωνιάς και πληροφορηθείς περί τίνος πρόκειται επλησίασε και με το μαστίγιόν του εκτύπησε τον Ζαφειρόπουλον επανειλημμένως εις διάφορα μέρη του σώματος και εις την κεφαλήν προξενήσας εις αυτόν σοβαρά τραύματα. Ο Ζαφειρόπουλος τότε ηναγκάσθη αιμόφυρτος να επιστρέψη εις τα Χανιά δια να τύχη ιατρικής περιθάλψεως, προσευχόμενος υπέρ του διώκτου του. Δεν παρήλθεν όμως πολύς χρόνος και ο καλόγηρος κατέπεσε βαρύτατα ασθενής και απεβίωσεν με οικτρόν θάνατον. Ο Ζαφειρόπουλος επανελθών εις Χανιά κατέλυσεν εις την οικίαν των δύο γυναικών Παναγιωτίδου και Γουίλσον όπου του παρεσχέθησαν αι ιατρικαί φροντίδες. Την νύκτα εκείνην ακριβώς απεβίωσεν είς Γάλλος στρατιώτης εκ των στρατευμάτων της κατοχής όστις τυγχάνων Ευαγγελικός είχεν αφίσει εντολήν να ταφή κατά το Ευαγγελικόν δόγμα. Οι αξιωματικοί του ως εκ τούτου έστειλαν ζητούντες εκ της συναθροίσεως όπως αναλάβη αύτη την κηδείαν, οπότε ηναγκάσθη ο Ζαφειρόπουλος, παρά την οικτράν κατάστασίν του, να τελέση την κηδείαν ταύτην κατά την ακόλουθον ημέραν. Ήτο πολύ συγκινητική η παρουσία του Ζαφειροπούλου με τους επιδέσμους εις την κεφαλήν του, προηγουμένου της κηδείας η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, εγένετο εν πάση επισημότητι με στρατιωτικήν παράταξιν και με συνοδείαν της στρατιωτικής μουσικής. Το γεγονός τούτο προεκάλεσε θερμόν ενδιαφέρον των τοπικών και των Γαλλικών στρατιωτικών αρχών υπέρ του Ζαφειροπούλου εις τον οποίον και παρεσχέθησαν εξαιρετικαί τιμαί και περιποιήσεις.
Η υπό την οδηγίαν των ανωτέρω μνημονευομένων γυναικών συνάθροισις παρετάθη μέχρι του 1908 οπότε απεχώρησεν οριστικώς η Παναγιωτίδου μεταβάσα εις Αγγλίαν, ταύτην δε ηκολούθησεν και η αναχώρησις της Γουίλσον εν έτει 1910.



Πηγή: Ιωάννη Μποσδογιάννη [Ι. Κ. Μ.], Έν Μέγα Πώς,
Εν Χανίοις: Τυπογραφείον "Εφεδρικού Αγώνος", 1930, σσ. 43-45.


*


*


Thursday, September 5, 2019

η παραλυτική ατολμία της ποιότητας /

the paralyzing hesitancy of quality




 
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

«Βδέλυγμα σε τόπο άγιο»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ
ΕΤΙΚΕΤΕΣ: EΠIΦYΛΛIΔA

Η  επιφυλλίδα επιτρέπεται να αιθεροβατεί – είναι φιλολογικό είδος, δεν πειθαρχεί στις απαιτήσεις επικαιρότητας της ειδησεογραφίας.

Στην οργάνωση και στη λειτουργία του ελλαδικού κράτους, ποια δεδομένα δεν είναι ελληνικά, δεν τα γέννησε η σοφία της ανάγκης, η εμπειρική παράδοση του Ελληνισμού; Είναι πολλά, ας ξεχωρίσουμε τρία: Ο διακοσμητικός ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δηλαδή το συγκεντρωτικό κράτος. Επίσης, η προτεραιότητα δάνειων ιδεολογημάτων (όχι της επιχώριας ανάγκης) στην άσκηση της πολιτικής. Και η αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού κοινωνικού θησαυρίσματος σε «επικρατούσα θρησκεία».

Η θρησκεία συνήθως είναι θεσμοποιημένη αγοραπωλησία: κάποιοι πουλάνε, κάποιοι αγοράζουν. Πωλούνται χρηστικά ωφελιμοθηρικά προτάγματα, αγοράζονται παρηγορητικές ψευδαισθήσεις. Το κράτος κατοχυρώνει τη συναλλαγή, διότι του εξασφαλίζει λιγότερο φόρτο δουλειάς για την αστυνομία και τα δικαστήρια. Αλλοτριώνει θεσμικά σε θρησκεία (σε ατομοκεντρικό νομικισμό και ηθικοπλαστική προπαγάνδα, δηλαδή σε «κήρυγμα») την ανατροπή της θρησκείας, που είναι ο εκκλησιαστικός γιορτασμός της ζωής. Παραβλέπει το κράτος ότι μπροστάρηδες στη Γιορτή της Εκκλησίας είναι ο ληστής, η πόρνη, ο άσωτος. Στη θέση της τολμηρής απελευθερωτικής ανατροπής, το κράτος αντιτάσσει ένστολους υπαλλήλους της δημόσιας τάξης και του καθωσπρεπισμού.

Οι θρησκευτικοί υπάλληλοι του κράτους διαβαθμίζονται – οι υψηλόβαθμοι είναι ογδόντα δύο (82) «μητροπολίτες». Πώς επιλέγονται; Πρέπει να είναι άγαμοι (όχι έμπειροι μοναστικής άσκησης, απλώς απάντρευτοι). Να έχουν και πτυχίο «πανεπιστημιακής» Θεολογικής Σχολής. Με ποια διαδικασία εκλέγονται; Μόνο με παρασκήνιο – η ψηφοφορία είναι μυστική, οι εκλέκτορες δεν αιτιολογούν την ψήφο τους. Πρόκειται για το απόλυτο της αυθαιρεσίας.

Η μετάβαση από τη βαθμίδα του «πρεσβυτέρου» (ιερέα) στη βαθμίδα του μητροπολίτη επισκόπου συνιστά υπαρκτική μετάλλαξη, κυριολεκτική – από σερνάμενη κάμπια σε χρυσοστολισμένη πεταλούδα. Το ασήμαντο, καλογεροφορεμένο «παπαδάκι» μεταμορφώνεται ακαριαία σε πρίγκηπα, γίνεται αφέντης, δεσπότης, μπορεί και τριανταπεντάρης αλλά σεβασμιότατος, όλοι γονατίζουν μπροστά του και τον προσκυνούν.

Συχνά διαχειρίζεται χρήματα πολλά, αλλά τον άνθρωπο τον αλλάζει κυρίως η δύναμη, η εξουσιαστική ισχύς, το ακαταμάχητο κύρος του αξιώματος. Και μαζί, το αιφνίδιο της ριζικής μεταβολής. Ο φτωχός, χιλιοταπεινωμένος στις σημερινές συνθήκες «παπάς», που τον έχει λιώσει η μοναξιά και η περιθωριοποίηση, «εξαίφνης» γίνεται οικοδεσπότης επισκοπικής έπαυλης, συχνά διώροφης ή τριώροφης, με κήπο, ανθοκομική ποικιλία, υπηρετικό προσωπικό, ένα ή και «στόλο» αυτοκινήτων, με οδηγό ή οδηγούς, μάγειρα, οικονόμο.

Αυτή η ονειρώδης «μεταστοιχείωση» κερδίζεται με ένα πτυχίο Θεολογικής, που το παίρνει πια σήμερα ο πάσα ένας. Το μεγαλωμένο συνήθως στην ένδεια, συμπλεγματικό χωριατόπουλο, χωρίς εμπειρία και εθισμούς στην αστική συμπεριφορά, μεταφυτεύεται σε συνθήκες και όρους άρχοντα. Επίσημα δείπνα, συνεχής συγχρωτισμός με τους σκληροπετσωμένους της εξουσίας, αλισβερίσια μυθικών κονδυλίων, περίγυρος αδίστακτων κερδομανών.

Και όταν «λειτουργεί», τα παραισθησιογόνα κορυφώνονται: Ο χθεσινός «Μήτσος», «Κώτσος» ή «Παναγής» ντύνεται ακέραιη τη στολή τού άλλοτε απόλυτου μονάρχη της «οικουμένης»: Σάκο αυτοκρατορικό και μανδύα με «ουρά», μίτρα και σκήπτρο επίσης του «άρχοντος και δεσπότου βασιλέως», με τον διάκονο να του κρατάει την «ουρά». Αυτά όλα, με καταιγιστικούς τους πολυχρονισμούς και άφθονο το θυμίαμα, όχι στον καθεδρικό, της πρωτεύουσας του κράτους ναό, αλλά και στο τελευταίο κουτσοχώρι όπου ιερουργεί «δεσπότης».

Από όλα αυτά τίποτε δεν είναι ανάγκη να αλλάξει στην ιεροτελεστία, αρκεί να λείψει το ψέμα και η αφόρητη αδικία. Είναι πρόκληση και μάλιστα βάναυση, άνθρωποι τόσο ελάχιστων προσόντων ή και κραυγαλέα ανύπαρκτης σοβαρότητας να έχουν μεταβάλει ένα τεράστιας δυναμικής λειτούργημα σε λαχείο, που μεταμορφώνει θλιβερούς σπιθαμιαίους σε υπερευνοημένους μεγιστάνες. Το μυστικό για να μην χαθεί τίποτα και όλα να μεταμορφωθούν, είναι να προταχθεί η δίψα και ανάγκη για ανθρώπινη ποιότητα.

Ανοίξτε την ετήσια έκδοση «Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος», όπου απογράφονται τα βιογραφικά σημειώματα όλων των μητροπολιτών. Είναι ίλιγγος: για τη συντριπτική πλειονότητα, τα προσόντα εξαντλούνται στο πτυχίο της Θεολογικής και σε θητεία ιεροκήρυκα, δηλαδή αμειβόμενου προπαγανδιστή. Με αυτά τα δύο «εφόδια» γίνεσαι από πληβείος άρχοντας πολυζήλευτος. Ακόμα και υπουργό σήμερα δεν σε κάνουν με ένα πτυχίο και κάποια θητεία προπαγανδιστή. Δεσπότη, αν έχεις αποδείξει ότι είσαι (και θα παραμείνεις) πειθήνιος, σε χειροτονούν.

Μέσα από διαβλητές και εξοργιστικά άδικες διαδικασίες εκλογής, το «σώμα» των επισκόπων-μητροπολιτών στο ελλαδικό κρατίδιο έχει να επιδείξει (αλλά δεν το κάνει) και κάποια δείγματα εξαιρετικής ανθρώπινης ποιότητας. Είναι μια μειονότητα πολύτιμη, αλλά μάλλον ανενεργός συνοδικά. Θα ήταν ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς ποιοι παράγοντες ή ποιοι συντελεστές παγιδεύουν αυτή την ποιότητα στην ατολμία. Είναι πρόβλημα που πιστοποιείται σε πολλούς κομβικής λειτουργίας θεσμούς στο παρακμιακό μας Ελλαδέξ.

Ασυγκρίτως οδυνηρότερη από την πλημμυρίδα της ανικανότητας και φαυλότητας, είναι η παραλυτική ατολμία της ποιότητας.

* Χρήστος Γιανναράς, «Βδέλυγμα σε τόπο άγιο»,
Η Καθημερινή
, 5 Σεπτεμβρίου 2019.