.

Saturday, February 25, 2017

Γιατί υφίσταται το Περιθώριο και η Περιθωριοποίηση; /

Why Margins and Marginalization?






Γιατί υφίσταται το Περιθώριο και η Περιθωριοποίηση;

38.   
   Η ιεραποστολή από το περιθώριο επιζητεί ν’ αντικρούσει τις αδικίες στη ζωή, στην Εκκλησία και στην ίδια την ιεραποστολή. Επιζητεί ν’ αποτελέσει μια εναλλακτική κίνηση ιεραποστολής ενάντια στην αντίληψη ότι η ιεραποστολή μπορεί να επιτελεστεί μόνο από τους ισχυρούς προς τους ανίσχυρους, από τους πλούσιους προς τους φτωχούς ή από τους προνομιούχους προς τους περιθωριοποιημένους. Τέτοιες προσεγγίσεις μπορούν να συμβάλλουν στην καταπίεση και την περιθωριοποίηση. Η ιεραποστολή από το περιθώριο αναγνωρίζει ότι το να βρίσκεται κανείς στο κέντρο σημαίνει να έχει πρόσβαση σε συστήματα που βοηθούν στο να γίνονται αποδεκτά και σεβαστά τα δικαιώματα, η ελευθερία και η ατομικότητα του ανθρώπου· το να ζει κανείς στο περιθώριο μπορεί να σημαίνει αποκλεισμό από τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια. Το να ζει κανείς στο περιθώριο, όμως, μπορεί να παράσχει τα δικά του μαθήματα. Άνθρωποι που βρίσκονται στο περιθώριο έχουν τη δυνατότητα και συχνά μπορούν να δουν αυτά που δεν είναι ορατά από το κέντρο· άνθρωποι που βρίσκονται στο περιθώριο, οι οποίοι ζουν σε συνθήκες που τους καθιστούν ευάλωτους, συχνά γνωρίζουν ποιές είναι οι δυνάμεις που ωθούν στον αποκλεισμό και οι οποίες αποτελούν απειλή για την επιβίωσή τους και μπορούν να διακρίνουν καλύτερα την επιτακτικότητα των αγώνων τους· άνθρωποι που βρίσκονται σε προνομιούχες θέσεις έχουν πολλά να μάθουν από τους καθημερινούς αγώνες των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες περιθωρίου.

39.   
   Άνθρωποι που έχουν περιθωριοποιηθεί έχουν θεόσδοτα χαρίσματα που αξιοποιούνται ελάχιστα λόγω της αποδυνάμωσής τους και του αποκλεισμού τους από την πρόσβαση σε ευκαιρίες ή/και στη δικαιοσύνη. Μέσα από τη βιοπάλη και τους αγώνες για επιβίωση, άνθρωποι που έχουν περιθωριοποιηθεί αποτελούν δεξαμενές ενεργούς ελπίδας, συλλογικής αντίστασης και εγκαρτέρησης που απαιτείται, ώστε να παραμείνουν πιστοί στην υποσχεμένη βασιλεία του Θεού.

40.   
  Επειδή το πλαίσιο της δραστηριότητας που αναπτύσσεται με την ιεραποστολή επηρεάζει το εύρος και τον χαρακτήρα της, η κοινωνική θέση όλων όσοι συμμετέχουν στο έργο της ιεραποστολής θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Η εμβάθυνση στα θέματα της ιεραποστολής οφείλει ν’ αναγνωρίσει τους διαφορετικούς αξιακούς προσανατολισμούς που διαμορφώνουν τις προοπτικές της. Σκοπός της ιεραποστολής δεν είναι απλά η μετακίνηση ανθρώπων από το περιθώριο προς τα κέντρα εξουσίας, αλλά η αντιμετώπιση εκείνων που βρίσκονται στο κέντρο με τη διατήρηση των ανθρώπων στο περιθώριο. Αντ’ αυτού, οι Εκκλησίες καλούνται να μεταμορφώσουν τις δομές εξουσίας.

41.   
   Οι κυρίαρχες εκφράσεις της ιεραποστολής, τόσο στο παρελθόν όσο και σήμερα, απευθύνονται κυρίως προς ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο των κοινωνιών. Αυτές οι εκφράσεις θεωρούν γενικά όσους βρίσκονται στο περιθώριο αποδέκτες κι όχι ενεργούς φορείς της δραστηριότητας της ιεραποστολής. Η ιεραποστολή σ’ αυτό το ζήτημα υπήρξε συχνά συνένοχη των καταπιεστικών συστημάτων που εχθρεύονται τη ζωή. Ευθυγραμμίστηκε γενικά με τα προνόμια του κέντρου και σε μεγάλο βαθμό απέτυχε ν’ αμφισβητήσει τα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά συστήματα που περιθωριοποίησαν κάποιους ανθρώπους. Η ιεραποστολή που προέρχεται από το κέντρο υποκινείται από διάθεση πατερναλισμού και από συμπλέγματα ανωτερότητας. Ιστορικά, αυτή η κατάσταση εξίσωσε τον Χριστιανισμό με το δυτικό πολιτισμό κι είχε αρνητικές συνέπειες, περιλαμβανομένης και της άρνησης στα θύματα αυτής της περιθωριοποίησης να υφίστανται ως ακέραια πρόσωπα.

42.   
   Μια βασική κοινή ανησυχία των ανθρώπων που προέρχονται από το περιθώριο είναι η αποτυχία των κοινωνιών, των πολιτιστικών παραδόσεων, των πολιτισμών, των εθνών, ακόμη και των Εκκλησιών ν’ αποδώσουν τιμή στην αξιοπρέπεια και την αξία όλων των ανθρώπων. Η αδικία βρίσκεται στη ρίζα των ανισοτήτων που οδηγούν στην εμφάνιση της περιθωριοποίησης και της καταπίεσης. Η επιθυμία του Θεού για δικαιοσύνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φύση και την κυριαρχία του Θεού: «Γιατί ο Κύριος, ο Θεός σας, αυτός είναι ο Θεός των θεών και ο Κύριος των κυρίων […] εκείνος που αποδίδει στον ορφανό και στη χήρα το δίκιο τους, που αγαπάει τον ξένο και του δίνει ψωμί και ρούχα» (Δευτ. 10,17-18). Όλη η δραστηριότητα της ιεραποστολής θα πρέπει, λοιπόν, να διασφαλίζει την ιερή αξία κάθε ανθρώπινου όντος και του πλανήτη (βλ. Ησ. 58).


* Από κοινού για τη Ζωή: Ιεραποστολή και Ευαγγελισμός σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο
[Together towards Life: Mission and Evangelism in changing landscapes]
,
Πέτρος Βασιλειάδης (επιμ.),
εκδ. CEMES, 2017.


Tuesday, February 14, 2017

Ulrich Luz
on “sola Scriptura” /

Ο Ulrich Luz
περί τού “sola Scriptura”




Πάνω στο θέμα αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ένα άρθρο του γνωστού προτεστάντη καινοδιαθηκολόγου Ulrich Luz που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του 1997 του περιοδικού Εvangelische Theologie[9]. Στο άρθρο αυτό, με τον πολύ εύγλωττο υπότιτλο “Μια κραυγή βοηθείας για το προτεσταντικό δόγμα περί της Γραφής”, ο Luz περιγράφει αναλυτικά πέντε λόγους που κατέστησαν τη βασική ευαγγελική αρχή του “sola Scriptura” σήμερα αμφισβητούμενη. Οι λόγοι αυτοί είναι:
α) Η εμμονή της ιστορικοκριτικής έρευνας στην αναζήτηση της αρχικής σημασίας των κειμένων μέσα στην ιστορική τους συνάφεια που κατέστησε τα κείμενα αδιάφορα για τη σύγχρονη ζωή και πίστη, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα για αυθαίρετες προσωπικές αναγωγές στο σήμερα.

β) Η ανακάλυψη, ως συνέπεια της εφαρμογής της ίδιας μεθόδου, της ποικιλίας των θεολογιών που μαρτυρούνται στη Βίβλο, ώστε να καθίστα­ται αδύνατη η πολυπόθητη για τον προτεσταντισμό επιστροφή στις βιβλι­κές βάσεις για την οικοδόμηση της ενότητας της Εκκλησίας.

γ) Η ανακάλυψη από τους προτεστάντες της παντοδυναμίας της παράδο­σης σε ό,τι αφορά την ερμηνεία της Γραφής, ως συνεκτικού ιστού της Εκκλησίας.

δ) Η διαπίστωση ότι καμιά ερμηνεία δεν μπορεί να αξιώνει απόλυτο κύ­ρος και αποδοχή, που ανάγκασε την παλιά προτεσταντική αρχή περί “σαφήνειας” της Βίβλου σε υποχώρηση. Και, τέλος,

ε) Η ανακάλυψη της σημασίας του αναγνώστη για την ερμηνεία ενός κειμένου.

Συνδυάζοντας τα παραπάνω με τα αποτελέσματα μιας κοινωνιολογικής έρευνας που έγινε στην Ελβετία και σύμφωνα με την οποία η θρησκευτικότητα σήμερα χαρακτηρίζεται από τάσεις “ποικιλομορφίας”, “αποθεσμοποίησης της θρησκείας” και “υπέρβασης των ομολογιών”[10], ο Luz καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι προσ­παθούσαν να οικοδομήσουν μια Εκκλησία με βάση τη Βίβλο έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί και επομένως απαιτείται μια αναθεώρηση του δόγματος “sola Scriptura”[11].

Προς την κατεύθυνση αυτήν ο Luz κάνει πέντε προτάσεις:

1) Η αναγνώριση της πολλαπλότητας ως ουσιαστικού στοιχείου του Ευαγγε­λίου. Οι διαφορετικές ή αντικρουόμενες εκφράσεις, αντιλήψεις ή θέσεις που υπάρχουν στην Καινή Διαθήκη δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως ασάφειες που δημιουργούν πρόβλημα ούτε να θεωρούνται ως προσαρ­μογή της αλήθειας στις κάθε φορά καταστάσεις, αλλά ως ουσιαστικό στοιχείο του ίδιου του Ευαγγελίου. Ως παραδείγματα αναφέρονται η ελευθερία του Ιησού απέναντι στη δική του παράδοση, η πολλαπλότητα των χριστολογικών διατυπώσεων, η μετεξέλιξη της εικόνας του Ιησού στον Παύλο ή στον Ιωάννη, κ.ά. Αυτή η πολυμορφία συνιστούσε, κατά τον Luz, μια ζων­τανή διαδικασία ενότητας, η οποία σταμάτησε, όταν το ζωντανό ζή­τημα “Ιησούς Χριστός” αντικαταστάθηκε από το θεσμοποιημένο ζήτημα της Εκκλησίας ή των κανόνων πίστεως.

2) Η αναζήτηση του ουσιαστικού περιεχομένου του κανόνα και της εσωτερι­κής σαφήνειας της Γραφής. Από τις περί Γραφής αντιλήψεις των μεταρ­ρυθμιστικών δεν θα πρέπει να προβάλλεται το “sola Scriptura” και η ιδιαιτερότητα του βιβλικού κανόνα απέναντι στα άλλα χριστιανικά συγ­γράμματα, ούτε η εξωτερική σαφήνεια της Γραφής, που έτσι κι αλλιώς είναι σχετική. Αντίθετα θα πρέπει το βάρος να πέφτει στην αναζήτηση του, κατά τη ρήση του Λουθήρου, “Τι κινεί τον Χριστό”, μια αρχή που του επέτρεπε ακόμη και να αντιπαραθέτει τον Χριστό προς τη Γραφή και, όπως ο Πέτρος και Παύλος, αλλά προπάντων ο ίδιος ο Χριστός στο Ευ­αγγέλιο, να κάνει καινούργιους δεκαλόγους. Θα πρέπει επομένως να το­νίζεται αυτό που ο Λούθηρος αποκαλούσε “εσωτερική σαφήνεια” και ο Καλβίνος “εσωτερική μαρτυρία του Πνεύματος”, μια υποκειμενική, δη­λαδή, βεβαιότητα που προκύπτει από προσωπική συνάντηση με το βι­βλικό κείμενο.

3) Η θεώρηση του περιεχομένου του κανόνα ως οδοδείκτη. Ο Χριστός, το ουσιαστικό, κατά την αντίληψη των μεταρρυθμιστών, περιεχόμενο του κανόνα, δεν θα πρέπει να θεωρείται ως μέτρο για την κατάκριση των άλ­λων, αλλά ως οδοδείκτης που καθιστά δυνατό το διάλογο για την αναζή­τηση ενός κοινού δρόμου. Ο “Χριστός” δεν παρουσιάζεται στην Καινή Διαθήκη ως σαφής και μονοσήμαντη διδασκαλία, ούτε ως σαφής και  μονοσήμαντη ιστορία, αλλά μόνο με τη μορφή εικόνων που είχαν γι’ αυ­τόν άνθρωποι, όπως ο Ματθαίος, ο Παύλος ή ο Ιωάννης. Αυτό σημαίνει ότι ο αναγνώστης καλείται σε ένα διάλογο μαζί τους, ώστε να διαμορφώ­σει τη δική του περί Χριστού εικόνα. Κατά συνέπεια, οι καινοδιαθηκικές εικόνες του Χριστού δεν προτρέπουν σε αποκοπή των άλλων αλλά σε κοινωνία με τους άλλους. Δεν οριοθετούν την αλήθεια, αλλά την καθι­στούν δυνατή. Είναι αλήθεια, όχι όμως με την έννοια του ορισμού αλλά του δρόμου.

4) Η θεώρηση της Εκκλησίας ως κοινότητας σε πορεία. Το αν, μετά τα πα­ραπάνω, μπορεί η Βίβλος να θεωρείται ακόμη ως θεμέλιο της Εκκλησίας εξαρτάται από το πώς κατανοείται η Εκκλησία. Αναμφίβολα δεν μπορεί να είναι θεμέλιο μιας Εκκλησίας που καθορίζεται από ορθόδοξες διδα­σκαλίες ή δικαιικές δομές. Μπορεί όμως να είναι θεμέλιο μιας Εκκλη­σίας, η οποία θεωρεί τον εαυτό της ως αδελφική κοινότητα σε πορεία, στην οποία το “περιεχόμενο του κανόνα”, ο Χριστός, είναι αφετηρία και τέρμα και η Βίβλος δρομολόγιο και χάρτης. Εκκλησία υπό αυτήν την έν­νοια δεν είναι ένα ίδρυμα που συγκροτείται από ορθοδόξους, οι οποίοι έχουν συγκεκριμένες κοινές πεποιθήσεις, αλλά μια κοινότητα από συνειδητούς αναγνώστες, οι οποίοι εμπλουτίζονται από τα βιβλικά κείμενα και συζητούν ανοιχτά μεταξύ τους για την αλήθεια και συζητούν με τα κεί­μενά τους, προκειμένου να βρουν μια κοινή δράση στην κοινωνία.

5) Η θετική αξιοποίηση των σύγχρονων εξελίξεων. Οι εξελίξεις στη σύγχρονη ερμηνευτική μπορούν να αξιοποιηθούν θετικά:
α) Η ιστορικοκριτική έρευνα θα μπορούσε να κατανοηθεί ως υπόμνηση ότι η χριστιανική πίστη προέρχεται από μια συγκεκριμένη ανθρώπινη (όχι υπερανθρώπινη), ιστορικά προσεγγίσιμη (όχι υποκείμενη σε ιδιαίτε­ρους νόμους) και επομένως πολύμορφη (όχι καθοριζόμενη από ένα δόγμα) ιστορία ενός ανθρώπου (όχι ενός θεού προσαρμοσμένου στα αν­θρώπινα πράγματα). Θα μπορούσε έτσι να θεωρηθεί ως υπόμνηση της θείας ενανθρώπισης.
β) Η ανακάλυψη της ποικιλίας της Βίβλου θα μπορούσε να θεωρηθεί ως υπόμνηση του πλούτου των χριστιανικών εκδηλώσεων ζωής και της “καθολικής” ευρύτητας του Ευαγγελίου, που συχνά παραθεωρείται από τους ομολογιακούς και πολιτιστικούς περιορισμούς. Υπενθυμίζει ότι η Βίβλος είναι ένα “καθολικό” βιβλίο που δεν περιορίζει τη ζωή της πίστης, αλλά της ανοίγει νέες προοπτικές.
γ) Η επιστροφή στην παράδοση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ομολογία πίστεως στην πιστότητα του Θεού στο λόγο του, στην οποία παράδοση οφείλεται η Βίβλος και η οποία μπορεί να ισχύσει ως καθοδηγητικός άξονας για την ερμηνεία της.
δ) Η διαπίστωση ότι καμιά ερμηνεία δεν μπορεί να αξιώνει απόλυτο κύ­ρος και αποδοχή μπορεί να θεωρηθεί ως υπόμνηση ότι το Ευαγγέλιο δεν είναι μια θεωρία αλλά μια δημιουργική δύναμη, της οποίας τα προϊόντα δεν νομιμοποιούνται εκ των προτέρων, αλλά γίνονται αποδεκτά ή απορ­ρίπτονται. Τέλος,

ε) Η ανακάλυψη της σημασίας του αναγνώστη για την ερμηνεία θα μπο­ρούσε να θεωρηθεί ως υπόμνηση της ελευθερίας που χαρίζει στον καθέ­να το Ευαγγέλιο, ώστε αυτός ως αγαπημένος από τον Θεό να ακούει ως δικό του Ευαγγέλιο το βιβλικό μήνυμα και ξεκινώντας από αυτήν την αγάπη να κάνει νέους δεκαλόγους που ισχύουν για τον εαυτό του.
[9] U. Luz, Was heißt “Sola Scriptura” heute?, Ein Hilferuf für das protestantische Schriftprinzip, EvTh 1997/1, σελ. 28-35.
[10] A. Dubach – R. J. Campiche (εκδ.), Jeder ein Sonderfall?, Zürich/Basel 1993, ιδιαίτερα σελ. 296-313.
[11] Ό.π. σελ. 32.

* Μιλτιάδης Κωνσταντίνου,
Η κατανόηση του “sola Scriptura” στον σύγχρονο προτεσταντισμό.

Πηγή: Θεολογικά Δρώμενα.


A taste of the modern
Greek-Orthodox state fascism:
The case of Frederica's of Hanover Paidopoleis

Γεύση από τον σύγχρονο
ελληνορθόδοξο κρατικό φασισμό:
Οι Παιδοπόλεις της Βασίλισσας Φρειδερίκης


Οι παιδουπόλεις της Φρ(ε)ίκης
Ένα αρρωστημένο σχέδιο, από έναν νοσηρό νου



Μεσαιωνικός πύργος Μπλάνκεμπουργκ. Όρη Χαρτς, Γερμανία, 1933
Η Φρειδερίκη Λουίζα Θηρεσία Βικτώρια Μαργαρίτα Σοφία Όλγα Καικιλία Ελισάβετ Χριστίνα, πριγκίπισσα του Ανοβέρου και δούκισσα της Βρουνσβίκης, έστρωσε το μεταξένιο φόρεμά της, κάθισε σε μια καρέκλα και έσμιξε τα παχιά της φρύδια. Κοίταξε όλο μίσος, σαν φίδι, τη μητέρα της. «Εγώ είμαι μέλος του ναζιστικού κόμματος και ακολουθώ τον μεγάλο μας Φύρερ και εσύ μου ζητάς να πάω στην Αγγλία;» τη ρώτησε φτύνοντας τις λέξεις. «Και όχι μόνο αυτό, αλλά μου ζητάς να παντρευτώ ποιον; Τον πρώτο σου ξάδερφο. Πφφφ, πρίγκιπας Παύλος της ποιας, της Ελλάδας. Αηδίες. Αυτός κοιμάται όρθιος». 

Η μητέρα της, πριγκίπισσα Βικτώρια Λουίζα της Πρωσίας, την πήρε από το χέρι, τη σήκωσε όρθια και την πήγε στο παράθυρο του σαλονιού τους: «Θα κάνεις ό,τι σου λέω. Αν είμαστε τυχεροί, Φρειδερίκη, κάποια μέρα όλα αυτά που βλέπεις δεν θα είναι τίποτε μπροστά σε αυτά που θα έχεις. Πού ξέρεις, μπορεί να γίνεις και βασίλισσα της Ελλάδας».


1η Απριλίου 1947, Ελλάδα – βασιλικά ανάκτορα 
«Έλα, Παύλο, σταμάτα πια, δεν ωφελεί σε τίποτε να θρηνείς. Πάει, τελείωσε. Ο συχωρεμένος έφυγε. Τώρα ο Βασιλεύς της Ελλάδας δεν είναι ο Γεώργιος, αλλά ο Παύλος ο Α’. Ο σύζυγός μου, εσύ δηλαδή, εάν δεν το έχεις καταλάβει». Η Φρειδερίκη μιλούσε χαιρέκακα προς τον σύζυγό της καθώς έβγαζε το πανάκριβο παλτό της και το άφηνε στα χέρια μιας γυναίκας από το υπηρετικό προσωπικό που στεκόταν αμίλητη πίσω της. «Και φυσικά η βασίλισσα αυτού του τόπου είμαι εγώ» μονολόγησε. «Σε άκουσα» της φώναξε με λυγμούς από το μέσα δωμάτιο ο Παύλος και έκλεισε με δύναμη την πόρτα του γραφείου του, όπου είχε αποσυρθεί για να της δείξει τη δυσαρέσκειά του. 

Η Φρειδερίκη δεν του έδωσε σημασία. Προχώρησε πάνω στο παχύ χαλί και πήγε στο σαλόνι. Κάθισε, σταύρωσε τα πόδια της και τα κοίταξε με αποστροφή: «Πώς είναι δυνατόν να είμαι τόσο όμορφη και να έχω τόσο χοντρά πόδια;». Σηκώθηκε, προχώρησε σε έναν καθρέπτη και ξανακοίταξε το σημείο του σώματός της που μισούσε. «Αυτό σου βγήκε σε καλό. Εάν δεν είχες χοντρά πόδια, τώρα θα ήσουν παντρεμένη με τον Πέτρο, αλλά δεν θα ήσουν Βασίλισσα. Ποιον, τον Πέτρο, τον πρίγκιπα που έχει παντρευτεί μια κομμουνίστρια Ρωσίδα. Τον μισώ» σκέφτηκε λίγο δυνατότερα από όσο θα έπρεπε. 

«Ποιον μισείς, Φρειδερίκη»; Ο Παύλος με το κεφάλι του να αρχίζει να αραιώνει από μαλλιά, είχε ακουμπήσει στην κάσα της μεγάλης ξύλινης πόρτας και κοίταζε τη γυναίκα του. «Τους κομμουνιστές» απάντησε ετοιμόλογα το πρώην μέλος της ναζιστικής Νεολαίας της Γερμανίας και νυν βασίλισσα των Ελλήνων. «Θέλω να τους εξαφανίσω από τη χώρα αυτή. Και εκείνους και τη γενιά τους»...



Παιδιά τα θύματα
Η βασίλισσα Φρειδερίκη είχε αποφασίσει πώς θα έκανε πράξη αυτό που σκέφτηκε. Θα εξαφάνιζε τους κομμουνιστές. Και εάν ο άνδρας που θαύμαζε, ο Αδόλφος Χίτλερ, δεν τα είχε καταφέρει με τους Εβραίους, εκείνη είχε κάτι διαφορετικό στο μυαλό της. Όχι τόσο αιματηρό, αλλά εξίσου σκληρό και απάνθρωπο. Θα έπαιρνε τα παιδιά όλων των ανταρτών, όλων των κομμουνιστών και θα τα έκλεινε σε ειδικές παιδουπόλεις στο πλαίσιο των Kinderdorf της χώρας της. Εκεί τα παιδάκια θα ξεπλένονταν από το μίασμα του κομμουνισμού, δεν θα γίνονταν εκκολαπτόμενοι συμμορίτες, εκδοροσφαγείς ΕΑΜοβούλγαροι κατσαπλιάδες. Θα μάθαιναν με αυστηρότατες μεθόδους τα ιδεώδη του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. 
Ένας άλλος ελληνοχριστιανικός πολιτισμός λάμβανε χώρα εκείνη την περίοδο στη Μακρόνησο και σε άλλα ξερονήσια...
Η Ιστορία δεν γράφεται με μια «Ελένη» και ένα παιδομάζωμα. Η Ιστορία γράφεται από πολλές «Ελένες» και μαζικά παιδομαζώματα. 
Το 1947 οι Άγγλοι σιγά-σιγά αρχίζουν να αποχωρούν από τα ελληνικά δρώμενα, αφού αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές απαιτήσεις του νέου καθεστώτος και τη θέση τους αναλαμβάνει ένας ακόμη ισχυρότερος σύμμαχος: οι ΗΠΑ. Η στάση της ΕΣΣΔ και το περίφημο «σβαρνούτ» του Στάλιν, που με Άγγλους και Αμερικάνους χώρισαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής, είναι μέχρι και παγερή απέναντι στο αντάρτικο που στο όνομα ενός οράματος πολέμησε τους ναζί και τους συνεργάτες τους. 
Οι ΗΠΑ ανοίγουν την κάνουλα σε έναν λαό που πεινάει, ενώ ταυτόχρονα θέλουν να εξολοθρεύσουν εντελώς τους «αντάρτες» που πλέον ονομάζονται «συμμορίτες». Εκείνους που μέχρι πριν από δυο χρόνια πολεμούσαν στο πλευρό των συμμάχων, αλλά τώρα τη θέση τους έχουν πάρει οι πρώην συνεργάτες (και οι έχοντες στάση απάθειας) των ναζί. Στις 12 Μαρτίου ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοινώνει το «δόγμα Τρούμαν». Ταυτόχρονα, επειδή οι μαθημένοι στον ανταρτοπόλεμο και μπαρουτοκαπνισμένοι αντάρτες κάθε άλλο παρά εύκολος στόχος ήταν για τους Άγγλους, οι Αμερικάνοι εφαρμόζουν την τακτική της καμένης γης και των διωγμών προκειμένου να τους εγκλωβίσουν.

Τον Απρίλιο τέθηκε σε εφαρμογή από την κυβέρνηση το σχέδιο «Τέρμινους» με σκοπό την εκμηδένιση των αντάρτικων ομάδων που δρούσαν στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα. Μάταια. Θα χρειαστούν πολλά «Τέρμινους» και πολλές επιχειρήσεις «Πυρσός» μαζί με μπόλικες βρισιές από Αμερικάνους αξιωματικούς προς τους αξιωματικούς του Εθνικού Στρατού για να καμφθεί το αντάρτικο. Μέχρι να αρχίσουν να πέφτουν οι ναπάλμ στον Γράμμο και το Βίτσι, ο καπεταν-Μάρκος κυριολεκτικά έκανε πλάκα με τους «εθνικόφρονες» τους οποίους καθημερινά ο Τζέιμς Βαν Φλιτ στόλιζε με διάφορα κοσμητικά επίθετα και έλεγε ότι «σπαταλούν άχρηστα τη βοήθεια των ΗΠΑ». 
Το «Τέρμινους» ήταν η τακτική της καμένης γης και το άδειασμα των χωριών της υπαίθρου από τους κατοίκους τους, προκειμένου όχι μόνο να διασκορπιστούν οι συμπαθούντες το αντάρτικό, που ήταν και η πλειοψηφία του κόσμου, αλλά και οι αντάρτες να μην μπορούν να βρουν εφόδια, φαγητό και πληροφορίες από τους ντόπιους.



Χωριό Λευκοθέα, Άργος Ορεστικόν
«Πρέπει να φύγω, να ανέβω στο βουνό. Θα με περάσουν από μαχαίρι εδώ. Σε ικετεύω να προσέχεις τα παιδιά μας». Ο Κώστας Κάτσας τακτοποιούσε ένα πρόχειρο σακίδιο και μέσα έβαζε το πιστόλι Λούγκερ που ως αντάρτης του ΕΛΑΣ είχε αποσπάσει από έναν Γερμανό αξιωματικό. Η γυναίκα του, η Μαργαρίτα, με δάκρυα στα μάτια, είχε στην αγκαλιά της τον επτάχρονο Βασίλη και τη δίχρονη Ευγενία. Καθόταν απέναντί του και έγνεφε σε ό,τι της έλεγε. «Εσύ να προσέχεις, Κωστή μου, μη σε σκοτώσουν». 
Ο αντάρτης γονάτισε και τους έσφιξε και τους τρεις στην αγκαλιά του. «Σας λατρεύω. Θα προσέχω, δεν θα σκοτωθώ. Βασίλη μου, να προσέχεις τη μαμά και την αδερφή σου, ναι; Και να θυμάσαι, ό,τι και να ακούσεις, γιε μου, εσείς είστε η ζωή μου. Να εδώ στην καρδιά μου βάζω τη φωτογραφία σας και κάθε πρωί θα σας μιλώ, όπου και να είμαι. Τα πρωινά να κάνεις ησυχία και μπορεί να με ακούσεις». Ο Βασίλης με κατακόκκινα ματάκια κούνησε το κεφαλάκι του καταφατικά και ο αντάρτης έβαλε τη φωτογραφία στην τσέπη του πουκαμίσου του. Τους ξαναφίλησε και με δυο δρασκελιές βγήκε από το σπίτι και χάθηκε μέσα στη νύχτα, πίσω στο βουνό. Έκλαιγε γοερά μέχρι που του κόπηκε η ανάσα. Σε λίγη ώρα ξημέρωνε. 

Δεν πρέπει να είχαν περάσει δυο ώρες από το ξημέρωμα, όταν ολόκληρο το χωριό το έζωσαν χωροφύλακες και ΜΑΥδες. Άνοιγαν πόρτες, έδιναν λίγα λεπτά προθεσμία στους κατοίκους να πάρουν τα απαραίτητα και τους μετέφεραν στην κοντινότερη πόλη. Η πόρτα του σπιτιού του Κάτσα έτριξε, τα μάνταλα έσπασαν έπειτα από μερικές κλοτσιές και μέσα εισέβαλε μια ομάδα από ΜΑΥδες. Ο μικρός Βασίλης είχε αγκαλιάσει το πόδι της όρθιας μητέρας του και τους κοίταζε δίχως φόβο.
 Ευγενία φοβισμένη από τον θόρυβο έκλαιγε στην αγκαλιά της. «Πάρτε τα παιδιά έξω» είπε ο επικεφαλής και με τη βία οι πρώην συνεργάτες των Γερμανών και νυν εθνικόφρονες απέσπασαν από τη μάνα τα παιδιά που τώρα ούρλιαζαν και τα δυο. Ο Βασίλης κλοτσούσε στον αέρα και φώναζε «μαμά» μέχρι που ένα δυνατό χαστούκι έκανε το αυτί του να σφυρίξει. Το μάγουλο κοκκίνισε και ένα χέρι τον έπιασε από τα μαλλιά και τον τράβηξε έξω μαζί με την αδερφή του. 
«Τα παιδιά μου, τομάρια» ούρλιαξε η Μαργαρίτα και χίμηξε προς την πόρτα. Ο υποκόπανος από το τουφέκι ενός ΜΑΥ την πέταξε πίσω. Της έσπασε τα δόντια και το στόμα της έγινε μια πληγή. «Σε θυμάμαι εσένα» γύρισε και είπε σε εκείνον που τη χτύπησε. «Είχες γερμανοντυθεί». Τον έφτυσε στο πρόσωπο μαζί με σάλια, αίμα και κομμάτια από δόντια. 
Την ώρα που ο μικρούλης Βασίλης καθόταν στο φορτηγό της Χωροφυλακής με την Ευγενία στην αγκαλιά του, δίπλα σε άλλους τρομαγμένους συγχωριανούς του, ο επικεφαλής των ΜΑΥδων ρωτούσε μέσα στο σπίτι τη Μαργαρίτα που βρισκόταν ο άνδρας της. Όταν το φορτηγό έπαιρνε τη στροφή της κατηφόρας για να βγει από το χωριό, ο ΜΑΥς έμπηγε βασανιστικά αργά το ακονισμένο του μαχαίρι στον λαιμό της γυναίκας που σφάδαζε από την αγωνία του θανάτου. Ύστερα έφτυσε πάνω στο πτώμα της, σκούπισε τη λάμα στο παντελόνι του και έκλεισε την κατεστραμμένη πόρτα πίσω του. 
Ο Βασίλης μαζί με την αδερφούλα του οδηγήθηκαν σε ένα από τα 52 «ιδρύματα» της Φρειδερίκης που η ίδια αποκαλούσε «Παιδουπόλεις» και ο κόσμος τα έλεγε «ιδρύματα της Φρείκης».


Απαράδεκτη
Η κατάσταση που επικρατούσε στις παιδουπόλεις της Φρειδερίκης μπορεί να χαρακτηριστεί με δυο λέξεις: Απαράδεκτη και απάνθρωπη. Σε μικρά παιδιά που το μεγαλύτερο ήταν μέχρι 16 ετών γινόταν μια άθλια κατήχηση που ισοπέδωνε τους γονείς τους και ό,τι εκείνοι είχαν κάνει. Οι συνθήκες εκπαίδευσης δεν άγγιζαν καν τις συνθήκες εκπαίδευσης σε σχολεία της Νοτίου Αφρικής, εκεί όπου η Φρειδερίκη είχε μεταβεί με τον σύζυγό της κατά τη διάρκεια του πολέμου για «μεγαλύτερη ασφάλεια», την ώρα που στα βουνά και τις πόλεις της Ελλάδας οι άνθρωποι δολοφονούνταν ή έδιναν το αίμα τους για την ελευθερία. 
Δεν είναι τυχαίο ότι κανένα απ’ τα έγκλειστα παιδιά όχι μόνο δεν πήγε στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά δεν τέλειωσε καν τη δευτεροβάθμια. Ένας ελάχιστος αριθμός κοριτσιών πήγε μέχρι την 3η τάξη του Γυμνασίου. (Υπολογίζεται στο 4%).

Η Φρειδερίκη και οι άλλες 72 κυρίες της καλής κοινωνίας, που συνέδραμαν στη δημιουργία των παιδουπόλεων, μάλλον δεν είχαν αγαθές προθέσεις για αυτά τα παιδιά. Μάλλον τα ήθελαν αμόρφωτα και ανίκανα να αντεπεξέλθουν στη μετέπειτα ζωή. Όταν κάποιο παιδάκι δεν περνούσε το όριο των 172 βαθμών τον χρόνο, τότε «κοβόταν» από αυτό το... πανεπιστήμιο και οι υπεύθυνοι το έστελναν να εργαστεί σε διάφορα μεγάλα εργοστάσια καπνού ή υφαντουργίας, οι ιδιοκτήτες των οποίων τα δημιούργησαν με τα χρήματα του δόγματος Τρούμαν σε μια μεταπολεμική Ελλάδα που ζούσε στον εμφύλιο και έγλειφε τις πληγές της. Παιδάκια μετατράπηκαν σε φτηνή εργατική δύναμη 
Επίσης σε πολλές περιπτώσεις, οικογένειες της «υψηλής» κοινωνίας επισκέπτονταν τις παιδουπόλεις για να αγοράσουν, στην κυριολεξία, υπηρετικό προσωπικό. Μαύρη σελίδα και οι εκατοντάδες παράνομες υιοθεσίες που έγιναν. Την επόμενη μέρα της υιοθεσίας το παιδί έφευγε για Αμερική για να ζήσει με τη νέα του οικογένεια. Όλα αυτά με το αζημίωτο και ενώ πολλά από αυτά τα παιδιά είχαν κάποιον συγγενή εν ζωή. 

Η συνήθης τιμή για παράνομη υιοθεσία ήταν 4.000 δολάρια το κεφάλι. Και εάν κάποτε, έπειτα από χρόνια, ένας γονιός γυρνούσε από την εξορία ή τις χώρες του ανατολικού μπλοκ και ζητούσε το παιδί του, εισέπραττε την απάντηση: «Πέθανε». Όσα παιδάκια ήταν σαν τον Βασίλη και δεν συνετίζονταν υπήρχαν και άλλοι τρόποι. Τα περιστατικά κακοποίησης ανηλίκων και ξυλοδαρμών είχαν και αυτά τη θέση τους στον μακρύ κατάλογο της φρίκης των παιδουπόλεων της βασίλισσας.



Ο Γιώργος Χατζάτογλου, ένα από τα παιδιά του παιδομαζώματος της Φρειδερίκης, περιγράφει: 

«Το στρατόπεδο είχε φρουρά και ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα 4 μέτρα ύψος. Υπήρχαν παιδιά ηλικίας από 2 μέχρι 16, που έκλαιγαν γιατί είχαν με τη βία αποχωριστεί απ’ τους γονείς τους. Μέναμε σε τολ, που το καλοκαίρι οι λαμαρίνες τους καίγανε και το χειμώνα πάγωναν. Κοιμόμασταν σε σιδερένια κρεβάτια, σε τρεις σειρές και χωρισμένα κατά 25άδες. Με την άφιξή μας στην παιδούπολη στο Καστρί, μας μοίρασαν στρατιωτικές φόρμες. Πρώτο μέλημά τους ήταν να μας στείλουν ιεροκήρυκα, να δημιουργήσουν κατηχητικά και στελέχη προσκόπων. Θυμάμαι ότι σε όλους τους τοίχους ήταν ζωγραφισμένη μια μορφή ενός αγριανθρώπου γενειοφόρου με μια χατζάρα στο στόμα, που έσταζε αίμα, να αρπάζει απ’ την αγκαλιά της μάνας το παιδί της. Επίσης, στους τοίχους υπήρχαν συνθήματα για το έθνος και τη βασίλισσα Φρειδερίκη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα γίνονταν η διαπαιδαγώγηση και η νουθέτηση για τη “μάνα μας” τη βασίλισσα. Νύχτα - μέρα αυτά διαρκώς μας έλεγαν».

Η Σταυρούλα Ιωάννου πέρασε και αυτή από τη φρίκη της παιδούπολης: «Μας είχανε μαζεμένα μια μέρα όλα μαζί στην Αθήνα. Ήταν Γενάρης ή Φλεβάρης και χιόνιζε αραιά, αλλά το κρύο τρύπαγε ώς το μεδούλι. Έκοβες καρφί. Μας είχαν στοιβαγμένα σε σειρά δίπλα στον δρόμο με τις στολές μας για να χαιρετίσουμε τη Φρειδερίκη που θα περνούσε με το αυτοκίνητο από μπροστά μας. Τουρτουρίζαμε και μπλαβιάζαμε δύο ώρες όρθια και μερικά κορίτσια είχαν και πυρετό. Μετά ήρθε και ο υπεύθυνος κι εμείς κάτσαμε “προσοχή”. “Έρχεται η Βασίλισσά μας” μας είπε και μας ορμήνεψε να φωνάξουμε “μάνα, μάνα” όταν τη δούμε. Αργότερα πέρασε το αμάξι της και την είδαμε μέσα με τη γούνα της και τα γάντια της και φωνάξαμε όπως μας είπαν, αλλά εκείνη δεν γύρισε καν να μας χαιρετίσει...».

* Βενιζέλος Λεβεντογιάννης,
Οι παιδουπόλεις της Φρ(ε)ίκης - Ένα αρρωστημένο σχέδιο, από έναν νοσηρό νου,
Το Ποντίκι, τεύχ. 1956, 9 Φεβρουαρίου 2017.


*




 
Γιώργος Καραγιάννης,
Εκκλησία και κράτος 1833-1997 Ιστορική επισκόπηση των σχέσεών τους,
Εκδ. Το Ποντίκι, 1997.




Το χειρόγραφο GA 254 (14ος αι.)
& το Κόμμα Ιωάννου /

The manuscript GA 254 (14th cent.)
& the Johannine Comma



120r
[
CSNTM Image Id: 321272]



GA 254


Classification: Minuscule
Date: 14th Century
Location: National Library of Greece, Athens
Shelf Number: NLG 490
Content: Pauline; Acts and Catholic Epistles (Apostolos); Apocalypse/Revelation
Language: Greek
Image Type: Digital
Material: Paper
Description: Fourteenth century minuscule of the Apostolos, Paul, and Revelation with commentary on paper; 453 leaves, 1 column, 41-42 lines per column. Images were taken at the National Library of Greece in Athens.



Monday, February 13, 2017

Rusia today again:
Renominating savage marital practices

Η Ρωσία σήμερα και πάλι:
Αναζωπύρωση βάρβαρων ενδοοικογενειακών ηθών




It is thus all the more striking to realize that there is another tradition in Russian Orthodoxy. True, old Russia was not exactly a haven for battered women. Russian justice was patriarchal, and, like Byzantine law, resolutely on the side of the pater familias. A wife could successfully protest beating only if it endangered her life. Even entering a convent (and wives could be beaten precisely to drive them into convents, so that the husbands could marry again) did not always work: if a woman had been beaten, and entered a convent to escape, her motivations were not ‘sincere,’ and she was returned to her husband. In the absence of laws giving women protection and redress, it is not surprising that before 1917 women matched men in only one kind of felony: spousal murder.



Tuesday, January 31, 2017

The first edition of
William Tyndale's New Testament:
The first pages of the Gospel of Matthew /

Η πρώτη έκδοση
της Καινής Διαθήκης του Γουίλιαμ Τίντεϊλ:
Οι πρώτες σελίδες του Ευαγγελίου Κατά τον Ματθαίο



1536





From the "Cologne Fragment,"
the only known fragment of the uncompleted edition (31 pages)
of William Tyndale's translation of the New Testament
published in Cologne, 1525.


Από το «Απόσπασμα της Κολωνίας»,
του μόνου γνωστού αποσπάσματος της ανολοκλήρωτης έκδοσης (31 σελίδες)
της μετάφρασης της Καινής Διαθήκης του Γουίλιαμ Τίντεϊλ
που τυπώθηκε στην Κολωνία το 1525.



Monday, January 9, 2017

Realizing
what is “realised eschatology” /

Κατανοώντας
την «πραγματοποιημένη εσχατολογία»




This interpretation [of “realised eschatology”] would alone be feasible at the cost of the complete removal of every apocalyptic idea from the preaching of Jews about the Kingdom of God. But the message of Jesus has only to show agreement in one single characteristic element with the apocalyptic conception of the future Kingdom of God, and the proposition of a Kingdom of God being already realised in the present is rendered thereby completely problematic. For the apocalyptic Kingdom of God is the New Age of the supernatural consummation of the world, and this means a new world-order, which is realisable only through supernatural occurrences and it signifies the end of the existing natural world. According to the original Synoptic evidence, Jesus was in fact wholly at one with late-Jewish apocalyptic in this fundamental outlook.


It may fairly be asked what should the words of Jesus about a future “entering into the Kingdom” and a future “sitting at table in the Kingdom”, etc., mean, if the Kingdom of God did not signify a world-order and a form of material existence? Jesus spoke expressly of it as the “coming Age”, connecting it with those peculiar supernatural events through which the apocalyptic doctrine of the New Age would be realised—the Messianic affliction, the glorious Parousia of the “Son of Man” on the clouds of heaven, the General Resurrection of the dead, the eschatological World-Judgement, the overthrow of the daemonic powers, the transformation of all things, and the mode of existence of which the companions of the Son of Man were to partake in the Kingdom of God. Accordingly for Jesus the irruption of the Kingdom of God signified the end of the present natural world. And that meant in turn that, from his point of view, the Kingdom of God was not a present reality so long as these supernatural events of its final irruption remained unaccomplished. Indeed for Jesus there had been no “realised eschatology”.



Η μόνη περίπτωση επιβίωσης αυτής της ερμηνείας [τής «πραγματοποιημένης εσχατολογίας»] θα ήταν με κόστος την πλήρη απομάκρυνση κάθε αποκαλυπτικής ιδέας από το κήρυγμα των Ιουδαίων σχετικά με τη Βασιλεία του Θεού. Αλλά το άγγελμα του Ιησού έχει να επιδείξει αποκλειστική συμφωνία στο ένα και μοναδικό χαρακτηριστικό στοιχείο της αποκαλυπτικής αντίληψης περί της μελλοντικής Βασιλείας του Θεού, και η άποψη περί Βασιλείας του Θεού η οποία είναι ήδη πραγματοποιημένη στο παρόν καθίσταται κατά συνέπεια εντελώς προβληματική. Διότι η αποκαλυπτική Βασιλεία του Θεού είναι η Νέα Εποχή της υπερφυσικής συντέλειας του κόσμου, και αυτό σημαίνει μια νέα παγκόσμια τάξη, η οποία είναι πραγματοποιήσιμη μόνο μέσω υπερφυσικών συμβάντων και η οποία σημειώνει το τέλος του παρόντος φυσικού κόσμου. Σύμφωνα με την αυθεντική Συνοπτική μαρτυρία, ο Ιησούς ήταν στην πραγματικότητα σε απόλυτη συμφωνία με τον ύστερο ιουδαϊκό αποκαλυπτικισμό σε αυτή τη θεμελιώδη οπτική.

Θα μπορούσε δικαιολογημένα να τεθεί το ερώτημα: Τι σήμαιναν τα λόγια του Ιησού σχετικά με τη μελλοντική “είσοδο στη Βασιλεία” και το μελλοντικό “κάθισμα στο τραπέζι στη Βασιλεία”, κλπ, αν η Βασιλεία του Θεού δεν υποδήλωνε μια παγκόσμια τάξη και κάποιου είδους υλική ύπαρξη; Ο Ιησούς μίλησε συγκεκριμένα για αυτήν ώς τον “μέλλοντα Αιώνα/μελλοντική Εποχή”, συνδέοντάς την με εκείνα τα συγκεκριμένα υπερφυσικά γεγονότα μέσω των οποίων το αποκαλυπτικό δόγμα της Νέας Εποχής θα πραγματοποιούνταν—η μεσσιανική θλίψη, η ένδοξη Παρουσία του “Γιου του Ανθρώπου” στα σύννεφα του ουρανού, η Γενική Ανάσταση των νεκρών, η εσχατολογική Παγκόσμια Κρίση, η ανατροπή των δαιμονικών δυνάμεων, η μεταμόρφωση των πάντων, και ο τρόπος ύπαρξης με τον οποίο οι σύντροφοι του Γιου του Ανθρώπου πρόκειται να συμμετάσχουν στη Βασιλεία του Θεού. Επομένως για τον Ιησού η εισβολή της Βασιλείας του Θεού θα σημείωνε το τέλος του παρόντος φυσικού κόσμου. Και αυτό θα σήμαινε με τη σειρά του ότι, μέσα από τη δική του οπτική, η Βασιλεία του Θεού δεν ήταν μια παρούσα πραγματικότητα ενόσω αυτά τα υπερφυσικά γεγονότα της τελικής εισβολής της θα παρέμεναν ανολοκλήρωτα. Πράγματι, για τον Ιησού δεν υπήρξε κανενός είδους «πραγματοποιημένη εσχατολογία».


* Martin Werner,
The formation of Christian dogma

[Η διαμόρφωση του χριστιανικού δόγματος],

translated by S. G. F.. Brandon.
New York: Harper & Brothers, 1957,
p./σ. 14.

Source: Peribiblicum